Supreme Court refers constitutional challenge to traffic accident compensation law to Plenary Session.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal's main arguments regarding the constitutionality of the compensation cap but referred two specific constitutional challenges to the Plenary Session. The appellant, an insurance fund, argued that the law violated the right to property and the European Convention on Human Rights by imposing a fixed cap on damages for mental suffering. The Court found no violation in the primary claim but identified potential conflicts with the Constitution and international law regarding the specific statutory provisions, necessitating a plenary review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 100(3) of the Constitution; Article 563(2b) of the Code of Civil Procedure; Article 23(2g), d) of Law 1756/1988: When a single court refuses to apply specific statutory provisions as unconstitutional, it must refer the constitutional question to the Plenary Session of the Supreme Court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1297 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1297/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Μαΐου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας για παράβαση νόμου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Γεώργιο Μανουσάκη και Αργυρώ Γρατσία - Πλατή, καθώς και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κούρτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) E. (Έ.) B. (Μ.) του F. (Φ.), 2) M. (Μ.) B. (Μ.) του H. (Χ.), 3) F. (Φ.) B. (Μ.) του K. (Κ.), 4) T. (Τ.) B. (Μ.) του R. (Ρ.), 5) H. (Χ.) B. (Μ.) του T. (Τ.) και 6) L. (Λ.) B. (Μ.) του P. (Π.), κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Ρουπακιώτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-2-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ...ς και συνεκδικάστηκε με την από 12-10-2009 αγωγή των Γ. Χ. και Μ. συζ. Β. Χ., επίσης μη διαδίκων στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 99/2010 μη οριστική και 98/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 106/2014 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 16-6-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Ντάντου διάβασε την από 15-5-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η κατά την ειδική διαδικασία διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο εκδοθείσα κατ' αντιμωλία των διαδίκων 106/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων με την οποία, αφού απορρίφθηκαν οι δύο αντεφέσεις των αναιρεσιβλήτων, κατά την συνεκδίκαση των από 6-6-2013 και 12-6-2013 δύο (2) εφέσεων, που άσκησαν οι Γ.
Χ. και Μ. Χ. (οι οποίοι δεν είναι διάδικοι στην παρούσα υπόθεση) και το αναιρεσείον ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο" το οποίο υπεισήλθε ως ειδικός διάδοχος της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Ασπίς Πρόνοια ΑΑΕ", λόγω ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας της, αντιστοίχως, κατά της 98/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...ς, απορρίφθηκε η από 6-6-2013 ανωτέρω έφεση και έγινε δεκτή η από 12-6-2013 έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος.
Ακολούθως εξαφανίστηκε η ανωτέρω εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά την από 9-2-2009 (και με αριθμό κατάθ. 223/10-2-2009) αγωγή και μόνον ως προς τους δύο (2) πρώτους ενάγοντες - αναιρεσίβλητους, κρατήθηκε και δικάσθηκε κατ' ουσία η υπόθεση κατά το ως άνω εκκληθέν μέρος και αναγνώρισε την υποχρέωση του αναιρεσείοντος να καταβάλει σε καθένα από τους δύο (2) πρώτους αναιρεσίβλητους για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης το ποσό των 100.000 ευρώ.
Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να κριθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.
Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, 297, 298, 300, 330 εδ. β' και 914 του Α.Κ., προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει την ζημία και την επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται κατ' αρχήν από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται την μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή την μείωση του ποσού της (άρθρ. 300 ΑΚ).
Ακόμη από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του προαναφερόμενου πταίσματος.
Αντιθέτως ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού κατά το οποίο εξ αυτού του λόγου πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911 ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, σύμφωνα με το οποίο άρθρο αυτή (υπαιτιότητα) κρίνεται κατά το κοινό δίκαιο.
Περαιτέρω, η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παράβασης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση γιατί δεν έχει καθόλου ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν, από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς, τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για την εφαρμογή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής του κανόνα αυτού του ουσιαστικού δικαίου.
Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης, κατά τη διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της απόφασης ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατά το άρθρο 561 § 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1416/2012, ΑΠ 1208/2011, ΑΠ 44/2003, ΑΠ 1702/2001).
Τέλος, επί αδικοπραξίας, σύμφωνα με τα άρθρα 297 και 914 ΑΚ, οι αιτιολογίες πρέπει να καλύπτουν την υπαιτιότητα, την ζημία και τον αιτιώδη σύνδεσμο (ΑΠ 16/2005).
Στην προκειμένη υπόθεση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση αναφορικά με την υπαιτιότητα των οδηγών των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα οχημάτων δέχθηκε, ανελέγκτως, ως προκύψαντα από τις αποδείξεις τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Στις 15-9-2008 και ώρα 17.40' περίπου, ο Γ. Β. Χ. οδηγούσε το ... ΕΙΧ αυτοκίνητο στην εθνική οδό ..., με κατεύθυνση προς τα ....
Όταν έφθασε στο ... χιλιομετρικό σημείο, επειδή, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 19 παρ. 2 και 3 του ΚΟΚ, δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ενώ δεν μείωσε τη μέχρι τότε ταχύτητά του, καίτοι έβαινε σε αριστερή, ως προς την κατεύθυνσή του, στροφή και το οδόστρωμα ήταν ολισθηρό λόγω αμέσως προηγούμενης βροχής, εξερχόμενος της στροφής, έχασε τον έλεγχο του οχήματός του, με συνέπεια να παρεκκλίνει τούτο της πορείας του προς τα αριστερά και, κατά παράβαση του άρθρου 16 παρ. 4 του ΚΟΚ, να εισέλθει και να καταλάβει το τμήμα του οδοστρώματος της ανωτέρω οδού που προοριζόταν για την αντίθετη κυκλοφορία.
Με τον τρόπο αυτό απέκλεισε την πορεία του ... ΕΙΧ αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο E. B., με συνοδηγό τη σύζυγό του M. B. και επιβάτη σε παιδικό κάθισμα, προσαρμοσμένο στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου του, τον τριετή γιό τους K., στην ίδια οδό, με αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή προς την ..., με συνέπεια να προκληθεί, αναπόφευκτα πλέον, η σύγκρουση των δύο οχημάτων στο ρεύμα κυκλοφορίας προς την ..., καθ' όσον το πρώτο όχημα έπεσε με το εμπρόσθιο μέρος του στο εμπρόσθιο, αριστερό κυρίως, μέρος του δευτέρου οχήματος.
Στο σημείο του ατυχήματος, η ανωτέρω οδός, μετά τη στροφή που προαναφέρθηκε, ήταν ευθεία σε μήκος 400 περίπου μέτρων, με δεξιά, στη συνέχεια, ως προς την κατεύθυνση του Γ. Χ., στροφή, στο οδόστρωμά της υπήρχε κατά μήκος διαγράμμιση από δυο παράλληλες συνεχείς γραμμές, η οποία χώριζε τούτο σε δυο τμήματα, καθένα των οποίων, πλάτους 3,90 μέτρων, προορίζονταν για την αντίθετη κυκλοφορία, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και με κλίση από τα αριστερά προς τα δεξιά ως προς την πορεία του Γ.
Χ., ενώ εκατέρωθεν αυτού υπήρχε έρεισμα πλάτους 0,90 μέτρων του ρεύματος πορείας προς ... και 1,10 μέτρων του ρεύματος πορείας προς τα ... και πέραν του τελευταίου μεταλλικό στηθαίο ασφαλείας. Ο E. B., βλέποντας, μετά την έξοδό του από τη δεξιά ως προς την πορεία του Γ. Χ. και αριστερή ως προς τη δική του πορεία στροφή που προαναφέρθηκε, το αυτοκίνητο του Γ.
Χ. να κινείται με τον παραπάνω τρόπο στο δικό του ρεύμα κυκλοφορίας και να κατευθύνεται κατ' επάνω του, επιχείρησε, προκειμένου να αποφύγει τη σύγκρουση των δυο οχημάτων, ελιγμό αλλαγής κατεύθυνσης προς τα δεξιά στο εναπομένον τμήμα του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας του και του πέραν αυτού ερείσματος, χωρίς, όμως αποτέλεσμα.
Μετά τη σύγκρουση, τα δυο οχήματα ακινητοποιήθηκαν του μεν Γ. Χ. στο ρεύμα πορείας προς ..., με κατεύθυνση προς τα ..., του δε E. B. στο ρεύμα πορείας προς τα ..., με κατεύθυνση προς τα εκεί, αφού προηγουμένως προσέκρουσε στο στηθαίο ασφαλείας που προαναφέρθηκε. Κατά το παραπάνω ατύχημα, τραυματίστηκε θανάσιμα ο ανήλικος K.
B., ο οποίος υπέστη συγκεκριμένα κακώσεις κεφαλής, θώρακα και σπονδυλικής στήλης, από τις οποίες ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατός του, ενώ τραυματίστηκαν και οι ανωτέρω επιβαίνοντες των παραπάνω οχημάτων. Αντίθετα, δεν αποδείχτηκε, ότι τα δυο οχήματα συγκρούστηκαν στο ρεύμα πορείας προς τα ..., στο οποίο κινούταν ο Γ.
Χ., λόγω εισόδου σ' αυτό του αυτοκινήτου του E. B., όπως αβάσιμα διατείνονται οι εκκαλούντες των δυο εφέσεων. Σύμφωνα μ' αυτά, το παραπάνω ατύχημα και τα αποτελέσματά του οφείλονται αποκλειστικά σε αμέλεια του Γ. Χ.. Και τούτο, διότι αυτός, κατά παράβαση των ανωτέρω διατάξεων του ΚΟΚ, δεν οδηγούσε το όχημά του με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και δεν μείωσε τη μέχρι τότε ταχύτητά του στα όρια που επέβαλαν η στροφή στην οποία κινούταν, αλλά και οι καιρικές συνθήκες και η εξαιτίας αυτών κατάσταση του οδοστρώματος που προαναφέρθηκαν, με αποτέλεσμα να χάσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου του και να εισέλθει και να καταλάβει το τμήμα του οδοστρώματος που προορίζοταν για την αντίθετη κυκλοφορία, με συνέπεια να αποκλείσει την πορεία του αυτοκινήτου του E. B., που κινούταν κανονικά εντός του τμήματος αυτού και να προκληθεί έτσι η σύγκρουση των δύο οχημάτων.
Αντίθετα, αν ο Γ. Χ. οδηγούσε το όχημά του με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και είχε μειώσει την ταχύτητά του εντός των ορίων που επέβαλαν οι ανωτέρω συνθήκες και περιστάσεις, δεν θα έχανε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, δεν θα εισερχόταν στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και, συνεπώς, δεν θα συγκρουόταν με το αυτοκίνητο του E. B., αλλά θα διερχόταν με ασφάλεια το σημείο συνάντησής του μ' αυτό και το επίδικο ατύχημα θα είχε αποτραπεί.
Επομένως, ο Γ. Χ. δεν έδειξε, κατά την οδήγηση του παραπάνω αυτοκινήτου του, τη συμπεριφορά που θα έδειχνε ο μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος του ίδιου τομέα επαγγελματικής δραστηριότητας, αν βρισκόταν υπό τις συνθήκες, υπό τις οποίες βρέθηκε αυτός κατά το χρόνο του ατυχήματος, αλλά, αντίθετα, παραβίασε τις διατάξεις του ΚΟΚ που προαναφέρθηκαν, η δε συμπεριφορά του αυτή βρίσκεται σε άμεση και απόλυτη αιτιώδη συνάφεια με το ανωτέρω ατύχημα και τα αποτελέσματά του.
Αντίθετα, δεν βαρύνει κάποια αμέλεια τον E. B. ως προς την πρόκληση του εν λόγω ατυχήματος. Διότι αυτός κινούνταν κανονικά εντός του τμήματος του οδοστρώματος της παραπάνω οδού που προοριζόταν για την κατεύθυνσή του, με ταχύτητα σύμφωνη με τις ανωτέρω συνθήκες, ενώ η αιφνιδιαστική και με τις παραπάνω ειδικότερες συνθήκες και περιστάσεις είσοδος του οχήματος του Γ.
Χ. εντός του ρεύματος κυκλοφορίας στο οποίο αυτός κινούταν, του στέρησε τη δυνατότητα οποιουδήποτε αποτελεσματικού αποφευκτικού ελιγμού του ατυχήματος. Η κρίση ως προς τα πραγματικά αυτά......
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού δέχθηκε τα ανωτέρω και έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο του επιδίκου ατυχήματος το Γ. Χ., απορρίπτοντας την ένσταση των εκκαλούντων για συνυπαιτιότητα του E. B. στην πρόκληση του ατυχήματος αυτού (άρθρα 300 ΑΚ, 262 παρ. 1 ΚΠολΔ) και στη συνέχεια από τις παραπάνω δυο αγωγές απέρριψε την πρώτη, ενώ δέχτηκε κατά ένα μέρος τη δεύτερη, σύμφωνα με όσα ως προς αυτή εκτίθενται ειδικότερα παρακάτω, σωστά τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Γι' αυτό, οι λόγοι των εφέσεων, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, ήτοι η υπαιτιότητα του E. B., πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι....". Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις αναφερόμενες στην μείζονα σκέψη διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αφού διέλαβε στην απόφασή του για την κατάφαση της αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρώτου εκκαλούντος Γ.
Χ. πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα, αναπτύσσονται με πληρότητα οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, η πορεία των εμπλακέντων οχημάτων καθώς και η τελική θέση αυτών, αναφέρονται δε με σαφήνεια τα στοιχεία από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στο συμπέρασμα αυτό κατά το οποίο την αποκλειστική υπαιτιότητα του Γ.
Χ., οδηγού του με αριθμό κυκλ. ... ΙΧΕ, ζημιογόνου οχήματος ασφαλισμένου στην ασφαλιστική εταιρία "..." της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε και στη δικονομική της θέση υπεισήλθε το αναιρεσείον, την εντοπίζει στην είσοδο του οχήματός του στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της άνω εθνικής οδού όπου έβαινε κανονικά ο οδηγός του με αριθμό κυκλ. ...
ΙΧΕ αντίθετα κινούμενου αυτοκινήτου - πρώτος αναιρεσίβλητος. Από τις ίδιες δε παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει, ότι έχει νομική βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη παραδοχή το πραγματικό των εφαρμοστέων ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ενώ δεν ήταν αναγκαία και η παράθεση άλλων στοιχείων για να αιτιολογηθεί η κατ' αιτιώδη συνάφεια προς το ζημιογόνο αποτέλεσμα τελούσα αποκλειστική υπαιτιότητα του προαναφερθέντος οδηγού του με αριθμό κυκλ. ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου Γ. Χ.. Επομένως όσα αντίθετα ισχυρίζεται το αναιρεσείον με τον κατ' ορθότερο χαρακτηρισμό από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτο λόγο αναίρεσης είναι αβάσιμα.
Περαιτέρω η επιδίκαση της δικηγορικής αμοιβής, πάνω από τα καθοριζόμενα από τον Κώδικα περί Δικηγόρων κατώτατα όρια, μη έχουσα ανάγκη ειδικής αιτιολογήσεως και αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο μέσω του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 613/2010).
Εν προκειμένω, με τον τέταρτο λόγο, εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ απορρέοντα, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι με το να καταδικάσει το αναιρεσείον σε μέρος των δικαστικών εξόδων των εφεσίβλητων ύψους 20.000 ευρώ και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 176, 178, 180, 183 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος κατά τα προαναφερθέντα. Ο ίδιος λόγος ως προς το μέρος με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή επιδίκασε δικαστική δαπάνη στους εφεσίβλητους χωρίς σχετικό αίτημα ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεχόμενο κατ' ουσία την από 12-6-2013 έφεση του αναιρεσείοντος εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 98/2013 απόφαση του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά το μέρος, που αφορούσε την από 9-2-2009 και μόνον ως προς τους δύο πρώτους ενάγοντες και το τρίτο εναγόμενο Επικουρικό Κεφάλαιο και ήδη αναιρεσείον και στην συνέχεια για λόγους που αφορούσαν το ενιαίο της εκτελέσεως καθόρισε το σύνολο της δικαστικής δαπάνης και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας των εφεσιβλήτων στο ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ.
Με τις διατάξεις των άρθρων 5, 6 παρ. 1, 2, 5, 6 και 10 παρ. 1 του ΠΔ/τος 237/1986 καθιερώθηκε η υποχρεωτική ασφάλιση της από αυτοκινητικά ατυχήματα ευθύνης, η οποία καλύπτει την έναντι τρίτων αστική ευθύνη εξαιτίας θανάτωσης ή σωματικής βλάβης ή ζημιών σε πράγματα, στην οποία περιλαμβάνεται και η χρηματική αξίωση για ψυχική οδύνη ή ηθική βλάβη, το δε ασφαλιστικό ποσό είναι τουλάχιστον ίσο με αυτό που καθορίζει κάθε φορά με αποφάσεις της η ΕΠ.Ε.ΙΑ για κάθε είδος κινδύνου που υπάγεται στην υποχρεωτική ασφάλιση.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 19 § 1 του ιδίου ως άνω ΠΔ/τος, το Επικουρικό Κεφάλαιο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει στα πρόσωπα που ζημιώθηκαν την κατά την §2 του άρθρου αυτού αποζημίωση λόγω θανάτωσης ή σωματικών βλαβών ή υλικών ζημιών από αυτοκινητικά ατυχήματα και σε περίπτωση που αυτά προκαλούνται από ανασφάλιστο όχημα ή από όχημα αγνώστων στοιχείων ή ασφαλισμένο σε ασφαλιστική εταιρία που πτώχευσε ή της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε.
Κατά την §2 του ίδιου άρθρου, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του από το Ν. 4092/2012, η αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβεί τα κατά το άρθρο 6 § 5 κατώτατα όρια ασφαλιστικών ποσών του χρόνου του ατυχήματος. Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. γ' του τέταρτου άρθρου του Ν. 4092/2012 (ΦΕΚ 220 τ. Α'/8.11.2012) και ορίστηκε, ότι η αποζημίωση που καταβάλλει το Επικουρικό Κεφάλαιο για χρηματικές ικανοποιήσεις λόγω ψυχικής οδύνης δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό των 6.000 ευρώ για κάθε δικαιούχο.
Η ρύθμιση καταλαμβάνει και τις ήδη γεγεννημένες αξιώσεις κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου χωρίς πάντως να θίγει αξιώσεις που έχουν επιδικαστεί με οριστική δικαστική απόφαση και ότι οι τόκοι που υποχρεούται να καταβάλει το Επικουρικό Κεφάλαιο υπολογίζονται σε κάθε περίπτωση με επιτόκιο 6% ετησίως. {Οι διατάξεις αυτές του Ν. 4092/2012 είναι ανίσχυρες για τους εξής λόγους: 1) Ο καθορισμός του ποσού των 6.000 ευρώ ως ανωτάτου ορίου για ψυχική οδύνη κάθε δικαιούχου προσκρούει ευθέως στην §4 του άρθρου της δεύτερης Οδηγίας 84/5/ΕΟΚ, κατά την οποία "κάθε κράτος μέλος ιδρύει ή εγκρίνει οργανισμό, αποστολή του οποίου είναι να αποζημιώνει, τουλάχιστον εντός των ορίων της υποχρέωσης ασφάλισης, τις υλικές ζημιές ή τις σωματικές βλάβες που προκαλούνται από οχήματα αγνώστων στοιχείων ή για τα οποία δεν έχει εκπληρωθεί η υποχρέωση ασφάλισης που προβλέπεται στην παρ. 1".
Η διάταξη αυτή καλύπτει και την χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ, C - 277/12 της 24.10.2013). Το επιβληθέν ανώτατο όριο των 6.000 ευρώ είναι αντίθετο και προς την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 § 1 εδάφ. δ' του Συντάγματος), διότι η παρέμβαση αυτή του νομοθέτη δεν είναι πρόσφορη για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, ήτοι για την εξασφάλιση της βιωσιμότητας του Επικουρικού Κεφαλαίου, αλλά ούτε και αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού αυτού, αφού θα μπορούσε να επιτευχθεί το αποτέλεσμα αυτό με ηπιότερο τρόπο, είτε με το να προβλεφθεί μία έκτακτη επιδότησή του από τον κρατικό προϋπολογισμό, είτε με το να υποχρεωθεί αυτό να εξυγιάνει τα οικονομικά του μέσω της αύξησης των εσόδων του και του περιορισμού των λειτουργικών του δαπανών. 2) Η εφαρμογή της ανωτέρω ρύθμισης, η οποία περιορίζει με το ως άνω όριο την ευθύνη του Επικουρικού Κεφαλαίου και επί των ήδη γεγεννημένων αξιώσεων είναι ανίσχυρη, διότι είναι αντίθετη προς το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε (μαζί με τη σύμβαση) με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος, αυξημένη, έναντι των νόμων, ισχύ.
Κατά τη διάταξη αυτή "παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της περιουσίας αυτού, ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμενοι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύι Νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".
Με τη διάταξη αυτή κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως" και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα".
Καλύπτονται έτσι τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο δικαστήριο, δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ.ΑΠ 6/2007, Ολ.ΑΠ 40/1998).
Έτσι, η ανωτέρω διάταξη του Ν. 4092/2012, με το να περιορίσει δραστικά το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, καταργεί ουσιαστικά την αστική αυτή απαίτηση των δικαιούχων, που γεννήθηκε με το θάνατο συγγενικού προσώπου σε τροχαίο ατύχημα. Κατά συνέπεια, είναι ασυμβίβαστη προς τη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
αφού τείνει σε αδικαιολόγητη αποστέρηση περιουσιακού στοιχείου των ως άνω προσώπων χωρίς να συντρέχουν λόγοι δημόσιας ωφέλεια. Και τέτοιο λόγο δεν συνιστά το ταμειακό απλώς συμφέρον του Επικουρικού Κεφαλαίου. 3) Τέλος, η ανωτέρω διάταξη του ιδίου νόμου, κατά την οποία οι τόκοι που υποχρεούται να καταβάλει το Επικουρικό Κεφάλαιο υπολογίζονται σε κάθε περίπτωση με επιτόκιο 6% ετησίως, είναι ανίσχυρη λόγω αντιθέσεώς της με το άρθρο 4 § 1 του Συντάγματος, διότι αναγνωρίζει ευνοϊκή μεταχείριση υπέρ του Επικουρικού Κεφαλαίου σε σχέση με άλλα πρόσωπα ως προς το επιτόκιο που αυτά πληρώνουν, μεταξύ των οποίων και οι παθόντες τροχαίων ατυχημάτων, αλλά και λόγω αντίθεσης στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αφού ενέχει προσβολή της περιουσίας του παθόντος, χωρίς συνδρομή λόγου δημοσίου συμφέροντος (Ολ.ΑΠ 5/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του δικάζοντας επί της από 12.6.2013 έφεσης (και αριθμό κατάθ. 41/13.6.2013) του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο" και της αντέφεσης, που άσκησαν με τις προτάσεις τους οι εφεσίβλητοι και ήδη αναιρεσίβλητοι, κατά της 98/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...ς, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 9.2.2009 (και με αριθμό κατάθ. 223/10.2.2013) αγωγή αποζημίωσης από αδικοπραξία (τροχαίο ατύχημα) των ως άνω έξι (6) πρώτων εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και αναγνώρισε την υποχρέωση του αναιρεσείοντος να καταβάλει σ' αυτούς χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη, που υπέστησαν από τον θάνατο του ανήλικου υιού των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, το ποσόν των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000,00) ευρώ σε καθένα από τους πρώτο και δεύτερο των αναιρεσιβλήτων και το ποσόν των τριάντα χιλιάδων (30.000,00) ευρώ για καθένα από τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, απέρριψε την αντέφεση των αναιρεσιβλήτων και δέχθηκε την ως άνω από 12.6.2013 έφεση του αναιρεσείοντος και στη συνέχεια εξαφάνισε την πρωτόδικη ως άνω απόφαση κατά το μέρος, που αφορούσε την από 9.2.2009 (και με αριθμό κατάθ. 223/10.2.2013) αγωγή και μόνον ως προς τους δύο πρώτους αναιρεσιβλήτους και το τρίτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον, κράτησε και δίκασε κατ' ουσία την υπόθεση κατά το ως άνω εκκληθέν μέρος, και ακολούθως έκανε εν μέρει δεκτή την ανωτέρω από 9.2.2009 (και με αριθμό κατάθεσης 223/10.2.2013) αγωγή και αναγνώρισε την υποχρέωση του αναιρεσείοντος να καταβάλει σε καθένα από τους δύο πρώτους αναιρεσίβλητους το ποσόν των εκατό χιλιάδων (100.000,00) ευρώ για την ίδια αιτία, αρνήθηκε δε να εφαρμόσει τις ανωτέρω διατάξεις του Ν. 4092/ 2012 ως αντίθετες στο Σύνταγμα, το Ευρωπαϊκό Δίκαιο και την ΕΣΔΑ.
Κατά την ομόφωνη γνώμη των μελών του Δικαστηρίου τούτου, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε το Σύνταγμα, το Ευρωπαϊκό Δίκαιο και την ΕΣΔΑ.
Κατόπιν πάντων των προαναφερομένων και λόγω του ότι το Τμήμα τούτο του Αρείου Πάγου "αρνείται να εφαρμόσει τις παραπάνω διατάξεις του Ν. 4092/2012 ως αντισυνταγματικές" είναι υποχρεωμένο, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 100 παρ. 3 του Συντάγματος, 563 παρ. 2β' ΚΠολΔ και 23 παρ. 2γ', δ' του Ν. 1756/1988 να παραπέμψει στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τους αναφερόμενους στο ζήτημα τούτο δεύτερο και τρίτο κατά σειρά λόγους της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Παραπέμπει το ζήτημα της συνταγματικότητας ή μη των αναφερομένων στο σκεπτικό διατάξεων του Ν. 4092/2012 και τους αντίστοιχους από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερο και τρίτο κατά σειρά λόγους της αναίρεσης, στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Νοεμβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ