Legislator Case Law & Legislation
1297/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as lower court correctly applied binding precedent and rejected inadmissible new arguments.

Case Number 1297/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the National Bank of Greece against the final judgment of the Athens Court of Appeal. The appellant argued that the lower court failed to consider specific defenses regarding force majeure and oil loss percentages, but the court found these arguments were not clearly and definitively raised in prior proceedings. Consequently, the court ruled that the lower court did not commit a legal error by rejecting these new claims and the appeal was therefore inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Art. 580 para. 4 KPolD; Art. 25 para. 1 ND 3077/1954; Art. 269 para. 2 KPolD; Art. 527 KPolD: The Supreme Court's binding precedent on legal issues prevents the lower court from re-evaluating them, and new defenses not clearly and definitively raised in previous stages are inadmissible.

Keywords

AI generated
binding precedent inadmissible appeal clearly and definitively force majeure defense legal error review

Cited Legislation

AI generated
Art. 580 para. 4 KPolD
Art. 25 para. 1 ND 3077/1954
Art. 269 para. 2 KPolD
Art. 527 KPolD
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1297 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1297/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Nοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, με την ιδιότητα της ως οιονεί καθολικής διαδόχου της απορροφηθείσης παρ' αυτής ενταύθα εδρευούσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΕΩΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛ-ΛΕΥΣΕΩΣ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΠΟΘΗΚΩΝ ΑΕ" πρώην "ΠΡΟΝΟΜΙΟΥΧΟΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΠΟΘΗΚΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΠΑΕΓΑΕ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Σπηλιόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης : Τραπεζικής Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ABN-AMRO BANK NY" που εδρεύει στο ..., εγκατεστημένης στην Ελλάδα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Παπανδρεόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-11-1993 αγωγή και την από 22-2-1994 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11295/1995 του ίδιου Δικαστηρίου και 10847/1996 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η απόφαση 1275/1999 του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την ως άνω απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο εξέδωσε την απόφαση 3611/2001. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα επί της οποίας εκδόθηκε η 419/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την τελευταία απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 6165/2004 μη οριστική και 2874/2006 οριστική απόφαση του την αναίρεση της οποίας ζητά η αναιρεσείουσα με την από 1-8-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 2-11-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους, στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 580 παρ. 4 ΚΠολΔ, οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν. Επομένως, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας και ο Άρειος Πάγος παραπέμψει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αυτό δεσμεύεται ως προς το νομικό ζήτημα που έλυσε ο Άρειος Πάγος.

Αν ασκηθεί δε αναίρεση κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου της παραπομπής, ο Άρειος Πάγος αυτοδεσμεύεται από την προηγούμενη απόφασή του. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως έχει ως ακολούθως: Στην από 22-11-1993 αγωγή της, η αναιρεσίβλητη Τράπεζα ιστορεί ότι με σύμβαση ανοικτού επί πιστώσει λογαριασμού χορήγησε στην ανώνυμη εταιρεία ΑΡΧΟ έντοκη πίστωση 1.759.000 δολλαρίων ΗΠΑ, για την εγγύηση της οποίας και προς ασφάλειά της η πιστούχος εταιρεία μεταβίβασε σ'αυτή με νόμιμη οπισθογράφηση τέσσερα ενεχυρόγραφα της εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΡΟΝΟΜΙΟΥΧΟΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΠΟΘΗΚΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ-ΠΑΕΓΑΕ (στη θέση της οποίας υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος λόγω συγχωνεύσεως και απορροφήσεως η ήδη αναιρεσείουσα Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ), τα οποία πιστοποιούσαν την παρακατάθεση και αποθήκευση σε ιδιαίτερο παράρτημα των γενικών αποθηκών της αναιρεσείουσας, ποσότητας 639.000 χιλιογράμμων παρθένου ελαιολάδου, καταχωρήθηκε δε η γενόμενη οπισθογράφηση στο ειδικό βιβλίο μεταγραφών του υποκαταστήματος της αναιρεσείουσας, ότι λόγω παραβάσεως των όρων της συμβάσεως πιστώσεως από την πιστούχο εταιρεία, κατήγγειλε τη σύμβαση πιστώσεως και ζήτησε να ικανοποιηθεί από την αναγκαστική εκποίηση των ενεχυρασμένων ποσοτήτων ελαιολάδου, πλην όμως πληροφορήθηκε από την αναιρεσείουσα ότι αυτή βρισκόταν σε αδυναμία αποδόσεως των προϊόντων αυτών, γιατί η μεγαλύτερη ποσότητα είχε απωλεσθεί μετά από κλοπή από άγνωστους δράστες, ενώ μια μικρή ποσότητα είχε καταστεί ακατάλληλη προς βρώση, λόγω αναμείξεώς της με ηλιέλαιο.

Με βάση τα περιστατικά αυτά, ζήτησε να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα, ως υπεύθυνη κατά νόμο προς αποζημίωσή της για τις κλαπείσες ποσότητες και για την παράνομη ανάμειξη του ελαιολάδου, υποχρέωση την οποία συνομολόγησε αυτή, να της καταβάλει ως αποζημίωση το συνολικό ποσό των 329.670.600 δραχμών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 11295/1995 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοιδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η αγωγή, με νομική βάση ερειδόμενη επί της αφηρημένης αναγνωρίσεως χρέους.

Κατ' αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε έφεση και προσθέτους λόγους, οι οποίοι απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν με την υπ' αριθμ. 10847/1996 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Κατά της εφετειακής αποφάσεως ασκήθηκε από την αναιρεσείουσα αναίρεση και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1275/1999 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε για έλλειψη νόμιμης βάσης η ως άνω εφετειακή απόφαση, αναφορικά με το θέμα της υπάρξεως εξουσιοδοτήσεως του Προέδρου του Δ.Σ της αναιρεσείουσας προς σύναψη της μετά της αναιρεσίβλητης συμβάσεως αφηρημένης υποσχέσεως ή αναγνωρίσεως χρέους.

Επαναφερθείσης της υποθέσεως προς συζήτηση, το Εφετείο, δικάσαν ως δικαστήριο της παραπομπής, με την υπ' αριθμ. 3611/2001 απόφασή του, αφού έκρινε ως αόριστη την αγωγή κατά τη νομική της θεμελίωση στις διατάξεις του ν. περί Γενικών Αποθηκών, λόγω μη αναφοράς του στοιχείου της υπαιτιότητας των προστηθέντων από την αναιρεσείουσα υπαλλήλων της για τη φύλαξη του ελαιολάδου, έκρινε νόμιμη την αγωγή, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 873 και ακολούθως, κατ' αποδοχή του δευτέρου προσθέτου λόγου της εφέσεως της αναιρεσείουσας και μετ' εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, την απέρριψε κατ' ουσίαν.

Κατά της τελευταίας εφετειακής αποφάσεως άσκησε αναίρεση η ενάγουσα, ήδη αναιρεσίβλητη. Επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 419/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε εκ νέου την απόφαση του Εφετείου, για ευθεία παραβίαση με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των αναφερομένη σ' αυτή διατάξεων, αναφορικά με την εκ της συμβάσεως παρακαταθήκης αγωγική βάση.

Ειδικότερα ο Άρειος Πάγος με την τελευταία αυτή απόφασή του δέχθηκε τα εξής: Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 27, 28, 30, 33, 34 και 42 του ν.δ 3077/1954 "περί Γενικών Αποθηκών", οι Γενικές Αποθήκες (Προνομιούχος Ανώνυμη Εταιρία Γενικών Αποθηκών της Ελλάδος) έχουν ως σκοπό να αποδέχονται τη φύλαξη και συντήρηση των αποτιθεμένων σ' αυτές εμπορευμάτων ή προϊόντων και να εκδίδουν υποχρεωτικώς υπέρ των αποθετών ειδικούς εμπορεύσιμους τίτλους εις διαταγή (αξιόγραφα), καλούμενα αποθετήρια και ενεχυρόγραφα, τα οποία παραδίδονται στον αποθέτη και μεταβιβάζονται εις διαταγή ή εις λευκό, μαζί ή χωριστά και απολαμβάνουν όλων των εγγυήσεων και πλεονεκτημάτων που απονέμονται από το νόμο.

Εάν οπισθογραφηθεί και παραδοθεί από τον αποθέτη σε τρίτο πρόσωπο μόνο το ενεχυρόγραφο, στην περίπτωση που η οπισθογράφηση αυτή είναι η πρώτη, συνιστάται ενέχυρο υπέρ του κομιστή επί των αποθηκευμένων αντικειμένων για την εξασφάλιση χρηματικής απαιτήσεως (δανείου), το ποσό της οποίας σημειώνεται στην οπισθογράφηση, υπό την προϋπόθεση όμως ότι επακολουθεί μεταγραφή της οπισθογράφησης στο τηρούμενο από την εκδότρια του τίτλου ειδικό βιβλίο (άρθρο 31).

Κατά δε τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 1 και 25 του ίδιου ν.δ. "ο διαχειριζόμενος γενική αποθήκη υποχρεούται να αποδώσει το αποθηκευθέν αυτούσιο, όπως παρέλαβε αυτό. Οι ανάδοχοι γενικών αποθηκών υπέχουν ευθύνη έναντι παντός έχοντος νόμιμο δικαίωμα επί τη φυλάξει και συντηρήσει των εμπιστευθέντων αυτοίς εμπορευμάτων και προϊόντων και υποχρεούνται εις αποζημίωσιν πάσης ζημίας, προελθούσης είτε εκ πλημμελούς ενεργείας ή αμελείας των υπαλλήλων και υπηρετών, είτε εξ ελαττώματος της οικοδομής και των μηχανημάτων των αποθηκών.

Απαλλάσσονται όμως πάσης ευθύνης δι' ελλείψεις, ζημίας ή βλάβας, οφειλομένας μεταξύ άλλων εις την τύχην ή αιτίαν μη οφειλομένην εις υπαιτιότητα του αναδόχου ή των υπαλλήλων αυτού." Από τις διατάξεις αυτές του ν.δ. 3077/1954 προκύπτει ότι βασική υποχρέωση των αναδόχων των γενικών αποθηκών είναι η φύλαξη των αποτιθεμένων σ' αυτές εμπορευμάτων και η απόδοση απ' αυτούς αυτούσιων στον αποθέτη ή στον "ενεχυρόγραφο δανειστή" (προδήλως εννοείται:

στον εξ οπισθογραφήσεως λήπτη του ενεχυρογράφου) ή η εκποίηση τους με πλειστηριασμό. Η οποιαδήποτε τυχόν αδυναμία αποδόσεως των εναποτιθεμένων εμπορευμάτων και προϊόντων, η οποία μπορεί να οφείλεται σε κλοπή ή αφαίρεση αυτών, συνιστά περίπτωση μη εκπλήρωσης της υποχρεώσεως απόδοσης αυτών. Στην περίπτωση αυτή της αδυναμίας αποδόσεως των εμπορευμάτων, το πταίσμα των αναδόχων των γενικών αποθηκών για τη μη εκπλήρωση της υποχρεώσεως τους για απόδοση των εναποτιθεμένων, κατά τη σύμβαση της παρακατάθεσης, τεκμαίρεται κατ' άρθρο 335 ΑΚ, των γενικών αποθηκών, ως οφειλετών, εχουσών την υποχρέωση, προκειμένου να απαλλαγούν από την ευθύνη τους, να επικαλεστούν και να αποδείξουν ότι η αδυναμία προς εκπλήρωση οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχουν ευθύνη (άρθρο 336ΑΚ).

Τέλος, κατά το άρθρο 1223 ΑΚ, το ενέχυρο εκτείνεται και στο οφειλόμενο για το πράγμα αντάλλαγμα ή ποσό αποζημίωσης, ιδίως σε περίπτωση καταστροφής του πράγματος. Ακολούθως, ο Άρειος Πάγος, αφού εξέθεσε στην απόφασή του το προαναφερθέν περιεχόμενο της αγωγής της αναιρεσίβλητης, δέχθηκε ότι, κατ' εκτίμηση του δικογράφου της, ευρίσκει νόμιμο έρεισμα στις παραπάνω διατάξεις, χωρίς να είναι απαραίτητη για τη θεμελίωση και το ορισμένο αυτής η αναφορά, ότι οι κλοπές ή οι τυχόν νοθεύσεις των προϊόντων ελαιολάδου, που είχαν αποθηκευθεί στους χώρους της εναγομένης οφείλονται σε υπαιτιότητα των προστηθέντων από αυτήν προσώπων για τη φύλαξη των αποθεμάτων και σε τι συνίσταται η υπαιτιότητά τους.

Με την παραδοχή αυτή, αναίρεσε για τον εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγο, την ανωτέρω εφετειακή απόφαση, ως προς την απορριπτική της κρίση περί αοριστίας της αγωγής κατά τη βάση της την ερειδόμενη στις προαναφερθείσες διατάξεις και παρέμπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο. Το τελευταίο, δικάσαν ως δικαστήριο της παραπομπής, εξέδωσε αρχικά την υπ' αριθμ. 6165/2004 προδικαστική απόφαση, με την οποία, συμμορφούμενο ως προς το νομικό ζήτημα που επιλύθηκε δεσμευτικά γι' αυτό από τον Άρειο Πάγο, έκρινε νόμιμη και ορισμένη την αγωγή, ερειδόμενη στις προαναφερθείσες διατάξεις του ν.δ 3077/1954 και.

αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κατ' αποδοχή της εφέσεως της αναιρεσείουσας, παραπονούμενης για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ανέβαλε την οριστική του απόφαση και διέταξε αποδείξεις για τα αμφισβητούμενα περιστατικά της αγωγής, μετά την διεξαγωγή των οποίων, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως υπ' αριθμ. 2874/2006 απόφασή του, με την οποία, αφού επαναλήφθηκε η κρίση περί της νομικής θεμελίωσης της αγωγής στις προπαρατεθείσες διατάξεις και το ορισμένο αυτής, χωρίς ανάγκη αναφοράς του στοιχείου υπαιτιότητας των προστηθέντων από την αναιρεσείουσα υπαλλήλων της, έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν η ένδικη αγωγή.

Ήδη, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, (όχι και 8, 19 και 20), η αναιρεσείουσα προβάλλει τις αιτιάσεις α)ότι η αναιρεσίβλητη, ενεχυρούχος δανείστρια και κομίστρια μόνον του ενεχυρογράφου και όχι και του αποθετηρίου, μη συνδεόμενη με σύμβαση παρακαταθήκης με την ίδια (αναιρεσείουσα) που να την υποχρεώνει σε παροχή προς αυτήν, ώστε σε περίπτωση αδυναμίας να έχει εφαρμογή το άρθρο 335 ΑΚ, δεν νομιμοποιείται ενεργητικά στην άσκηση της ένδικης αγωγής, και β)εσφαλμένα έκρινε νόμιμη την αγωγή ερειδόμενη επί ενδοσυμβατικής ευθύνης, άλλως εσφαλμένα έκρινε ορισμένη την αγωγή, ενώ ήταν αόριστη, λόγω μη επίκλησης υπαιτιότητας των προστηθέντων υπαλλήλων της και αναφοράς των περιστατικών θεμελιώσεώς της.

Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, εφόσον ο Άρειος Πάγος, με την τελευταία υπ' αριθμ. 419/2003 απόφασή του, επέλυσε δεσμευτικά και για το Δικαστήριο αυτό, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα πρόταση, το νομικό ζήτημα της νομικής θεμελίωσης και του ορισμένου της ένδικης αγωγής, το οποίο ως εκ τούτου δεν επιδέχεται άλλη λύση.

Απαράδεκτος είναι επίσης για την ίδια ως άνω αιτία και ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το μέρος του με το οποίο η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο ότι αυτεπαγγέλτως έκρινε το ορισμένο και νόμιμο της ένδικης αγωγής αναφορικά με την επί των διατάξεων του ν.δ 3077/1954 νομική θεμελίωσή της, αν και με την έφεση και τους προσθέτους λόγους η ίδια δεν διατύπωσε σχετικό παράπονο, η δε αναιρεσίβλητη δεν άσκησε αντίθετη έφεση.

Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται η από την ανωτέρω διάταξη πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους, περί κλοπής των αποθηκευμένων προϊόντων και φύρας αυτών ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, είναι απαράδεκτος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο τους έλαβε υπόψη και τους απέρριψε ως αόριστους.

Επίσης, ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλονται οι από τους αριθμούς 9 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, είναι απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, εφόσον δεν αναφέρονται τα θεμελιωτικά των λόγων αυτών στοιχεία.

Η (ποιοτική ή ποσοτική) αοριστία του δικογράφου της αγωγής, εξετάζεται μεν αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, για να δημιουργηθεί όμως λόγος αναίρεσης από τους προβλεπόμενους με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 και 14 ΚΠολΔ, με τους οποίους ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να έχει προβληθεί στο Εφετείο και να αναγράφεται τούτο στο αναιρετήριο, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ` εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και, ειδικότερα, δεν αφορά τη δημόσια τάξη. Ο τέταρτος, επομένως, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται, όπως εκτιμάται, η από τον αριθμό 559 αριθ. 14 (όχι 1 και 19 ) ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι δηλαδή το Εφετείο δεν απέρριψε ως αόριστη την ένδικη αγωγή, καίτοι στο δικόγραφό της δεν αναφερόταν "το ύψος του ασφαλιζόμενου δανείου για κάθε ενεχυρόγραφο και επίσης η αναγραφή του στην οπισθογράφηση" είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, εφόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο, ότι ο σχετικός περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός, προτάθηκε παραδεκτά στο πιο πάνω Δικαστήριο από την αναιρεσείουσα.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 269, 527 και 262 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, για να θεωρηθεί ως εμπροθέσμως προβληθείσα (και, επομένως, παραδεκτή) η ένσταση, πρέπει να έχουν αναφερθεί εγκαίρως όλα τα αναγκαία κατά νόμον περιστατικά, που επάγονται την επιδιωκόμενη έννομη συνέπεια, αν δε, έχουν προταθεί αορίστως στην πρώτη συζήτηση και επαναφερθούν σε μεταγενέστερη ή στο εφετείο σαφώς και με πληρότητα, θεωρούνται ότι προτείνονται τότε για πρώτη φορά και υπόκεινται στην απαγόρευση, εκτός εάν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από τις προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 269 σε συνδυασμό με το άρθρο 527 ΚΠολΔ. Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, της παρά το νόμο κήρυξης ή μη κήρυξης απαραδέκτου, αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο.

Εν προκειμένω, με τους πέμπτο και έκτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλονται αντίστοιχα οι αιτιάσεις, υπαγόμενες κατ' εκτίμηση στη ρύθμιση του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ (και όχι 1), ότι δηλαδή το Εφετείο παρά τον νόμο κήρυξε το απαράδεκτο λόγω αοριστίας των ενστάσεων που πρόβαλε η αναιρεσείουσα α)περί απαλλαγής της από την ευθύνη της λόγω αδυναμίας εκπληρώσεως της παροχής και β)μερικής απαλλαγής της, λόγω υπολογισμού της φύρας.

Όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου των πρωτοβαθμίων προτάσεων της αναιρεσείουσας, που υποβλήθηκαν κατά την πρώτη συζήτηση, και εκείνου της εφέσεως, η τελευταία δεν πρόβαλε κατ' ένσταση σαφή και ορισμένο ισχυρισμό ότι η αδυναμία προς εκπλήρωση της παροχής της οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη, καθόσον η αναφορά και μόνον "περί κλοπής των αποθηκευμένων που θεμελιώνουν την απαλλαγή της από την ευθύνη εκ της αδυναμίας εκπληρώσεως της παροχής, κατά τις διατάξεις του ΑΚ και του ΝΔ 3077/1954", όπως ισχυρίσθηκε το πρώτον με τις προτάσεις της κατά τη συζήτηση της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, δεν αρκεί για τη θεμελίωση της ως άνω ενστάσεώς της.

Επομένως, το Εφετείο, που έκρινε ότι η αναιρεσείουσα δεν πρόβαλε κατ' ένσταση σαφή και ορισμένο ισχυρισμό περί αδυναμίας της προς εκπλήρωση της παροχής δεν υπέπεσε στην από την ανωτέρω διάταξη πλημμέλεια και ο περί του αντιθέτου πέμπτος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρωτοβάθμιων προτάσεών της, η αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε κατά λέξη ότι "η αγωγή τυγχάνει απορριπτέα εκτός άλλων, και διότι κατά τη διαχείριση ελαιολάδων στις αποθήκες της εναγομένης υπολογίζεται ποσοστό 3-5/% φύρα (ιζήματα, εξατμίσεις κ.λ.π.)επί του συνόλου, μη συνυπολογιζομένου κατά την απόδοση".

Κατ' αυτόν τον τρόπο διατυπούμενος ο τελευταίος ισχυρισμός, ως ένσταση εκ του άρθρου 25 παρ. 1 του ν.δ 3077/1954, δεν ήταν δεκτικός δικαστικής εκτιμήσεως, κυρίως διότι δεν διαλαμβάνετο σ' αυτόν αν είχε συμφωνηθεί με την αποθέτρια η αφαίρεση ορισμένου ποσοστού φύρας και αν είχε αναγραφεί αυτό επί των τίτλων. Η το πρώτον δε στο Εφετείο με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο εφέσεως, προβολή ορισμένης της ενστάσεως αυτής δεν μεταβάλλει τα προεκτεθέντα, αφού δεν έγινε νόμιμη επίκληση των προϋποθέσεων βραδείας προβολής, όπως προκύπτει δε από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέκρουσε ως απαράδεκτη την ενώπιον του προβολή κατά ορισμένο τρόπο αυτής, δεχθέν ανυπαρξία συνδρομής μιας των προϋποθέσεων του άρθρου 269 παρ. 2 σε συνδυασμό με το άρθρο 527 ΚΠολΔ.

Επομένως, το Εφετείο, που έκρινε ομοίως με την κύρια αιτιολογία της αποφάσεως, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και ο περί του αντιθέτου έκτος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Οι ίδιοι ως άνω λόγοι, κατά το μέρος τους με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης, είναι απαράδεκτοι, δεδομένου ότι το Εφετείο δεν εκτίμησε πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατόν να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή αυτών.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, καθισταμένου πλέον άνευ αντικειμένου του αιτήματος επαναφοράς των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως κατάσταση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε έγγραφες προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1 Αυγούστου 2006 αίτηση της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2874/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ