Legislator Case Law & Legislation
1298/2006 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against fraud conviction, remanding sentencing for habitual fraud due to lack of specific reasoning.

Case Number 1298/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against a fraud conviction, remanding the sentencing portion for new trial. The defendants argued the lower court failed to provide specific reasoning for classifying the fraud as habitual under Article 386 of the Penal Code. The court found the appeal admissible only regarding this specific ground, rejecting other arguments as inadmissible or unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 386(1)(a) and 510(1)(E) of the Code of Criminal Procedure; The appeal is admissible only if the lower court fails to provide specific and reasoned justification for applying the aggravated circumstance of habitual fraud, requiring remand for new sentencing.

Keywords

AI generated
habitual fraud specific reasoning remand for new trial inadmissible appeal Article 386 Penal Code

Cited Legislation

AI generated
Article 386(1)(a) of the Penal Code
Article 510(1)(E) of the Code of Criminal Procedure
Article 519 of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1298 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1298/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κιτρίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Προεδρεύοντος Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Βαρδαβάκη και του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη Γεωργίου Ναυπλιώτη) ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Φώτιο Καϋμενάκη-Εισηγητή, Πλαστήρα Αναστασάκη, Ελένη Παναγιωτάκη και Αιμιλία Λίτινα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Απριλίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1)Χ1, και 2)Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόφιλο Παπαδόπουλο, για αναίρεση της 847-848/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία «ΕΚΟ-ΕΛΔΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ», με το διακριτικό τίτλο «ΕΚΟ ΑΒΕΕ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Μεταξά. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 15 Δεκεμβρίου 2005 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 7/2006.

Αφού άκουσεΤους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές εν μέρει οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 386 ΠΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με άρθρο 1 παρ.11 του ν. 2408/1996, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και β) αν οι περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε η πράξη μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνο.

Μετά την κατά τα ανωτέρω αντικατάσταση της παρ. 3, ορίσθηκε ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, αφαιρέθηκε δηλαδή η επιβαρυντική περίσταση του ιδιαίτερα επικίνδυνου δράστη. Η διάταξη όμως αυτή αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 14 παρ.4 του ν. 2721/1999, που άρχισε να ισχύει από τις 3 Ιουνίου 1999 (άρθρο 55 του ίδιου νόμου) και ορίζει ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών.

Η διάταξη αυτή είναι ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο μόνο στην περίπτωση που το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία δεν υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (15.000 ευρώ), οπότε η πράξη, και αν ακόμη έχει τελεσθεί κατ΄ επάγγελμα ή κατά συνήθεια, φέρει χαρακτήρα πλημμελήματος, όπως επίσης είναι ευνοϊκότερη αν το συνολικό ποσό, χωρίς τη συνδρομή της κατ΄ επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεσης, δεν υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών (73.000 ευρώ).

Αν όμως το ποσό του οφέλους ή της ζημίας είναι ανώτερο των 5.000.000 δραχμών και συντρέχουν οι ανωτέρω επιβαρυντικές περιστάσεις ή είναι απλώς ανώτερο των 25.000.000 δραχμών η πράξη της απάτης έχει κακουργηματικό χαρακτήρα και με τη νεότερη διάταξη. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 13στ΄ ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή, που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος και κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας αυτού.

Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του Π.Κ., όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου 216 Π.Κ., όπως ισχύει μετά την τροποποίηση με το Ν. 2408/4.6.1996 (άρθρο 1 παρ. 7α ), αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (παρ. 1-2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικά μεν, η κατάρτιση από την αρχή εγγράφου και η χρήση αυτού από τον ίδιο (υπαίτιο), υποκειμενικά δε, δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και την θέληση των πραγματικών περιστατικών, που απαρτίζουν την πράξη αυτή και το σκοπό του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης.

Για τη θεμελίωση της βαρύτερης μορφής της πράξης, οπότε η πλαστογραφία τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος απαιτείται πρόσθετος σκοπός του υπαιτίου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος με βλάβη τρίτου ή να βλάψει άλλον, εάν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δρχ., είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός επιτεύχθηκε ή όχι.

Η αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας με σκοπούμενο όφελος πάνω από 25.000.000 δραχμές, η οποία έχει τελεσθεί πριν από την ισχύ του ν. 2408/1996, εξακολουθεί να έχει κακουργηματικό χαρακτήρα και μετά την ισχύ του νόμου αυτού. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στ.

Δ΄ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν σε αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις στις οποίες θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Για το δόλο δεν υπάρχει ανάγκη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει από αυτήν. Τέτοια αιτιολογία απαιτείται μόνο στις περιπτώσεις που για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αρκεί ο ενδεχόμενος δόλος ή αξιώνεται από το νόμο ειδικός δόλος.

Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που συνιστά τον από το άρθρο 510 παρ. 1 Ε΄ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υφίσταται, όταν ο δικαστής προσδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη, που έχει πραγματικά, ή όταν δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στις εφαρμοσθείσες διατάξεις, περίπτωση δε τέτοιας εφαρμογής συντρέχει και όταν η παράβαση των διατάξεων αυτών γίνεται εκ πλαγίου, όπως όταν ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, το οποίο περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. 2.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 847-848/2005 απόφασης, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, μεταξύ των οποίων και την από 27-6-2001 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της δικαστικής γραφολόγου ...., αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Οι κατηγορούμενοι είχαν συστήσει ομόρρυθμη εταιρεία με μοναδικά ομόρρυθμα μέλη και συνδιαχειριστές τους ίδιους, με την επωνυμία «....», έδρα τη .... και αντικείμενο εργασιών την εμπορία ανταλλακτικών και λιπαντικών ειδών αυτοκινήτου. Από το έτος 1993 είχαν εμπορική συνεργασία με την εδρεύουσα στην Αθήνα μηνύτρια εταιρεία με την επωνυμία «Γ.

Μαμιδάκης και Σία» καθολική διάδοχος της οποίας δια συγχωνεύσεως είναι η ήδη πολιτικώς ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία «ΕΚΟ – ΕΛΔΑ». Από τη συνεργασία τους αυτή η εταιρεία των κατηγορουμένων όφειλε στη μηνύτρια στις 23-9-1998 το ποσό των 42.000.000 δραχμών. Ενόψει αδυναμίας εξοφλήσεως αυτού, οι κατηγορούμενοι, με τη σύμφωνη γνώμη της μηνύτριας, της επέστρεψαν στις 24-9-1998 και στις 30-9-1998 λιπαντικά αξίας αντίστοιχα 7.834.700 και 4.264.284 δραχμών, οπότε το χρέος της εταιρείας τους περιορίσθηκε στο ποσό των 30.000.000 δραχμών, για το οποίο είχε εκδώσει στις 30-9-1998 σε διαταγή της μηνύτριας ισόποση τραπεζική επιταγή, την οποία αδυνατούσε να εξοφλήσει, με αποτέλεσμα το συνολικά οφειλόμενο στη μηνύτρια εταιρεία ποσό να ανέλθει σε 50.000.000 δραχμές.

Λόγω αδυναμίας εξοφλήσεως του συνολικού αυτού ποσού οι κατηγορούμενοι, ενεργώντας από κοινού με την ανωτέρω ιδιότητά τους, συμφώνησαν την ίδια ημέρα με τον εκπροσωπούντα τη μηνύτρια υπάλληλο αυτής μάρτυρα .... για την αποφυγή εξόδων (μεταφορικών και άλλων), να γίνει εικονική επιστροφή των λιπαντικών και λοιπών ειδών που είχε στην κατοχή της η εταιρεία τους, τα οποία όμως στην πραγματικότητα θα πωλούνταν από τη μηνύτρια σε τρίτους αγοραστές μέσω των κατηγορουμένων, οι οποίοι και θα εύρισκαν τους αγοραστές αυτούς στη Βόρεια Ελλάδα, αναλαμβάνοντας την υποχρέωση, αφενός μεν να παραδώσουν οι ίδιοι τα εμπορεύματα που είχε στην κατοχή της η εταιρεία τους στους τρίτους αγοραστές μαζί με τα παραστατικά που θα εξέδιδε για το σκοπό αυτό προηγουμένως η μηνύτρια, αφετέρου δε να παραδώσουν στην τελευταία τις τραπεζικές επιταγές που θα εξέδιδαν οι αγοραστές για την κάλυψη του τιμήματος αγοράς των ειδών που θα αγόραζαν.

Πλην όμως οι κατηγορούμενοι έχοντας συναποφασίσει να εξαπατήσουν τη μηνύτρια προέβησαν στην ακόλουθη μεθόδευση με την οποία πέτυχαν το σκοπό τους. Ειδικότερα παρέστησαν ψευδώς εν γνώσει τους στη μηνύτρια ότι έχουν βρει αγοραστές των ανωτέρω προϊόντων, τους Ψ1, Ψ2 και Ψ3 και έπεισαν τον νόμιμο εκπρόσωπο αυτής 1) να δεχθεί την εικονική εισαγωγή στις αποθήκες της των εμπορευμάτων που κατείχε η εταιρεία τους, για την οποία η τελευταία εξέδωσε τα με αριθμούς ......,.....

δελτία εισαγωγής – πιστωτικά τιμολόγια ορυκτελαίων, από τα οποία προέκυπτε ότι δήθεν η εταιρεία τους είχε επιστρέψει τα εμπορεύματα και συνεπώς δεν οφείλει τίποτε, 2) να προβεί (η μηνύτρια) στην έκδοση των αναφερομένων στο διατακτικό δελτίων αποστολής τεμαχίων λιπαντικών ειδών 2060, 1561 και 2308, με φερόμενους αγοραστές αντίστοιχα τους ανωτέρω Ψ1, Ψ2 και Ψ3, οι οποίοι όμως ήταν πρόσωπα ανύπαρκτα, αξίας αντίστοιχα 19.905.641, 16.363.302 και 25.511.596 δραχμών και 3) να δεχθεί η ίδια (μηνύτρια) την παράδοση από τους κατηγορουμένους των επιταγών με αριθμούς ...., .....και ..., ποσών αντίστοιχα 19.900.000, 16.350.000 και 25.400.000 δραχμών, με ημερομηνίες έκδοσης αντίστοιχα 18-3-1999, 20-4-1999 και 10-5-1999.

Οι εν λόγω επιταγές είχαν πλαστογραφηθεί από τους κατηγορουμένους, όπως θα αναφερθεί κατωτέρω, και φυσικά δεν πληρώθηκαν όταν εμφανίσθηκαν εμπροθέσμως προς πληρωμή στις πληρώτριες Τράπεζες. Σκοπός των κατηγορουμένων με την ανωτέρω πράξη τους ήταν να αποκομίσουν οι ίδιοι παράνομο περιουσιακό όφελος, συνιστάμενο στην εξόφληση της προαναφερθείσης οφειλής τους προς την μηνύτρια εταιρεία ποσού 50.000.000 δραχμών, η οποία υπέστη αντίστοιχα ισόποση ζημία, αφού απώλεσε την αξία των εμπορευμάτων της, ενώ εξάλλου με την υποδομή που είχαν διαμορφώσει αυτοί με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης της απάτης (αποδοχή κλεμμένων επιταγών, πλαστογράφηση αυτών, κατάρτιση πλαστών σφραγίδων με αναγραφή ονομάτων ανυπάρκτων προσώπων, περί των οποίων θα γίνει λόγος κατωτέρω), καθώς και από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης αυτής, προκύπτει σκοπός τους προς πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή τους για τη διάπραξη του εγκλήματος αυτού ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους.

Από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται περαιτέρω ότι τα σώματα των τριών επιταγών που παρέδωσαν οι κατηγορούμενοι στη μηνύτρια, είχαν κλαπεί από άγνωστα άτομα στις 1-11-1996, 9-11-1998 και 8-10-1998 από μπλοκ επιταγών των νομίμων κατόχων τους που ήταν οι εταιρείες «AEROMARINE EΠΕ», «..... ΟΕ» και ο ..... Το γεγονός ότι τα σώματα των επιταγών ήταν προϊόν κλοπής γνώριζαν οι κατηγορούμενοι και παρά ταύτα με πρόθεση τις δέχθηκαν και τις παρέλαβαν στην κατοχή τους.

Η γνώση τους αποδεικνύεται από το ότι στη συνέχεια πλαστογράφησαν τις επιταγές αυτές, συμπληρώνοντας όλα τα μη έντυπα στοιχεία τους, όπως αναλυτικά αναφέρεται στο διατακτικό, ενώ στη θέση οπισθογράφησης κάθε επιταγής έθεσαν πλαστές σφραγίδες που κατάρτισαν οι ίδιοι, αναγράφοντας τα ονόματα των προαναφερομένων ανύπαρκτων προσώπων με διευθύνσεις και αριθμούς φορολογικών μητρώων που ανήκαν σε άλλα άτομα που είχαν αποβιώσει.

Σκοπός τους ήταν η προσπόριση οικονομικού οφέλους στους ίδιους με την απόσβεση της οφειλής της εταιρείας τους προς την μηνύτρια εταιρεία με αντίστοιχη ισόποση ζημία της τελευταίας. Τα ανωτέρω περιστατικά αποδεικνύονται από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων σε συνδυασμό με τα αναγνωσθέντα έγγραφα, ενισχύονται δε και από το πόρισμα της γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης που διενήργησε η διορισθείσα από την Ανακρίτρια Βέροιας δικαστική γραφολόγος ...., η οποία αποφαίνεται κατά πιθανολόγηση, λόγω της ανεπάρκειας του συγκριτικού γραφολογικού υλικού και της εξέτασης των επιταγών από φωτοτυπία ότι τα χειρόγραφα στοιχεία των επίμαχων επιταγών έχουν συμπληρωθεί από τον δεύτερο κατηγορούμενο Ν.

Χ2. Τη συμπλήρωση αυτή γνώριζε ασφαλώς και αποδεχόταν και ο πρώτος κατηγορούμενος, αφού και αυτός ως ομόρρυθμος εταίρος ευθυνόμενος είχε έννομο συμφέρον από την παραπλάνηση της μηνύτριας. Με βάση τα ανωτέρω περιστατικά, καταλήγει η προσβαλλόμενη απόφαση, στοιχειοθετούνται αντικειμενικά και υποκειμενικά οι αξιόποινες πράξεις που αποδίδονται στους κατηγορουμένους, ήτοι της κακουργηματικής απάτης, της εξακολουθητικής πλαστογραφίας με χρήση, ο κακουργηματικός χαρακτήρας της οποίας θεμελιώνεται μόνο στην μερικότερη πράξη που αφορά την επιταγή των 25.400.000 δραχμών και της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος από κοινού κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη τέλεση αυτής (αποδοχή τριών κλεμμένων επιταγών προκύπτει σκοπός τους προς πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή τους προς διάπραξη του συγκεκριμένου αυτού εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους.

Ακολούθως το Εφετείο κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους των παραπάνω πράξεων, αναγνωρίζοντας τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ. ε΄ ΠΚ για τον Χ1 και 84 παρ. 2 στοιχ. α΄ ΠΚ για τον Χ2. 3.- Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας στο σκεπτικό και όσα, αναφορικά με την πράξη της πλαστογραφίας, αναφέρονται στο διατακτικό και παραδεκτώς συμπληρώνουν του σκεπτικό, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων της κατ' εξακολούθηση πλαστογραφίας με χρήση σε βαθμό κακουργήματος και πλημμελήματος, της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος από δράστη που επιχειρεί τέτοιες πράξεις κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και της απάτης σε βαθμό κακουργήματος για τις οποίες καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 1 και 3, 294 παρ. 1 και 4 και 386 παρ. 1 και 3 περ.

α΄ του ΠΚ, τις οποίες εφάρμοσε ορθά, χωρίς να την παραβιάσει εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα δέχεται το Εφετείο ότι οι επίμαχες επιταγές είχαν κλαπεί στις 1-11-1996, 9-11-1998 και 8-10-1998 και περαιτέρω ως χρόνο τέλεσης α) του εγκλήματος της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος, δηλαδή των εν λόγω κλεμμένων επιταγών, το διάστημα από 5-10-1998 έως 9-11-1998, β) της πλαστογραφίας το ίδιο χρονικό διάστημα και γ) της απάτης το διάστημα από 30-9-1998 έως 9-11-1998.

Το γεγονός ότι τα αναφερόμενα στο σκεπτικό και στο διατακτικό δελτία εισαγωγής – πιστωτικών τιμολογίων και δελτίων αποστολής τιμολογίων έχουν χρονολογία έκδοσης 5-8-1998, είναι φανερό, προκύπτει δε με σαφήνεια από την απόφαση, ότι προηγήθηκαν της παράδοσης των επίμαχων επιταγών και επομένως δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ του χρόνου τέλεσης της απάτης και εκείνου της κλοπής και αποδοχής των επίμαχων κλεμμένων επιταγών, οι οποίες παραδόθηκαν στη μηνύτρια, αφού προηγουμένως πλαστογραφήθηκαν.

Ενόψει δε του ότι δεν δημιουργείται πρόβλημα παραγραφής των πράξεων αυτών που τέλεσαν οι αναιρεσείοντες στο χρονικό διάστημα από 30-9-1998 έως 9-11-1998, δεν ήταν απαραίτητος, για την πληρότητα της αιτιολογίας, ο προσδιορισμός του ακριβούς χρόνου τέλεσης των πράξεων αυτών. Από το σκεπτικό της απόφασης προκύπτει ότι το Δικαστήριο κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση για τους αναιρεσείοντες, αφού έλαβε υπόψη του «τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν στο Δικαστήριο ανωμοτί και με όρκο……..», χωρίς να είναι υποχρεωμένο να αναφέρει και να αξιολογήσει χωριστά ή κατά συσχετισμό μεταξύ τους κάθε μία από τις καταθέσεις των μαρτύρων, αφού η αξιολόγηση, θετικά ή αρνητικά, του αποδεικτικού αυτού μέσου ανήκει στην ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αλλά ούτε και ιδρύει κάποιον από τους περιοριστικά αναφερομένους στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ λόγους αναίρεσης.

Εξάλλου, με πληρότητα και σαφήνεια προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της απόφασης ότι η βλάβη, την οποία υπέστη η πολιτικώς ενάγουσα, ήταν αποτέλεσμα των αναφερομένων παραπλανητικών ενεργειών των αναιρεσειόντων. Περαιτέρω το Εφετείο, αναφορικά με την πράξη της απάτης, για την οποία και μόνο προβάλλουν σχετική αιτίαση οι αναιρεσείοντες ως προς την αιτιολογία της συνδρομής των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης της πράξης αυτή, με πλήρη και σαφή αιτιολογία έκρινε ότι στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων συντρέχει η επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα τέλεσης της πράξης αυτής.

Ειδικότερα δέχθηκε η απόφαση ότι με την υποδομή που είχαν διαμορφώσει αυτοί με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης της απάτης (αποδοχή κλεμμένων επιταγών, πλαστογράφηση αυτών, κατάρτιση πλαστών σφραγίδων με αναγραφή ονομάτων ανυπάρκτων προσώπων, περί των οποίων θα γίνει λόγος κατωτέρω), προκύπτει σκοπός τους προς πορισμό εισοδήματος.

Ως προς την επιβαρυντική όμως περίπτωση της κατά συνήθεια τέλεσης της ανωτέρω πράξης η αιτιολογία της απόφασης είναι εντελώς τυπική και περιορίζεται μόνο στην αναφορά των στοιχείων του νόμου, χωρίς να αιτιολογεί ειδικώς και να αναφέρει περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η επανειλημμένη τέλεση της πράξης αυτής και συνακόλουθα σταθερή ροπή των αναιρεσειόντων για τη διάπραξη του εγκλήματος αυτού ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους.

Επομένως ο προβαλλόμενος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ πρώτος λόγος των χωριστών, αλλά ομοίου περιεχομένου, αιτήσεων αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένη αιτιολογίας είναι βάσιμος μόνο κατά το μέρος αυτού που αναφέρεται στην εκτεθείσα επιβαρυντική περίπτωση, ενώ κατά τα λοιπά είναι αβάσιμος. 4.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 358, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη του έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, παραβιάζοντας έτσι την άσκηση του απορρέοντος από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 δ ΚΠΔ, και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Α' του ίδιου Κώδικα λόγος αναίρεσης. Περαιτέρω από το άρθρο 364 παρ. 1 του ΚΠΔ προκύπτει ειδικότερα ότι η μη ανάγνωση εγγράφου που υποβλήθηκε κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας συνιστά κατά το άρθρο 170 παρ. 2 εδ. Α΄ του ΚΠΔ έλλειψη ακρόασης, η οποία ιδρύει λόγο αναίρεσης της απόφασης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Β' του ίδιου Κώδικα, εφόσον από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας ή ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν την ανάγνωσή του και το Δικαστήριο παρά το νόμο δεν επέτρεψε αυτήν ή παρέλειψε να αποφανθεί επί σχετικού αιτήματος. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης και συγκεκριμένα υπό το στοιχ.

α΄ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη τα υπ' αριθμ. .... δελτία αποστολής – τιμολόγια πώλησης, χωρίς όμως αυτά να αναγνωσθούν κατά την προφορική συζήτηση. Όμως, όπως προκύπτει από το σύνολο του σκεπτικού της απόφασης οι αριθμοί αυτοί δεν αφορούν σε έγγραφα, αλλά ποσότητες λιπαντικών ειδών, τα οποία δέχθηκε να εισαγάγει εικονικά στις αποθήκες της η εγκαλούσα εταιρεία και για τις οποίες εκδόθηκαν αντίστοιχα τα υπ' αριθμ. ....δελτία εισαγωγής – πιστωτικά τιμολόγια.

Περαιτέρω με τον ίδιο λόγο και υπό το στοιχ. β΄ προβάλλουν οι αναιρεσείοντες ότι τα υπό τους αριθμούς ... έως .....τιμολόγια πώλησης που εξέδωσε η μηνύτρια κατατέθηκαν από αυτούς κατά τη συζήτηση και ζήτησαν την ανάγνωσή τους από την Προεδρεύουσα. Όμως, από τα πρακτικά δεν προκύπτει ότι πράγματι οι αναιρεσείοντες κατέθεσαν τα έγγραφα αυτά και ζήτησαν την ανάγνωσή τους, όπως άλλωστε και οι ίδιοι αναφέρουν, διατυπώνοντας την επιφύλαξη στην αίτηση αναίρεσης να ζητήσουν με αίτησή τους τη διόρθωση των πρακτικών ως προς το σημείο αυτό.

Επομένως, οι αντίθετοι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α΄ και Β΄ ΚΠΔ ως άνω λόγοι αναίρεσης που αναφέρονται ως δεύτερος λόγος στα δικόγραφα της αίτησης, είναι αβάσιμος.

5. Με τον τρίτο και τελευταίο λόγο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων άρθρων 216 παρ. 1 και 3, 294 παρ. 1 και 4 και 386 παρ. 1 και 3 περ. α΄ του ΠΚ, πλην όμως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ ως άνω λόγος, όπως διατυπώνεται στα δικόγραφα της αίτησης, είναι αόριστος και συνακόλουθα απαράδεκτος, γιατί αναφέρεται, αφενός μεν στην κρατήσασα στη νομολογία έννοια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής, αφετέρου δε στην νομική ανάπτυξη της έννοιας του άρθρου 386 του ΠΚ, με τις μετέπειτα τροποποιήσεις του, και στην παράθεση ορισμένων ουσιαστικών παραδοχών της απόφασης, όπως ότι «εκείνο που οδήγησε τη μηνύτρια στην αποδοχή των επίδικων επιταγών, όποιος και αν τις έστειλε, ήταν η δική της υπηρεσία και όχι εγώ ή ο συγκατηγορούμενός μου», πλήττοντας έτσι απαραδέκτως την ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίσης της απόφασης. 6.

Μετά από αυτά πρέπει να γίνουν εν μέρει δεκτές οι χωριστές, ομοίου όμως κατά περιεχόμενο, αιτήσεις αναίρεσης και συγκεκριμένα κατά το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου αυτών για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένη αιτιολογίας ως προς την επιβαρυντική περίπτωση της κατά το άρθρο 386 παρ. 1 και 3 περ. α΄ του ΠΚ κατά συνήθεια τέλεσης της πράξης της απάτης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος αυτό και συνακόλουθα κατά το περί ποινής, ως προς την πράξη αυτή, και της συνολικής ποινής κεφάλαιό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, κατά το άρθρο 519 ΚΠΔ, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έχουν εκδώσει την αναιρούμενη απόφαση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 847-848/2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο σκεπτικό. Και

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2006.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Μαΐου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ