Legislator Case Law & Legislation
1297/2022 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against bank's refusal of credit card, remanding case for further examination.

Case Number 1297/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against a First Instance Court decision regarding a credit card dispute. The appellant argued that the bank failed to grant a credit card for 2016 as required by the collective labor agreement and subsequent regulations. The court found a procedural defect in the lower court's rejection of this specific claim, ruling that the agreement's provisions had expired but remained enforceable for three months post-expiry. Consequently, the case was remanded to the Court of First Instance for further examination of the credit card entitlement.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must partially allow an appeal when the lower court incorrectly rejects a claim based on a defect in the application of a collective labor agreement that remains enforceable for a transitional period.

Keywords

AI generated
collective labor agreement credit card entitlement transitional period partial remand Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 178 of the Code of Civil Procedure
Article 3(1)(c) and 5 of the Enterprise Collective Labor Agreement 2013-2015
Article 8(3) of Law 1876/1990
Article 2(4) of the Ministerial Decree 6/28.2.2012
Law 4046/2012

Cited Case Law

AI generated
Case 414/2021
Case 692/2014
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1297 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1297/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Κωνσταντίνα Νάκου και Νικόλαο Πουλάκη , Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αρετή Βλαστού, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Attica Bank Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Πίκουλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/3/2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1980/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 6378/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12/7/2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 12 Ιουλίου 2021 με αριθ. καταθ. 5527/725/13.7.2021 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών με αριθμ. 6378/20.11.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατόπιν άσκησης α) της από 8.12.2017 με αριθμ.

κατάθ. 605518/506982/2017 έφεσης του ενάγοντος κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία με αριθμ. 1980/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και β) της από 28.1.2019 με αριθ. καταθ.1002/109/2019 παρεμπίπτουσας αγωγής του ενάγοντος ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου. Η ως άνω απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 20.3.2017 με αριθ.

κατάθ. 517823/532/2017 αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης. Με την ως άνω αγωγή του ο ενάγων ισχυρίσθηκε ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 26.7.1991 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ενταχθείς στον λογιστικό κλάδο και τοποθετήθηκε ως υπάλληλος στη Διεύθυνση Ανθρωπίνου Δυναμικού αυτής.

Ότι έκτοτε, είχε την υπηρεσιακή εξέλιξη που περιγράφει λεπτομερώς σ' αυτή. Ότι την 25.1.2017 η εναγομένη, από λόγους εκδίκησης προς το πρόσωπό του, διότι ο ίδιος δεν έστερξε να λάβει μέρος στην εθελούσια έξοδο την οποία η εναγομένη είχε δρομολογήσει για τους υπαλλήλους της, προέβη σε μονομερή βλαπτική για τον ίδιο μεταβολή επί των όρων της σύμβασης εργασίας του, δυνάμει της υπ' αριθμ. .../20-1-2017 πράξης του διευθύνοντος συμβούλου της, με την οποία ο ίδιος τοποθετήθηκε ως διευθυντής του καταστήματος ...

της εναγομένης, θέση, καταφανώς υποδεέστερη αυτής του διευθυντή στη νεοσύστατη διεύθυνση "Περιοχή Ευθύνης Ανάπτυξης Εργασιών Προϊόντων και Υπηρεσιών" που κατείχε από το Μάρτιο του έτους 2016, ενώ τοποθέτησε και κράτησε σε διευθυντικές θέσεις, αντιστοίχου ιεραρχικού επιπέδου με αυτή που κατείχε, τους κατονομαζόμενους στην αγωγή του υπαλλήλους της, οι οποίοι υστερούσαν έναντι του ιδίου ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα.

Ότι εξ αιτίας της βλαπτικής αυτής μονομερούς μεταβολής των όρων της σύμβασης εργασίας του, ο ίδιος υπέστη την ζημία που αναφέρει στην αγωγή του, επιπλέον δε, προσβλήθηκε στην προσωπικότητά του. Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά την νομότυπη τροπή του αιτήματος της αγωγής του από καταψηφιστικό σε εν μέρει αναγνωριστικό, ο ενάγων, ζήτησε: 1) να αναγνωρισθεί ότι:

α) η εκ μέρους της εναγομένης απομάκρυνση αυτού από τη θέση του διευθυντή της διεύθυνσης "Περιοχή Ευθύνης Ανάπτυξης Εργασιών, Προϊόντων και Υπηρεσιών" και β) η τοποθέτηση του από 25.1.2017 σε εκείνη του διευθυντή καταστήματος ... Αττικής συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας του, ασκηθείσα κατά παράβαση των διατάξεων του κανονισμού προσωπικού αυτής (εναγομένης) και κατά κατάχρηση του διευθυντικού της δικαιώματος κατ' άρθρο 281 του ΑΚ και να απαγγελθεί η ακυρότητα της υπ' αριθμ. .../20-1-2017 απόφασης του διευθύνοντος συμβούλου της, 2) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη έπρεπε να είχε τοποθετήσει αυτόν στις αναλυτικά και διαζευκτικά αναφερόμενες θέσεις διευθυντή διεύθυνσης, στην οποία τοποθετήθηκαν ή παρέμειναν άλλοι συνάδελφοί του, όπως αυτοί αναφέρονται ειδικότερα στην αγωγή του και των οποίων ο ίδιος υπερείχε καταφανώς, τόσο ως προς τα τυπικά, όσο και ως προς τα ουσιαστικά προσόντα, 3) να υποχρεωθεί η εναγομένη να τοποθετήσει και να απασχολεί αυτόν πραγματικά σε μια εκ των διαζευκτικά αναγραφομένων θέσεων διευθυντή διεύθυνσης, χορηγώντας στον ίδιο - και μάλιστα αναδρομικά από 25.1.2017 τις αντίστοιχες της οικείας θέσης παροχές σε χρήμα ή είδος, με απειλή σε βάρος αυτής (εναγομένης) χρηματικής ποινής, ύψους 1.500 ευρώ για εκάστη ημέρα μη συμμόρφωσής της προς το διατακτικό της εκδοθησόμενης απόφασης, 4) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το οφειλόμενο ποσό των 8.968 ευρώ, που αντιστοιχεί στο ποσό της εταιρικής πιστωτικής κάρτας θέσης διευθυντή διεύθυνσης για το έτος 2016, με το νόμιμο τόκο, 5) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 11.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που ο ίδιος υπέστη εξ αιτίας της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης, η οποία προσέβαλε την προσωπικότητα αυτού και να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται να του καταβάλει από την ως άνω αιτία το ποσό των 189.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο, 6) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να προβεί στην επίδειξη των εγγράφων που αναφέρονται στην αγωγή και τα οποία αυτή κατέχει από τα οποία προκύπτουν τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα ενός εκάστου των συναδέλφων του, οι οποίοι τοποθετήθηκαν αντ' αυτού στις αναφερόμενες στην αγωγή θέσεις διευθυντή διεύθυνσης.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 1980/2017 απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε κατά της ως άνω οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την από 8.12.2017 με αριθ. καταθ. 605518/506982/2017 έφεσή του με την οποία ζήτησε τη εξαφάνισή της ως άνω απόφασης με σκοπό να γίνει δεκτή αγωγή του.

Ακολούθως ο ενάγων άσκησε ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου την από 28-1-2019 με αριθ. κατάθ. 1002/109/2019 παρεμπίπτουσα αγωγή του, με την οποία ισχυρίσθηκε, ότι δυνάμει της με αριθμό .../23-6-2017 πράξης του διευθύνοντος συμβούλου της παρεμπιπτόντως εναγομένης, αυτή του επέβαλε, χωρίς τη θέλησή του, μία ακόμη υπηρεσιακή μετακίνηση στην υποδεέστερων καθηκόντων, αρμοδιοτήτων και ευθυνών θέση τομεάρχη, στο τμήμα εξυπηρέτησης πελατών της Υποδιεύθυνσης Υποστήριξης Καρτών και Λοιπών Εργασιών της, προβαίνοντας σε μονομερή βλαπτική για τον ίδιο μεταβολή επί των όρων της σύμβασης εργασίας του, για τους προαναφερόμενους στην κύρια αγωγή του λόγους εκδίκησης προς το πρόσωπό του ζητώντας, επιπρόσθετα, να αναγνωρισθεί ότι:

α) η εκ μέρους της παρεμπιπτόντως εναγομένης απομάκρυνση αυτού από τη θέση του διευθυντή καταστήματος ... Αττικής και η τοποθέτηση του από 23.6.2017 σε εκείνη του τμηματάρχη Help Desk της Υποδιεύθυνσης Υποστήριξης Καρτών και Λοιπών Εργασιών, συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας του και ότι είναι άκυρη η με αριθμ. .../23.6.2017 απόφαση του διευθύνοντος συμβούλου της, β) να αναγνωρισθεί ότι η παρεμπιπτόντως εναγομένη έπρεπε να είχε τοποθετήσει αυτόν στις αναλυτικά και διαζευκτικά αναφερόμενες θέσεις, στην οποία τοποθετήθηκαν αντ' αυτού άλλοι συνάδελφοί του, όπως αυτοί αναφέρονται ειδικότερα στην παρεμπίπτουσα αγωγή του και των οποίων ο ίδιος υπερείχε καταφανώς, τόσο ως προς τα τυπικά, όσο και ως προς τα ουσιαστικά προσόντα και να υποχρεωθεί να απασχολεί αυτόν πραγματικά σε μια από αυτές χορηγώντας στον ίδιο τις αντίστοιχες της οικείας θέσης παροχές σε χρήμα ή είδος, γ) να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει το ποσό των 15.888,63 ευρώ, για τους σ' αυτή εκτιθέμενους λόγους με το νόμιμο τόκο.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του α) έκρινε ότι η κυρία αγωγή ήταν ορισμένη και νόμιμη, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση που είχε κρίνει αυτή ως μη νόμιμη, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας κατ' ουσία την κυρία αγωγή απέρριψε αυτή ως κατ' ουσία αβάσιμη και β) έκρινε ορισμένη και νόμιμη την παρεμπίπτουσα αγωγή και ακολούθως απέρριψε αυτή ως κατ' ουσία αβάσιμη.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 349-351, 648, 652 και 656 ΑΚ, 7 του ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955 συνάγονται τα εξής : Ο εργοδότης, με επιφύλαξη των τυχόν αντιθέτων όρων της σύμβασης εργασίας, έχει δικαίωμα να εξειδικεύει τις υποχρεώσεις του εργαζομένου και να καθορίζει, μονομερώς και με τον τρόπο που ο ίδιος θεωρεί ορθό, το είδος, τον τόπο, το χρόνο και τις άλλες συνθήκες παροχής της εργασίας του μισθωτού, για αρτιότερη οικονομοτεχνική οργάνωση της επιχείρησης και επίτευξη των στόχων της (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 481/2018).

Κατά την ενάσκηση, όμως, του εν λόγω διευθυντικού δικαιώματος δεν του επιτρέπεται να προκαλεί υλική ή ηθική βλάβη στο μισθωτό, με παράβαση διάταξης νόμου ή όρου της ατομικής σύμβασης εργασίας ή με καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ. Τέτοια καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη και βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας αποτελεί και η εκ μέρους του ανάθεση στο μισθωτό καθηκόντων υποδεέστερης ειδικότητας ή θέσης απ` αυτή που ήδη κατείχε, χωρίς να δικαιολογείται από υπηρεσιακές ανάγκες, κατά τρόπο που συνεπάγεται δυσμενείς υλικές ή ηθικές ως προς το κύρος και την προσωπικότητά του συνέπειες (ΑΠ 824/2020, ΑΠ 130/2016, ΑΠ126/2011, ΑΠ 1205/2009).

Επίσης, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 281, 288, 648, 652, 914, 932 ΑΚ, 2 παρ. 2 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος προκύπτει, ότι, αν η ως άνω βλαπτική μεταβολή, υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες επιχειρείται, είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και ενέχει καταχρηστική ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, με αποτέλεσμα την παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του μισθωτού, μπορεί ο τελευταίος ν` αξιώσει από τον υπαίτιο, εκτός των άλλων, και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από τον υποβιβασμό και την ανεπίτρεπτη επαγγελματική του μείωση (ΑΠ 824/2020, ΑΠ 130/2016).

Αντίθετα δεν είναι καταχρηστική, η άσκηση του δικαιώματος του εργοδότη να τοποθετεί συγκεκριμένο εργαζόμενο ως προϊστάμενο ενός τμήματος ή ενός καταστήματος της επιχείρησής του κατά παράλειψη άλλου μισθωτού, ο οποίος υπερέχει, έστω και καταφανώς, σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι του τοποθετηθέντος.

Και τούτο διότι δεν πρόκειται για απλή βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή, που εντάσσεται στα εκ της εργασίας δικαιώματα του μισθωτού, τα οποία ευλόγως συνδέονται με τις αντικειμενικώς εκτιμώμενες ικανότητες αυτού, αλλά για επιλογή του έχοντος την εκμετάλλευση εργοδότη που αφορά αποφασιστικώς την οργάνωση και διεύθυνση της επιχείρησης.

Για να είναι καταχρηστική, στην περίπτωση αυτή, η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, απαιτείται η συνδρομή και άλλων πραγματικών περιστατικών, τα οποία, σε συνδυασμό με την καταφανή υπεροχή του παραλειφθέντος, να θεμελιώνουν προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1219/2020, ΑΠ 798/2018, ΑΠ 1233/2018, ΑΠ 1/2012).

Τέτοια πραγματικά περιστατικά είναι η εξειδικευμένη γνώση του αντικειμένου, η εξαιρετική κρίση και αντίληψη, η αδιαμφισβήτητη ικανότητα αντιμετώπισης υπηρεσιακών προβλημάτων και η μεθοδικότητα επίλυσής τους, η πολύχρονη εμπειρία και το συντονιστικό πνεύμα συνεργασίας, τα οποία, σε συνδυασμό με την καταφανή υπεροχή του παραλειφθέντος σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, να θεμελιώνουν προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (ΑΠ 1127/2018, ΑΠ 1074/2018, ΑΠ 927/2013).

Περαιτέρω με τις διατάξεις του άρθρου 17 του Κανονισμού Εργασίας του Προσωπικού της Τράπεζας Αττικής, ο οποίος καταρτίσθηκε κατά τις διατάξεις του Ν. 1876/1990, με την από 27.5.2004 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας που συνήφθη μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας και της συνδικαλιστικής οργάνωσης του προσωπικού του Συλλόγου Υπαλλήλων της Τράπεζας Αττικής, κατατέθηκε την 1.6.2004 στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (αρθρ. 2 παρ. 6, 7 παρ. 1 και 8 παρ. 3 του Ν. 1876/1990 πρβλ ΑΠ 1587/2010) ορίζονται τα εξής : "1.

Η τοποθέτηση στις θέσεις μέχρι του Υποδιευθυντού Καταστημάτων και μέχρι και Τμηματαρχών Τμημάτων και Διοίκησης διενεργείται από το Συμβούλιο Εργασιακών Σχέσεων. 2. Η τοποθέτηση στις θέσεις Διευθυντών, Αναπληρωτών Διευθυντών και Διευθύνσεων Διοίκησης, όπως και Διευθυντών Καταστημάτων διενεργείται με Πράξη του Προέδρου του Δ.Σ. 3.

Οι τοποθετήσεις διενεργούνται με γνώμονα την καλώς νοούμενη εξυπηρέτηση των λειτουργικών αναγκών της Τράπεζας. 4 Η κατοχή βαθμού δεν δημιουργεί υποχρέωση της Τράπεζας για τοποθέτηση υπαλλήλου σε αντίστοιχη θέση ευθύνης. Οι τοποθετήσεις γίνονται ανεξάρτητα από βαθμό και αρχαιότητα. Η βαθμολογική προαγωγή του υπαλλήλου δεν συνεπάγεται την ανάθεση των ανωτέρω καθηκόντων....5....6...".

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδάφιο α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ ΑΠ 2/2013, Ολ ΑΠ 7/2006, ΑΠ 596/2019, ΑΠ 669/2016).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 596/2019, ΑΠ 669/2016, ΑΠ 1420/2013).

Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει αιτιολογία ή έχει ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Η διάταξη αυτή αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει δε από αυτήν ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 308/2020, ΑΠ 1410/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής : "...Την 26-7-1991, ο ενάγων και ήδη εκκαλών - παρεμπιπτόντως ενάγων (ήδη αναιρεσείων) προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη - παρεμπιπτόντως εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ενταχθείς στον λογιστικό κλάδο και τοποθετηθείς τότε ως υπάλληλος στην Διεύθυνση Ανθρωπίνου Δυναμικού.

Έκτοτε, υπηρέτησε σε διάφορες θέσεις στην υπηρεσία της εναγομένης ενώ κατά το χρονικό διάστημα από 3/2016 έως 24/1/2017 κατείχε τη θέση του Διευθυντή στη νεοσύστατη Περιοχή Ευθύνης Ανάπτυξης Εργασιών, Προϊόντων και Υπηρεσιών, δυνάμει της υπ' αριθμ. .../24-3-2016 πράξης του Δ.Σ. της εναγόμενης. Ακολούθως, δυνάμει της με αριθμό .../20-1-2017 Πράξης του Διευθύνοντος Συμβούλου της εναγομένης, τοποθετήθηκε ως Διευθυντής Καταστήματος ....

Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε επίσης ότι από το έτος 2016, η εναγομένη προέβη σε αναδιάρθρωση των υπηρεσιών και του οργανογράμματος της, κατόπιν απαιτήσεως της Τράπεζας της Ελλάδος, με σκοπό την ορθολογικότερη λειτουργία της και την περιστολή του κόστους λειτουργίας της. Στα πλαίσια αυτής της αναδιάρθρωσης καταργήθηκαν πάρα πολλές Διευθύνσεις της Τράπεζας, με συνέπεια ο αριθμός τους από σαράντα οκτώ να περιοριστεί σε μόλις είκοσι δύο Διευθύνσεις.

Με δεδομένο ότι ο αριθμός υπαλλήλων της Τράπεζας που κατείχαν θέσεις ευθύνης Διευθυντή ή Αναπληρωτή Διευθυντή ήταν υπερβολικά μεγάλος, η εναγομένη αναγκάστηκε να προχωρήσει σε σοβαρές αλλαγές στις τοποθετήσεις σε θέσεις ευθύνης. Ειδικά, η Περιοχή Ευθύνης Ανάπτυξης Εργασιών, Προϊόντων και Υπηρεσιών, στην διεύθυνσή της οποίας εργαζόταν ο ενάγων, καταργήθηκε.

Από τους απασχολούμενους στην ως άνω καταργηθείσα Διεύθυνση, σε θέσεις ευθύνης Διευθυντή και Αναπληρωτή Διευθυντή, στους οποίους περιλαμβανόταν και ο ενάγων, παρέμεινε απασχολούμενος στην υπηρεσία της εναγομένης σε διευθυντική θέση ευθύνης, μόνο ο ενάγων, ο οποίος από τις αρχές του έτους 2017 τοποθετήθηκε στη θέση ευθύνης του Διευθυντή του καταστήματος λιανικής τραπεζικής ...

της εναγομένης τράπεζας. Στα πλαίσια της προαναφερόμενης αναδιάρθρωσης των διευθύνσεων και υπηρεσιών της, η εναγομένη τοποθέτησε υπαλλήλους της που προηγουμένως κατείχαν θέσεις από τις οποίες ασκούσαν διευθυντικής φύσης καθήκοντα σε θέσεις ευθύνης από τις οποίες πλέον δεν ασκούσαν τέτοια καθήκοντα, όπως συνέβη και με τους Η.

Π., Ν. Μ., Α. Δ. και Χ. Μ., οι οποίοι απασχολούνταν στην ίδια, ήδη καταργηθείσα Διεύθυνση, στην οποία απασχολούνταν και ο ενάγων. Αποδείχθηκε επίσης, ότι δυνάμει της με αριθμό .../23-6-2017 Πράξης του Διευθύνοντος Συμβούλου της, η παρεμπιπτόντως εναγόμενη, προέβη σε υπηρεσιακή μετακίνηση του παρεμπιπτόντως ενάγοντος στην θέση Τομεάρχη, στο τμήμα εξυπηρέτησης πελατών της Υποδιεύθυνσης Υποστήριξης Καρτών και Λοιπών Εργασιών της, με δικαίωμα Α' Υπογραφής, λόγω καταργήσεως του προαναφερόμενου καταστήματος λιανικής τραπεζικής ...

της εναγομένης τράπεζας. Η Διοίκηση της εναγομένης, η οποία δυνάμει της με αριθμό .../20-1-2017 Πράξης του Διευθύνοντος Συμβούλου της τοποθέτησε ως Διευθυντή Καταστήματος ... τον ενάγοντα και ακολούθως δυνάμει της με αριθμό .../23-6-2017 Πράξης του Διευθύνοντος Συμβούλου της, προέβη σε υπηρεσιακή μετακίνηση του παρεμπιπτόντως ενάγοντος από την προαναφερόμενη θέση στην θέση Τομεάρχη, στο τμήμα εξυπηρέτησης πελατών της Υποδιεύθυνσης Υποστήριξης Καρτών και Λοιπών Εργασιών της, με δικαίωμα Α' Υπογραφής, λόγω καταργήσεως του προαναφερόμενου καταστήματος λιανικής τραπεζικής ...

της εναγομένης τράπεζας, προέβη στην τοποθέτησή του στις ως άνω θέσεις διαδοχικώς, με αποκλειστικό γνώμονα την εξυπηρέτηση των καλώς νοουμένων συμφερόντων της και όχι από λόγους εκδίκησης προς το πρόσωπό του, ούτε προς τον σκοπό να θίξει την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος. Όσον αφορά το δικαίωμα του ενάγοντος για χορήγηση σ' αυτόν εταιρικής πιστωτικής κάρτας θέσης Διευθυντή Διευθύνσεως, αποδείχθηκε ότι δεν υπήρχε θεσμοθετημένη υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλλει κάθε χρόνο και σε συγκεκριμένο ύψος εταιρική πιστωτική κάρτα στους κατέχοντες θέση Διευθυντή Διευθύνσεως, αλλά η χορήγηση ή μη της κάρτας καθώς και το ποσόν αυτής, αποφασιζόταν κυριαρχικά από τη διοίκηση της εναγομένης τους πρώτους μήνες κάθε χρόνου, ανάλογα με τα αποτελέσματα της εναγομένης του προηγουμένου έτους.

Εν όψει των ζημιών που είχε η εναγομένη και της ανάγκης περιστολής του κόστους λειτουργίας της, την οποία επέβαλε επιτακτικά και η Τράπεζα της Ελλάδος, αποφασίστηκε να μη χορηγηθεί στον ενάγοντα πιστωτική κάρτα για το έτος 2016, όπως συνέβη και με άλλα στελέχη της εναγομένης. Εν όψει τούτων η σχετική ενέργεια των αρμόδιων οργάνων της εναγομένης, να τοποθετήσει τον ενάγοντα στις προαναφερόμενες θέσεις, δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του διευθυντικού δικαιώματος.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω αναφερομένων, η από 20.3.2017 και με αριθ. καταθ. 517823/532/2017 κύρια αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμη..... Τέλος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 28.1.2019 και με αριθ. καταθ. δικ. 1002/109/2019 παρεμπίπτουσα αγωγή...".

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 200, 281, 288, 361. 388, 648, 652, 656, 57, 59, 914 και 932 του ΑΚ, του άρθρου 7 του ν. 2112/1920 και του άρθρου 17 παρ.3 και 4 του Κανονισμού Εργασίας Προσωπικού της Τράπεζας Αττικής, που καταρτίσθηκε με την από 27.5.2004 Ε.Σ.Σ.Ε..

Ότι ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση με τις παραδοχές της ότι η αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία στα πλαίσια της αναδιάρθρωσης των διευθύνσεων και υπηρεσιών της και της κατάργησης της διεύθυνσης "Περιοχή Ευθύνης Ανάπτυξης Εργασιών, Προϊόντων και Υπηρεσιών", όπου αυτός εργαζόταν ως διευθυντής, τον τοποθέτησε με την υπ' αριθ. .../20.1.2017 πράξη του διευθύνοντος συμβούλου της, ως διευθυντή του καταστήματος λιανικής τραπεζικής ...

και ακολούθως λόγω κατάργησης του προαναφερόμενου καταστήματος λιανικής τραπεζικής ... τον τοποθέτησε με την υπ' αριθμ. .../23.6.2017 πράξη του διευθύνοντος συμβούλου της στη θέση τομεάρχη, στο τμήμα εξυπηρέτησης πελατών της Υποδιεύθυνσης Υποστήριξης Καρτών και Λοιπών Εργασιών της τράπεζας και ότι προέβη στις ως άνω τοποθετήσεις, με αποκλειστικό γνώμονα την εξυπηρέτηση των καλώς νοουμένων συμφερόντων της και όχι από λόγους εκδίκησης προς το πρόσωπό του, ούτε προς τον σκοπό να θίξει την τιμή και την υπόληψή του, εσφαλμένα εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις καθότι οι ως άνω τοποθετήσεις συνιστούσαν μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του με τη διαδοχική ανάθεση υποδεέστερων καθηκόντων, που επηρέασαν δυσμενώς τις μισθολογικές απολαβές του και έγιναν κατά κατάχρηση δικαιώματος εκ μέρους της εναγομένης και ότι, επιπρόσθετα, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σχετικά με το επίδικο κρίσιμο ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι το Εφετείο με τις ανέλεγκτες ως προς τα πράγματα παραδοχές του ότι η αναιρεσίβλητη τράπεζα από το έτος 2016, προέβη σε αναδιάρθρωση των υπηρεσιών, του οργανογράμματος της και στην κατάργηση πολλών διευθύνσεων, ότι η διεύθυνση "Περιοχή Ευθύνης Ανάπτυξης Εργασιών, Προϊόντων και Υπηρεσιών", στην οποία εργαζόταν ο ενάγων ως διευθυντής, καταργήθηκε, ότι από τους απασχολούμενους σ' αυτή, μόνο ο ενάγων παρέμεινε σε διευθυντική θέση ευθύνης, που στις αρχές του έτους 2017 τοποθετήθηκε στη θέση ευθύνης του διευθυντή του καταστήματος λιανικής τραπεζικής ...

και ότι ακολούθως λόγω της κατάργησης του ως άνω καταστήματος η αναιρεσίβλητη προέβη σε υπηρεσιακή μετακίνησή του στη θέση τομεάρχη, στο τμήμα εξυπηρέτησης πελατών της Υποδιεύθυνσης Υποστήριξης Καρτών και Λοιπών Εργασιών της και ότι προέβη στις ως άνω διαδοχικές τοποθετήσεις, με αποκλειστικό γνώμονα την εξυπηρέτηση των καλώς νοουμένων συμφερόντων της και όχι από λόγους εκδίκησης προς το πρόσωπό του, ούτε προς τον σκοπό να θίξει την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος και κρίνοντας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι οι σχετικές ενέργειες των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης να τοποθετήσουν τον ενάγοντα στις προαναφερόμενες θέσεις δεν υπερβαίνουν προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη τα χρηστά ήθη και το κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος, αλλά ήταν δικαιολογημένες από τις πιο πάνω υπηρεσιακές ανάγκες, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 200, 281, 288, 361, 388, 648, 652, 656, 57, 59, 914 και 932 του ΑΚ, του άρθρου 7 του ν. 2112/1920 και του άρθρου 17 παρ.3 και 4 του έχοντος ισχύ νόμου Κανονισμού Εργασίας Προσωπικού της Τράπεζας Αττικής και διέλαβε σ' αυτή (προσβαλλομένη απόφαση) πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν πλήρως το αποδεικτικό της πόρισμα και το απορριπτικό διατακτικό της.

Ειδικότερα για να καταλήξει το Δικαστήριο στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι οι τοποθετήσεις του ενάγοντος στις προαναφερθείσες θέσεις, δεν υπερβαίνουν προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και το κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος, αλλά έλαβαν χώρα με αποκλειστικό γνώμονα την εξυπηρέτηση των καλώς νοουμένων συμφερόντων της αναιρεσίβλητης, δέχθηκε α) ότι από το έτος 2016, η αναιρεσίβλητη τράπεζα προέβη σε αναδιάρθρωση των υπηρεσιών και του οργανογράμματος της, κατόπιν απαίτησης της Τράπεζας της Ελλάδος, με σκοπό την ορθολογικότερη λειτουργία της και την περιστολή του κόστους λειτουργίας της, β) ότι στα πλαίσια αυτής της αναδιάρθρωσης καταργήθηκαν πάρα πολλές διευθύνσεις της τράπεζας, με συνέπεια ο αριθμός τους από 48 να περιοριστεί σε μόλις 22 διευθύνσεις, που είχε ως συνέπεια, υπάλληλοι που ασκούσαν διευθυντικά καθήκοντα και των οποίων ο αριθμός ήταν υπερβολικά μεγάλος, να τοποθετηθούν σε θέσεις που δεν ασκούσαν τέτοια καθήκοντα, γ) ότι η διεύθυνση "Περιοχή Ευθύνης Ανάπτυξης Εργασιών, Προϊόντων και Υπηρεσιών", στην οποία ο ενάγων ασκούσε διευθυντικά καθήκοντα, καταργήθηκε και ότι από τους απασχολούμενους σ' αυτή σε θέσεις ευθύνης διευθυντή και αναπληρωτή διευθυντή, μόνο ο ενάγων τοποθετήθηκε σε διευθυντική θέση ευθύνης και συγκεκριμένα στη θέση ευθύνης του διευθυντή του καταστήματος λιανικής τραπεζικής ..., δ) ότι, ακολούθως και λόγω κατάργησης του προαναφερόμενου καταστήματος, ο ενάγων, με την υπ' αριθ. .../23-6-2017 πράξη του διευθύνοντος συμβούλου της εναγομένης, ο τοποθετήθηκε στην θέση τομεάρχη, στο τμήμα εξυπηρέτησης πελατών της Υποδιεύθυνσης Υποστήριξης Καρτών και Λοιπών Εργασιών της, με δικαίωμα Α' Υπογραφής, ε) ότι η εναγομένη τράπεζα, προέβη στην τοποθέτηση του ενάγοντος στις ως άνω θέσεις διαδοχικώς, με αποκλειστικό γνώμονα την εξυπηρέτηση των καλώς νοουμένων συμφερόντων της και όχι από λόγους εκδίκησης προς το πρόσωπό του, ούτε προς τον σκοπό να θίξει την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, αιτιολογίες που είναι επαρκείς και σαφείς και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της προσβαλλομένης απόφασης ως προς την ορθή ή μη ορθή εφαρμογή των προαναφερθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και συνεπώς αυτή δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Περαιτέρω για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς το αποδεικτικό της πόρισμα ότι η εναγόμενη δεν άσκησε καταχρηστικά το δικαίωμά της με τις τοποθετήσεις του ενάγοντος στις προαναφερθείσες θέσεις, δεν ήταν αναγκαία η αναφορά των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του ενάγοντος και των αναγραφομένων στο αναιρετήριο συναδέλφων του που τοποθετήθηκαν σε διευθυντικές θέσεις ιεραρχικού επιπέδου αντίστοιχου της θέσης που κατείχε ο ίδιος μέχρι την 24.1.2017 και αν ο ενάγων υπερείχε ή δεν υπερείχε καταφανώς αυτών, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, αφού, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στο οικείο μέρος της μείζονος σκέψης που προηγήθηκε, η επιλογή και τοποθέτηση εκ μέρους του εργοδότη, στα πλαίσια της οργάνωσης και διεύθυνσης της επιχείρησής του, εργαζομένου σε θέση ευθύνης κατά παράλειψη άλλου μισθωτού του, δεν συνιστά καταχρηστική άσκηση του ως άνω δικαιώματος, έστω και αν ο τελευταίος υπερέχει καταφανώς του τοποθετηθέντος σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, εφόσον δεν συντρέχουν και άλλα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σε συνδυασμό με την καταφανή υπεροχή του παραλειφθέντος, να θεμελιώνουν προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προεκτέθηκε, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι δεν προέκυψαν πραγματικά περιστατικά καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της εναγομένης στις τοποθετήσεις του αναιρεσείοντος στις προαναφερθείσες θέσεις, ενώ δεν δέχθηκε τη συνδρομή άλλων πραγματικών περιστατικών στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, όπως την εξειδικευμένη γνώση του αντικειμένου, την εξαιρετική κρίση και αντίληψη, την αδιαμφισβήτητη ικανότητα αντιμετώπισης υπηρεσιακών προβλημάτων, τη μεθοδικότητα στην επίλυση αυτών, την πολύχρονη εμπειρία στην πιο πάνω θέση, το συντονιστικό πνεύμα συνεργασίας, και συνεπώς δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας η κρίση του δικαστηρίου ως προς την καταφανή (ή μη καταφανή) υπεροχή του αναιρεσείοντος σε σχέση με τους τοποθετηθέντες σε διευθυντικές θέσεις συναδέλφους του.

Επίσης, ως προς τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι οι τοποθετήσεις του στις προαναφερόμενες θέσεις έγιναν γιατί αρνήθηκε να συμμετάσχει στο πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου της αναιρεσίβλητης, αρκεί για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης η παραδοχή της ότι η αναιρεσίβλητη προέβη στις προαναφερθείσες τοποθετήσεις του αναιρεσείοντος με αποκλειστικό γνώμονα την εξυπηρέτηση των καλών νοουμένων συμφερόντων της και όχι για λόγους εκδίκησης προς το πρόσωπό του αναιρεσείοντος, ούτε με σκοπό να θίξει την τιμή και την υπόληψή του, χωρίς να είναι αναγκαίο στοιχείο αυτής (αιτιολογίας), όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση για τους κατονομαζόμενους σ' αυτή συνάδελφους του αναιρεσείοντος ή για άλλους συναδέλφους του, από τους οποίους, μετά τη αναδιάρθρωση των υπηρεσιών και του οργανογράμματος της εναγομένης, αφαιρέθηκαν διευθυντικά καθήκοντα, αν αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στο πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου.

Επιπρόσθετα οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, υπό την μορφή ερωτημάτων, για το πότε και υπό ποιες προϋποθέσεις επέρχεται η πλήρωση του πραγματικού του άρθρου 281 του ΑΚ και ποια άλλα πραγματικά περιστατικά σε συνδυασμό με την καταφανή υπεροχή του αναιρεσείοντος, έναντι των τοποθετηθέντων σε διευθυντικές θέσεις υπαλλήλων, θεμελιώνουν καταχρηστική άσκηση του ως άνω δικαιώματος της εναγομένης τράπεζας, για το αν η αληθής έννοια της διάταξης της παρ.4 του άρθρου 17 του Εσωτερικού Κανονισμού Εργασίας Προσωπικού της εναγομένης αναφέρεται και σε δικαίωμα αυτής ως εργοδότριας για τοποθέτηση υπαλλήλου σε θέση που συνεπάγεται υποβιβασμό και μείωση αποδοχών του σε σχέση με τη θέση που κατείχε και ασκούσε ανώτερα καθήκοντα, είναι νομικά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, που δεν θεμελιώνουν βάσιμο λόγο αναίρεσης.

Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996 ΑΠ 1446/2019).

Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο ως άνω λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ του πράγματος προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 85/2020, ΑΠ 667/2018, ΑΠ 76/2016), έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης (ΑΠ 1108/2020, ΑΠ 771/2017).

Αντιθέτως, δεν θεωρούνται "πράγματα", κατά την προαναφερθείσα έννοια, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, της ανταγωγής ή της ένστασης, τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται, ως λόγοι έφεσης, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, περιστατικά επουσιώδη, που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά, που προκύπτουν από τις αποδείξεις, τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους και τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 268/2020, ΑΠ 517/2019, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 261/2016) αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 308/2020, ΑΠ 76/2016) και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ 179/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το δεύτερο εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις α) ότι δεν εξέτασε τον ουσιώδη αγωγικό ισχυρισμό του που οδηγούσε στην αποδοχή ως βάσιμου του ασκούμενου με την κυρία και την παρεμπίπτουσα αγωγή του ουσιαστικού δικαιώματός του περί μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας του, που επανέφερε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με τους δύο πρώτους λόγους έφεσης, λόγω της αφαίρεσης από αυτόν ουσιωδών διευθυντικών καθηκόντων και της τοποθέτησής του διαδοχικά σε δύο θέσεις ιεραρχικά και ουσιαστικά κατά πολύ υποδεέστερες έναντι εκείνων που μέχρι τότε σταθερά κατείχε και της τοποθέτησης σε ανώτερες διευθυντικές θέσεις ισοδύναμης ιεραρχικής και μισθολογικής μεταχείρισης με αυτές που ο ίδιος μέχρι τότε κατείχε, των κατονομαζόμενων στην κυρία αγωγή του και στην παρεμπίπτουσα αγωγή του συναδέλφων του, έναντι των οποίων υπερείχε καταφανώς σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και συγκεκριμένα σε κάποια από τις εξής θέσεις διεύθυνσης που εκτίθενται στην από 20.3.2017 κυρία αγωγή :

α) Διεύθυνση Διαχείρισης Δικτύων Καταστημάτων, όπου τοποθετήθηκε στις 2.1.2017 ο Α. Μ., β) Διεύθυνση Ανάπτυξης Προϊόντων, όπου τοποθετήθηκε στις 24.1.2017 ο Δ. Μ., γ) Διεύθυνση Ανάπτυξης Εργασιών Μεγάλων Πελατών, όπου τοποθετήθηκε στις 2.1.2017 ο Ε. Τ., δ) Διεύθυνση Διαχείρισης Καθυστερήσεων Επιχειρήσεων, όπου παρέμεινε ως διευθυντής ο Θ.

Τ., ε) Διεύθυνση Περιουσίας Τεχνικών Υπηρεσιών και Προμηθειών, όπου παρέμεινε ως διευθύντρια η Ι. Τ., στ) Διεύθυνση Ανθρωπίνου Δυναμικού, όπου παρέμεινε ως διευθυντής ο Α. Ζ., ζ) Διεύθυνση Κεντροποιημένων Εργασιών, όπου τοποθετήθηκε ως διευθυντής ο Κ. Λ., η) Διεύθυνση Διαχείρισης Εμπλοκών Επιχειρήσεων, όπου τοποθετήθηκε ως διευθύντρια η Φ.

Μ., θ) Διεύθυνση Καθυστερήσεων και Εμπλοκών Ιδιωτών, όπου τοποθετήθηκε ως διευθυντής ο Ι. Μ. καθώς και σε κάποια από τις εξής θέσεις διεύθυνσης που εκτίθενται στην από 28.1.2019 παρεμπίπτουσα αγωγή : αα) Διεύθυνση Διαχείρισης Δικτύων Καταστημάτων όπου τοποθετήθηκε στις 2.1.2017 ο Α. Μ., και μετά την αποχώρησή του στις 3.8.2018 τοποθετήθηκε ο Α.

Β., ββ) Διεύθυνση Ανάπτυξης Προϊόντων, όπου τοποθετήθηκε στις 24.1.2017 ο Δ. Μ., γγ) Διεύθυνση Ανάπτυξης Εργασιών Μεγάλων Πελατών που έχει μετονομασθεί από το έτος 2018 σε Διεύθυνση Επιχειρηματικής Στρατηγικής, όπου τοποθετήθηκε στις 2.1.2017 ο Ε. Τ., δδ) Διεύθυνση Διαχείρισης Καθυστερήσεων Επιχειρήσεων που έχει μετονομασθεί από το έτος 2018 σε Διεύθυνση Διαχείρισης Καθυστερήσεων όπου έχει τοποθετηθεί ο Θ.

Τ., εε) Διεύθυνση Περιουσίας Τεχνικών Υπηρεσιών και Προμηθειών, μετονομασθείσα σε Διεύθυνση Προμηθειών και Λειτουργικών Υποδομών Ομίλου, όπου είχε τοποθετηθεί ως διευθύντρια η Ι. Τ., και από 22.5.2017 τοποθετήθηκε η Α. Ζ., στστ) Διεύθυνση Ανθρώπινου Δυναμικού, στην οποία είχε τοποθετηθεί αρχικά ως διευθυντής ο Α.

Ζ. και από 30.4.2018 ο Ε. Π., ζζ) Διεύθυνση Κεντροποιημένων Εργασιών, στην οποία είχε τοποθετηθεί αρχικά ως διευθυντής ο Κ. Λ. και από 30.5.2018 ο Ι. Α., ηη) Διεύθυνση Πιστοδοτήσεων, όπου τοποθετήθηκε από 1.5.2018 ο Κ. Λ., θθ) Διεύθυνση Διαχείρισης Εμπλοκών Επιχειρήσεων, στην οποία τοποθετήθηκε στις 27.12.2016 η Φ. Μ., ιι) Διεύθυνση Καθυστερήσεων και Εμπλοκών Ιδιωτών, όπου τοποθετήθηκε στις 27.12.2016 ο Ι.

Μ., ιαια) Διεύθυνση Διαχείρισης Ειδικών Λογαριασμών που συστάθηκε το έτος 2018 και παραμένει κενή. Ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής. Και τούτο διότι, αφού το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι οι τοποθετήσεις του αναιρεσείοντος ως διευθυντή του καταστήματος λιανικής τραπεζικής ...

στις 25.1.2017 και ακολούθως, λόγω κατάργησης του προαναφερόμενου καταστήματος, στη θέση τομεάρχη στο τμήμα εξυπηρέτησης πελατών της Υποδιεύθυνσης Υποστήριξης Καρτών και Λοιπών Εργασιών στις 26.7.2017 , έγιναν με γνώμονα την εξυπηρέτηση των καλώς νοουμένων συμφερόντων της αναιρεσίβλητης και όχι για λόγους εκδίκησης προς το πρόσωπο του και ότι δεν υπερέβαιναν τα όρια προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, κατέστη αλυσιτελής η διερεύνηση του ως άνω ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, με τον οποίο αυτός επιχειρεί να θεμελιώσει καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης, λόγω της τοποθέτησής του στις ως άνω θέσεις, σε σύγκριση με τις τοποθετήσεις, στις προαναφερθείσες διευθύνσεις της αναιρεσίβλητης τράπεζας, συναδέλφων του έναντι των οποίων ιστορούσε ότι υπερτερούσε καταφανώς σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, αφού σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, μόνη η καταφανής υπεροχή σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του αναιρεσείοντος έναντι των τοποθετηθέντων από την αναιρεσίβλητη σε διευθυντικές θέσεις συναδέλφων του, κατά την άσκηση του εργοδοτικού δικαιώματός της για την οργάνωση και διεύθυνση της επιχείρησης με την επιλογή του προσωπικού που έκρινε κατάλληλο να στελεχώσει τις διευθύνσεις της, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του ως άνω δικαιώματός της, καθότι απαιτείται η συνδρομή και άλλων πραγματικών περιστατικών, που, στη υπό κρίση υπόθεση, το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι υπάρχουν και για το λόγο αυτό κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η αναιρεσείουσα δεν άσκησε καταχρηστικά το δικαίωμά της με την τοποθέτηση του αναιρεσείοντος στις ως άνω θέσεις.

Συνεπώς το Εφετείο, με την παράλειψή του να απαντήσει στον ως άνω αλυσιτελή ισχυρισμό, δεν υπέπεσε στην εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.

Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 της υπ' αριθ. 6/28.2.2012 Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου (ΦΕΚ Α 38), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 4046/2012 "Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας" (ΦΕΚ Α 28) και στο πλαίσιο της χορηγηθείσας εξουσιοδότησης (ΟλΣτΕ 2307/2014) ορίζεται ότι: "Οι κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας που θα λήξει ή θα καταγγελθεί εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα τρίμηνο από τη λήξη ή τη καταγγελία τους.

Κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης που έχει ήδη λήξει ή καταγγελθεί ισχύουν για ένα τρίμηνο από την ισχύ του Ν. 4046/2012. Με την πάροδο του τριμήνου και εφόσον εν τω μεταξύ δεν έχει συναφθεί νέα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, εξακολουθούν να ισχύουν από τους κανονιστικούς όρους εργασίας αποκλειστικώς εκείνοι οι όροι που αφορούν α) το βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και β) τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, εφόσον τα επιδόματα αυτά προβλέπονταν στις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που έληξαν ή καταγγέλθηκαν, ενώ παύει αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σε αυτές επίδομα.

Η προσαρμογή των συμβάσεων στις διατάξεις του προηγουμένου εδαφίου γίνεται χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων. Οι όροι του τρίτου εδαφίου εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου αντικατασταθούν από εκείνους της νέας Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας ή της νέας ή τροποποιημένης ατομικής σύμβασης".

Με τη διάταξη της παρ. 6 του ιδίου άρθρου ορίσθηκε ότι οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν και για τις Διαιτητικές Αποφάσεις. Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι κατά το στάδιο της μετενέργειας, ήτοι κατά τη χρονική περίοδο μετά την πάροδο του προβλεπομένου ως άνω τριμήνου από τη λήξη ή την καταγγελία των συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή από την ισχύ του Ν. 4046/2012 (14 Φεβρουαρίου 2012), οι κανονιστικοί όροι συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή εξομοιουμένων με αυτές διαιτητικών αποφάσεων που αφορούν το βασικό μισθό και τα ανωτέρω τέσσερα επιδόματα (εφόσον βεβαίως αυτά ή κάποια από αυτά προβλέπονταν από τη συλλογική σύμβαση εργασίας ή τη διαιτητική απόφαση που έληξε) εξακολουθούν να ισχύουν ως προσωρινά πλέον ενσωματωμένοι οιονεί ενοχικοί όροι των ήδη εν ισχύει ατομικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας, ενώ παύουν αμέσως να ισχύουν ρυθμίσεις που προβλέπουν τη καταβολή οποιουδήποτε άλλου επιδόματος (ΑΠ 1041/2020, ΑΠ 194/2020, ΑΠ 318/2017).

Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης δεν οφείλει να συνεχίσει να καταβάλει τα λοιπά επιδόματα και μισθολογικές παροχές που προέβλεπε η σ.σ.ε., όπως π.χ. πρόσθετους μισθούς, bonus ή πριμ, διορθωτικά επιδόματα, επιδόματα εξομάλυνσης, επιδόματα παρουσίας κ.ο.κ. (ΑΠ 1041/2020). Στη φάση αυτή της μετενέργειας η σ.σ.ε. δεν ανήκει στην εξουσία διάθεσης των συλλογικώς συμβαλλομένων.

Αν θέλουν οι κοινωνικοί εταίροι να διατηρήσουν ή γενικά να ρυθμίσουν εκ νέου τους όρους που εξαλείφονται, πρέπει να ανανεώσουν την κανονιστική δέσμευση με σύναψη νέας σ.σ.ε, ή να καταρτίσουν νέα ή να τροποποιήσουν ήδη υφιστάμενη ατομική συμφωνία. Τούτο, όμως, πρέπει να το ορίσουν ρητώς και εγγράφως οι κοινωνικοί εταίροι (ΑΠ 1041/2020) Η ως άνω προσαρμογή των ατομικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας με τη διατήρηση του βασικού μισθού και των πιο πάνω επιδομάτων και συνακόλουθα με την κατάργηση των λοιπών είναι επιτρεπτό να επέλθει μονομερώς, με πρωτοβουλία του εργοδότη, χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη, σύμφωνη γνώμη των εργαζόμενων (ΑΠ 1041/2020, ΑΠ 194/2020, ΑΠ 749/2020, ΑΠ 1522/2018, ΑΠ 876/2018).

Περαιτέρω με την από 11.1.2013 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας που συνήφθη μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας και της συνδικαλιστικής οργάνωσης του προσωπικού του Συλλόγου Υπαλλήλων της Τράπεζας Αττικής (Σ.Υ.Τ.Α) με διάρκεια ισχύος από 1.1.2013 έως 31.12.2015 (άρθρο 25), που τροποποιήθηκε με την από 23.7.2013 συμφωνία των ως άνω συμβαλλομένων μερών "Τροποποίηση της Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας 2013-2015" και στον επισυναπτόμενο σ' αυτές πίνακα Γ χορηγήθηκε στο στελεχιακό δυναμικό της τράπεζας ειδική πιστωτική κάρτα για την κάλυψη δαπανών στην προσέλκυση πελατείας, όπου αυτό (στελεχιακό δυναμικό) εντάσσεται σε οκτώ (8) κατηγορίες, με το ετήσιο ποσό της πιστωτικής κάρτας να κυμαίνεται ανάλογα με την κατηγορία, όπου στην πρώτη κατηγορία το ετήσιο ποσό ανέρχεται στο ύψος των 8.968 ευρώ και στην όγδοη (τελευταία) κατηγορία ανέρχεται στο ύψος των 2.376 ευρώ, ορίσθηκε, δε, ότι η μηνιαία χρήση της δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το 1/12 του συνολικού της ύψους, τα δε αχρησιμοποίητα υπόλοιπα μεταφέρονται στον επόμενο μήνα έως τον τελευταίο μήνα του ημερολογιακού έτους.

Τέλος με το άρθρο 2 της από 17.2.2017 νέας τριετούς διάρκειας Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας με έναρξη ισχύος από 1.1.2017 (άρθρο 24) καταργήθηκε από την έναρξη ισχύος της η ως άνω παροχή πιστωτικής κάρτας στελεχών (άρθρο 2). Συνακόλουθα, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η ως άνω παροχή ετησίας πιστωτικής κάρτας στελεχών στο στελεχιακό δυναμικό της αναιρεσίβλητης τράπεζας με την λήξη ισχύος της ως άνω ΕΣΣΕ στις 31.12.2015 και λόγω μη σύναψης νέας ΕΣΣΕ για το έτος 2016, ως κανονιστικός όρος αυτής, ίσχυσε επί τρίμηνο μετά τη λήξη της δηλαδή για το διάστημα από 1.1.2016 έως 31.3.2016, μετά την πάροδο του οποίου και κατά το διάστημα της μετενέργειας της ως άνω ΕΣΣΕ, δηλαδή από 1.4.2016 και εφεξής η αναιρεσίβλητη ως εργοδότης, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 2 της με αριθμ. 6/2012 Π.Υ.Σ., έπαυσε να δεσμεύεται για την ως άνω χορήγηση πιστωτικής κάρτας στελεχών, από την οποία η μηνιαία δαπάνη δεν μπορούσε να υπερβεί το 1/12 του συνολικού ετήσιου ύψους της.

Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, που, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ότι δεν υπήρχε θεσμοθετημένη υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλλει κάθε χρόνο και σε συγκεκριμένο ύψος εταιρική πιστωτική κάρτα στους κατέχοντες θέση διευθυντή διευθύνσεως και ότι η χορήγηση ή μη της κάρτας καθώς και το ποσόν αυτής, αποφασιζόταν κυριαρχικά από τη διοίκηση της εναγομένης τους πρώτους μήνες κάθε χρόνου, ανάλογα με τα αποτελέσματα του προηγουμένου έτους και ότι ενόψει των ζημιών που είχε η εναγομένη και της ανάγκης περιστολής του κόστους λειτουργίας της, την οποία επέβαλε επιτακτικά και η Τράπεζα της Ελλάδος, αποφασίστηκε να μη χορηγηθεί στον ενάγοντα πιστωτική κάρτα για το έτος 2016, όπως συνέβη και με άλλα στελέχη της εναγομένης, εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του Παραρτήματος Γ της Επιχειρησιακής Σύμβασης Εργασίας 2013-2015, η ισχύς της οποίας, κατ' άρθρο 3 παρ.1 περ.γ και παρ.5 και άρθρο 8 παρ.3 του ν. 1876/1990 καταλαμβάνει όλους τους εργαζόμενους της επιχείρησης της αναιρεσίβλητης (ΑΠ 414/2021, ΑΠ 692/2014) , και του άρθρου 2 παρ. 4 της υπ' αριθ. 6/28.2.2012 Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου (ΦΕΚ Α 38), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 4046/2012, που ήταν εφαρμοστέες και με βάση τις οποίες η ως άνω παροχή ετήσιας πιστωτικής κάρτας στο στελεχιακό δυναμικό της αναιρεσίβλητης, στο οποίο συμπεριλαμβανόταν και αναιρεσείων, με τη θέση ευθύνης που κατείχε το επίδικο χρονικό διάστημα, ίσχυε επί τρεις (3) μήνες από τη λήξη της ισχύος της ως άνω ΕΣΣΕ (31.12.2015), ως κανονιστικός όρος της, την οποία όφειλε να χορηγήσει για το ως άνω χρονικό διάστημα η αναιρεσίβλητη καθότι η ως άνω ρύθμιση έπαυσε αυτοδικαίως να ισχύει από 1.4.2016, ημερομηνία που άρχισε η μετενέργεια της ως άνω ΕΣΣΕ, εφόσον ο ως άνω κανονιστικός όρος αυτής δεν περιλαμβάνεται στα προεκτεθέντα στο οικείο μέρος της μείζονος σκέψης επιδόματα, που εξακολουθούν να ισχύουν κατά το στάδιο της μετενέργειας, ως προσωρινά πλέον ενσωματωμένοι οιονεί ενοχικοί όροι της ατομικής σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.

Ως εκ τούτου υπέπεσε στην αναιρετική εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, γενομένου δεκτού ως κατ' ουσία βάσιμου του τρίτου λόγου αναίρεσης του αναιρεσείοντος. Συνακόλουθα, κατά παραδοχή του προαναφερόμενου τρίτου λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση μόνο κατά το μέρος που απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσία το αγωγικό αίτημα του ενάγοντος για καταβολή του οφειλομένου χρηματικού ποσού λόγω της μη χορήγησης από την εναγομένη από 1.1.2016 εταιρικής πιστωτικής κάρτας θέσης διεύθυνσης και να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση ως προς το ως άνω αναιρούμενο μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο δικαστή (άρθ. 580 παρ.3 του ΚΠολΔ).

Τέλος η δικαστική δαπάνη των διαδίκων πρέπει να συμψηφισθεί στο σύνολο της λόγω της μερικής νίκης και μερικής ήττας των διαδίκων (άρθρο 178 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί κατά το αναγραφόμενο στο σκεπτικό μέρος την με αριθ. 6378/20.11.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή. Συμψηφίζει στο σύνολό της τη δικαστική δαπάνη των διαδίκων της παρούσας αναιρετικής δίκης .

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ