Legislator Case Law & Legislation
1297/2014 AI generated

1297/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1297/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-12-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 194/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 100/2012 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-9-2012 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

1297/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξ άλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατά το άρθρο 575 του ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1297 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1297/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Ειρήνη Καλού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ν. Μ. του Ν., 2. Α. συζ. Ν. Μ. το γένος Α. Π., 3.Κ. Μ. του Ν., 4. Ν. Μ. του Ν., 5. Σ. Μ. του Ν., 6. Α. Π. του M. και 7. Σ. συζ. Α. Π. το γένος Σ. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευγένιο Αρετάκη και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Α. Σ. του Β., 2, ο οποίος δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2. Του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα, ως ειδικού διαδόχου της αρχικά δεύτερης αναιρεσίβλητης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Ε.Ι.G. EVIMA INSURANCE GROUP A.A.E." ως καθολική διάδοχο της εταιρείας με την επωνυμία "ΠΡΩΤΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" "PROTON ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ", της οποίας η άδεια λειτουργίας της ανακλήθηκε. Το ανωτέρω εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Νικολακάκο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-12-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 194/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 100/2012 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-9-2012 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Ειρήνη Καλού, ανέγνωσε την από 22-2-2013 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Βασιλείου Λαμπρόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου και την απόρριψη του δευτέρου λόγου, της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 576 παρ. 1, 2 και 3, 568 παρ. 1 και 4,498 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος, το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αν επισπεύδει αυτός τη συζήτηση ή, όταν την επισπεύδει άλλος, αν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, σε καταφατική δε περίπτωση η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες.

Εξ άλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατά το άρθρο 575 του ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της συζήτησης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση, ή είχε παραστεί νομίμως κατά την ίδια δικάσιμο, οπότε η παρουσία του διαδίκου κατά τη δημοσίευση της μη οριστικής περί αναβολής αποφάσεως επέχει, κατά το άρθρο 310§2 ΚΠολΔ θέση επιδόσεως αυτής.

Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί και δεν παραστάθηκε, ή δεν παραστάθηκε νομίμως, η από το πινάκιο αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση για τη νέα δικάσιμο (ΑΠ 63/2008). Η κατά τα ανωτέρω πλασματική κλήτευση του διαδίκου ισχύει, όχι μόνο για την πρώτη χορηγούμενη αναβολή, αλλά και για τις τυχόν, έστω παρά την απαγόρευση του νόμου, διαδοχικές αναβολές (ΑΠ 461/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως, κατά την εκφώνηση της κρινόμενης από 10-9-2012 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 100/2012 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης που εισήχθη για συζήτηση κατά την παρούσα δικάσιμο (7-3-2014) μετά από αναβολή με σχετική επισημείωση στο πινάκιο από τη δικάσιμο της 1-11-2013 (εξ αναβολής και αυτή από την αρχικώς ορισθείσα προς συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δικάσιμο της 8-3-2013), ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε σχετική δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ. 1 και 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Από την υπ' αριθμ. 6547Β'/25-4-2013 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Χανίων ..., την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, αποδεικνύεται ότι, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων δικηγόρου Ευγένιου Ι-Α Αρετάκη, ακριβές αντίγραφο της με αριθμό πρωτ. 116/14-3-2013 βεβαίωσης αναβολής του Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, για να λάβει γνώση και τις νόμιμες συνέπειες, καλούμενο συνάμα όπως παρασταθεί κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση της με ημερομηνία 10-9-2012 και υπ' αριθμ.

πρωτ. 47/2012 αίτησης αναίρεσης, την 1-11-2013, όπου η ανωτέρω πράξη ορίζει, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον πρώτο αναιρεσίβλητο Α. Σ. του Β., ενώ ταυτόχρονα προς γνώση του και για τις νόμιμες συνέπειες, όπως αποδεικνύεται από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τους αναιρεσείοντες υπ' αριθμ. 6547Β'/25-4-2013 έκθεση επιδόσεως του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή, επιδόθηκε στον ίδιο ως άνω αναιρεσίβλητο, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων δικηγόρου Ευγένιου Ι-Α Αρετάκη, ακριβές αντίγραφο της από 10-9-2012 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 100/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, με την επ' αυτής υπ' αριθμ. 47/10-09-2012 πράξη καταθέσεως, καθώς τις από 14-12-2012 πράξεις του Προέδρου του Αρείου Πάγου και του Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου περί ορισμού αρμοδίου Τμήματος για την εκδίκαση της ως άνω αίτησης, και ορισμού δικασίμου και εισηγητή , αντίστοιχα.

Συνεπώς, εφόσον ο απολειπόμενος πρώτος αναιρεσίβλητος κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως κατά τη δικάσιμο της 1-11-2013, οπότε η υπόθεση αναβλήθηκε με σχετική επισημείωση στο πινάκιο για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, μη απαιτουμένης νέας κλητεύσεως του και για την τελευταία αυτή δικάσιμο, πρέπει, παρά τη μη εμφάνισή του κατά τη δικάσιμο αυτή, να θεωρηθεί σαν να ήταν παρών και να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία του (άρθρ. 576 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το έννομο συμφέρον, που αποτελεί κύρια θετική προϋπόθεση για το παραδεκτό της αναίρεσης και πρέπει να έχει ο αναιρεσείων, θεμελιώνεται στη βλάβη που υφίσταται ο ηττημένος διάδικος από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής για τον αναιρεσείοντα συνέπειας (ΑΠ 976/1997).

Βλάβη δε του διαδίκου υπάρχει, όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι προτάσεις του ή γίνονται ολικά ή μερικά δεκτές έναντι αυτού οι αιτήσεις του αντιδίκου του. Εξάλλου, έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει και ως προς κάθε λόγο της αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 1710/2005, ΑΠ 523/1993, 666/1986). Στην προκείμενη περίπτωση, η αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που ασκήθηκε από τους τρίτη έως έβδομη από τους αναιρεσείοντες, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, αφού αυτοί δεν βλάπτονται από τη διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης, την οποία αφορούν όλες οι αποδιδόμενες στην αίτηση αναίρεσης πλημμέλειες.

Και τούτο διότι, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αναφορικά μόνο με το αγωγικό κεφάλαιο της οφειλόμενης από τους αναιρεσίβλητους στους δύο πρώτους αναιρεσείοντες -ενάγοντες αποζημίωσης για την αποκατάσταση της περιουσιακής τους ζημίας από τη στέρηση της παροχής υπηρεσιών που εδικαιούντο από το θανατωθέν συνέπεια του ατυχήματος τέκνου τους, και συνεπώς, εφόσον αυτοί δεν βλάπτονται από την ως άνω διάταξη, δεν έχουν έννομο συμφέρον προς άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Κατά το άρθρο 1508 ΑΚ, το τέκνο, εφόσον αποτελεί μέλος του οίκου των γονέων του και ανατρέφεται ή διατρέφεται από αυτούς, υποχρεούται να παρέχει στους γονείς του για τη διοίκηση του οίκου ή την άσκηση του επαγγέλματός τους υπηρεσίες ανάλογες με τις δυνάμεις τους και τις βιοτικές συνθήκες του ίδιου και της οικογένειάς του.

Από την ανωτέρω, αναγκαστικού δικαίου διάταξη, συνάγεται ότι για να δημιουργηθεί υποχρέωση του τέκνου προς παροχή υπηρεσιών, χωρίς αντίστοιχο δικαίωμα αμοιβής, προς τους γονείς ή τον γονέα, που παρέχουν σ' αυτό διατροφή όταν είναι ενήλικο ή μεριμνούν για την ανατροφή του όταν είναι ανήλικο, πρέπει να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: 1) Το τέκνο να έχει συμπληρωμένο τουλάχιστον το 14ο έτος της ηλικίας του, πριν από το οποίο δεν είναι επιτρεπτή, κατά το άρθρο 135 Α.Κ., ούτε η εκμίσθωση της εργασίας του τέκνου σε τρίτους 2) Να συνοικεί με τους γονείς του, έστω και αν είναι έγγαμο ή περιοδικά διαμένει σε διαφορετικό τόπο ή οικία. 3) Να διατρέφεται από τους γονείς του, δηλαδή να παρέχονται σ' αυτό σε είδος και χρήμα τα απαραίτητα μέσα για τροφή, ένδυση, στέγαση, ψυχαγωγία, μόρφωση και επαγγελματική εκπαίδευση, ανεξαρτήτως αν η παροχή της διατροφής αυτής είναι εκούσια ή επιβάλλεται κατ' άρθρο 1485 επ.

ΑΚ και 4) Οι υπηρεσίες του τέκνου για τη διοίκηση του οίκου των γονέων του ή την άσκηση του επαγγέλματός τους να βρίσκονται σε αναλογία τόσο με τις δυνάμεις του τέκνου όσο και με τις βιοτικές συνθήκες του ίδιου και των γονέων του, που υπαγορεύουν την ανάγκη παροχής των υπηρεσιών του. Εξάλλου, κατά το άρθρο 928 εδ.

β' ΑΚ, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, ο υπαίτιος υποχρεούται να αποζημιώσει εκείνον που κατά νόμο είχε δικαίωμα να απαιτήσει από το θύμα διατροφή ή παροχή υπηρεσιών. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι σε περίπτωση θανάτωσης τέκνου που αποτελούσε μέλος του οίκου των γονέων του και ανατρεφόταν ή διατρεφόταν από αυτούς, ο υπαίτιος για τη θανάτωσή του έχει υποχρέωση να αποζημιώσει τους γονείς του οι οποίοι είχαν δικαίωμα, κατά το άρθρο 1508 ΑΚ, να απαιτούν από το θανατωθέν τέκνο τους, για τη διοίκηση του οίκου τους ή την άσκηση του επαγγέλματός τους, υπηρεσίες ανάλογες με τις δυνάμεις του και τις βιοτικές συνθήκες του ίδιου και της οικογένειάς του.

Η υποχρέωση αυτή της αποζημιώσεως υπάρχει είτε είναι η ευθύνη υποκειμενική είτε αντικειμενική, ενώ ο δικαιούχος υπόκειται στην ένσταση του άρθρο 300 ΑΚ (ΑΠ 505/1999, ΑΠ 1447/1983, ΑΠ 121/1979). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 1211/2012 ).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Περαιτέρω, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 271/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, το οποίο δέχτηκε εν μέρει το κονδύλιο της αγωγής που αφορά αξίωση αποζημιώσεως των δύο πρώτων εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων (πατέρα και μητέρα του αποβιώσαντος) λόγω της στέρησης των υπηρεσιών του θανόντος τέκνου τους συνεπεία του ένδικου αυτοκινητικού ατυχήματος, περιέλαβε ασαφείς, αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, αναφορικά με την αγωγική αυτή αξίωση και ειδικότερα, καθόσον αφορά τη χρονική διάρκεια της υποχρεώσεως του θανόντος τέκνου τους για την παροχή υπηρεσιών σ' αυτούς.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, αφού έκρινε, ότι το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, κατά το οποίο τραυματίστηκε θανάσιμα ο υιός των δύο πρώτων αναιρεσειόντων και στενός συγγενής των λοιπών, προκλήθηκε από υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσίβλητου, οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, ασφαλισμένου κατά το χρόνο του ατυχήματος στην ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία «PROTON ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ», της οποίας καθολική διάδοχος είναι η δεύτερη αναιρεσίβλητη και ότι στο επελθόν αποτέλεσμα του θανάτου του συνετέλεσε από δικό του πταίσμα και ο ίδιος ο θανών κατά ποσοστό 30%, ο οποίος κατά τη σύγκρουση της οδηγούμενης απ' αυτόν μοτοσυκλέτας με το ως άνω αυτοκίνητο δεν φορούσε προστατευτικό κράνος, δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σε σχέση με το παραπάνω κεφάλαιο της αγωγής, που ενδιαφέρει εδώ: "ο θανών κατά το χρόνο του θανάτου του, αποτελούσε μέρος του οίκου των γονέων του και διατρεφόταν από αυτούς.

Ήταν ηλικίας 20 ετών, διέμενε με τους γονείς του στην ίδια οικία στο χωριό ... του πρώην Δήμου ... και ήδη Δήμου ... Νομού Χανίων και διατρεφόταν από την οικογένειά του και έως το χρόνο του θανάτου του παρείχε υπηρεσίες στον πατέρα και τη μητέρα του. Αποφοίτησε από το 2ο ΤΕΕ Χανίων και έλαβε το πτυχίο με ειδικότητα "μηχανών και συστημάτων αυτοκινήτου" του τομέα "μηχανολογικού", χωρίς μέχρι τότε να ασκεί δική του εργασία συναφή με την εκπαίδευση που είχε λάβει.

Από νεαρότερη ακόμη ηλικία (17 ετών) παρείχε άνευ ανταλλάγματος υπηρεσίες στον πατέρα του και συγκεκριμένα στο συνεργείο σουστών αυτοκινήτων που ο τελευταίος διατηρεί στην περιοχή ... του Δήμου ... και επί της ... . Στην επιχείρηση αυτή βοηθούσε τον πατέρα του καθημερινά, αναλαμβάνοντας μεγάλο μέρος των τεχνικών εργασιών, ήτοι εξαγωγή, επισκευή και τοποθέτηση σουστών, αμορτισέρ, αερανάρτησης αξόνων και λοιπές συναφείς εργασίες.

Επίσης, ο θανών προσέφερε τις υπηρεσίες του και προς την μητέρα του, η οποία είναι νοικοκυρά και αγρότισσα, μετά το πέρας της εργασίας του στο συνεργείο του πατρός του, στις γεωργικές εργασίες, ήτοι στην παραγωγή και συλλογή ελαιοκάρπου κατά τη φθινοπωρινή περίοδο, τα πότισμα και την καλλιέργεια των ελαιόδεντρων, το φύτεμα των λαχανικών, την καλλιέργεια αμπελιού, στα ραντίσματα, ποτίσματα των δέντρων, στο χειρισμό τρακτέρ και άλλες συναφείς γεωργικές εργασίες.

Τις υπηρεσίες αυτές και προς τους δύο γονείς του, που ήταν επιβαλλόμενες από τη διάταξη του άρθρου 1508 ΑΚ και ανάλογες προς τις δυνάμεις του τέκνου και τις βιοτικές συνθήκες του ιδίου και της οικογένειάς του, αποτιμώμενες σε 800,00 € μηνιαίως, θα εξακολουθούσε κατά την πιθανή και συνήθη πορεία των πραγμάτων να προσφέρει ο 20ετής θανών υιός προς τους γονείς.

Όσον αφορά τη διάρκεια της στέρησης των υπηρεσιών του, αυτή συναρτάται με την διάρκεια της υποχρέωσης του τέκνου για την παροχή υπηρεσιών και εξαρτάται από την προβλεπτή εξέλιξη των πραγμάτων και την πιθανότητα, αναλόγως με τις κρατούσες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες, για τη διακοπή παροχής υπηρεσιών λόγω αυτοτελούς οικονομικής δραστηριότητας του τέκνου.

Γίνεται δε δεκτό ότι συνήθως διάρκεια παροχής των υπηρεσιών αυτών, δε θα υπερβαίνει το 25ο έτος της ηλικίας του ... Έτσι και εν προκειμένω πρέπει να κριθεί ότι οι πιο πάνω εργασίες του θανόντος προς τους γονείς του ενάγοντες, αποτιμώνται κατά μέσο όρο σε 1.100,00 € μηνιαίως, ισομερώς για τον κάθε γονέα, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, ο θανών βοηθούσε σε όλες τις εργασίες του πατρικού του οίκου.

Για τις ανάγκες δε της διατροφής του, με βάση τις συνθήκες της ζωής του και δεδομένου ότι διέμενε με τους γονείς του, οι οποίοι και τον φρόντιζαν στην οικία τους, απαιτούνταν μηνιαίως 300,00 € κατά μέσο όρο.

Συνεπώς το ποσό των 800 (1.100 - 300) € μηνιαίως δικαιούνται να αξιώσουν οι ενάγοντες γονείς ισομερώς από τους εναγομένους για τη στέρηση των πιο πάνω υπηρεσιών του, στην παροχή των οποίων αυτός ήταν υποχρεωμένος απέναντι τους (άρθρ. 1508 ΑΚ), ως αποζημίωση ίση προς το απαιτούμενο να δαπανηθεί για την αναπλήρωση των υπηρεσιών αυτών πιο πάνω ποσό (άρθρ. 928 ΑΚ). Από την ημέρα του θανάτου του υιού τους (2-5-2009) στερήθηκαν οι ενάγοντες γονείς τις υπηρεσίες του, τις οποίες, ο θανών θα εξακολουθούσε να τις προσφέρει για μία 5ετία, δηλαδή μέχρι το 25° έτος της ηλικίας του ... κατά την προβλεπτή εξέλιξη των πραγμάτων και την πιθανότητα, αναλόγως με τις κρατούσες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες, για τη διακοπή παροχής υπηρεσιών λόγω αυτοτελούς οικονομικής δραστηριότητας του. Για την 5ετία αυτή οι ενάγοντες στερήθηκαν υπηρεσίες του γιου τους ύψους 48.000,00 (800 ευρώ μηνιαίως X 12 μήνες X 5 έτη), αφού για την αναπλήρωση των υπηρεσιών αυτών του θανόντος γιου τους, θα είναι υποχρεωμένοι να δαπανήσουν το ποσό αυτό για αμοιβή άλλων εργαζόμενων και επομένως, δικαιούνται να απαιτήσουν το ποσό τούτο αποζημιωτικώς από τους εναγόμενους (άρθρ. 928 εδ. β' ΑΚ).

Συνεπώς, η οφειλόμενη στους ενάγοντες αποζημίωση για την αποκατάσταση της περιουσιακής τους ζημίας, για το λόγο αυτό, ανέρχεται στο ποσό των 33.600,00 € (48.000 - 30% = 33.600,00), κατόπιν περιορισμού της ζημίας τους κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητας του θανόντος, δεδομένου ότι μόνο η ζημία αυτή είναι αποκαταστατέα, ως τελούσα σε άμεσο αιτιώδη σύνδεσμο με το επίδικο ατύχημα.

Η αποζημίωση αυτή πρέπει να επιδικασθεί στους ενάγοντες γονείς και κατά το μέρος που αναφέρεται στο μέλλον, σε κεφάλαιο εφάπαξ, ήτοι 16.800,00 € ισομερώς στον καθένα γονέα (33.600 διά 2), καθόσον κρίνεται ότι συντρέχει πράγματι ο επικαλούμενος απ' αυτούς σπουδαίος λόγος για τη εφάπαξ καταβολή (αρθρ. 930 παρ. Ιβ' ΑΚ) και συγκεκριμένα γιατί η αποζημίωση αυτή μπορεί να εξυπηρετήσει καλύτερα τα συμφέροντα των δικαιούχων γονέων, ενόψει της δυσμενούς οικονομικής κατάστασης της πολύτεκνης οικογένειας τους ...

αλλά και του γεγονότος ότι τόσο ο εναγόμενος όσο κα η εναγόμενη ασφαλιστική, υπόχρεοι της επιδικασθείσης αποζημίωσης, δεν έχουν εμφανή περιουσιακά στοιχεία και συνεπώς, δεν μπορεί να εξασφαλιστεί η πληρωμή των μελλοντικών δόσεων της αποζημιώσεως απ' αυτούς, καθόλη τη διάρκεια της επόμενης πενταετίας και επομένως υπάρχει κίνδυνος να ματαιωθεί η ικανοποίηση των αντιστοίχων απαιτήσεων των εναγόντων γονέων και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι τα ποσά αυτά ήδη έχουν καταστεί απαιτητά πριν από αρκετό χρονικό διάστημα.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση του επιδίκασε στους δύο πρώτους ενάγοντες (πατέρα και μητέρα) για την ως άνω αιτία το συνολικό ποσό των 89.320,00€, κρίνοντας περαιτέρω ότι η εν λόγω αποζημίωση αυτών, για τη στέρηση υπηρεσιών του γιου τους, υπολογίζεται στα ποσά των 560,00 € και 210,00 €, μηνιαίως για δέκα χρόνια, αντίστοιχα στον καθένα, με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση καταβολής κάθε δόσης, μέχρι τη συμπλήρωση του 30ου έτους της ηλικίας του θανόντος γιου τους, και στη συνέχεια δέχτηκε την αγωγή ως προς την αιτία αυτή κατά ένα μέρος και ως ουσιαστικά βάσιμη και επιδίκασε στους ενάγοντες τα ποσά αυτά μηνιαίως μέχρι και τον μήνα Ιανουάριο του 2019, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις.".

Ακολούθως, το Εφετείο, με βάση τις παραδοχές αυτές δέχτηκε κατά ένα μέρος τους αντίστοιχους λόγους των εφέσεων των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, με τους οποίους παραπονούντο για υπερβολικό ύψος του κονδυλίου της στέρησης υπηρεσιών, που επιδίκασε το πρωτόδικο Δικαστήριο ενώ απέρριψε το δεύτερο λόγο της έφεσης των εναγόντων κατά το σκέλος του με το οποίο παραπονούντο για το μικρό ύψος του ποσού αυτού της στέρησης υπηρεσιών, δεχθέν κατά ένα μέρος τον ίδιο λόγο της έφεσης αυτών κατά το δεύτερο σκέλος του, για την εφάπαξ καταβολή του ποσού αυτού.

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων, στις οποίες στηρίχθηκε, σε σχέση με το ανωτέρω κεφάλαιο, αφού: α) αναφέρεται σ' αυτή ότι το ενήλικο τέκνο των δύο πρώτων αναιρεσειόντων συνοικούσε με τους γονείς του στην οικία των τελευταίων και διατρεφόταν απ' αυτούς, β) προσδιορίζεται το είδος και η έκταση των ανάλογων με τις δυνάμεις του, τις επαγγελματικές γνώσεις του και τις βιοτικές συνθήκες του ίδιου και της οικογένειάς του υπηρεσιών που προσέφερε στους δύο πρώτους αναιρεσείοντες γονείς του, γ) γίνεται αποτίμηση της αξίας των ως άνω υπηρεσιών και δ) αναφέρεται η διάρκεια της υποχρεώσεως του θανόντος τέκνου των δύο πρώτων αναιρεσειόντων για την παροχή υπηρεσιών προς τους γονείς του, την οποία το Εφετείο προσδιόρισε σε μία πενταετία μετά τον κατά την 2-5-2009 χρόνο του θανάτου του, κατά περιορισμό αυτής που καθορίστηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο, το οποίο είχε δεχτεί ότι η σχετική υποχρέωση του θανούντος θα έπαυε στις 7-1-2009, οπότε θα συμπλήρωνε το 30° έτος της ηλικίας του.

Εξάλλου και ειδικά, καθόσον αφορά τη διάρκεια της υποχρεώσεως του θανόντος τέκνου για την παροχή υπηρεσιών στους αναιρεσείοντες γονείς του, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται παντελώς αιτιολογίας, όπως διατείνονται οι δύο πρώτοι αναιρεσείοντες, αφού για τη σχετική κρίση του αναφορικά με το χρόνο που το τέκνο, εάν δεν μεσολαβούσε το ατύχημα θα αυτονομείτο οικονομικώς και θα έπαυε η υποχρέωση παροχής υπηρεσιών προς τους γονείς του, το Εφετείο στηρίχτηκε στην πιθανή και συνήθη πορεία των πραγμάτων, με βάση τις πραγματικές συνθήκες προσφοράς παροχής των ως άνω υπηρεσιών του θανόντος τέκνου προς τους γονείς του κατά το χρόνο θανατώσεώς του που δέχτηκε κατά τα προαναφερόμενα ότι αποδείχτηκαν, σε συνδυασμό και με τις κρατούσες κατά τον ως άνω χρόνο και υπό παρόμοιες περιστάσεις με αυτές της συγκεκριμένης περίπτωσης κοινωνικοοικονομικές συνθήκες, σε σχέση με το συνήθη χρόνο διακοπής της υποχρέωσης των τέκνων προς παροχή υπηρεσιών στους γονείς τους, λόγω αυτοτελούς οικονομικής δραστηριότητας και δεν χρειαζόταν για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως σχετικά με το ζήτημα αυτό άλλη περαιτέρω, εκτός της προαναφερόμενης, αιτιολογία, όπως οι αναιρεσείοντες διατείνονται.

Συνεπώς ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Επίσης, ο ίδιος λόγος της αναίρεσης κατά την αιτίασή του περί υπάρξεως αντιφατικών αιτιολογιών ως προς τη διάρκεια της υποχρεώσεως του τέκνου για την παροχή υπηρεσιών στους γονείς του, για το λόγο ότι υφίσταται πρόδηλη αντίφαση μεταξύ της κρίσης του δικαστηρίου και της νομολογίας και αρθρογραφίας, στην οποία το ίδιο παραπέμπει, είναι απαράδεκτος, εφόσον ο λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολ λόγω αντιφατικών αιτιολογιών ιδρύεται όταν τα εκτιθέμενα στο αιτιολογικό της αποφάσεως που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, πραγματικά περιστατικά αντιφάσκουν μεταξύ τους και όχι όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υιοθετεί τις αιτιολογίες επικληθείσας από τους διαδίκους ή και από το ίδιο νομολογίας.

Ακόμη, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά την επικουρικώς προβαλλόμενη αιτίασή του ότι το Εφετείο, εάν ήθελε κριθεί ότι αναφερόμενο στις "κρατούσες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες για τη διακοπή παροχής υπηρεσιών λόγω αυτοτελούς οικονομικής δραστηριότητας του" βάσισε την κρίση του ως προς τη διάρκεια της υποχρεώσεως του τέκνου τους για την παροχή υπηρεσιών σ' αυτούς στα διδάγματα της κοινής πείρας, λανθασμένα εφάρμοσε τα διδάγματα της κοινής πείρας «αφού εάν εφάρμοζε ορθά αυτά θα έκρινε ότι με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας το έτος που το τέκνο μας θα ακολουθούσε αυτόνομη οικονομική δραστηριότητα θα ήταν το 30° έτος της ηλικίας του, όταν δηλαδή θα δημιουργούσε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων δική του οικογένεια και επιπρόσθετα ο πρώτος από εμάς θα συνταξιοδοτούνταν φθάνοντας στο 65° έτος της ηλικίας, ώστε να αναλάβει το συνεργείο που διατηρούσε, ως τις σελ 11 και 12 της ενδίκου αγωγής μας αναφέρουμε» είναι επίσης απαράδεκτος διότι η αποδιδόμενη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ανάγεται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και όχι στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, ανεξαρτήτως του ότι εκ των προτέρων δεν είναι δυνατό να χαραχθούν ορισμένα χρονικά όρια, για κάθε περίπτωση, με τη συμπλήρωση των οποίων παύει η υποχρέωση του τέκνου για παροχή υπηρεσιών λόγω αυτοτελούς οικονομικής δραστηριότητας του τέκνου.

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 298 και 914 Α.Κ., τυχόν ωφέλεια του ζημιωθέντος που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το ζημιογόνο γεγονός, συνυπολογίζεται και μειώνει το ύψος της ζημιάς. Τούτο συμβαίνει και στην περίπτωση της οφειλόμενης στους δικαιούχους (γονείς) αποζημίωσης για την αποκατάσταση της περιουσιακής τους ζημίας από τη στέρηση της παροχής υπηρεσιών που εδικαιούντο από το θανατωθέν συνέπεια του ατυχήματος τέκνου τους, η οποία μειώνεται κατά το ποσό των ωφελειών τους από το θάνατο του υποχρέου στην παροχή υπηρεσιών προς αυτούς τέκνου τους, όπως η εξοικονόμηση των δαπανών διατροφής που παρείχαν σ' αυτό.

Ο συνυπολογισμός αυτός λαμβάνεται υπόψη, μόνον εάν ο ζημιώσας επικαλεσθεί αυτόν, αντιτάσσοντας ένσταση ανατρεπτική κατά της αγωγής για αποζημίωση περί συμψηφισμού ζημίας και κέρδους, ο οποίος νοείται ευρύτερα, δηλαδή με την έννοια του συνυπολογισμού του κέρδους στη ζημία (ΑΠ 1539/1998). Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006) Τέτοια περίπτωση λήψης υπόψη από το δικαστήριο πράγματος που δεν προτάθηκε υπάρχει και σε περίπτωση παραδοχής από το δικαστήριο της ουσίας μη προταθείσας ένστασης συμψηφισμού κέρδους και ζημίας (ΑΠ 1539/1998), όπως συμβαίνει και όταν το δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να υποβληθεί από τον εναγόμενο αίτημα, με την μορφή της ανατρεπτικής ένστασης, μειώνει το ποσό της οφειλόμενης αποζημίωσης των δικαιούχων (γονέων), συνεπεία θανάτου σε τροχαίο ατύχημα, του τέκνου τους, κατά το ποσό των ωφελειών του δικαιούχου από το θάνατο του υποχρέου στην παροχή υπηρεσιών τέκνου τους, όπως η εξοικονόμηση των δαπανών διατροφής του απ' αυτούς, προβαίνοντας έτσι σε αυτεπάγγελτο συμψηφισμό ζημίας (στέρηση παροχής υπηρεσιών) και κέρδους (δαπάνες διατροφής) , παρά το ότι ο εν λόγω συμψηφισμός στον οποίο υπόκειται και ο δικαιούχος της ως άνω αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη μόνον εάν ο ζημιώσας επικαλεστεί αυτόν, αντιτάσσοντας ένσταση ανατρεπτική κατά της αγωγής για αποζημίωση.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι χωρίς να υποβληθεί από τον εναγόμενο αίτημα, με την μορφή της ανατρεπτικής ένστασης συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους προέβη αυτεπαγγέλτως σε μείωση της οφειλομένης στους δύο (2) πρώτους αναιρεσείοντες (πατέρα, μητέρα) αποζημίωσης λόγω στέρησης των υπηρεσιών του τέκνου τους, κατά το ποσό των δαπανών διατροφής απ' αυτούς του θανατωθέντος τέκνου τους, συνυπολογίζοντας έτσι αυτεπαγγέλτως στη ζημία των δύο πρώτων εναγόντων από την αιτία αυτή το κέρδος που προέκυψε γι' αυτούς από την απαλλαγή τους από τις δαπάνες διατροφής του θανόντος τέκνου τους.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο αφού αποτίμησε την αξία των υπηρεσιών που προσέφερε το θανόν τέκνο των δύο πρώτων εναγόντων και ήδη δύο πρώτων αναιρεσειόντων σ' αυτούς λόγω της επιβαλλόμενης από τη διάταξη του άρθρου 1508 ΑΚ υποχρέωσής του παροχής προς εκείνους υπηρεσιών ανάλογων με τις δυνάμεις αυτού (τέκνου) και τις βιοτικές συνθήκες του ιδίου και της οικογενείας του στο ποσό των 1100 μηνιαίως ισομερώς για κάθε γονέα μείωσε το ποσό αυτό κατά το ποσό των 300 ευρώ μηνιαίως στο οποίο αποτίμησε τις δαπάνες διατροφής του από τους γονείς του και καθόρισε την αποκαταστατέα ζημία των δύο πρώτων εναγόντων από τη στέρηση των υπηρεσιών του θανόντος τέκνου τους, τις οποίες θα εξακολουθούσε με την πιθανή και συνήθη πορεία των πραγμάτων να προσφέρει σ' αυτούς για χρονικό διάστημα πέντε ετών μετά την 2-5-2009 αν δεν είχε τραυματισθεί θανασίμως κατά την ημερομηνία αυτή στο ποσό των 800 ευρώ μηνιαίως χωρίς ουδείς από τους αναιρεσίβλητους να έχει προβάλλει σχετική ένσταση, ούτε πρωτοδίκως, ούτε ενώπιον του Εφετείου, είτε ως λόγο έφεσης, είτε δια των προτάσεων τους, όπως τούτο προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση σε συνδυασμό με τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τους αναιρεσείοντες προτάσεις που κατέθεσαν οι αναιρεσίβλητοι στο Πρωτοδικείο και στο Εφετείο και τα πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στα οποία περιέχονται οι προβληθέντες ισχυρισμοί των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων προς απόκρουση της ασκηθείσας εναντίον τους αγωγής που παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, και δη με το να μειώσει αυτεπαγγέλτως το ποσό της οφειλομένης στους δύο πρώτους αναιρεσείοντες (πατέρα, μητέρα) αποζημίωσης λόγω στέρησης των υπηρεσιών του θανατωθέντος τέκνου τους, κατά το ποσό των δαπανών διατροφής του, παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν κι έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και κατ' ουσία.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει: α) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τους δύο πρώτους αναιρεσείοντες και κατά το μέρος της που αφορά μείωση της οφειλομένης σ' αυτούς από τους εναγόμενους αποζημίωσης λόγω στέρησης των υπηρεσιών του τέκνου τους, κατά το ποσό των δαπανών διατροφής του απ' αυτούς και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση, στο εκδόσαν την απόφαση ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και β) να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως προς τους λοιπούς (3η, 4ο, 5η,6ο και 7η) αναιρεσείοντες. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση των κατατεθέντων παραβόλων στους αναιρεσείοντες (ΚΠολΔ 495§4 ΕΔ 4) και να κατανεμηθούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των αναιρεσειόντων, που παρέστησαν δια του αυτού πληρεξουσίου δικηγόρου Ευγένιου Ι.Α. Αρετάκη, και των αναιρεσίβλητων κατά το λόγο της εν μέρει νίκης και ήττας εκάστου των διαδίκων και συμψηφισθούν στο σύνολό τους (ΚΠολΔ 183, 178§1 εδ. 1).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 100/2012 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της, όσον αφορά τους δύο πρώτους αναιρεσείοντες Ν. Μ. του Ν. και Α. σύζ. Ν. Μ., το γένος Α. και Σ. Π..

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

Διατάσσει την απόδοση στους αναιρεσείοντες των κατατεθέντων παραβόλων (Α/Α 3426481-3426484 και 3426476, 3426477).

Απορρίπτει την από 10-9-2012 αίτηση. για αναίρεση της ως άνω απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς τους 3η, 4ο, 5η, 6ο και 7η αναιρεσείοντες Κ. Μ. του Ν. και Α., Ν. Μ. του Ν. και της Α., Σ. Μ. του Ν. και Α., Α. Π. του Μ. και Α. και Σ. σύζ. Α. Π., το γένος Σ. και Ε. Κ.. Και

Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 3η Απριλίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 12η Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ