Legislator Case Law & Legislation
1297/2011 AI generated

1297/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1297/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1297/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντίθετα, όπως προκύπτει από την παρ. 1 του άρθρου 984 Κ.Πολ.Δ., η επίδοση αντιγράφου του κατασχετήριου εγγράφου από τον κατασχόντα στον καθού η εκτέλεση έχει ως έννομη συνέπεια την αποστέρηση του δικαιούχου της κατασχεθείσας απαίτησης από την εξουσία της ελεύθερης διάθεσης του περιουσιακού στοιχείου του που κατασχέθηκε.

Keywords

AI generated
export of capital forfeit money export refunds consequences of withdrawal capital contribution and withdrawal prohibition on accepting foreign pensions
AI generated
1093/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
750/2023
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη - Εισηγητή, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Κορνηλία Πανούτσου, Αρεοπαγίτες.
1124/2021
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13.03.2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σερρών.
1947/2006
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Α. Των αναιρεσειόντων : 1)....., 2)..... και 3)Της Ομόρρυθμης Εμπορικής Εταιρίας με την επωνυμία "...Φ... Ο.Ε.Ε", που εδρεύει στην .... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Κανδαράκη.
318/2010
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1297 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1297/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΕΤΒΕ ΑΕ - ΤΕΜΑΣΙΠ ΑΒΕΕ", που εδρεύει στην Αθήνα, η οποία τελεί εν εκκαθαρίσει, νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Παπαθανασίου.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δημοσίου με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΩΝ - ΝΑΥΠΑΚΤΙΑΣ" που εδρεύει στο Μεσολόγγι, νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουρκουμέλη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2 Φεβρουαρίου 2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:20 2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1144/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20 Μαΐου 2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 28 Μαρτίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναφορικά με την απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης, για τα κονδύλια των τελών χαρτοσήμου και Φ.Π.Α, και να απορριφθεί ο ίδιο λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος (αοριστία αιτήματος τόκων).

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η κατάσχεση χρηματικής απαιτήσεως στα χέρια τρίτου γίνεται με επίδοση στον τρίτο και σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση εγγράφου (κατασχετηρίου). Η επίδοση του κατασχετήριου εγγράφου στον τρίτο, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 984 ΚΠολΔ, έχει ως έννομη συνέπεια την αυτοδίκαιη ακυρότητα της καταβολής, στην οποία ενδεχομένως θα προχωρούσε ο τρίτος έναντι του δικού του δανειστή και ήδη καθού η εκτέλεση.

Αντίθετα, όπως προκύπτει από την παρ. 1 του άρθρου 984 Κ.Πολ.Δ., η επίδοση αντιγράφου του κατασχετήριου εγγράφου από τον κατασχόντα στον καθού η εκτέλεση έχει ως έννομη συνέπεια την αποστέρηση του δικαιούχου της κατασχεθείσας απαίτησης από την εξουσία της ελεύθερης διάθεσης του περιουσιακού στοιχείου του που κατασχέθηκε.

Κρίσιμος χρόνος για την επέλευση των ανωτέρω συνεπειών ως προς τον καθού η εκτέλεση και τον τρίτο είναι η επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου σε καθένα από τα πρόσωπα αυτά. Περαιτέρω με το άρθρο 985 παρ. 1 ΚΠολΔ καθιερώνεται υποχρέωση του τρίτου, στα χέρια του οποίου επιβλήθηκε η κατάσχεση, να προβεί, μέσα σε οκτώ ημέρες από την επίδοση σ' αυτόν του κατασχετηρίου, σε δήλωση, με το προβλεπόμενο περιεχόμενο.

Στη δήλωση αυτή του τρίτου, μεταξύ άλλων, πρέπει να αναφέρεται αν υπάρχει η κατασχεθείσα απαίτηση. Σε καταφατική περίπτωση, πρέπει να αναφέρεται η δικαιογόνος σχέση, οι τυχόν ενστάσεις του τρίτου ή η ανταπαίτηση που έχει κατά του καθού η εκτέλεση και να παρέχεται η διαβεβαίωση ότι θα παρακρατήσει ό,τι τυχόν θα προκύψει στο μέλλον υπέρ του καθού η κατάσχεση από τη μνημονευόμενη στο κατασχετήριο βασική έννομη σχέση (Ολ.ΑΠ 3/1993, ΑΠ 688/2010, ΑΠ 1540/2000).

Έτσι, κατ' άρθρο 988 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν η κατασχημένη στα χέρια τρίτου απαίτηση υπάρχει και επαρκεί σε περίπτωση καταφατικής δήλωσης, ο τρίτος οφείλει αφού περάσουν οκτώ ημέρες αφότου η κατάσχεση κοινοποιήθηκε σ' εκείνο κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, να καταβάλει σε καθένα από τους κατασχόντες το ποσό για το οποίο έγινε η κατάσχεση, η καταβολή δε αυτή προς τους κατασχόντες επιφέρει απόσβεση της οφειλής, κατ' εξαίρεση από τον κανόνα ότι αυτή απαιτείται να γίνει στο δανειστή, δηλαδή, στην προκειμένη περίπτωση στο δανειστή του τρίτου, γιατί με αυτή ωφελείται ο δανειστής του (άρθρο 417 εδ.

β' ΑΚ). Εξάλλου, κατά το άρθρο 989 εδ. α' ΚΠολΔ, η κατ' άρθρ. 988 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα καταφατική δήλωση του τρίτου, στα χέρια του οποίου επιβλήθηκε κατάσχεση, αποτελεί τίτλο εκτελεστό για τον κατασχόντα δανειστή, υπό την έννοια του άρθρου 904 παρ. 2 περ. ζ' ΚΠολΔ, με τον οποίο μπορεί να προβεί σε αναγκαστική εκτέλεση κατά της περιουσίας του τρίτου , όταν, παρά την καταφατική δήλωση του τελευταίου, αρνείται ή δυστροπεί να εκπληρώσει τις επιβαλλόμενες από το άρθρο 988 ΚΠολΔ υποχρεώσεις του.

Συνεπώς, αν ο τρίτος αρνείται την πληρωμή, εκβιάζεται με την κατ' άρθρο 989 ΚΠολΔ εκτέλεση της καταφατικής δήλωσής του, η οποία (εκτέλεση) γίνεται με τα μέσα της εκτέλεσης προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων (άρθρο 951 ΚΠολΔ) σε βάρος της ατομικής περιουσίας του τρίτου . Αν στο κατασχετήριο αναφέρεται ότι επιβάλλεται κατάσχεση και για τους τόκους του κεφαλαίου ως την εξόφλησή του, θα υπολογισθούν οι τόκοι έως και την ενάτη ημέρα από την επίδοση του κατασχετηρίου στον καθού η εκτέλεση, τους οποίους οφείλει να καταβάλει ο τρίτος στα χέρια του οποίου γίνεται η κατάσχεση.

Αν όμως δεν γίνεται τέτοια αναφορά στο κατασχετήριο, ή αν οι τόκοι ανάγονται σε χρόνο πέραν του ανωτέρω χρονικού σημείου, επιδιώκονται οι τελευταίοι από τον καθού η εκτέλεση οφειλέτη και αναζητούνται με αγωγή κατά του τελευταίου, αν ο εκτελεστός τίτλος αναλώθηκε με την κατάσχεση εις χείρας του τρίτου, τα παραπάνω δε στοιχεία πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής, για τη νομική θεμελίωσή της, κατ' άρθρο 216 ΚΠολΔ.

Εξάλλου, στα κατά το άρθρο 425 ΑΚ έξοδα εξοφλήσεως, δεν συμπεριλαμβάνονται τα διάφορα έξοδα εκτελέσεως τα οποία κατά το άρθρο 932 ΚΠολΔ φέρει εκείνος κατά του οποίου γίνεται η εκτέλεση και προκαταβάλονται από τον επισπεύδοντα. Τα έξοδα αυτά αφαιρούνται από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού και ακολούθως γίνεται η κατάταξη των δανειστών στον αντίστιχο πίνακα (άρθρο 975 ΚΠολΔ).

Αντίθετα τα έξοδα που βεβαιώνουν την εξόφληση (μερική ή ολική) της απαιτήσεως, με την έκδοση εξοφλητικής αποδείξεως ή τιμολογίου από το δανειστή που ικανοποιείται κατά τη διενέργεια αναγκαστικής εκτέλεσης - τέτοια δε είναι και τα τέλη χαρτοσήμου ή ο φόρος προστιθέμενης αξίας - εμπίπτουν στην έννοια των εξόδων του άρθρου 525 ΑΚ, και βαρύνουν τον οφειλέτη, στην περίπτωση δε που καθού η αναγκαστική εκτέλεση είναι τρίτος, και όχι ο οφειλέτης, ο δανειστής, αν όπως συμβαίνει συνήθως στην πράξη έχει προκαταβάλει τα έξοδα αυτά, μπορεί να στραφεί κατά του οφειλέτη και να τα ζητήσει κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 επ.

ΑΚ), εφόσον βεβαίως δεν υπάρχει μεταξύ τους διαφορετική συμφωνία ή δεν υφίσταται ειδική διάταξη που υπερισχύει της γενικής τοιαύτης του άρθρου 525 ΑΚ, με την οποία ορίζεται διαφορετικά (ΑΠ 1100/1996). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ. η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117 πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου.

Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη. Η αοριστία δε αυτή με την έννοια της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας δεν μπορεί να θεραπευτεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, ούτε μπορεί σε αυτή να γίνει επιφύλαξη διόρθωσης ή συμπλήρωσης από την προσαγωγή ή εκτίμηση αποδείξεων, διότι αυτό αντίκειται στις διατάξεις για την προδικασία του άρθρου 111 Κ.Πολ.Δ., των οποίων η τήρηση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.

Τέλος, η ποσοτική αοριστία της αγωγής, καθώς και η για οποιοδήποτε τυπικό λόγο απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης, ελέγχεται με την αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της από 2-2-2005 αγωγής της αναιρεσείουσας προκύπτει, όπως δέχθηκε και το Εφετείο, ότι με αυτήν η τελευταία ιστορούσε τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθ. 824/2001 απόφαση του Εφετείου Πατρών το εναγόμενο (ήδη αναιρεσίβλητο) Ν.Π.Ι.Δ.

υποχρεώθηκε να καταβάλει σ' αυτήν (ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα) το ποσό των 108.706,58 ευρώ. Για την ικανοποίηση της απαίτησής της αυτής η ενάγουσα επέβαλε κατάσχεση στα χέρια της Αγροτικής Τράπεζας, ως τρίτης, σε χρηματικές απαιτήσεις του εναγομένου κατά της Τράπεζας αυτής, εκείνη δε της κατέβαλε το ποσό των 593.047,46 ευρώ και ειδικότερα:

α) 3.815,11 ευρώ για δικαστικά έξοδα, β) 12.710,44 ευρώ για έκδοση απογράφου, γ) 108.706,58 ευρώ για επιδικασθέν κεφάλαιο, δ) 36.050 ευρώ για αμοιβή δικηγόρων για τη σύνταξη δύο επιταγών προς εκτέλεση και δικαιώματα των δικαστικών επιμελητών για επιδόσεις αυτών και ε) 431.815,37 ευρώ για τόκους υπερημερίας μέχρι την 23-4-2003, αυτή δε (ενάγουσα) εξέδωσε, όπως είχε υποχρέωση, τα αναφερόμενα στην αγωγή τρία τιμολόγια για τα ως άνω ποσά που εισέπραξε από την Τράπεζα, για τα οποία κατέβαλε στην οικεία Δ.Ο.Υ., χαρτόσημο 3,6% για τα υπό στοιχεία α', β', και γ'κονδύλια, ήτοι ποσό 16.140,27 ευρώ, και ΦΠΑ ποσού 26.056,58 ευρώ για τα υπό στοιχεία γ'και δ'κονδύλια.

Ότι μετά την ανωτέρω καταβολή από την Τράπεζα, απέμεινε υπόλοιπο από 16.631,14 ευρώ για τόκους υπερημερίας του επιδικασθέντος σ' αυτήν κεφαλαίου, το οποίο της οφείλει το εναγόμενο. Και ότι η συνολική οφειλή του εναγομένου από τις προαναφερόμενες αιτίες (χαρτόσημο, ΦΠΑ και τόκους κεφαλαίου), ανήρχετο στις 9-12-2003 που όχλησε προς τούτο το εναγόμενο με το από 8-12-2003 εξώδικό της, στο ποσό των 58.827,59 ευρώ, πλην όμως το εναγόμενο αρνείται να της καταβάλει το ποσό αυτό και να παραλάβει τα εκδοθέντα τιμολόγια.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζητεί να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της κατάβάλει το παραπάνω ποσό, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της οχλήσεως (10-1202003), διαφορετικά από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως. Σύμφωνα με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα της αγωγής, σε ότι μεν αφορά τα επιδιωκόμενα ποσά για τέλη χαρτοσήμου και Φ.Π.Α., εφόσον αυτά προκαταβλήθηκαν από την ενάγουσα, νομίμως αναζητούνται αυτά από το εναγόμενο, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρο 904 επ.

ΑΚ), καθόσον πρόκειται για έξοδα εξοφλήσεως, κατά την έννοια του άρθρου 425 ΑΚ, για τα οποία υπόχρεο στην καταβολή τους είναι το εναγόμενο ως οφειλέτης, υπό τις επιφυλάξεις που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, και δεν πρόκειται για έξοδα εκτελέσεως, περίπτωση κατά την οποία υπόχρεη για την καταβολή τους θα ήταν η άνω Τράπεζα, στα χέρια της οποίας επιβλήθηκε η κατάσχεση ως τρίτης, και μετά την καταφατική δήλωση αυτής, σε περίπτωση αρνήσεώς της, θα μπορούσαν να επιδιωχθούν αυτά από την επισπεύδουσα την εκτέλεση ενάγουσα, επιχειρώντας αναγκαστική εκτέλεση εις βάρος της, με τίτλο την καταφατική δήλωση, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 989 και 904 παρ. 2 εδ.

ζ' ΚΠολΔ.

Συνεπώς με το να δεχθεί το Εφετείο ότι δεν νομιμοποιείται η ενάγουσα στην επιδίωξη από το εναγόμενο των ως άνω αγωγικών κονδυλίων διότι υπόχρεη στην καταβολή και αυτών ήταν η παραπάνω Τράπεζα, στα χέρια της οποίας επιβλήθηκε η άνω κατάσχεση ως τρίτης, ακολούθως δε να απορρίψει την αγωγή ως απαράδεκτη, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και επομένως ο μοναδικός σχετικός λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

Όμως, ως προς το επιδιωκόμενο με την αγωγή κονδύλιο (αίτημα) των τόκων, αυτή είναι αόριστη, αφού δεν αναφέρεται στο δικόγραφό της το περιεχόμενο του κατασχετηρίου αναφορικά με τους τόκους του κεφαλαίου και αν οι τόκοι αυτοί αναφέρονται στο χρονικό διάστημα μέχρι την ενάτη ημέρα από την επίδοσή του στο εναγόμενο ή σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, στοιχεία αναγκαία προκειμένου να κριθεί αν οφείλονται από το εναγόμενο ή αυτοί βαρύνουν την καθής επιβλήθηκε η κατάσχεση Τράπεζα, ως τρίτη, μετά την καταφατική δήλωση της τελευταίας, πέραν δε αυτού δεν αναφέρεται η διάρκεια του χρονικού διαστήματος που αφορούν, ώστε να μπορεί να εξαχθεί το ύψος τους, στην περίπτωση που αυτοί βάρυναν το εναγόμενο.

Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τον αντίστοιχο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος, που είχε σχέση με προβαλλόμενη ποσοτική αοριστία της αγωγής της αναιρεσείουσας, δεν κήρυξε, παρά το νόμο ακυρότητα του δικογράφου της αγωγής, ως προς το παραπάνω αίτημά της, και επομένως ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται αντίστοιχη πλημμέλεια, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνεται αβάσιμος.

Κατόπιν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που απορρίπτεται η από 2-2-2005 αγωγή της αναιρεσείουσα για επιδιωκόμενα έξοδα εξοφλήσεως της απαίτησής της (χαρτόσημο, ΦΠΑ), και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 1144/2007 απόφαση του Εφετείου Πατρών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιουλίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ