Supreme Court dismisses appeal on ground that lower court considered all evidence including the permit.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the deceased's heirs against the Second Instance Court's judgment. The appellants argued the lower court failed to consider a municipal permit proving the deceased was an experienced worker in renovation rather than demolition. The court ruled that the permit was already taken into account in the general assessment of evidence and did not create sufficient doubt to overturn the verdict.
Legislator headnote
AI generatedArticles 94, 96, 97, 104 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the lower court's decision is not absolutely certain regarding the consideration of the alleged error, provided only doubts exist about the foundation of the appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1296 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1296/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Μαριάνθη Παγουτέλη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4η Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:
1) T. (Τ.) χήρας L. K. (Λ. Κ.) το γένος H. K. (Χ. Κ.),
2) A. K. (Α. Κ.) του L. (Λ.),που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Αλμπανίδη,
3) E. K. ( Κ.) του L. (Λ.), ανήλικης, της οποίας την γονική μέριμνα ασκεί η μητέρα της T. (Τ.) χήρας L. K. (Λ. Κ.), κατοίκων 'Έδεσσας,
4) K. K. (Κ. Κ.) του T. (Τ.), κατοίκου Αλβανίας,
5) S. K. (Σ. Κ.) του H. (Χ.),
6)M. K. (Μ. Κ.) του H. (Χ.),
7) F. K. (Φ. Κ.) του H. (Χ.), κατοίκων Αλβανίας,
8) E. K. (Ε. Κ.) του H. (Χ.), κατοίκου Αθηνών, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Αλμπανίδη, που παραστάθηκε διά των 1ης, 3ης, 4ης, 5ης 6ης και μετά των 2ης,7ης και 8ης, αφού ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή του, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και
9) E. K. (Ε. Κ.) θυγατέρα S. M. (Σ. Μ.), κατοίκου Αλβανίας, που δεν παραστάθηκε.
Η με α/α 8η των αναιρεσειόντων παραστάθηκε και μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου Αγγελικής Διονυσοπούλου-Τούμπα, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων:
1) Ε. Ζ. του Α.,
2) Δ. Ζ. του Α.,
3) των: α) I. χήρας A. Z., το γένος Ι. Τ., β) Ε. Ζ. του Α., και γ) Δ. Ζ. του Α., κατοίκων 'Εδεσσας, μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος (01.12.2014) Α. Ζ.,
4) Δ. Α. του Γ., και
5) Μ. Α. του Γ., κατοίκου Κατερίνης,
που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Χρύσα Ζερδελή-Μάσσα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ’ αριθμ. 214/22-10-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας. Εκδόθηκαν η 74/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1936/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-3-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαριάνθης Παγουτέλη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3, όπως η τελευταία παράγραφος τροποποιήθηκε με το άρθρο 63 του ν. 4509/2017, 97 και 104 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, η, προς τον οποίο, πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή. Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο ελέγχει, αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη της πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της (ΟλΑΠ 13/2008).
Από τις ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό μ` αυτές των άρθρων 576 παρ. 2 και 577 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, επί ερημοδικίας των διαδίκων που φέρονται ότι άσκησαν την αναίρεση, χωρίς την απόδειξη της υπάρξεως πληρεξουσιότητας αυτών προς τον υπογράφοντα αυτή (αναίρεση) δικηγόρο, η τελευταία απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 165/2020, ΑΠ 1320/2020, ΑΠ 1053/2018, ΑΠ 243/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, η, από 04.03.2019 και με ειδικό αριθ. κατάθεσης 99/12-3-2019, αίτηση αναίρεσης κατά της, με αριθ. 1936/27-7-2018, τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, επί των ασκηθεισών, από τους ενάγοντες και τους εναγομένους, αντίθετων εφέσεων κατά της, με αριθ. 74/2015, οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών επί της, από 10.10.2013 και με αριθ. κατάθεσης 214/22-10-2013, αγωγής των ήδη αναιρεσειόντων, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, στις 12.03.2019, πριν από κάθε κοινοποίηση και εντός της, υπό του νόμου, τασσόμενης προθεσμίας των δύο (2) ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, που έγινε στις 27.07.2018 (άρθρο 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 144 ΚΠολΔ).
Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), ως προς τους οκτώ (8) πρώτους αναιρεσείοντες, οι οποίοι νομίμως παραστάθηκαν στην παρούσα συζήτηση με τους νόμιμα διορισμένους πληρεξούσιους δικηγόρους τους. Όμως, όσον αφορά την ένατη, μη εμφανισθείσα στο ακροατήριο, αναιρεσείουσα E. K., κάτοικο Αλβανίας, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, διότι δεν αποδεικνύεται η χορήγηση πληρεξουσιότητας της αναιρεσείουσας αυτής, με έναν από τους προαναφερόμενους τρόπους, προς την υπογράφουσα την αίτηση αναίρεσης και επισπεύδουσα τη συζήτηση δικηγόρο Έδεσσας Μαρία Χατζηχαρίση, όπως άλλωστε και από τον παραστάντα στο ακροατήριο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, Δημήτριο Αλμπανίδη, συνομολογείται με τις γραπτές προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, παρότι φέρεται και αυτή ως επισπεύδουσα την παρούσα συζήτηση, μαζί με τους λοιπούς οκτώ (8) αναιρεσείοντες (βλ. τις προσκομιζόμενες υπ’ αριθμ. ..., ... και .../16-5-2019, εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Θεσσαλονίκης, ΕΛΕΝΗΣ Δ. ΛΑΚΗ).
[II] Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτουν τα ακόλουθα ως προς τη διαδικαστική πορεία της ένδικης υπόθεσης:
Στην από 10.10.2013 αγωγή τους, την οποία έστρεφαν, μεταξύ άλλων, και κατά του Α. Ζ. του Ε., ο οποίος απεβίωσε μετά τη συζήτηση της αγωγής και πριν από τη δημοσίευση της πρωτόδικης απόφασης και κληρονομήθηκε από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, ήτοι τη χήρα του Ι. (ήδη υπό στοιχ. 3α' αναιρεσίβλητη) και τα τέκνα του Ε. και Δ. (δύο πρώτους αναιρεσίβλητους), που ήταν εξ αρχής διάδικοι, οι αναιρεσείοντες - ενάγοντες, ιστορούσαν ότι, υπό τις συνθήκες που αναλυτικώς περιγράφονται στην αγωγή τους, προκλήθηκε εργατικό ατύχημα κατά την κατεδάφιση παλαιάς οικίας που ανήκει εξ αδιαιρέτου στους εναγομένους, στο οποίο (ατύχημα) τραυματίστηκε θανάσιμα ο οικείος τους L. K., εργάτης κατεδαφίσεων, λόγω μη λήψης των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας που έπρεπε να λάβουν οι ανωτέρω εργοδότες. Σε ακολουθία του ιστορικού αυτού, που αναλύεται ειδικά στην αγωγή, ζητούσαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ο καθένας εις ολόκληρον, να τους καταβάλουν για αποζημίωση και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, τα αιτούμενα με την αγωγή ποσά.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, (Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας) με την υπ’ αριθ. 74/2015, απόφασή του, δεχόμενο ως εν μέρει ουσιαστικά βάσιμη τη σχετική ένσταση των εναγομένων, έκρινε ότι ο θανών ήταν συνυπαίτιος στην πρόκληση του ατυχήματος, κατά ποσοστό 40%, και επιδίκασε στους ενάγοντες τα αναφερόμενα στην απόφαση χρηματικά ποσά για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν από αμφότερα τα διάδικα μέρη αντίθετες εφέσεις, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, με αριθ. 1936/2018, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη η έφεση των εναγόντων και έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η έφεση των εναγομένων, ο θανών αναγνωρίστηκε συνυπαίτιος του ατυχήματος κατά ποσοστό 50% και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να καταβάλουν ο καθένας εις ολόκληρον, η δε Ι. Ζ. μόνο κατά τον λόγο της κληρονομικής της μερίδας, στην πρώτη έως και τρίτη ενάγουσα από είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000) ευρώ στην κάθε μία, στην τέταρτη ενάγουσα το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ και στους πέμπτο έως και όγδοη των εναγόντων το ποσό των δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ στον καθένα, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, ενώ απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη, ως προς την ένατη ενάγουσα, E. K., πεθερά του θανόντος.
[III] Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 551/1914 «περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχημάτων εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων», όπως κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 ΕισΝΑΚ), προκύπτει ότι ατύχημα από βίαιο συμβάν, το οποίο επέρχεται σε εργάτη ή υπάλληλο των αναφερόμενων στο άρθρο 2 του άνω νόμου επιχειρήσεων, κατά την εκτέλεση τη εργασίας ή εξ αφορμής αυτής (εργατικό ατύχημα) για το οποίο παρέχεται δικαίωμα αποζημίωσης κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού, θεωρείται κάθε βλάβη του σώματος ή της υγείας (συμπεριλαμβανομένου και του θανάτου), η οποία είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, άσχετου προς τη σύσταση του οργανισμού του παθόντος, το οποίο δεν θα συνέβαινε αν δεν υπήρχε η εργασιακή σχέση και η, υπό ορισμένες συγκεκριμένες συνθήκες, παροχή της εργασίας του (ΟλΑΠ 1287/1986).
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 914, 932 του ΑΚ και 1 και 16 του ως άνω Ν. 551/1914, προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημίωσε άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στα άρθρο 297, 298, 299 ΑΚ, ενώ κατά το άρθρο 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, ιδίως σ` εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του, σε περίπτωση δε θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης.
Από τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, συνδυαζόμενες και με τις διατάξεις των άρθρων 330 ΑΚ και 15 ΠΚ, συνάγεται ότι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης προς καταβολή αποζημίωσης ή (και) χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, είναι η ύπαρξη παράνομης συμπεριφοράς, οφειλόμενης σε υπαιτιότητα του δράστη, η πρόκληση ζημίας ή αναλόγως ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας ή της ηθικής βλάβης και ψυχικής οδύνης που προκλήθηκαν.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που προσβάλλει τα προστατευόμενα από τον νόμο δικαιώματα ή συμφέροντα άλλου και μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αυτό συμβαίνει όταν υφίσταται από τον νόμο ή από δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και το γενικό πνεύμα του δικαίου, υποχρέωση προστασίας και ειδικότερα όταν με προηγούμενη πράξη του δημιούργησε κάποιος κατάσταση επικινδυνότητας, χωρίς να έχει λάβει τα αναγκαία μέτρα για την αποτροπή του κινδύνου.
Υπαίτια είναι η συμπεριφορά που επιτρέπει να αποδοθεί στον δράστη προσωπική μομφή, δηλαδή η υπαιτιότητα βασίζεται στον ψυχικό δεσμό του δράστη με την αδικοπραξία. Έτσι, αν η ζημία οφείλεται σε υπαιτιότητα του ίδιου του παθόντος δεν δικαιούται αποζημίωσης, ενώ σε περίπτωση συντρέχοντος πταίσματός του, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της κατά ορισμένο ποσοστό, ως προς το οποίο η κρίση του είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, αφού είναι κρίση περί τα πράγματα (ΑΠ 677/2011).
Με την έννοια αυτή η υπαιτιότητα, ως όρος της αδικοπρακτικής ευθύνης, διακρίνεται από τον παράνομο χαρακτήρα της προσβολής δικαιώματος ή έννομου συμφέροντος, ενδέχεται όμως η αμέλεια στη συμπεριφορά να την καθιστά συγχρόνως και παράνομη ή αντιστρόφως η πράξη της παράνομης προσβολής να υποδηλώνει η ίδια και την ύπαρξη υπαιτιότητας με τη μορφή ειδικότερα της αμέλειας, που συμβαίνει όταν η προσβολή συνίσταται στην παράβαση του γενικού καθήκοντος επιμέλειας, σύμφωνα με το οποίο αξιώνεται από κάθε κοινωνό να συμπεριφέρεται όπως ο μέσος συνετός συναλλασσόμενος, άσχετα αν κατά τα λοιπά η συμπεριφορά του αποτελεί ή όχι και παράβαση συγκεκριμένου απαγορευτικού ή επιτακτικού κανόνα δικαίου.
Εξ άλλου, πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας που προκλήθηκε, υπάρχει όταν η συμπεριφορά αυτή, κατά τον χρόνο και τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει τη συγκεκριμένη ζημία ή αναλόγως την αντίστοιχη ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη (ΑΠ 1361/2013).
Τέτοια υπαίτια συμπεριφορά, άλλωστε, προκειμένου περί οικοδομικών εν γένει εργασιών, θεμελιώνεται και από τη μη τήρηση των διατάξεων του Π.Δ. 778/1980 «περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών» από τους, κατά νόμο, υπεύθυνους του έργου.
Εξάλλου, ο ν. 1396/1983 «υποχρεώσεις λήψης και τήρησης των μέτρων ασφαλείας στις οικοδομές και λοιπά ιδιωτικά τεχνικά έργα» προβλέπει:
(α) στο άρθρο 3, τις υποχρεώσεις του εργολάβου, οι οποίες, εκτός άλλων, συνίστανται στη λήψη και στην τήρηση των μέτρων ασφαλείας, που αφορούν ολόκληρο το έργο, καθώς και στην τήρηση των οδηγιών του επιβλέποντος, όπως προβλέπονται στο άρθρο 7 του ίδιου νόμου,
(β) στο άρθρο 4, τις υποχρεώσεις του κυρίου του έργου, σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολόκληρου του έργου σ’ έναν εργολάβο, οι οποίες είναι:
1. να λαμβάνει πριν από την εγκατάσταση κάθε εργολάβου ή υπεργολάβου τμήματος του έργου και να τηρεί, όσο διαρκεί το έργο αυτό, όλα τα μέτρα ασφαλείας, τα οποία του υποδεικνύει ο επιβλέπων το έργο, εφόσον αυτά δεν αφορούν σε τμήματα του έργου που ανέλαβαν και εκτελούν εργολάβοι ή υπεργολάβοι.
2. Σε περίπτωση διακοπής των εργασιών να λάβει όλα τα μέτρα, τα οποία του υποδεικνύει εγγράφως ο επιβλέπων το έργο και να τα διατηρεί αναλλοίωτα καθ’ όλη τη διάρκεια της διακοπής.
3. Πριν από την έναρξη των εργασιών που διακόπηκαν να ειδοποιήσει εγγράφως τον επιβλέποντα το έργο και
(γ) στο άρθρο 7, τις υποχρεώσεις του επιβλέποντος μηχανικού, οι οποίες είναι:
1. Να δίνει οδηγίες κατασκευής, σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, για την εκτέλεση εργασιών αντιστηρίξεων, σταθερών ικριωμάτων και πίνακα διανομής ηλεκτρικού ρεύματος. Να επιβλέπει την τήρηση των οδηγιών αυτών πριν από την έναρξη των εργασιών και περιοδικά κατά την εκτέλεσή τους.
2. Να δίνει οδηγίες, σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, για τη λήψη μέτρων ασφαλείας από κινδύνους που προέρχονται από εναέριους και υπόγειους αγωγούς της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) και να επιβλέπει την τήρησή τους.
3. Να επιβλέπει την εφαρμογή της μελέτης μέτρων ασφαλείας που αναφέρεται στο άρθρο 6 του νόμου αυτού και να δίνει σχετικές οδηγίες.
4. Να δίνει οδηγίες σε περίπτωση σοβαρών ή επικίνδυνων έργων και εάν χρειάζεται να συντάσσει μελέτη για την προσαρμογή των προδιαγραφών των μέτρων ασφαλείας που προβλέπονται.
Να υποδεικνύει εγγράφως στον κύριο του έργου στην περίπτωση του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του παρόντος τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας κατά περίπτωση και φάση του έργου.
Περαιτέρω, στο ΠΔ 1073/1981 «περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν εργασιών εις εργοτάξια οικοδομών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητος πολιτικού μηχανικού» ορίζονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής:
Επί των πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητας πολιτικού μηχανικού, συμπεριλαμβανομένων και των οικοδομικών τοιούτων, τηρούνται υπό των κατά νόμο υπευθύνων, πέραν των διατάξεων του ΠΔ 778/1980 και οι ειδικές διατάξεις των επόμενων άρθρων (άρθρο 1). Προ της ενάρξεως των εργασιών της κατεδαφίσεως ενός έργου, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η αντοχή και η ευστάθεια κάθε τμήματος αυτού (άρθρο 18). Ο εργαζόμενος επιφορτίζεται με εργασία κατεδαφίσεως όταν είναι κατάλληλος για την εργασία αυτή και έχει επαρκή γνώση και εμπειρία (άρθρο 19). Η κατεδάφιση εκτελείται εκ των άνω προς τα κάτω και από ύψος όχι μεγαλύτερο του 1,50 μέτρου πάνω από το δάπεδο εργασίας και προκειμένου περί δαπέδου ικριώματος μέχρι ύψος 0,50 εκατοστά του μέτρου (άρθρο 22).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής, των ενστάσεων κ.λπ. των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, ήτοι αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017, ΟλΑΠ 7/2006).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους [αντιφατική αιτιολογία], (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 38/2020).
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικά στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1802/2017).
[IV] Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
«| [...] Στις 22 Οκτωβρίου 2010, ο τρίτος εναγόμενος και ήδη θανών Α. Ζ. του Ε., στη θέση του οποίου υπεισήλθαν, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του τα τέκνα του Ε. και Δ. Ζ. και η χήρα του Ι. Ζ., ενεργώντας για λογαριασμό των τέκνων του, πρώτου και δεύτερης των εναγομένων, καθώς και της μη διαδίκου Α. Ζ. χήρας Γ. Α., δικαιοπάροχου των τέταρτου και πέμπτης των εναγομένων Δ.
και Μ. Α., συμφώνησε με τον Λ. Κ., υπήκοο Αλβανίας, σύζυγο της πρώτης ενάγουσας, πατέρα της δεύτερης και τρίτης των εναγουσών, τέκνο της τέταρτης ενάγουσας, αδελφού των πέμπτου έως και όγδοου των εναγόντων και γαμπρού της ένατης των εναγόντων, να προβεί στην κατεδάφιση μίας παλαιάς διώροφης οικίας που βρίσκεται στον παραδοσιακό οικισμό ..., στην Έδεσσα.
Ιδιοκτήτες αυτής ήταν ο πρώτος και η δεύτερη εναγομένη σε ποσοστό 2/12 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, η Α. Ζ. – Ά. κατά την ψιλή κυριότητα των 4/12 εξ αδιαιρέτου, ο δε A. Z. ήταν επικαρπωτής του τελευταίου ποσοστού των 4/12 εξ αδιαιρέτου. Οι τέταρτος και πέμπτη των εναγομένων είναι οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της προαναφερόμενης Α.
Ζ. - Ά, η οποία απεβίωσε κατά το επίδικο ατύχημα, όπως θα αναφερθεί στη συνέχεια, αποδέχτηκαν δε την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομιά επ’ ωφελεία απογραφής. Ότι για την κατεδάφιση που επρόκειτο να λάβει χώρα είχε δοθεί έγκριση από τριμελή επιτροπή αποτελούμενη από υπαλλήλους της ΤΥΔΚ Πέλλας, καθώς το κτίσμα είχε κριθεί επικίνδυνο ως ετοιμόρροπο, κατόπιν αιτήσεως που είχαν υποβάλει οι ανωτέρω συνιδιοκτήτες στην πολεοδομία Έδεσσας.
Σύμφωνα με το ανωτέρω έγγραφο (πρωτόκολλο επικινδυνότητας οικοδομής) του Τμήματος Πολεοδομίας Έδεσσας, που φέρει αριθμό 2/2009, οι εργασίες έπρεπε να εκτελεστούν άμεσα, με την επίβλεψη υπεύθυνου αρμόδιου τεχνικού και με την υποβολή σχετικών δηλώσεων στο αρμόδιο Πολεοδομικό Γραφείο. Δηλαδή, ναι μεν δεν απαιτούνταν η έκδοση αδείας κατεδάφισης λόγω του επείγοντος χαρακτήρα του έργου, ήταν όμως υποχρεωτικό το έργο αυτής να επιβλέπεται από ειδικό τεχνικό για προφανείς λόγους, που συνίσταντο στην αποτροπή οποιονδήποτε δυσμενών συνεπειών θα μπορούσαν να προκύψουν κατά την κατεδάφιση της ήδη ετοιμόρροπης οικίας σε πρόσωπα ή πράγματα.
Η σαφής πρόβλεψη για τη μη έκδοση αδείας κατεδάφισης και την ανάθεση της επίβλεψης της κατεδάφισης κτηρίου σε πολιτικό μηχανικό διατυπώνεται στο άρθρο 22 παρ. 1 περ. γ' εδ. β' του Π.Δ. 1073/1981 για τα μέτρα ασφαλείας στις οικοδομικές εργασίες. Ωστόσο δεν επιλέχθηκε πολιτικός μηχανικός για να προβεί στην επίβλεψη, αλλά ο A.
Z., ενεργώντας πάντοτε για λογαριασμό και των λοιπών συνιδιοκτητών της οικοδομής, επέλεξε να αναθέσει την κατεδάφιση στον K. L., δηλαδή τον οικείο των εναγόντων που, κατά τη συμφωνία τους, θα εκτελούσε την πιο πάνω εργασία μαζί με άλλα τρία άτομα, ομοεθνείς του, τους οποίους ανέλαβε να βρει ο ίδιος και των οποίων η αμοιβή θα καταβαλλόταν από τους ιδιοκτήτες.
Πράγματι κατά τον ανωτέρω χρόνο ξεκίνησαν οι εργασίες κατεδάφισης, με την αφαίρεση των υλικών της μισοκατεδαφισμένης στέγης, των παραθύρων και παλαιών αντικειμένων, όλες δε οι σχετικές εργασίες γίνονταν χειρονακτικά και με εργαλεία χειρός (αλυσοπρίονα, φτυάρια, αξίνες κλπ), ορισμένα ιδιοκτησίας του K.
L. και ορισμένα του γείτονα των ιδιοκτητών, του A. Π., που τους τα δάνεισε κατά χρήση. Ότι στις 25 Οκτωβρίου του ίδιου έτους, τέταρτη ημέρα των εργασιών, είχαν κατεδαφιστεί οι τοίχοι του δευτέρου ορόφου εκτός από το νότιο, ο δε Λ. Κ. ξεκίνησε να αφαιρεί τα ξύλινα οριζόντια δοκάρια που ήταν στερεωμένα μεταξύ του βόρειου και του νότιου τοίχου.
Το συνολικό ύψος των τοίχων ήταν 5 έως 6 μέτρα περίπου και το πάχος τους 60 cm, ήταν δε χτισμένοι από πουρόπετρα και λάσπη. Ο θανών, αφού αφαίρεσε το δάπεδο του πρώτου ορόφου, έκοψε με αλυσοπρίονο τα ξύλινα δοκάρια που συνιστούσαν τη στήριξη του δαπέδου, παρά τις αντιρρήσεις των υπολοίπων εργατών που ανησυχούσαν για την σταθερότητα του αριστερού (σε σχέση με την πρόσοψη) ή άλλως νότιου τοίχου, ο οποίος είχε πάρει κλίση πριν ακόμη αρχίσουν οι εργασίες κατεδάφισης.
Ότι, όσο εκτελούσε αυτή την εργασία, οι λοιποί τρεις εργάτες ασχολούνταν με τη μεταφορά των μπάζων έξω από το χώρο του έργου. Την ίδια ώρα έφθασε και εισήλθε στο εσωτερικό του κτίσματος η προαναφερόμενη A. Ζ. για να προσφέρει καφέδες και τυρόπιτες στους εργάτες, ο δε εναγόμενος Ε. Ζ. βρισκόταν στον χώρο από το πρωί και παρακολουθούσε την πορεία των εργασιών.
Οι εργάτες έκαναν διάλειμμα και η Α. με τον Ε. Ζ., το Λ. Κ. και τον Ε. Κ. παρέμειναν στο εσωτερικό του κτιρίου. Προς την πλευρά του δρόμου στέκονταν οι άλλοι δυο εργάτες Σ. Κ. και Τ. Χ.. Τότε, αιφνιδιαστικά, κατέρρευσε ο αριστερός (νότιος) τοίχος, με αποτέλεσμα να καταπλακώσει τον Λ. Κ. και τον Ε. Κ., καθώς και την A.
Ζ.. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι δύο εργάτες καλύφθηκαν εντελώς από τα οικοδομικά υλικά, ενώ από τα δύο μέλη της οικογένειας Ζ. η μεν A. Ζ. καλύφθηκε μέχρι τη μέση του σώματός της και υπέστη ακρωτηριασμό του ενός ποδιού εξ αιτίας του οποίου κατέληξε νοσηλευόμενη, λόγω ακατάσχετης αιμορραγίας, ο δε Ε., που πρόλαβε να κινηθεί προς τον εξωτερικό χώρο, τραυματίστηκε στο πόδι.
Δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο ότι ο Λ. Κ. εξέπνευσε αμέσως και ως αιτία θανάτου του διαπιστώθηκε η ασφυξία λόγω της καταπλάκωσής του από τα θραύσματα του τοίχου, ενώ ο Ε. Κ. απεβίωσε αργότερα στο νοσοκομείο. Ο Σ. Κ., που αντιλήφθηκε την κατάρρευση του τοίχου πρώτος, φωνάζοντας «πέφτει ο τοίχος», τράβηξε τον Τ.
Χ. από το χέρι και οι δύο τους απέφυγαν τον κίνδυνο.
Ότι η κατάρρευση του τοίχου οφείλεται στη λανθασμένη πρακτική που ακολουθήθηκε και ειδικότερα στο ότι οι ιδιοκτήτες του κτίσματος και κύριοι του έργου, υπεύθυνοι για την εκτέλεση της κατεδάφισης, εφόσον δεν ανέθεσαν αυτήν σε εργολάβο (άρθρο 4 του ν. 1396/1983), παραλλήλως δε και πλασματικοί εργοδότες του παθόντος κατά το άρθρο 8 παρ. 5 του Α.Ν. 1846/1951, παρέλειψαν να αναθέσουν την επίβλεψη της κατεδάφισης σε πολιτικό μηχανικό, οποίος θα υποδείκνυε τον ορθό τρόπο εκτέλεσης των έργων. Επακόλουθο της παράλειψης αυτής ήταν ότι δεν χρησιμοποιήθηκαν μεταλλικά ικριώματα, αν και το ύψος των τοίχων ήταν άνω των τεσσάρων μέτρων (άρθρο 31 Π.Δ. 1073/1981), αλλά και μέτρα αντιστήριξης του νότιου τοίχου, που είχε ήδη πάρει επικίνδυνη κλίση, εξ αιτίας της οποίας το κτήριο είχε κριθεί ετοιμόρροπο. Αντιθέτως, ανέλαβαν να επιβλέψουν οι ίδιοι τις εργασίες της κατεδάφισης διά του εκπροσώπου τους Α. Ζ., τον οποίο την ημέρα του ατυχήματος αντικατέστησε στην επίβλεψη ο Ε. Ζ., χωρίς να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας για την προστασία της υγείας των εργαζομένων που απασχόλησαν.
Περαιτέρω, όμως, το επίδικο ατύχημα οφείλεται πρωτίστως στην αμέλεια του θανόντος Λ. Κ., καθώς αυτός προέβη σε αντικανονική και μη ενδεδειγμένη από τους κανόνες της οικοδομικής τέχνης ενέργεια, αποκόπτοντας τα ξύλινα δοκάρια που ένωναν τους πλευρικούς τοίχους και αγνοώντας την εμφανή, λόγω των ρωγμών και των κλίσεων, σαθρότητα των τελευταίων.
Έτσι απέκοψε το μοναδικό στοιχείο στήριξης αυτών, αφού όλα τα υπόλοιπα συνδετικά στοιχεία, όπως τα δάπεδα, είχαν ήδη αφαιρεθεί. Ο θανών, δηλαδή, ενήργησε και αυτός με αμέλεια, ενώ είχε διαβεβαιώσει τον Α. Ζ. που τον προσέλαβε ότι διαθέτει εμπειρία και ότι μπορεί να διεκπεραιώσει την ανωτέρω εργασία. Σύμφωνα με την ένορκη βεβαίωση του Α.
Π., ο θανών είχε αναλάβει για λογαριασμό του ακριβώς την ίδια εργασία, δηλαδή την κατεδάφιση της δικής του ετοιμόρροπης οικίας, γι’ αυτό και τον είχε συστήσει στον Α. Ζ.. Ο θανών μπορούσε και όφειλε να συνεκτιμήσει ότι η ενέργεια της αφαίρεσης των δοκαριών στήριξης του δαπέδου, που λειτουργούσαν και ως στοιχεία αντιστήριξης των πλευρικών τοίχων, θα προκαλούσε την κατάρρευση του νότιου τοίχου, του μόνου από τους πλευρικούς τοίχους που δεν είχε καθαιρεθεί στο ύψος του πρώτου ορόφου και ο οποίος είχε εμφανίσει κλίση πριν από την κατεδάφιση, ο δε κίνδυνος κατάρρευσής του ήταν εμφανής και μπορούσε να γίνει αντιληπτός από τον θανόντα.
Ο τελευταίος δεν ήταν ο αδαής και άπειρος αγροτικός εργάτης που περιστασιακά ασχολούνταν με οικοδομικές εργασίες, όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες, αλλά εργαζόταν συστηματικά ως οικοδόμος και ήταν γνωστός στους κατοίκους του εν λόγω παραδοσιακού οικισμού επειδή αναλάμβανε εργασίες, κυρίως σε παλαιές κατοικίες.
Σταθμίζοντας, επομένως, τον βαθμό αμέλειας των δυο πλευρών, δηλαδή των κυρίων του έργου και πλασματικών εργοδοτών του θανόντος, που παρέλειψαν τον ορισμό επιβλέποντος μηχανικού και από άγνοια δεν καθοδήγησαν τον θανόντα στον ορθό τρόπο εκτέλεσης της εργασίας σε σχέση με την εντελώς παρακινδυνευμένη ενέργεια του τελευταίου, που αυτή μόνη προκάλεσε την πτώση του τοίχου, το δικαστήριο κρίνει ότι ο θανών είναι συνυπαίτιος στην πρόκληση του ατυχήματος σε ποσοστό 50%.
Ως προς τον ισχυρισμό των εναγομένων, ότι ο θανών ανέλαβε την κατεδάφιση της οικίας τους σε εκτέλεση συμβάσεως έργου και όχι εξαρτημένης εργασίας θα πρέπει να λεχθεί ότι, κατά την κρίση του δικαστηρίου, οι εναγόμενοι, ήδη πλασματικοί εργοδότες λόγω της σχέσης ιδιοκτησίας και επικαρπίας, αντίστοιχα, με το ακίνητο ανέθεσαν τις εργασίες όχι σε εργολάβο αλλά σε εξειδικευμένο εργάτη (οικοδόμο), ο οποίος συγκρότησε μεν συνεργείο με άλλους τρεις εργάτες, χωρίς όμως να τους έχει προστήσει στο έργο, καθώς οι προστήσαντες αυτούς και καταβάλλοντες την αμοιβή τους ήταν οι εναγόμενοι.
Παρά δε την έλλειψη εμπειρίας, εκ μέρους των ιδιοκτητών, στην εκτέλεση του έργου, αυτοί δεν αποποιήθηκαν το δικαίωμα επίβλεψης και παροχής οδηγιών, το οποίο εξάλλου, εφόσον δεν ανέθεσαν το έργο σε εργολάβο, δεν θα μπορούσαν και να το μεταθέσουν σε τρίτο πρόσωπο. Υπό την έννοια αυτή είναι αδιάφορο για το δικαστήριο το πόσο συχνά εμφανίζονταν στο έργο και σε ποιο βαθμό άσκησαν το σχετικό δικαίωμα.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι ο θανών συνδεόταν με τους εναγομένους (και τους διαδόχους τους) με σχέση εξαρτημένης εργασίας και όχι έργου, δεν έσφαλε. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο αποβιώσας Λ. Κ., κάτοικος εν ζωή Έδεσσας, που γεννήθηκε το έτος 1969 και ήταν Αλβανός υπήκοος, κατέλιπε κατά το χρόνο του θανάτου του ως πλησιέστερους συγγενείς τη σύζυγο του πρώτη ενάγουσα, τις δύο ανήλικες θυγατέρες του, δεύτερη και τρίτη ενάγουσες, τη μητέρα του, τέταρτη ενάγουσα και τα αδέλφια του, πέμπτο έως και όγδοη ενάγοντες.
Εκτός από αυτούς, μεταξύ των οικείων του περιλαμβάνεται και η πεθερά του. Ο θανών κατοικούσε στην Έδεσσα με την οικογένειά του και ζούσε με αυτούς αγαπημένα, διατηρώντας ταυτόχρονα σχέσεις με τη μητέρα και τα αδέλφια του, που ζούσαν στο ... της Αλβανίας. Ο θάνατός του προκάλεσε σε όλους θλίψη και ιδίως στη σύζυγό του και τα παιδιά του, τα οποία στερήθηκαν την παρουσία, την προστασία και την αγάπη του, το ίδιο δε συνέβη και στους λοιπούς εξ αίματος συγγενείς του, που έχασαν τον γιο και αδελφό τους σε νεαρή ηλικία.
Υπέστησαν, επομένως, ψυχική οδύνη, για την ικανοποίηση της οποίας, σύμφωνα με το άρθρο 932 ΑΚ, το δικαστήριο κρίνει, ενόψει των όσων αποδείχθηκαν και εκτέθηκαν παραπάνω, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών και του χρόνου τελέσεως του επιδίκου εργατικού ατυχήματος, του είδους της βλάβης, της βαρύτητας του πταίσματος των εναγομένων, της συνυπαιτιότητας του παθόντος,, της ηλικίας, της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των δικαιούχων, της καλής οικονομικής και κοινωνικής καταστάσεως των εναγομένων ότι αυτοί δικαιούνται το ανάλογο χρηματικό ποσό και συγκεκριμένα η σύζυγος και τα παιδιά του το ποσό των 25.000 ευρώ ο καθένας, η μητέρα το ποσό των 10.000 ευρώ και τα αδέλφια του το ποσό των 2.500 ευρώ ο καθένας.
Ότι, όσον αφορά την πεθερά του θανόντος και ένατη ενάγουσα, πρέπει να λεχθεί ότι στο δικαστήριο δεν εισφέρθηκε κανένα στοιχείο για τη μεταξύ τους σχέση ώστε να αποδεικνύεται ότι αυτή πράγματι υπέστη ψυχική οδύνη από το θάνατό του. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εκτίμησε διαφορετικά το βαθμό πταίσματος του θανόντος και το ποσό της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης που πρέπει να καταβληθεί στους ενάγοντες, επιδίκασε δε αυτή και στην ένατη ενάγουσα, έσφαλε, δεκτών γενομένων των λόγων της Β έφεσης και απορριπτόμενων των αντίστοιχων λόγων της Α' έφεσης [...]|».
[V] Με τις προεκτεθείσες παραδοχές και τη βασισθείσα σε αυτές κρίση του, το Εφετείο προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών - που αναιρετικώς ανέλεγκτα, έκρινε ως αποδεδειγμένα - στις προαναφερθείσες, στην προηγούμενη παράγραφο μείζονα σκέψη, διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή.
Και τούτο διότι τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ανταποκρίνονται στην ύπαρξη των προϋποθέσεων που τάσσονται από τις διατάξεις αυτές και καταφάσκουν στην ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής αφενός ως προς την υπαίτια και αμελή συμπεριφορά των εναγομένων για τη μη λήψη μέτρων ασφαλείας, ως ιδιοκτητών της οικοδομής και κυρίων του έργου και συνεπώς και εργοδοτών του θανόντος και μάλιστα για τη μη πρόσληψη επιβλέποντος μηχανικού, και αφετέρου στην ουσιαστική βασιμότητα της ένστασης συνυπαιτιότητας του ίδιου του θανόντος, ο οποίος, κατά τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα, ήταν έμπειρος στις οικοδομικές εργασίες τέτοιου είδους και δεν ήταν απλός αγροτικός εργάτης.
Διέλαβε δε, το Δικαστήριο της ουσίας, στον υπαγωγικό συλλογισμό του, επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω, όσον αφορά το ουσιώδες ζήτημα ότι συνυπαίτιοι του ενδίκου ατυχήματος τυγχάνουν οι εναγόμενοι και ο θανών, οικείος των εναγόντων, κατά ποσοστό 50% η κάθε πλευρά.
Επομένως, οι, περί του αντιθέτου, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη οι, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικές πλημμέλειες είναι αβάσιμοι.
[VI] Κατά το άρθρο 559 αριθμ.11 εδάφ. γ` του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των κρίσιμων γεγονότων ή πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, δηλαδή λυσιτελών, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 343/2017), οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο.
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Δεν συνάγεται ότι δεν έχει ληφθεί υπόψη έγγραφο από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην πληττόμενη απόφαση όλα τα έγγραφα, εκτός από εκείνο στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.
Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 218/2018, ΑΠ 295/2011).
Στην ερευνώμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη την, υπ' αριθ. 68/2004, άδεια της πολεοδομίας Έδεσσας, την οποία νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν και από την οποία προέκυπτε ότι οι εργασίες που αφορούσε η άνω άδεια στην οικοδομή του Α.
Π., στην οποία είχε εργαστεί ο θανών, οικείος των εναγόντων, ήταν εργασίες αναπαλαίωσης και όχι κατεδάφισης, όπως ο ίδιος ως άνω ιδιοκτήτης της ανέφερε στην, υπ’ αριθ. 12827/19-3-2014, ένορκη βεβαίωσή του. Το έγγραφο αυτό (άδεια «αναπαλαίωσης» της Πολεοδομίας Έδεσσας) οι ενάγοντες επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν προκειμένου να αποδείξουν την αβασιμότητα της ένστασης συνυπαιτιότητας του θανόντος στον θανάσιμο τραυματισμό του, επικαλούμενοι ότι αυτός ήταν άπειρος σε τέτοιου είδους εργασίες που αφορούσαν κατεδαφίσεις οικιών.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη γενική μνεία στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του και « [...] από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα, ακόμη και αν δεν πληρούν τις διατάξεις του νόμου, ως πλήρη αποδεικτικά μέσα [...]» σε συνδυασμό με τις προπαρατεθείσες παραδοχές της, σαφώς προκύπτει ότι το εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και το έγγραφο αυτό, του οποίου δεν ήταν αναγκαίο να γίνει ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση, ούτε άλλωστε το περιεχόμενο αυτού, έστω κι αν αφορά εργασίες αναπαλαίωσης, αναιρεί ή έρχεται σε αντίθεση με την ένορκη βεβαίωση του ως άνω Α.
Π., ιδιοκτήτη της ως άνω οικοδομής, (ο οποίος κατέθεσε ότι ο θανών ήταν έμπειρος τεχνίτης, ασχολούμενος με κατεδαφίσεις, ανέγερση νέων και αποκατάσταση παλαιών κτηρίων), αφού δεν δημιουργούνται αμφιβολίες ότι αυτό δεν λήφθηκε υπόψη, δεδομένου ότι η κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, περί του ότι ο θανών ήταν έμπειρος εργάτης στις κατεδαφίσεις δεν αποκλείεται από το γεγονός και μόνον ότι η άδεια της Πολεοδομίας Έδεσσας για την οικία Π.
αφορούσε σε εργασίες αναπαλαίωσης και όχι κατεδάφισης αυτής.
[VII] Κατόπιν όλων των ανωτέρω, και αφού δεν ερευνάται ο τέταρτος λόγος, που αφορά την ένατη αναιρεσείουσα, της οποίας η αναίρεση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες που ηττήθηκαν στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 04.03.2019 και με ειδ. αριθ. κατάθεσης 99/12-3-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθ. 1936/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Νοεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ