Legislator Case Law & Legislation
1296/2020 AI generated

Supreme Court dismisses State's appeal on adverse possession claim against Municipality for lack of good faith and title.

Case Number 1296/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal against a lower court ruling that confirmed the Municipality's ownership of land via adverse possession. The State argued the lower court erred in finding the Municipality acted in good faith and lacked a legal title, citing conflicting historical records. The court rejected these claims as inadmissible attacks on the final facts and evidence assessment, upholding the Municipality's title.

Legislator headnote

AI generated

Articles 974, 1041, 1042, 1043, 1045, 1051 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal challenging the final assessment of evidence regarding adverse possession is inadmissible as it attacks the unreviewable factual findings of the court of first instance.

Keywords

AI generated
adverse possession good faith possession legal title inadmissible appeal factual assessment

Cited Legislation

AI generated
Articles 974, 1041, 1042, 1043, 1045, 1051 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1296 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1296/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παρασκευή Καλαϊτζή, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρία Μουλιανιτάκη - Εισηγήτρια, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Τυρνάβου" που εδρεύει στον Τύρναβο της Περιφερειακής Ενότητας Λάρισας και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κατσαρό που ανακάλεσε την από 11-09-2020 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-02-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 105/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 150/2018 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 15-01-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043, 1045, 1051 ΑΚ, προκύπτει ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο για μια δεκαετία και με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, και στις δύο περιπτώσεις, εκείνου που απέκτησε τη νομή του ακινήτου με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.

Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σε αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άνω άρθρων 974, 1041 και 1045 ΑΚ προκύπτει, ότι επί αναγνωριστικής ή διεκδικητικής κυριότητας αγωγής που αφορά τμήμα μείζονος ενιαίας έκτασης και στηρίζεται σε χρησικτησία, για τη θεμελίωση της τελευταίας αρκεί η παράθεση και απόδειξη διακατοχικών πράξεων εκ μέρους του ενάγοντος και των τυχόν δικαιοπαρόχων του, επιδηλωτικών της νομής τους στην μείζονα έκταση για όσο χρόνο απαιτείται κατά περίπτωση από το νόμο (τακτική ή έκτακτη χρησικτησία), χωρίς να απαιτείται η εξειδίκευση επί μέρους πράξεων νομής και στο επίδικο τμήμα, αφού πρόκειται για ενιαία έκταση, η δε φυσική εξουσία τους και το πνευματικό στοιχείο (διάνοια κυρίου) τούτων εκτείνεται σε ολόκληρο το μείζον ακίνητο, εντός του οποίου εμπίπτει και το επίδικο τμήμα (ΑΠ 358/2016,1420/2014).

Σύμφωνα με τα άρθρα 1, 2, 3, 9, 12, 13, 19, 30, 34, 49, 68, 71, 78 του Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274, τα ακίνητα κτήματα διακρίνονται: α) σε ιδιόκτητα (μούλκια), τα οποία έχουν στην πλήρη και απόλυτη κυριότητα τους αυτοί που τα εξουσιάζουν β) στα δημόσια (μιριγιέ) στα οποία περιλαμβάνονται τα χωράφια, οι χειμερινές και θερινές βοσκές (τόποι που παράγουν χόρτο για βόσκηση ζώων), οι λειμώνες (τσάιρια), τα δάση, καθώς επίσης και τα μέρη στα οποία υπάρχουν δένδρα, που δεν τα φυτεύει κανένας γ) στα αφιερωμένα σε έναν ευαγή σκοπό (μεβκουφέ) δ) στα εγκαταλειμμένα και ε) στα νεκρά.

Η κυριότητα των δημοσίων γαιών ανήκει στο Τουρκικό Δημόσιο. Η παραχώρηση στους ιδιώτες των παραπάνω ακινήτων, τα οποία αποτελούν την κατηγορία των δημοσίων γαιών γίνεται με τη χορήγηση από το Αυτοκρατορικό Κτηματολόγιο εγγράφου τίτλου, που ονομάζεται "ταπί", το οποίο φέρει το μονόγραμμα (τουγρά) του Σουλτάνου και αποτελούσε τίτλο αναγνωριστικό έναντι του Ελληνικού Δημοσίου και στο οποίο αναγραφόταν η χρήση της έκτασης, σύμφωνα με τον προορισμό της για κτήση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης.

Η παραχώρηση αυτή δεν προσπόριζε στον ιδιώτη εμπράγματο δικαίωμα (κυριότητα) αλλά μόνο δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ), περιεχόμενο του οποίου ήταν ορισμένη ανεπίδεκτη μετατροπής χρήση του εδάφους, που αναφερόταν στον τίτλο. Μόνο δε για τις καλλιεργήσιμες δημόσιες γαίες αρκούσε η συνεχής και ανεμπόδιστη κατοχή και καλλιέργειά τους επί δεκαετία για την απόκτηση δικαιώματος μόνιμης εγκατάστασης, ισοδύναμης προς εκείνο της διηνεκούς εξουσίασης όχι όμως και για τα δάση, τις δασικές εκτάσεις και τα λειβάδια για την εξουσίαση των οποίων ήταν αναγκαία η έκδοση ταπίου.

Έτσι, η παραχώρηση σε ιδιώτες ακινήτων της κατηγορίας των δημοσίων γαιών με άλλον τρόπο, πλην της χορηγήσεως ταπίου ήταν ανίσχυρη και δεν μπορούσε να προσπορίσει δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως σ' αυτούς, πολύ περισσότερο δε να καταλύσει την κυριότητα του δημοσίου και να δημιουργήσει κυριότητα του ιδιώτη.

Τέτοια κατάλυση της κυριότητας του δημοσίου και δημιουργία κυριότητας του ιδιώτη δεν μπορούσε να επιφέρει ούτε η μεταβίβαση της γης με σπαχί, ταπί ή χοτζέτιο γιατί οι τίτλοι αυτοί μόνο δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης μπορούσαν να προσπορίσουν.

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος ΒΡΔ των νόμων 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), 9 παρ. 1, Β (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (32.3), που ίσχυαν και στη Θεσσαλία από την απελευθέρωσή της δηλαδή από το έτος 1881, κατά τις οποίες , σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ κρίνεται η κτήση κυριότητας, εφόσον τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας με χρησικτησία σε ακίνητα, έστω και αν αυτά ανήκαν στο δημόσιο.

Προϋπόθεση της χρησικτησίας σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές ήταν η άσκηση φυσικής εξουσίας στο ακίνητο επί συνεχή τριακονταετία, με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη δηλαδή με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα ότι δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12, Πανδ. (5.8), 27 Πανδ. (18.1), 10, 18 και 48, Πανδ. (41.3), 3 Πανδ. (41.10) και 109 Πανδ. (50.16), ενώ ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος μπορούσε να συνυπολογίσει το χρόνο των δικαιοπαρόχων του για τη συμπλήρωση του χρόνου της χρησικτησίας, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος του δικαιοπαρόχου του, για την ειδική δε διαδοχή και μάλιστα και για τη μεταβίβαση της νομής του επιδίκου, χρειαζόταν δικαιοπραξία υποβαλλόμενη στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, σύμφωνα με το ν.

τη της 26/10-6/11-1856 "περί μεταγραφής κλπ." Οι διατάξεις αυτές του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου δεν καταργήθηκαν με το ν. της 21-6/03-07-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι "ως προς τον τρόπον κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημάτων εφαρμόζονται εν τω πολιτικώ νόμω διατάξεις".

Η τριακονταετία έπρεπε να είχε συμπληρωθεί έως την 11-09-1915, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ/1912 και τα αλλεπάλληλα διατάγματα "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν σε εκτέλεση του, σε συνδυασμό με το άρθρο 21 του ΝΔ/τος της 22-4/26-05-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", αφού έκτοτε είχε ανασταλεί η λήξη κάθε παραγραφής δικαιωμάτων και του χρόνου χρησικτησίας, από δε την 26-05-1926, που ακόμα ίσχυε η αναστολή αυτή, απαγορεύθηκε η παραγραφή των εμπραγμάτων δικαιωμάτων σε ακίνητα του Δημοσίου και συνεπώς δεν είναι δυνατή η απόκτηση από άλλον κυριότητας σε αυτά με χρησικτησία (ΟλΑΠ 75/1987).

Έτσι οποιοσδήποτε και αν είναι ο χαρακτηρισμός του ακινήτου δημοσίου, ιδιωτικού δάσους ή δασικής έκτασης για να αποξενωθεί το Ελληνικό Δημόσιο από την κυριότητά του αρκεί να έχει συμπληρωθεί μέχρι την 11-09-1915 η τριακονταετής νομή του ιδιώτη. Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 1 του Ν. ΑΞΝ/1888 "Περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών", που περιλήφθηκε ως άρθρο 57 στον Ν.3077/1924 "περί Δασικού Κώδικος", ως δάσος θεωρείται κάθε έκταση, η οποία μερικώς ή εξ ολοκλήρου καλύπτεται από άγρια ξυλώδη φυτά οποιονδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, τα οποία προορίζονται για την παραγωγή ξυλείας ή άλλων δασικών προϊόντων, ενώ δασικά εδάφη θεωρούνται οι εντός των δασών ασκεπείς εκτάσεις, οι οποίες αποτελούν αναπόσπαστο και συστατικό τους μέρος.

Περαιτέρω κατά τις διατάξεις των άρθρων 45, 46 του Ν 4178/1929, 1 του ΑΝ 86/1969 και 3 του Ν.998/1979, που ίσχυσαν μεταγενέστερα, στην έννοια του δάσους και των δασικών εκτάσεων περιλαμβάνονται και οι εκτάσεις, που καλύπτονται από αραιή ή πενιχρή, υψηλή ή θαμνώδη, ξυλώδη βλάστηση οποιασδήποτε δασικής διάπλασης, καθώς και οι εντός των εκτάσεων αυτών οποιασδήποτε φύσεως ασκεπείς εκτάσεις χορτολιβαδικής ή μη (ΑΠ 2173/2014). Επίσης,σύμφωνα με το άρθρο 3 του Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" της 7 Ραμαζάν 1274 (ημερολογιακό έτος: 1856) σε συνδυασμό προς τα άρθρα 2 και 3 των οδηγιών της 13 Μουχαρέμ 1293 περί εξελέγξεως τίτλου δασών και το άρθρο 2 των διασαφητικών διατάξεων της 15 Σαπάν 1276, η κυριότητα των δασών της Θεσσαλίας ανήκε στο Τουρκικό Δημόσιο και μετά την προσάρτηση στην Ελλάδα (1882), περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, με την 20-6/02-07-1881 σύμβαση μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας για την προσάρτηση τους, που κυρώθηκε με το νόμο ΠΛΖ της 11/13-03-1882. Η τυχόν παραχώρηση σε ιδιώτη δικαιώματος διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) επ' αυτών γίνεται μόνον με την έκδοση ειδικού τίτλου (ταπίου), με τον οποίο οι ιδιώτες δεν αποκτούν δικαίωμα κυριότητας στα ακίνητα αυτής της κατηγορίας, καθ' όσον εξακολουθούν να ανήκουν στο Τουρκικό Δημόσιο.

Τέλος, κατά το άρθρο 1 του Ν.2074/1920, γαίες, οι οποίες, είχαν αφεθεί στην κοινή χρήση κατά τα άρθρα 94, 95, 96, 98, 99 εδ1, 100, 101 και 102 του από 7 Ραμαζάν 1274 (1856), τουρκικού νόμου περί γαιών, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι βοσκήσιμες καθίστανται περιουσίες των συνοικισμών υπέρ των κατοίκων των οποίων είχαν ανέκαθεν προορισθεί παραχωρούμενες στην πλήρη κυριότητα και κατοχή αυτών, αναγνωριζομένων ως νομικών προσώπων, κατά δε το άρθρο 12 του Ν.1051/1917 στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 2 του Ν.2074/1920, η περιουσία συνοικισμού αναγνωριζομένου εις ιδίαν κοινότητα, καθίσταται από της ισχύος του νόμου τούτου περιουσία της κοινότητας που απολέσθηκε από το συνοικισμό.

Ο προσδιορισμός της έννοιας των γαιών που έχουν αφεθεί ή εγκαταλειφθεί στην κοινή χρήση γίνεται με ευθεία παραπομπή στις σχετικές διατάξεις του περί γαιών νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856). Από τις διατάξεις αυτές και ειδικότερα εκείνες των άρθρων 1 παρ. 4, 5 παρ. 2 και 91-102 του νόμου αυτού προκύπτει ότι οι γαίες που είχαν αφεθεί στην κοινή χρήση (εγκαταλελειμμένες γαίες - "μετρουκέ"), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι βοσκήσιμες εκτάσεις, αποτελούσαν ιδιαίτερη κατηγορία γαιών, διαφορετική από εκείνη των δημοσίων γαιών, διότι ανήκαν μεν, όπως και οι τελευταίες στο Οθωμανικό Δημόσιο (Κράτος), αλλά ενώ στις δημόσιες γαίες παραχωρείτο στους ιδιώτες υπό ορισμένες προϋποθέσεις το δικαίωμα εξουσιάσεως (τεσσαρούφ), στις καθιερωμένες στην κοινή χρήση γαίες απαγορευόταν η εξουσίασή τους από ιδιώτη με οποιονδήποτε τρόπο και αυτές παραχωρούντο είτε επισήμως με την έκδοση αυτοκρατορικών διαταγμάτων (σουλτανικών φιρμανιών) είτε και απλώς κατ' ανοχή του τουρκικού κράτους στην αποκλειστική χρήση της ολότητας των κατοίκων ενός ή περισσοτέρων χωρίων ή κωμοπόλεων το δικαίωμα των οποίων είχε κατοχυρωθεί ως απαράγραπτο με το άρθρο 102 του νόμου περί γαιών.

Τέλος, από το πνεύμα αλλά και από την ρητή γραμματική διατύπωση των διατάξεων του νόμου περί γαιών, που προαναφέρθηκαν, οι οποίες ως προς το χαρακτηρισμό των γαιών, ως αφιερωμένων στην κοινή χρήση, χρησιμοποιούν τον όρο "έκπαλαι" ή "ανέκαθεν" (τον δεύτερο χρησιμοποιεί και το άρθρο 1 του ν. 2074/1920 για να υποδηλώσει τις γαίες αυτές), προκύπτει ότι στην ειδική κατηγορία των γαιών αυτών ανήκουν εκείνες, οι οποίες από αμνημόνευτου χρόνου είχαν αφεθεί στην αποκλειστική χρήση της ολότητας των κατοίκων ενός ή περισσότερων χωρίων ή κωμοπόλεων, με έννοια παραπλήσια εκείνης της αμνημονεύτου αρχαιότητας του Β.Ρ.Δ. σε τρόπο ώστε η κοινή αυτή χρήση να αποτελεί τη μόνη γνωστή μορφή συλλογικής εξουσιάσεως του είδους αυτού των γαιών, διαμορφωμένη δε κατά την κυριαρχία του οθωμανικού κράτους, όπως το τελευταίο τούτο προκύπτει από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 1 του ν. 2074/1920, η οποία όχι μόνο παραπέμπει ρητώς για τον προσδιορισμό της έννοιας των αφιερωμένων στην κοινή χρήση γαιών στις διατάξεις του οθωμανικού νόμου περί γαιών, αλλά και σαφώς υπονοεί ότι τα δικαιοπαραγωγικά γεγονότα της κατηγορίας αυτής των γαιών είχαν συντελεσθεί στην περιοχή του οθωμανικού κράτους και υπό την κυριαρχία αυτού (ΑΠ 1711/2017,710/2014).

2. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1α' ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε, εξ άλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, 1703/2009, 1202/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, μετ’ ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά αναφορικά με την ένδικη αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή , ερειδόμενη στον πρωτότυπο τρόπο κτήσεως της κυριότητας (έκτακτη χρησικτησία):

«Το επίδικο ακίνητο, αξίας 2.600.551,46 ευρώ, έχει συνολική έκταση είκοσι τρία εκατομμύρια εκατόν δεκαέξι χιλιάδες δεκατρία τετραγωνικά μέτρα 23.116. 013 τ.μ. και βρίσκεται στη θέση "ΤΣΑΚΙΡ" ή "ΤΣΑΚΙΡΙ" της ευρύτερης κτηματικής περιοχής της τοπικής κοινότητας Αργυροπουλίου Τυρνάβου, του Κτηματολογικού Γραφείου Τυρνάβου.

Πρόκειται για έκταση, που κατά το μεγαλύτερο μέρος της είναι δασική (δασική βλάστηση κυρίως πουρναριού ,και παλιουριού), ενώ περιέχονται σ' αυτήν και χορτολιβαδικές εκτάσεις. Ορίζεται βόρεια με λιβάδι "Άνω Αργυροπούλι" και περιοχή του Δήμου Κάτω Ολύμπου ήδη Δήμου Τεμπών, ανατολικά με λιβάδι "Ορετσούνη (Ρετζούνι)" και επί μέρους της πλευράς αυτής με ακίνητα γνωστά με τα τοπωνύμια "Γκαβούζι", "Νικολίτσα", "Πάδες", "Κανάλα", "Σαλίκη", "Μουράτη", "Ντικέλη", "Ντικέλι Τας", νότια με περιοχή της τοπικής κοινότητας Ροδιάς Τυρνάβου (παλιά ονομασία Μουσαλάρ) και δυτικά με ακίνητα ιδιοκτητών του"Άνω Αργυροπουλίου" της ευρύτερης κτηματικής περιοχής της τοπικής κοινότητας Αργυροπουλίου (Καρατζόλι) του Δήμου , που φέρουν αντίστοιχα τους αριθμούς ΚΑΕΚ ....

Απεικονίζεται δε το ανωτέρω ακίνητο με ακρίβεια κατά θέση, έκταση και όρια στο επισυναπτόμενο στην αγωγή με αριθμ. πρωτ. ... απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος του Κτηματολογικού Γραφείου Τυρνάβου με ΚΑΕΚ ... καθώς και στο με χρονολογία "Μάιος 2009" επισυναπτόμενο -επίσης - στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα του Αγρονόμου Τοπογράφου Μηχανικού Κ.

Μ., στο οποίο διάγραμμα το ένδικο ακίνητο περικλείεται από τα στοιχεία ... . Η παραπάνω έκταση επί της εποχής της Οθωμανικής Κυριαρχίας αποτελούσε εγκαταλειμμένη γαία (arazi - metrake), η οποία κατά το μεγαλύτερο μέρος της ήταν δασική έκταση (baltalik), αφεθείσα από αμνημονεύτων χρόνων για χρήση και "ωφέλεια" (ξύλευση, βόσκηση ποιμνίων) στην ολότητα των κατοίκων του οικισμού "Τσακίρ", περιφέρειας επαρχίας Τυρνάβου, οι οποίοι το νέμονταν με καλή πίστη συνεχώς και ανενόχλητα και μετά την εγκατάλειψη (εκκένωση) του οικισμού και μετοίκιση ομαδικώς των κατοίκων στο χωριό Αμπελώνα (παλαιό όνομα Καζακλάρ) της ίδιας επαρχίας, περιήλθε στην ολότητα των κατοίκων αυτού, οι οποίοι συνέχισαν να το νέμονται με καλή πίστη και ανενόχλητα.

Η ολότητα των κατοίκων του χωριού του Καζακλάρ, το οποίο εντάχθηκε στο Δήμο Τυρνάβου, δυνάμει του ΒΔ της 31ης Μαρτίου 1883 (ΦΕΚ Δ 126/1883) "Περί διαιρέσεως εις δήμους της κατά το νομόν Λαρίσης επαρχίας Τυρνάβου", συνέχισε να; νέμεται καλόπιστα το ένδικο ακίνητο από το 1881, όταν απελευθερώθηκε, η Θεσσαλία. Μέχρι το 1912, που με το Β.Δ.

της 31-81912 Φ.Ε.Κ. Α' 262/31-8-1912 (σε εκτέλεση του ν. ΔΝΖ/1912 ΦΕΚ Δ' 58/1912) ο Αμπελώνας (Καζακλάρ) αναδείχθηκε σε οργανωμένη κοινότητα με νομική προσωπικότητα δημοσίου δικαίου, η ολότητα των κατοίκων της οποίας χρησιμοποιούσε συνεχώς, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, την επίδικη έκταση στο σύνολό της. Μέχρι τότε (1912) αποτελούσε και πάλι κατά τους ν . 3 και 4 Π (3-4), ν. 3 Π (50-9), ν. 73 παρ.1 Π (30), νομικό πρόσωπο.

Συνεπώς είχε ικανότητα δικαίου και δικαιοπραξίας και μπορούσε να έχει κατά το ν. 1 παρ.1 Π (3.4) δική της ιδιοκτησία και κατά τον ν. 1 παρ.3, 22 Π (41.2), ν. 7 παρ. 3'Π (10.4) δική της νομή και να αποκτά δικαιώματα, εκτός βέβαια από εκείνα, που προσιδιάζουν αποκλειστικά σε φυσικά πρόσωπα. Έτσι, μέχρι το 1912 η ελλείπουσα θέληση της ασύντακτης ακόμη Κοινότητας Καζακλάρ αναπληρωνόταν από τη θέληση όλων ανεξαίρετα των μελών της, κατά το ν. 73 παρ.1 Π (30), που ενεργούσαν ως αντιπρόσωποι του νομικού της προσώπου (βλ.

και Γεωργ. Νάκος, Το νομικό καθεστώς των τέως δημόσιων οθωμανικών γαιών 1821-1912, έκδ. 1984, σελ. 329-330). Η ίδια όμως, κατάσταση συνεχίσθηκε και μετά το 1912, οπότε οργανώθηκε ως Κοινότητα. Ειδικότερα, κατά το χρονικό διάστημα από το 1881, που απελευθερώθηκε η Θεσσαλία, μέχρι το 1915, αλλά και πέραν αυτού, οι κάτοικοι της ασκούσαν στην ένδικη έκταση και για λογαριασμό της, τις προσιδιάζουσες στη φύση της διακατοχικές πράξεις νομής και δη αυτή τη βόσκησης των ποιμνίων τους, κυρίως αιγοπροβάτων και συλλογής ξυλείας και καυσόξυλων για τις οικιακές τους ανάγκες.

Επίσης, από το 1912 τα αρμόδια όργανα της συντεταγμένης πλέον Κοινότητας Αμπελώνος ασκούσαν πράξεις νομής, εκμισθώνοντας σε κατοίκους της τμήματα της επίδικης έκτασης για όλους τους ανωτέρω σκοπούς. Όλες οι προαναφερόμενες πράξεις νομής ασκούνταν καλόπιστα διότι οι κάτοικοι, που ενεργούσαν για λογαριασμό της Κοινότητας, αλλά και τα όργανά της πίστευαν άδολα, ότι δεν προσβάλλουν τα δικαιώματα κάποιου άλλου.

Συνεπώς, εφόσον η χρησικτησία της Κοινότητας Καζακλάρ (Αμπελώνα) επί του ένδικου ακινήτου άρχισε το 1881 και διάρκεσε επί συνεχή τριάντα έτη, δεδομένου ότι η ίδια κατάσταση συνεχίσθηκε και μετά το 1915, η παραπάνω Κοινότητα κατέστη κυρία αυτού πρωτοτύπως, με έκτακτη χρησικτησία κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, σύμφωνα άλλωστε και με τις προαναφερόμενες νομικές σκέψεις.

Σημειωτέον ότι η Κοινότητα Αμπελώνα συστήθηκε ως Δήμος με το άρθρο 1 παρ. 31 περ. Α υποπερ. 31.2 του Ν. 2539/1997 (ΦΕΚ A 244/4-121997) και στη συνέχεια καταργήθηκε ως Δήμος και αποτελεί πια δημοτική ενότητα του ενάγοντος Δήμου Τυρνάβου (άρθρ. 1 παρ. 2 περ. 31 υποπερ.-Α. 5 και άρθρ.2 παρ. 1 του Ν. 3852/2010- ΦΕΚ Α' 87/7-6- 2010), ο οποίος έχει υπεισέλθει σε όλα τα ενοχικά και εμπράγματα δικαιώματα του καταργηθέντος Δήμου Αμπελώνα (άρθρ. 283 του Ν. 3852/2010).

Κρίσιμη, ως προς την αναγνώριση της κτήσης της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία είναι και η υπ' αριθ. 21/17-4- 1929 απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου του τότε Υπουργείο Γεωργίας (Ν.2201/1920), που αφορά την επίδικη έκταση, στην οποία αναφέρονται, μεταξύ άλλων, επί λέξει τα εξής: «... Επειδή ως αποδεικνύεται εκ των ήδη κατ' αναθεώρησιν προσαγόμενων νέων στοιχείων εξεταζόμενων εν συνδυασμό προς τα πρότερα υποβληθέντα και ιδίως εκ των προσαγόμενων καταθέσεων των εξετασθέντων σχετικώς μαρτύρων, εκ των προσαγόμενων μισθωτηρίων συμβολαίων και σχετικών πράξεων του Κοινοτικού Συμβουλίου Καζακλάρ, του επίσης προσαγόμενου υπ' αριθμ.

… τίτλου της βοσκής Τσιακήρ εκ των αρχείων του Κτηματολογίου Κοζάνης εξαχθέντος και των λοιπών προσαγόμενων εγγράφων ως και της από 29 Ιουνίου 1926 εκθέσεως του αρμοδίου Δασάρχου, η επίδικος θέσις Τσακήρ αποτελούμενη εκ χέρσων και ακαλλιέργητων αγρών και εκ δασικής εκτάσεως 4.000 περίπου στρεμμάτων καλυπτόμενης εκ πρίμνων, ηλικίας 20-30 ετών και θαμνωδών τοιούτων προ της προσαρτήσεως ετέλει εκ πάλαι υπό την νομήν της ολότητος των κατοίκων της Κοινότητας Καζακλάρ, ενοικιαζόμενης της βοσκής παρ' αυτής, διοριζούσης ιδίους αγροφύλακας και δασοφύλακας, εκ των αυτών αποδεικτικών στοιχείων προκύπτει επίσης ότι η εν τη θέσει Τσακήρ επίδικος δασική έκταση μισθούτο υπό της Κοινότητος προς τρίτους δια κατασκευήν ανθράκων (Βλ.

σχετικές πράξεις Κοινοτικού Συμβουλίου) και εχρησιμοποιείτο και εξεμεταλεύετο υπό ταύτης και ότι τέλος η επίδικος αυτή έκταση μετά του εν αυτή δεκδικούμενου δάσους διεκατείχετο και εξεμεταλεύετο εκ πάλαι υπό της ολότητος των κατοίκων της Κοινότητος, χρησιμοποιούντο αλλά και καρπωμένων ταύτην. Πιθανολογούμενης επίσης της επί του επιδίκου κυριότητος της αιτούσης Κοινότητος εκ των προσαγόμενων ως ανωτέρω τίτλων, ετέρων μη σωζόμενων, δέον συμφώνως τω άρθρω 6 τον από 20 Ιανουάριου 1926 Νομοθετικού Διατάγματος περί επιβολήςστρεμματικού φόρου επί των μπαλταληκίων να αναγνωρισθεί η επίδικος έκταση μετά της δασικής τοιαύτης ως ιδιοκτησία της αιτούσης Κοινότητας Καζακλάρ, δεκτής κρινομένης της αιτήσεως αναθεωρήσεως».

Με την παραπάνω απόφαση του ως άνω Διοικητικού Δικαστηρίου έληξε μία χρονίζουσα δικαστική διαμάχη μεταξύ της τότε Κοινότητας Καζακλάρ και του Ελληνικού Δημοσίου (Υπουργείο Γεωργίας, Διεύθυνση Δασών), η οποία είχε ξεκινήσει το 1926, όταν η Κοινότητα Καζακλάρ υπέβαλε αίτηση στις 02-03-1926 στο Υπουργείο Γεωργίας με την οποία ζητούσε επικύρωση της κυριότητάς της στην παραπάνω έκταση.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Οθωμανικού νόμου περί δασών της 11 Σεβάλ 1286 (ημερολογιακό έτος: 1869), τα δάση που κείτονταν στην αυτοκρατορική επικράτεια διαιρούνταν σε 4 κατηγορίες μία εκ των οποίων ήταν και τα μπαλταλίκια, τα οποία ανήκαν σε κωμοπόλεις και κώμες (ΕφΛαρ 96/2012, ΤΝΉ του ΔΣΑ Ισοκράτης), σύμφωνα δε με το άρθρο 10 παρ. 1 περ.

ε' του Ν.3208/2003, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 με το άρθρο 43 παρ.1 Ν.4280/2014,ΦΕΚ A 159/8.8.2014 : "Το Δημόσιο δεν προβάλλει δικαιώματα κυριότητας σε δάση, δασικές εκτάσεις και στις εκτάσεις των περιπτώσεων α' και β' της παραγράφου 5 του άρθρου 3 του παρόντος νόμου που: I. Αναγνωρίστηκαν ως ιδιωτικά: ...

ε) Με αποφάσεις του Διοικητικού Δικαστηρίου του Υπουργείου Γεωργίας του Ν. 2201/1920 -"περί συστάσεως Διοικητικού Δικαστηρίου" (ΦΕΚ 133 Α) και του Ν.Δ. 21 Σεπτεμβρίου 1926 (ΦΕΚ 328 Α). Το εκκαλούν - εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ως προς την ανωτέρω με αριθ. 21/17-4-1929 δικαστική απόφαση ισχυρίζεται, ότι δεν μπορεί αυτή να εκτιμηθεί ως τίτλος επαγωγής δικαιωμάτων στην δικαιοπάροχο Κοινότητα Αμπελώνα του ενάγοντος, διότι τα αναφερόμενα σε αυτήν στοιχεία είναι εντελώς αόριστα, αφού δεν περιγράφουν συγκεκριμένη έκταση, με συγκεκριμένο εμβαδό και όρια, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί ότι αφορούν, πράγματι, την ένδικη έκταση.

Ωστόσο το Ελληνικό Δημόσιο, παρά το γεγονός ότι το ίδιο διά του Υπουργείου Γεωργίας, που είχε τότε άμεση εμπλοκή στην υπόθεση αυτή, δεν παίρνει θέση ως προς το σε ποια έκταση αναφέρεται τελικά η εν λόγω απόφαση, αν όχι στην επίδικη. Σε κάθε περίπτωση περί της ταύτισης των δύο εκτάσεων, ήτοι αυτής που αναφέρεται στην υπ' αριθ.21/17-4-1929 δικαστική απόφαση και αυτής που περιγράφεται στην επίδικη υπόθεση, κατέθεσε ρητώς ο μάρτυρας απόδειξης - πρώην Αντιδήμαρχος του τότε Δήμου Αμπελώνα, κατάθεση η οποία δεν αναιρέθηκε ούτε από την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, ο οποίος τυγχάνει δασολόγος και ο οποίος δήλωσε άγνοια περί της υπάρξεως της υπ' αριθ. 21/17-4-1929 δικαστικής απόφασης, ούτε από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο.

Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος - εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, ότι η επίδικη έκταση είχε περιέλθει στην κυριότητα του ως δασική - χορτολιβαδική έκταση, βάσει των διατάξεων των άρθρων 1, 2 και 40 του από 17/29-11-1836 Β.Δ. "περί ιδιωτικών δασών", αφού μέσα σε ένα έτος από τη δημοσίευση του (ΦΕΚ 69/1-12-1836) οι τυχόν ιδιοκτήτες της δεν προσήγαγαν τυχόν νόμιμους τίτλους ιδιοκτησίας τους (ταπιά, συμβόλαια) για αναγνώριση στη Γραμματεία επί των Οικονομικών, είναι αλυσιτελής, αφού αποδείχθηκε ότι η κυριότητα αποκτήθηκε από τη δικαιοπάροχο του ενάγοντος με χρησικτησία κατά το ΒΡΔ, η δε πριν το 1885 τυχόν κυριότητα του Δημοσίου δεν αφορά σε ζήτημα που ασκεί έννομη επιρροή στην έκβαση της προκειμένης δίκης, ούτε υφίσταται αντίστοιχο δικονομικό βάρος για τον ενάγοντα, πέραν της σε κάθε περίπτωση ανωτέρω δέσμευσής του σύμφωνα δε με το άρθρο 10 παρ. 1 περ.

ε' του Ν.3208/2003, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 με το άρθρο 43 παρ.1 Ν.4280/2014, ΦΕΚ A 159/8.8.2014. Με την ίδια ακριβώς αιτιολογία πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος και ο ισχυρισμός του εναγόμενου - εκκαλούντος ότι η επίδικη έκταση περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο, βάσει των διατάξεων του από 10-7- 1837 νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων" και δη του άρθρου αυτού ως αδέσποτη κατά το χρόνο εκείνο.

Περαιτέρω, μέχρι και τον Μάρτιο του 1926, οπότε η Κοινότητα Καζακλάρ υπέβαλε την προαναφερθείσα αίτηση στις 02-03-1926 στο Υπουργείο Γεωργίας με την οποία ζητούσε επικύρωση της κυριότητάς της στην παραπάνω έκταση, δεν αποδείχθηκε καμία απολύτως πράξη νομής από το εκκαλούν - εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, όπως φύλαξη αυτής με οποιοδήποτε τρόπο ή εκμίσθωση τμημάτων αυτής ή όχληση από μέρους του στις πράξεις νομής, που διενεργούσε η δικαιοπάροχος του ενάγοντος - εφεσίβλητου.

Μετά δε τη λήξη της αντιδικίας του με την Κοινότητα Καζακλάρ, με την έκδοση της υπ' αριθ. 21/17-04-1929 δικαστικής απόφασης, ουδέποτε το εναγόμενο - εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο ήγειρε ξανά αξιώσεις στην επίδικη έκταση, ούτε προέβη σε κάποια πράξη νομής επ' αυτής τουλάχιστον μέχρι το έτος 2002, όταν αυτό ήγειρε το πρώτον (μετά 17-04-1929) αξιώσεις επί της ένδικης έκτασης στα πλαίσια των εργασιών σύνταξης του Εθνικού Κτηματολογίου (Ν. 2308/1995) και της κατάρτισης των Δασικών Χαρτών (άρθρο 27 Ν. 2664/1998) και η Κτηματολόγιο Α.Ε.

με το με αριθ. πρωτ. ... έγγραφό της παρέδωσε στη Δ/νση Δασών Ν. Λάρισας σε αναλογική και ψηφιακή μορφή, 34 ορθοφωτοχάρτες κλίμακας 1:5000 έτους λήψης 1945, στους οποίους απεικονίζονται μετά από φωτοερμηνευτική απόδοση οι οριογραμμές των Δασικών και Χορτολιβαδικών εκτάσεων για τη δεδομένη χρονική περίοδο και 34 Ορθοφωτοχάρτες κλίμακας 1:5000 πρόσφατης λήψης (1998), στους οποίους απεικονίζονται οι οριογραμμές των Δασικών και Χορτολιβαδικών εκτάσεων σήμερα.

Αποδεικτικό στοιχείο περί των ανωτέρω αποτελεί το ότι, οι πράξεις νομής, τις οποίες ενήργησε στο επίδικο το εναγόμενο - εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, με τη μορφή της παραχώρησης χρήσης γης για εγκατάσταση κτηνοτροφικών μονάδων, εντοπίζονται χρονικά με βάση τα από το τελευταίο επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα το 2010 και όχι προγενέστερα (βλ.

τα με αριθμ. πρωτ. ... έγγραφα της Διεύθυνσης Δασών της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Θεσσαλίας - Στερεάς Ελλάδας περί υποβολής πρωτοκόλλων εγκατάστασης κτηνοτροφικής μονάδας). Επομένως, ο επικουρικός πρωτοδίκως προβληθείς ισχυρισμός του περί απόκτησης της κυριότητας της επίδικης έκτασης με τα προσόντα της τακτικής ή της έκτακτης χρησικτησίας είναι ομοίως απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με τη με αριθμό 105/2015 εκκαλούμενη οριστική απόφασή του έκανε δεκτή την από 18-02-2013 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 39/18-2-2013 αγωγή ως ουσία βάσιμη και αναγνώρισε τον ενάγοντα ΟΤΑ, με την επωνυμία "Δήμος Τυρνάβου", ως αποκλειστικό κύριο του επίδικου ακινήτου, που βρίσκεται στη θέση "ΤΣΑΚΙΡ" ή "ΤΣΑΚΙΡΙ" της ευρύτερης κτηματικής περιοχής της τοπικής κοινότητας Αργυροπουλίου Τυρνάβου, του Κτηματολογικού Γραφείου Τυρνάβου και ορίζεται βόρεια με λιβάδι "Άνω Αργυροπούλι" και περιοχή του Δήμου Κάτω Ολύμπου ήδη Δήμου Τεμπών, ανατολικά με λφάδι "Ορετσούνη (Ρετζούνι)" και επί μέρους της πλευράς αυτής με ακίνητα γνωστά με τα τοπωνύμια "Γκαβούζι", "Νικολίτσα", "Πάδες", "Κανάλα", "Σαλίκη", "Μουράτη", "Ντικέλη", "Ντικέλι Τας", νότια με περιοχή της τοπικής κοινότητας Ροδιάς Τυρνάβου (παλιά ονομασία Μουσαλάρ) και δυτικά με ακίνητα ιδιοκτητών του "Άνω Αργυροπουλίου" της ευρύτερης κτηματικής περιοχής της τοπικής κοινότητας Αργυροπουλίου (Καρατζόλι) του Δήμου Τυρνάβου, που φέρουν αντίστοιχα τους αριθμούς ΚΑΕΚ ...

και απεικονίζεται το ακίνητο αυτό με ακρίβεια κατά θέση, έκταση και όρια στο επισυναπτόμενο στην αγωγή υπ' αριθ. πρωτ. ... απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος του Κτηματολογικού Γραφείου Τυρνάβου με ΚΑΕΚ ... καθώς και στο με χρονολογία "Μάιος 2009" επισυναπτόμενο επίσης στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα του Αγρονόμου Τοπογράφου Μηχανικού Κ.

Μ., δεν έσφαλε ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εκτίμηση των αποδείξεων».

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε ότι η κοινότητα Αμπελώνα (με την πρώην ονομασία Καζακλάρ) και στη συνέχεια ο Δήμος Αμπελώνα, που καταργήθηκε με το άρθρο 2 του ν. 3850/2010 (ΟΤΑ- ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗΣ), αποτελεί δε έκτοτε δημοτική κοινότητα του ενάγοντος ήδη αναιρεσιβλήτου Δήμου Τυρνάβου, κατέστη κύριος της επίδικης εδαφικής εκτάσεως, εν μέρει δασικής και εν μέρει χορτολιβαδικής, δεδομένου ότι, κατά την εποχή της τουρκοκρατίας και μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας από τους Τούρκους, κατ’ έτος 1881, και την προσάρτησή της, κατ'έτος 1882, στην Ελληνική Επικράτεια, είχε αφεθεί, με την ανοχή του Τουρκικού Κράτους, από αμνημονεύτου χρόνου στην κοινή χρήση, αρχικά της ολότητας των κατοίκων του οικισμού «Τσακίρ», και στη συνέχεια στην κοινή χρήση της ολότητας των κατοίκων της συσταθείσας, με βάση το αριθμ.646 ΒΔ της 31/03/1833 «Περί διαιρέσεως εις δήμους της κατά νομό Λαρίσης επαρχίας Τυρνάβου», κοινότητας του χωριού Καζακλάρ (Αμπελώνα), στο οποίο οι κάτοικοι του πιο πάνω οικισμού μετώκησαν.

Ότι οι πιο πάνω κάτοικοι ανέκαθεν νέμονταν την επίδικη εδαφική έκταση και ειδικότερα συνεχώς και αδιαλείπτως, μέχρι το έτος 1915, ενεργούσαν εμφανείς διακατοχικές πράξεις νομής, για λογαριασμό της κοινότητας, όπως υλοτομία και βόσκηση των ποιμνίων τους, κατόπιν δε τούτου, δέχθηκε ως βάσιμη κατ'ουσίαν την αγωγή, και απέρριψε την ασκηθείσα από το εναγόμενο ήδη αναιρεσείον έφεση, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει όμοια.

Με αυτά που δέχθηκε κα έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις αναφερόμενες στην μείζονα πρόταση ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, των άρθρων 1, 2, 3, 9, 12, 13, 19, 30, 34, 49, 68, 71, 78 του Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274, των νόμων 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), 9 παρ. 1, Β (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (32.3), ν. 20 παρ. 12, Πανδ. (5.8), 27 Πανδ. (18.1), 10, 18 και 48, Πανδ. (41.3), 3 Πανδ. (41.10) και 109 Πανδ. (50.16) του προϊσχύσαντος ΒΡΔ, των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", τις διατάξεις του ν.

ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτό το νόμο και του άρθρου 21 του ν.δ/τος της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", των άρθρων 2 και 3 των οδηγιών της 13 Μουχαρέμ 1293 ''περί εξελέγξεως τίτλου δασών'', το άρθρο 2 των διασαφητικών διατάξεων της 15 Σαμπάν 1276, την από 20-6/02-07-1881 σύμβαση μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, που κυρώθηκε με το νόμο ΠΛΖ της 11/13-03-1882 για την προσάρτηση της Θεσσαλίας, του άρθρου 2 του ν. 147/1914, του άρθρου 1 του ν. 2074/1920, 1 παρ. 3 και 58 παρ. 1 του ν.δ. 86/1969 και 3 του ν. 998/1979), τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου από τον αναιρεσίβλητο Δήμο Τυρνάβου, με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) ,αφού ανέκαθεν είχε αφεθεί από το κυρίαρχο Οθωμανικό Κράτος στην κοινή χρήση των κατοίκων του τότε οικισμού Τσακίρ και μετέπειτα της κοινότητας Αμπελώνα, για υλοτομία και για τη βόσκηση των ζώων τους, και της μη απόδειξης ότι το επίδικο περιήλθε στην κυριότητα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ως δασική-χορτολιβαδική έκταση, η δε εγγραφή στο κτηματολογικό γραφείο Τυρνάβου, με την οποία το επίδικο ακίνητο καταχωρήθηκε ως ιδιοκτησία του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, είναι ανακριβής.

Επομένως, ο πρώτος από τους αριθμούς 1και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος , με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο το αναιρεσείον μέμφεται το Εφετείο ότι διέλαβε στην προσβαλλομένη αντιφατικές αιτιολογίες, καθόσον δέχθηκε ότι:

«....Η παραπάνω έκταση επί της εποχής της Οθωμανικής Κυριαρχίας αποτελούσε εγκαταλειμμένη γαία (arazi - metrake), η οποία κατά το μεγαλύτερο μέρος της ήταν δασική έκταση (baltalik), αφεθείσα από αμνημονεύτων χρόνων για χρήση και "ωφέλεια" (ξύλευση, βόσκηση ποιμνίων) στην ολότητα των κατοίκων του οικισμού "Τσακίρ", περιφέρειας επαρχίας Τυρνάβου», αν και παραθέτει αυτούσιο το περιεχόμενο της αριθμ. 21/17-04-1929 απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου του τότε Υπουργείου Γεωργίας (Ν.2201/1920), από την οποία προκύπτει ότι η έκταση για την οποία επιλήφθηκε το Διοικητικό Δικαστήριο του τότε Υπουργείου Γεωργίας συνίστατο κυρίως από χέρσους και ακαλλιέργητους αγρούς και εν μέρει από δασική έκταση 4.000 περίπου στρεμμάτων, κρίση που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης για το εάν η επίδικη έκταση ταυτίζεται με εκείνη που αναφέρεται στην άνω απόφαση.

Οι ανωτέρω αιτιάσεις, που αποσπασματικά προβάλλονται με τον άνω λόγο, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτες, καθόσον σ'αυτές δεν θεμελιώνεται η έλλειψη νόμιμης βάσης, υπό την επίκληση δε του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, και οι λοιπές αιτιάσεις που διαλαμβάνονται στον ίδιο λόγο ότι «οι πράξεις νομής που δέχθηκε η προσβαλλομένη επί του επιδίκου προσιδιάζουν σε πράξεις νομής που ικανοποιούσαν τις ιδιωτικές-οικιακές τους ανάγκες και όχι σε πράξεις νομής που ασκούσαν ως αντιπρόσωποι του νομικού προσώπου της κοινότητας», είναι απαράδεκτες διότι με το πρόσχημα της αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 19 του πιο πάνω άρθρου πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων.

Συνεπώς, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος είναι στο σύνολό του απορριπτέος.

Κατόπιν αυτών, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Δήμου Τυρνάβου σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 και την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11/20.1.1993).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15/01/2019 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 150/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου σε βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2020.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ