Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds and remands case for second substantive hearing.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the additional appeal arguments as inadmissible due to insufficient notice periods. The appellant challenged the Second Instance Court's decision, while the appellees argued for rejection and cost liability. The Court ruled that since this was a second appeal, it must hear the case substantively rather than remand it, ordering a new hearing after summons.
Legislator headnote
AI generatedArticles 569(2), 571(1), 11(1)(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must hear the substance of a case on a second appeal without remanding it, but must first ensure proper notice for additional arguments and allow new evidence before substantive judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1296 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1296/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ..., και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Ιωάννη Δρυλλεράκη και Γεράσιμο Α. και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Αγγλικής Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "...", πρώην "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Αγγλικής Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Βρέλλο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/5/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3464/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 210/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ως άνω ήδη αναιρεσείουσα με την από 1/7/2011 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1500/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 210/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 2339/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/12/2016 αίτησή της και τους από 18/10/2017 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρονται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, η από 20-12-2016 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ 2339/2016 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και οι, με το από 18-10-2017 αυτοτελές δικόγραφο ασκηθέντες, πρόσθετοι λόγοι αυτής (άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ), που πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας (αρθρ. 246 και 573 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 569 παρ. 2, 571 παρ. 1 και 11 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, η παραδεκτή άσκηση των προσθέτων λόγων αναιρέσεως προϋποθέτει, όπως τόσο η κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, όσο και η επίδοση αντιγράφου αυτού στον αναιρεσίβλητο (και τους τυχόν άλλους διαδίκους) να έχει λάβει χώρα τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως που είχε αρχικώς οριστεί και όχι εκείνης που προσδιορίστηκε μετ' αναβολή ή ματαίωση (ΟλΑΠ 143/1984), στις οποίες (ημέρες) δεν υπολογίζονται η ημέρα καταθέσεως, επιδόσεως και συζητήσεως (ΟλΑΠ 33/1996).
Η παράλειψη τηρήσεως των ως άνω διατυπώσεων ή της μιας απ' αυτές συνεπάγεται την απόρριψη αυτών ως απαραδέκτων και αυτεπαγγέλτως, αποτέλεσμα το οποίο, επίσης, επιφέρει η μη προσκομιδή εκθέσεως επιδόσεως από την οποία να προκύπτει η εντός της οριζόμενης ως άνω προθεσμίας (εμπρόθεσμη) επίδοση των ασκηθέντων προσθέτων λόγων (ΑΠ 599/2011, ΑΠ 897/2008).
Κατ' ακολουθίαν αυτών πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτοι οι με το υπ' αριθ. εκθ. καταθ. 99/2017 δικόγραφο ασκηθέντες, από 18-10-2017 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, αφού, από τα στοιχεία του φακέλλου της δικογραφίας, προκύπτει μεν ότι το σχετικό δικόγραφο κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου εμπροθέσμως (την 18-10-2017), δηλαδή τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την αρχικώς ορισθείσα ημερομηνία συζήτησης της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως (20-11-2017), δεν προκύπτει όμως και ότι αυτό επιδόθηκε στις αναιρεσίβλητες εντός της ίδιας προθεσμίας καθ' όσον η αναιρεσείουσα δεν προσκομίζει (αλλά ούτε και επικαλείται) τις αποδεικνύουσες εμπρόθεσμη επίδοση σχετικές εκθέσεις.- Από τις διατάξεις των άρθρων 558 και 566 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι, επί απλής παθητικής ομοδικίας, η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων, οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, στην οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντος, όχι όμως εναντίον όλων αυτών, αλλά μόνον εναντίον εκείνων απ' αυτούς, ως προς τους οποίους επιδιώκεται με αυτήν και με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειες της, είναι δυνατή η αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη, κατά το μέρος που στρέφεται κατ' εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, τους οποίους δεν αφορά η αποδιδόμενη με αυτήν πλημμέλεια και ως προς τους οποίους, επομένως, δεν είναι δυνατό να αναιρεθεί η απόφαση και αν ακόμη ευδοκιμήσει ο λόγος αυτής (ΑΠ 1475/2004).
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει, ότι η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως είναι η ακόλουθη: Με την ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών από 29-5-2007 αγωγή της, όπως με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου διευκρίνισε και συμπλήρωσε τους αγωγικούς ισχυρισμούς της επ' ευκαιρία περιορισμού του πρώτου αγωγικού αιτήματος, κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων εταιρειών "..." και "...", η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία υπό την επωνυμία "...", ζήτησε, για τους αναφερομένους σ' αυτήν λόγους, να αναγνωριστεί, ότι οι αναιρεσίβλητες, ευθυνόμενες εις ολόκληρον, οφείλουν να της καταβάλουν νομιμοτόκως: 1) το ποσό των 8.140.548, άλλως των 3.671.597 ευρώ και 2) το ποσό των 214.149 ευρώ, ως οφειλόμενα υπ' αυτών ποσά από την λειτουργία και την καταγγελία των μεταξύ τους συμβατικών σχέσεων και 3) το ποσό των 300.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που της προκάλεσαν μετερχόμενες αδικοπραξία σε βάρος της, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα σ' αυτήν (αγωγή).
Επί της αγωγής αυτής, το ανωτέρω πρωτοβάθμιο δικαστήριο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 3464/2009 οριστική απόφασή του, με την οποία απέρριψε αυτήν. Κατά της ως άνω αποφάσεως η ενάγουσα άσκησε ενώπιον του Εφετείου Αθηνών την από 30-9-2009 έφεσή της, επί της οποίας το Εφετείο αυτό εξέδωσε την υπ' αριθμ. 210/2011 τελεσίδικη απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση.
Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως η ενάγουσα άσκησε ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου την από 1-7-2011 αίτησή της, με την οποία ζήτησε την αναίρεσή της. Το Δικαστήριο αυτό επί της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεως εξέδωσε την υπ' αριθμ. 1500/2014 απόφασή του, με την οποίαν την αναίρεσε εν όλω και την παρέπεμψε προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Εφετείο (Αθηνών).
Το τελευταίο εξέδωσε, κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, την υπ' αριθμ. 2339/2016 τελεσίδικη απόφασή του, με την οποία, κατά παραδοχή κατ' ουσίαν της εφέσεως της εναγούσης (ήδη αναιρεσειούσης) εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και αφού κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή ως προς την πρώτη των εναγομένων, δέχθηκε εν μέρει αυτήν (αγωγή) ως προς την δεύτερη εναγομένη και αναγνώρισε, ότι η τελευταία οφείλει, να καταβάλει στην ενάγουσα νομιμοτόκως το ποσό των 214.149 ευρώ.
Κατ' αυτής της αποφάσεως, της οποίας δεν προκύπτει επίδοση, η αναιρεσείουσα άσκησε την κρινομένη αίτησή της, ζητώντας για τους αναφερομένους σ' αυτήν λόγους, την αναίρεσή της. Επομένως, υπό τα προαναφερόμενα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, καθ' ο μέρος απευθύνεται κατά της πρώτης των αναιρεσιβλήτων εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", απλής ομοδίκου της δευτέρας αναιρεσιβλήτου εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ""...", δεν διαλαμβάνει, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, πλημμέλειες, που να την αφορούν και να συνεπάγονται την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς αυτήν, είναι, κατά τις προαναφερθείσες σχετικές διατάξεις, απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί, καταδικαζομένης της αναιρεσειούσης στα δικαστικά έξοδα της τελευταίας κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημά της (ΚΠολΔ 176, 183).
Περαιτέρω, καθ' όσον αφορά την δευτέρα αναιρεσίβλητη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ""...", έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).- Κατά την διάταξη του άρθρου 371 ΑΚ, "αν ο προσδιορισμός της παροχής ανατέθηκε σε έναν από τους συμβαλλομένους ή σε τρίτον, σε περίπτωση αμφιβολίας, θεωρείται ότι ο προσδιορισμός πρέπει να γίνει με δίκαιη κρίση.
Αν δεν έγινε με δίκαιη κρίση ή βραδύνει γίνεται από το δικαστήριο". Με την διάταξη του πρώτου εδαφίου του εν λόγω άρθρου, που αποτελεί ειδική έκφραση των αρχών της καλής πίστεως, παρέχεται η δυνατότητα, η οποία απορρέει από την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ), αναθέσεως του προσδιορισμού της παροχής σε κάποιον από τους συμβαλλομένους ή σε τρίτον, ο οποίος υποχρεούται να προβεί στον προσδιορισμό της παροχής εν αμφιβολία με δίκαιη κρίση.
Από την διατύπωση του πρώτου εδαφίου του ως άνω άρθρου προκύπτει ότι η εφαρμογή του εκτείνεται στις συμβατικές ενοχές, ενώ επίσης είναι δυνατή η εφαρμογή του και στην περίπτωση που στη σύμβαση ορίζεται ότι η παροχή θα προσδιοριστεί από τα μέρη με μεταγενέστερη συμφωνία. Προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως του ως άνω άρθρου είναι η ύπαρξη αοριστίας της παροχής, η οποία πρέπει να είναι ηθελημένη και υφίσταται υπό την έννοια ότι κατά την κατάρτιση της συμβάσεως και μετά τη σύσταση της ενοχής, το περιεχόμενο της παροχής δεν προσδιορίστηκε πλήρως στη σύμβαση κατ' έκταση, χρόνο, τόπο και τρόπο καταβολής, είδος, βάρος ή κατ' άλλα στοιχεία και δεν είναι δυνατή η αναπλήρωση της αοριστίας αυτής με την ερμηνεία κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Όρος εφαρμογής του ως άνω άρθρου είναι όχι μόνο η ύπαρξη της ανωτέρω αοριστίας της παροχής, αλλά και η ανάθεση με τη σύμβαση της συμπληρώσεώς της δια του προσδιορισμού της παροχής σε έναν από τους συμβαλλόμενους ή σε τρίτο, σε έναν ή περισσότερους. Εξ άλλου, ο προσδιορισμός της παροχής μπορεί να συμφωνηθεί ότι αφήνεται στην κρίση και των δύο μερών και είναι δυνατόν να ανατέθηκε με τη συμφωνία από κοινού στους συμβαλλομένους.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το δεύτερο εδάφιο του ως άνω άρθρου 371 ΑΚ, αν ο προσδιορισμός της παροχής δεν έγινε (από συμβαλλόμενο ή τρίτο) κατά δίκαιη κρίση ή βραδύνει, ανεξάρτητα από υπαιτιότητα, γίνεται από το δικαστήριο. Το δικαστήριο επιλαμβάνεται μετά από αγωγή του ή των συμβαλλομένων, υποκαθιστά δε εκείνον, στον οποίο είχε ανατεθεί το δικαίωμα του προσδιορισμού της παροχής, όταν αυτός δεν προέβη στον προσδιορισμό με κρίση άδικη ή αν βραδύνει ή αρνείται ή αδυνατεί προς τούτο.
Επίσης, το δικαστήριο επιλαμβάνεται μετά από αγωγή και όταν ο προσδιορισμός της παροχής ανατέθηκε στη δίκαιη κρίση και των δύο μερών και το ένα αρνείται ή βραδύνει να αποδεχθεί τις απόψεις του άλλου. Η απόφαση του δικαστηρίου, κατά το ως άνω εδ. 2 του άρθρου 371 ΑΚ, που είναι προσδιοριστική της παροχής, συμπληρώνει τη σύμβαση ως προς την αοριστία της παροχής, υποκαθιστώντας τη βούληση των συμβαλλομένων και είναι διαπλαστικού χαρακτήρα, με αναδρομική δύναμη.
Πριν από τον προσδιορισμό αυτό δεν υπάρχει γεννημένη αξίωση προς παροχή και συνακόλουθα δεν δημιουργείται υπερημερία του οφειλέτη από τη μη πληρωμή, αφού δεν υφίσταται προσδιορισμένη εκπληρώσιμη παροχή και συνεπώς, δεν έχει εφαρμογή ούτε το άρθρο 345 ΑΚ (ΑΠ 650/2016, ΑΠ 110/2015). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση, ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007). Ειδικότερα, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης.
Παραβιάζονται οι κανόνες αυτοί, όταν το δικαστήριο, παρά την διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 163/2015) ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (ΑΠ Ολομ. 26/2004) ή και όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, αν και δέχεται, επίσης ανέλεγκτα, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 635/2011, ΑΠ 604/2011, ΑΠ 211/ 2011).
Πάντως, μόνη η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αναφέρει ρητά στην απόφασή του ότι για την εξεύρεση της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων προσφεύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των παραπάνω διατάξεων του Αστικού Κώδικα δεν συνιστά παραβίαση των εν λόγω διατάξεων, αν στην απόφαση εκτίθενται τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών (ΑΠ 413/2015).
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν, από όσα δέχεται το δικαστήριο, δεν διευκρινίζεται η θέση του ως προς το αν υπάρχει κενό ή ασάφεια, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι πιο πάνω ερμηνευτικές διατάξεις (ΑΠ 870/2017, ΑΠ 215/2016, ΑΠ 84/2008).
Εξ άλλου, εκ πλαγίου παραβίαση, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, μπορεί να συντελεστεί και επί των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ειδικότερα, τέτοια παραβίαση υπάρχει, α) όταν δεν διευκρινίζεται επαρκώς αν υπάρχει ή όχι κενό στη δικαιοπραξία, αν το δικαστήριο έχει προβεί στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων και αν δεν παραθέτει σαφώς τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, β) όταν η απόφαση περιέχει ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς την εφαρμογή ή όχι των διατάξεων αυτών του ουσιαστικού δικαίου και γ) όταν το δικαστήριο έσφαλε κατά την υπαγωγή των περιστατικών που έγιναν δεκτά στην έννοια του νόμου (ΑΠ 870/2017, ΑΠ 529/2017, ΑΠ 763/2016, ΑΠ 527/2008).
Στην κρινόμενη περίπτωση, το Εφετείο, μετά την παραδοχή της έφεσης της αναιρεσείουσας και την εξαφάνιση της πρωτοδίκου αποφάσεως, δικάζοντας κατ' ουσίαν την υπόθεση, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα εξής: "Η ενάγουσα, συσταθείσα το έτος 1995, εδρεύουσα στο ... (οδός ...) εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", έχει ως σκοπό και αντικείμενο δραστηριότητας την παροχή υπηρεσιών και συμβουλών σε επιχειρήσεις της ημεδαπής και αλλοδαπής οποιουδήποτε είδους - περιλαμβανομένων ενδεικτικώς των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών εταιρικών - και την αντιπροσώπευση οίκων του εξωτερικού στην Ελλάδα και αντιστρόφως.
Την 1-8-1995 η ενάγουσα συνήψε με την πρώτη των εναγομένων, εταιρία περιορισμένης ευθύνης τότε με την επωνυμία "..." και ήδη με την επωνυμία "...", την με την αυτή ημερομηνία σύμβαση αντιπροσωπείας, με την οποία η πρώτη ανέλαβε, ως αποκλειστική αντιπρόσωπος της δεύτερης, την προώθηση και επέκταση όλων των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών δραστηριοτήτων της στην Ελλάδα και την Κύπρο, την προστασία και εξυπηρέτηση των συμφερόντων της και την ανάπτυξη των αντασφαλιστικών της τοποθετήσεων (όρος 1).
Η αμοιβή της ενάγουσας συμφωνήθηκε ότι θα συνίστατο σε προμήθεια ύψους 1% επί των καθαρών ασφαλίστρων όλων των αντασφαλιστικών δραστηριοτήτων της πρώτης των εναγομένων στον τομέα των ασφαλίσεων ζωής και συμπληρωματικών καλύψεων, που θα αναπτύσσονταν είτε με πρωτοβουλία της ενάγουσας είτε κατόπιν συμμετοχής της στις σχετικές διαπραγματεύσεις.
Το δικαίωμα, δε, της ενάγουσας επί της ως άνω προμήθειας συμφωνήθηκε ισχυρό καθόσον χρόνο οι παραπάνω δραστηριότητες θα παρέμεναν αντασφαλισμένες στην πρώτη των εναγομένων, ανεξαρτήτως της λήξης ή μη της εν λόγω σύμβασης αντιπροσωπείας (όρος 2.3 της σύμβασης). Η εν λόγω σύμβαση, επίσης, ορίστηκε ότι θα ισχύσει έως την 31-7-1996 και ότι θα παρατείνεται αυτοδικαίως και πέρα από την ημερομηνία αυτή, εκτός εάν οποιοδήποτε από τα μέρη ζητήσει τη λύση της με έγγραφη κοινοποίηση προς το άλλο μέρος τρεις (3) μήνες τουλάχιστον πριν την επιθυμητή ημερομηνία λήξης της (όρος 3).
Ακόμη, συμφωνήθηκε ως εφαρμοστέο το Αγγλικό δίκαιο και ότι αποκλειστική δωσιδικία για τη διευθέτηση ή επίλυση οποιοσδήποτε διαφοράς που τυχόν ανέκυπτε ανάμεσα στα συμβληθέντα μέρη χωρίς ή με αφορμή τη σύμβαση θα έχουν τα Δικαστήρια της Αγγλίας, τα οποία θα είναι και τα μόνα αρμόδια προς τούτο (όρος 4).
Η σύμβαση αυτή, ακολούθως, και δη κατόπιν συμφωνίας των μερών και με το από 26-1-1996 προσάρτημα αυτής, τροποποιήθηκε. Ειδικότερα, ο όρος 2.3 αντικαταστάθηκε ως εξής: "2.3 (Η Εταιρία θα) σας πιστώνει με 1% (ένα τοις εκατό) αμοιβή επί των καθαρών λελογισμένων ασφαλίστρων αντασφαλειών επί όλων των εργασιών ζωής και προσθέτων όρων οι οποίες προτείνονται από εσάς, ή για τη διασφάλιση των οποίων εργασιών συμμετείχατε ενεργά στις διαπραγματεύσεις.
Το δικαίωμά σας σε αυτή θα συνεχίζει για όσο χρονικό διάστημα οι εργασίες παραμένουν αντασφαλισμένες με την Εταιρία, αλλά υπό τις προϋποθέσεις των όρων καταγγελίας στην παράγραφο 3 παρακάτω. Κατά τη διάρκεια της Συμβατικής Περιόδου ενόσω το δικαίωμα στην προμήθεια θα δημιουργείται, η Εταιρία θα σας πληρώνει την 20η κάθε μήνα ένα ελάχιστο εγγυημένο μηνιαίο ποσό Δρχ. 2.700.000 (δύο εκατομμυρίων επτακοσίων χιλιάδων Ελλ.
Δραχμών). Το ποσό αυτό θα λογίζεται ως προκαταβολή του δικαιώματος σας στις προμήθειες μεσιτείας κατά την περίοδο εκείνη που θα καταβάλλεται μέχρι τη λήξη της συμβάσεως (δηλ. 12 μήνες) μετά την οποία θα είναι αναθεωρητέο. Εάν οι προμήθειες μεσιτείας δεν υπερβαίνουν το ελάχιστο μηνιαίο ποσό τότε καμία άλλη πληρωμή δε θα οφείλεται για εκείνο το μήνα από οποιοδήποτε συμβαλλόμενο μέρος.
Εάν το δικαίωμα στην προμήθεια μεσιτείας υπερβαίνει το ελάχιστο μηνιαίο ποσό τότε θα σας πιστώνεται το υπερβάλλον ποσό". Επίσης, ο όρος 3 αντικαταστάθηκε με τον ακόλουθο: "Η παρούσα σύμβαση θα συνεχιστεί μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1996 και μετέπειτα εκτός εάν και μέχρις ότου καταγγελθεί από οποιοδήποτε από τα δύο μέρη με έγγραφη ειδοποίηση προ 6 μηνών.
Στην περίπτωση καταγγελίας της παρούσας σύμβασης από την Εταιρία, το δικαίωμα της ... για την αμοιβή προμηθειών θα συνεχιστεί για περίοδο 12 μηνών συνολικά μετά τη λήξη της περιόδου γνωστοποίησης αλλά δεν θα υπερβαίνει το ελάχιστο μηνιαίο ποσό το οποίο πληρώθηκε για την προηγούμενη δωδεκάμηνη περίοδο.
Στην περίπτωση καταγγελίας της παρούσας σύμβασης από την ... το δικαίωμα για την αμοιβή προμηθειών θα λήγει με ισχύ από τη λήξη της περιόδου γνωστοποίησης". Οι λοιποί όροι και προϋποθέσεις, οι οποίοι περιέχονταν στην άνω, από 1-8-1995, σύμβαση αντιπροσωπείας παρέμειναν αμετάβλητοι, η δε σύμβαση αυτή τελικώς έληξε κατόπιν συμφωνίας μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης των εναγομένων, στις 20-7-1998, οπότε και συνήφθη, μεταξύ αυτών των διαδίκων εταιριών - η επωνυμία της τελευταίας από τις οποίες (δηλαδή της πρώτης των εναγομένων) είχε ήδη τροποποιηθεί στην άνω ήδη αναφερόμενη - η παρακάτω δεύτερη σύμβαση αντιπροσωπείας.
Σύμφωνα με το προοίμιο της δεύτερης αυτής σύμβασης, ειδικότερα, "Ο Διορισμός αντικαθιστά τη σύμβαση αντιπροσωπείας για την Ελλάδα και την Κύπρο με ημερομηνία 1 Αυγούστου 1995, όπως αυτή τροποποιήθηκε με μια Προσθήκη με ημερομηνία 26 Ιανουαρίου 1996 ("ο Πρώην Διορισμός"), ενώ με το άρθρ. 13.1. και 13.2 ορίστηκε αντιστοίχως ότι εφαρμοστέο επί της σύμβασης δίκαιο θα είναι το Ελληνικό και ότι όλες οι εξ αυτής διαφορές θα υπάγονται στην αποκλειστική δικαιοδοσία των Δικαστηρίων της Ελλάδας.
Με τη σύμβαση αυτή, επίσης, συμφωνήθηκε ότι "Υποχρεώσεις της Εταιρείας:
2. Η Εταιρεία", ήτοι η πρώτη των εναγομένων, "αναλαμβάνει και συμφωνεί με την Αξίωμα ότι η Εταιρεία:.... Προμήθεια: 3.1.: ..... Υπό την επιφύλαξη του κάτωθι άρθρου 3.2., θα πληρώνει στην ... προμήθεια σε ποσοστό 1 τοις εκατό επί των καθαρών ασφαλίστρων αντασφαλειών, όπως εμφαίνονται στις οικονομικές καταστάσεις της Εταιρείας (σε περίπτωση διαφωνίας, να πιστοποιούνται από τους ελεγκτές της Εταιρείας), επί όλων των εργασιών αντασφαλειών και αντασφαλίσεων ζωής και υγείας οι οποίες προτείνονται από την ...
κατά τον Διορισμό ή τον πρώην Διορισμό. Αυτή η προμήθεια να είναι πληρωτέα επί εργασιών οι οποίες συνάπτονται και πληρώνονται από πελάτες οι οποίοι προτάθηκαν από την Αξίωμα στην Επικράτεια κατά τη διάρκεια του Διορισμού, και το δικαίωμα αυτό να λήγει κατά τη λήξη του Διορισμού για οποιοδήποτε λόγο. Εργασίες για τις οποίες είναι πληρωτέα προμήθεια σύμφωνα με τους όρους του πρώην Διορισμού θα συνεχίσουν να πληρώνονται.
Λεπτομέρειες των εργασιών για τις οποίες είναι πληρωτέα προμήθεια σύμφωνα με τους όρους του Πρώην Διορισμού επισυνάπτονται στο παρόν και τιτλοφορούνται Παράρτημα A ...... 3.3. Κατά τη λήξη με γνωστοποίηση σύμφωνα με τον όρο 5 κατωτέρω: .... 3.3.2. από την Εταιρεία, τότε η ... θα δικαιούται να λάβει προμήθεια επί οποιωνδήποτε εργασιών μέχρι την ημερομηνία λήξης που αναφέρεται στη γνωστοποίηση καταγγελίας και επί οποιωνδήποτε εργασιών οι οποίες προέρχονται από πελάτες στην Επικράτεια οι οποίες προτάθηκαν από την ...
στην Εταιρεία για δώδεκα περαιτέρω μήνες". Περί, δε, της διάρκειας της σύμβασης αυτής με τον όρο 5 αυτής ορίστηκε ότι "Ο Διορισμός θα αρχίσει την ημέρα της παρούσας και, υπό τις προϋποθέσεις του κατωτέρω άρθρου 7, θα συνεχίσει μετέπειτα εκτός εάν και μέχρις ότου καταγγελθεί από το ένα μέρος διά της κοινοποιήσεως προς το άλλο μέρος έγγραφης γνωστοποίησης προ έξι ημερολογιακών μηνών τουλάχιστον".
Εξάλλου, κατά τον όρο 6 της σύμβασης "Η ... χωρίς την προηγούμενη έγγραφη συναίνεση της Εταιρείας: .... 6.2. Κατά τη διάρκεια του Διορισμού και για μία περίοδο δύο ετών μετέπειτα δεν θα ασχολείται άμεσα ή έμμεσα με οποιεσδήποτε εργασίες, τις οποίες τυχόν η Εταιρεία εύλογα θα θεωρεί να είναι ανταγωνιστικές με τις Εργασίες...", ενώ με τον όρο 7.1 ορίστηκε ότι "Η Εταιρία δύναται να καταγγείλει τον παρόντα Διορισμό με άμεση ισχύ σε περίπτωση οποιουδήποτε από τα περιστατικά τα οποία εκτίθενται κατωτέρω: ... 7.1.6 Η Εταιρία παύσει να κατέχει εταιρικά μερίδια στην ...".
Με τον όρο 10.3, ακόμη, ορίστηκε ότι "Με την παρούσα ρητά συμφωνείται μεταξύ των μερών της παρούσας ότι, με την επιφύλαξη κάθε δικαιώματος το οποίο θα έχει γεννηθεί με την παρούσα σε οποιοδήποτε μέρος, η ... δε θα δικαιούται να λάβει οποιαδήποτε πληρωμή από την Εταιρεία ως αποζημίωση για απώλεια της αντιπροσωπείας ή για κανένα άλλο οποιοδήποτε λόγο κατά τη λήξη του Διορισμού", με τον όρο 8 ότι "8.1.
Κατά τη λήξη του Διορισμού εξ οιασδήποτε αιτίας η Αξίωμα .... 8.2. Κατά τη λήξη αυτή η ... παραχρήμα: ....8.2.2. Η λήξη του Διορισμού δεν θα επηρεάσει τα αντίστοιχα δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών της παρούσας τα οποία θα έχουν γεννηθεί πριν από αυτήν τη λήξη", ενώ με τον όρο 4 αυτής (σύμβασης), όπως τροποποιήθηκε με τα από 18-1-2002 και 27-1-2003 προσαρτήματα, ορίστηκε ότι η πρώτη των εναγομένων "θα καταβάλλει την δέκατη τρίτη ημέρα κάθε μηνός (ή την κοντινότερη σε αυτήν εργάσιμη ημέρα) το ποσό των 12.597 Ευρώ.
Προς αποφυγή αμφιβολιών, το ποσό αυτό θα περιλαμβάνει κάθε καταβλητέα προμήθεια σύμφωνα με τον Προηγούμενο Διορισμό. Το ποσό αυτό θα θεωρείται προκαταβολή της προμήθειας την οποία δικαιούται η ... σύμφωνα με το άρθρο 3.1. Εντός ενενήντα ημερών από το τέλος εκάστου ημερολογιακού έτους, η Εταιρία υπολογίζει την πραγματική προμήθεια για το έτος η οποία οφείλεται στην ...
και οποιεσδήποτε τελικές αναπροσαρμογές θα καταβάλλονται στην ...". Το μήνα Ιούλιο του έτους 2002, εξάλλου, η πρώτη των εναγομένων απέκτησε νομοτύπως ποσοστό τριάντα τέσσερα τοις εκατό (34%) των εταιρικών μεριδίων της ενάγουσας, και δη διακόσια τέσσερα (204) εταιρικά μερίδια επί συνόλου εξακοσίων (600), τα υπόλοιπα των οποίων, ήτοι τριακόσια ενενήντα έξι (396) εταιρικά μερίδια, ανήκουν στον ιδρυτή της, διαχειριστή και νόμιμο εκπρόσωπό της, και έως τότε μοναδικό εταίρο της, Μ.
Α.. Ακολούθως, δε, και το μήνα Οκτώβριο του έτους 2002 η πρώτη εναγομένη, δραστηριοποιούμενη πλέον και στην Ελλάδα με το σύστημα ελευθερίας εγκατάστασης, απέκτησε άδεια εγκατάστασης Υποκαταστήματος αντασφαλιστικών εργασιών στη χώρα και όρισε ως νόμιμο εκπρόσωπο και αντίκλητό της για το Υποκατάστημα αυτό τον Μ.
Α.. Τέλος, το μήνα Ιούνιο του έτους 2006, η πρώτη των εναγομένων μεταβίβασε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις από την άνω σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας στη δεύτερη από αυτές (εναγόμενες), στη σχετική δε σύμβαση ρητώς αναφέρθηκε ότι η εν λόγω μεταβίβαση δεν θα έβλαπτε τα δικαιώματα της ενάγουσας, η οποία προς τούτο κλήθηκε και υπέγραψε τη σύμβαση εκχώρησης.
Ειδικότερα, στο προοίμιο της από 6-6-2006 σύμβασης εκχώρησης, που συνήφθη μεταξύ της ενάγουσας, του Μ. Α. ατομικά, και των εναγομένων, και η οποία αφορούσε τη μεταβίβαση από την πρώτη των εναγομένων στην δεύτερη από αυτές (εναγόμενες) δικαιωμάτων και υποχρεώσεων τόσο της άνω σύμβασης αντιπροσωπείας όσο και μίας σύμβασης εταίρων, που είχε υπογράφει μεταξύ της πρώτης εναγομένης και του Μ.
Α., καθώς και της σύμβασης παροχής υπηρεσιών του έτους 2002 μεταξύ της ίδιας εναγομένης και της ενάγουσας, διαλαμβάνεται, μεταξύ των άλλων, ότι: "....Η ... και η ... έχουν υπογράψει μια σύμβαση αγοράς περιουσιακών στοιχείων με ημερομηνία την ή περίπου την 24 Μαΐου 2006, με την οποία συμφωνήθηκε ότι, υπό τις προϋποθέσεις των όρων της, όλες οι εργασίες αντασφαλίσεων ζωής και υγείας (με εξαίρεση τις εργασίες οι οποίες διεξήγοντο από το υποκατάστημα της …) της ...
και όλα τα σχετιζόμενα περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις θα μεταβιβάζοντο στην ... ("η Σύμβαση Αγοράς Περιουσιακών Στοιχείων"). Ενόψει της Συμβάσεως Αγοράς Περιουσιακών Στοιχείων όλα τα μέρη της παρούσας επιθυμούν να εκχωρηθούν οι ανωτέρω υπό A, Β και Γ Συμβάσεις .... και να συνεχιστούν μεταξύ της ... και της ...
ή του κ. Α. αναλόγως με την περίπτωση". Με τον δε όρο 2 της σύμβασης αυτής ορίστηκε ότι "Ενόψει της Σύμβασης Αγοράς Περιουσιακών Στοιχείων, όλα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις της ... που έχουν συμφωνηθεί και απορρέουν από τις Συμβάσεις, κατά την ολοκλήρωση της Σύμβασης Αγοράς Περιουσιακών Στοιχείων (η "Ολοκλήρωση"), θα εκχωρηθούν, μεταβιβαστούν και αναληφθούν από την ... ......Με την Ολοκλήρωση, η ...
θα υποκατασταθεί σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ..., όπως αυτά βρίσκονται εν ισχύ, σύμφωνα με τις Συμβάσεις κατά το χρόνο της Ολοκλήρωσης", με τον όρο 3 ότι "Οι όροι της Σύμβασης Αγοράς Περιουσιακών Στοιχείων και των συμπληρωματικών συμβάσεων θα εφαρμόζονται αναλογικά στην εκχώρηση και μεταβίβαση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων μεταξύ της ...
και της ... και δεν θα επηρεάσουν βλαπτικά τα δικαιώματα της ... ή του κ. Α. (αναλόγως με την περίπτωση), από τις Συμβάσεις ή την παρούσα Σύμβαση", με τον όρο 4 ότι "Με την Ολοκλήρωση, η ... θα ευθύνεται έναντι της ... για οποιαδήποτε και όλες τις υποχρεώσεις οι οποίες πριν την ολοκλήρωση αποτελούσαν υποχρεώσεις της ..., προκύπτουσες από την Σύμβαση της ...
και τη Σύμβαση Αντιπροσωπείας της ... για την Ελλάδα, Κύπρο και Τουρκία και η ... θα ευθύνεται για την τήρηση όλων των υποχρεώσεών της, οι οποίες απορρέουν από τις ανωτέρω συμβάσεις, αποκλειστικά προς την ...", ενώ με τον όρο 6 ότι "Με την Ολοκλήρωση, η ... απαλλάσσει και ελευθερώνει την ... από την περαιτέρω εκτέλεση σύμφωνα με τη Σύμβαση της ...
και τη Σύμβαση Αντιπροσωπείας της ... για την Ελλάδα, Κύπρο και Τουρκία και από όλες τις αξιώσεις και απαιτήσεις ανακύπτουσες με οποιονδήποτε τρόπο από τις ίδιες συμφωνίες και αποδέχεται την ευθύνη της ... στη θέση της ..." .... Ακολούθως, και συγκεκριμένα στις 21-8-2006, πραγματοποιήθηκε συνάντηση στην … μεταξύ του Μ.
Α., ενεργούντος και ως νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας, αφενός, και του R. W., ως προσώπου εξουσιοδοτημένου εκ μέρους της δεύτερης των εναγομένων για τη μεταξύ των εταιριών αυτών επικοινωνία, κατά τη συνάντηση δε αυτή επαναλήφθηκε η πρόθεση της δεύτερης εναγομένης να καταγγείλει τις πιο πάνω συμβάσεις, ανάμεσα σ' αυτές και την δεύτερη χρονικώς σύμβαση αντιπροσωπείας.
Πέραν τούτου, η δεύτερη των εναγομένων εκδήλωσε την πρόθεση, και η ενάγουσα μέσω του άνω νομίμου εκπροσώπου της αποδέχθηκε, να καταβάλει ένα εφάπαξ ποσό για τη λύση όλων των μεταξύ τους συμβάσεων, αντί της περιοδικής καταβολής των οφειλόμενων προς την ενάγουσα προμηθειών, όπως αυτές προέκυπταν από τους όρους της ως άνω σύμβασης αντιπροσωπείας.
Προς τούτο συμφωνήθηκε έκαστο μέρος να προβεί σε υπολογισμό της τότε καθαρής αξίας (net present value) των οφειλόμενων από τις διάφορες εκκρεμείς συμβατικές σχέσεις, ενώ η δεύτερη εναγομένη ανέλαβε ειδικώς να ετοιμάσει μία συμφωνία λύσης των εκκρεμών συμβάσεων. Σύμφωνα, δε, με τον ίδιο τον R. W., οι υπολογισμοί για τα οφειλόμενα στο πλαίσιο της δεύτερης σύμβασης αντιπροσωπείας, είχαν δύο σκέλη, και δη, τις προμήθειες σχετικά με τις αντασφαλισμένες εργασίες υπό την ισχύ της δεύτερης σύμβασης αντιπροσωπείας και τις προμήθειες για τις αντασφαλισμένες εργασίες που αναφέρονται στο Παράρτημα Α' της ίδιας σύμβασης, ήτοι εκείνες που ανατρέχουν χρονικά στην περίοδο ισχύος της πρώτης σύμβασης αντιπροσωπείας.
Τα ανωτέρω επιβεβαιώθηκαν και μέσω της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας που αντάλλαξαν μεταξύ τους, ενεργώντας υπό τις ως άνω ιδιότητές τους, οι Μ. Α. και R. W.. ... Καθ' όλο το μετέπειτα χρονικό διάστημα, η ενάγουσα ανταποκρινόταν κανονικά στις υποχρεώσεις της, όπως αυτές προέκυπταν από την δεύτερη σύμβαση αντιπροσωπείας, αλλά και από τις λοιπές εκκρεμείς συμβάσεις, και γενικώς δεν μετέβαλε τη στάση της έναντι της δεύτερης εναγομένης.
Παραλλήλως, μέσου του νομίμου εκπροσώπου της, διατηρούσε επαφές με τους εκπροσώπους της δεύτερης των εναγομένων, R. W. και S. B., προς το σκοπό να προσδιοριστεί το εφάπαξ ποσό, το οποίο συμφωνήθηκε για τη λύση των μεταξύ τους σχέσεων, με σημαντικότερο εκείνο που θ' αντιστοιχούσε στις οφειλόμενες προμήθειες για τις αντασφαλιστικές εργασίες των πελατών που αναφέρονταν στο Παράρτημα Α' της ισχύουσας δεύτερης σύμβασης αντιπροσωπείας και που αφορούσε, όπως προαναφέρεται, τους πελάτες που ενέπιπταν χρονικά στην περίοδο ισχύος της πρώτης σύμβασης αντιπροσωπείας.
Στο πλαίσιο, δε, αυτό, η ενάγουσα ανέθεσε στο ελληνικό παράρτημα του διεθνούς αναλογιστικού οίκου H. το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2006 τη σύνταξη αναλογιστικής μελέτης, προκειμένου να υπολογιστεί η καθαρή παρούσα αξία (net present value) του Παραρτήματος Α' της δεύτερης σύμβασης αντιπροσωπείας. Τα δε στοιχεία για τις σχετικές αντασφαλιστικές εργασίες η ενάγουσα προμηθεύθηκε από το υποκατάστημα της δεύτερης εναγομένης στην ...., και συγκεκριμένα από την υπεύθυνη αναλογιστικών υπηρεσιών (Δ.
Χ.). Στη συνέχεια, ωστόσο, η ενάγουσα, αφενός, και η δεύτερη εναγομένη, αφετέρου, διαφώνησαν ως προς τους τρόπους υπολογισμού, στους οποίους κάθε πλευρά παραλλήλως προέβαινε αναφορικά με τις οφειλόμενες προμήθειες, μεταξύ αυτών προεχόντως για τις προμήθειες που οφείλονταν για την περίοδο ισχύος της πρώτης σύμβασης αντιπροσωπείας και σε συνάρτηση με το Παράρτημα Α' της δεύτερης σύμβασης.
Μεταξύ των άλλων και πέραν του ότι κάθε πλευρά ελάμβανε υπόψη για τους υπολογισμούς της διαφορετικούς παράγοντες, όπως προβλέψεις λήξεως συμβολαίων, επιτόκια κλπ., ρητώς τότε διαφώνησαν και ως προς το αν συμπεριλαμβάνονταν, εν τέλει, στο Παράρτημα Α' οι πελάτες - εταιρίες ..., για την οποία η δεύτερη των εναγομένων υποστήριζε, σε αντίθεση με την ενάγουσα, ότι δεν έπρεπε να συμπεριληφθούν. .....
Η δεύτερη εναγομένη ...... όταν εκ των υστέρων πληροφορήθηκε το περιεχόμενο της αναλογιστικής μελέτης - έκθεσης, που συντάχθηκε, κατόπιν της ως άνω εντολής της ενάγουσας, διαφώνησε συνολικώς με το περιεχόμενο αυτής, υποστηρίζοντας ήδη, ήτοι και στο πλαίσιο της προκείμενης δίκης, ότι οι σχετικοί υπολογισμοί, που περιέχονται στην έκθεση αυτή, δεν ανταποκρίνονταν στις οικείες συμβατικές προβλέψεις και, πάντως, αρνούμενη, σύμφωνα και με τα κατωτέρω, ότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ αυτής (δεύτερης εναγομένης) και της ενάγουσας ότι με αυτήν την έκθεση - μελέτη θα προσδιοριζόταν το ποσό, που η ίδια θα κατέβαλε στην τελευταία (ενάγουσα), προς τερματισμό των μεταξύ τους σχέσεων, αναφορικά ειδικώς με τις προμήθειες που απορρέουν από το Παράρτημα Α' της δεύτερης σύμβασης αντιπροσωπείας.
Πιο συγκεκριμένα, με την άνω, από Οκτωβρίου 2006, αναλογιστική έκθεση - μελέτη, που συντάχθηκε, κατόπιν ανάθεσης/εντολής εκ μέρους της ενάγουσας, οι οικείες, απορρέουσες από το άνω Παράρτημα, προμήθειες που δικαιούται η τελευταία ανέρχονται, με βάση το χρόνο σύνταξης της μελέτης - έκθεσης αυτής, με ορίζοντα δεκαπενταετίας (15ετίας) και αφού λήφθηκαν υπόψη οι τότε αντασφαλισμένες δραστηριότητες και οι δραστηριότητες που μελλοντικώς θα αντασφαλίζονταν, στο πλαίσιο εκάστης αντασφαλιστικής σχέσης και με τους αυτούς πελάτες, σε τρία εκατομμύρια εξακόσιες εβδομήντα μία χιλιάδες πεντακόσια ενενήντα επτά (3.671.597) ευρώ, ενώ χωρίς να συνεκτιμηθούν οι ειδικότερα αναφερόμενοι στη μελέτη - έκθεση παράγοντες, όπως ο αποπληθωρισμός, προεξοφλητικά επιτόκια κλπ., σε οκτώ εκατομμύρια εκατόν σαράντα χιλιάδες πεντακόσια σαράντα οκτώ (8.140.548) ευρώ.
Τις μεθόδους υπολογισμού και τα δεδομένα, που ακολουθήθηκαν και λήφθηκαν υπόψη, αντιστοίχως, για τη σύνταξη αυτής της αναλογιστικής μελέτης - έκθεσης η δεύτερη των εναγομένων, ανεξαρτήτως των αντιρρήσεών της που αφορούν στο χαρακτήρα της εν λόγω μελέτης - έκθεσης, ως απόλυτης κρίσης τρίτου στον οποίο κατόπιν συμφωνίας ανατέθηκε ο προσδιορισμός του ποσού που θα καταβαλλόταν σχετικώς, αμφισβητεί, υποστηρίζοντας, μεταξύ των άλλων τα εξής:
Ότι, σε αντίθεση με όσα ισχυρίζεται από την πλευρά της η ενάγουσα και λήφθηκαν υπόψη για τη σύνταξη της αναλογιστικής μελέτης - έκθεσης, ειδικώς για τις εργασίες που συνήφθησαν με τη μεσολάβηση της ενάγουσας κατά τη διάρκεια ισχύος της πρώτης σύμβασης αντιπροσωπείας, το δικαίωμα αυτής για απόληψη προμήθειας αφενός περιορίζεται, όπως είχε συμφωνηθεί, στις συγκεκριμένες συμβάσεις, που αναφέρονται στο Παράρτημα Α' της δεύτερης σύμβασης, και όχι εν γένει, ήτοι χωρίς αντιστοίχιση με τις συγκεκριμένες συμβάσεις, στους πελάτες που περιλαμβάνονται στο ίδιο Παράρτημα και στους οποίους, πάντως, δεν περιλαμβάνεται η "...", και αφετέρου (το δικαίωμα αυτό) εκτείνεται χρονικώς - βάσει α) της από 26-1-1996 τροποποίησης της πρώτης σύμβασης αντιπροσωπείας που ανωτέρω παρατίθεται, β) όσων συμφωνήθηκαν με τη δεύτερη σύμβαση αντιπροσωπείας και γ) αν γίνει δεκτό ότι η ενάγουσα δικαιούται προμηθειών με βάση απρόθεσμη καταγγελία εκ μέρους της ιδίας (δεύτερης εναγομένης) - για συνολικό διάστημα δεκαοκτώ (18) μηνών, και δη για έξι (6) μήνες από την καταγγελία έως τη λύση της σύμβασης και για δώδεκα (12) περαιτέρω μήνες από την επελθούσα αυτή λύση, υπό την προϋπόθεση ότι οι αντασφαλισμένες δραστηριότητες θα ήταν ακόμη ενεργές κατά την ίδια αυτή (18μηνη) χρονική περίοδο ή μέρους της.
Σε κάθε δε περίπτωση, υποστηρίζει ακόμη η δεύτερη των εναγομένων, το ύψος των προμηθειών, κατά τις οικείες πιο πάνω συμβατικές προβλέψεις, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ελάχιστο μηνιαίο ποσό το οποίο πληρώθηκε για την προηγούμενη δωδεκάμηνη (12μηνη) περίοδο. Από την άλλη πλευρά, η ενάγουσα, δεχόμενη ότι το πραγματικό ύψος των οφειλόμενων σ' αυτήν προμηθειών με βάση το Παράρτημα Α' της δεύτερης σύμβασης αντιπροσωπείας είναι αυτό που κυρίως, και σε κάθε περίπτωση επικουρικώς, επικαλείται με την αγωγή της και αποτελεί και το πόρισμα της συνταχθείσας αναλογιστικής μελέτης - έκθεσης, διατείνεται, στο πλαίσιο της κατά τα ανωτέρω αντίθεσής της σε σχέση με όσα υποστηρίζει η δεύτερη των εναγομένων, ότι, σύμφωνα με τις προβλέψεις της δεύτερης σύμβασης αντιπροσωπείας, η οποία και αντικατέστησε την πρώτη σύμβαση (αντιπροσωπείας), συνεπώς και την από 26-1-1996 τροποποίηση αυτής, οι προμήθειές της που αφορούν στις αντασφαλισμένες δραστηριότητες κατά τη διάρκεια ισχύος της πρώτης σύμβασης (αντιπροσωπείας) και αναφέρονται στο Παράρτημα Α' της δεύτερης σύμβασης, οφείλονται στο διηνεκές, και δη όσο αυτές οι δραστηριότητες ίσχυσαν και θα εξακολουθήσουν να ισχύουν, αφού συμφωνήθηκε ειδικώς ότι οι εν λόγω προμήθειες "θα συνεχίσουν να καταβάλλονται", χωρίς οποιονδήποτε άλλο χρονικό ή ποσοτικό περιορισμό.
Με βάση όλα τα παραπάνω, αλλά και όσα περαιτέρω αποδεικνύονται από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων ως προς τις υπαγόμενες στο καθεστώς της πρώτης σύμβασης αντιπροσωπείας προμήθειες, λεκτέα τα εξής: Δεν αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα και η δεύτερη των εναγομένων ανέθεσαν πράγματι, με μεταξύ τους προς τούτο συμφωνία, τον προσδιορισμό της παροχής, και συγκεκριμένα του χρηματικού ποσού που η τελευταία όφειλε στην πρώτη, στην απόλυτη κρίση τρίτου, και δη του διεθνούς αναλογιστικού οίκου "H.", ο δε οίκος αυτός συνέταξε τη σχετική αναλογιστική μελέτη, για τον προσδιορισμό του ύψους του οφειλόμενου ποσού, όχι δυνάμει μιας τέτοιας συμφωνίας, αλλά μόνο κατόπιν εντολής της ενάγουσας.
Ειδικότερα: Όπως ήδη κατά τα ανωτέρω αποδεικνύεται, μετά τη γνωστοποίηση στην ενάγουσα της πρόθεσης της δεύτερης των εναγομένων να μην αντιπροσωπεύεται πλέον στην Ελλάδα, σε συνάντηση των μερών που πραγματοποιήθηκε στην ...., η τελευταία, αφού επανέλαβε τη βούλησή της περί της διακοπής της συνεργασίας τους, εκδήλωσε επιπροσθέτως και την πρόθεση να καταβάλει ένα εφάπαξ ποσό για τη λύση όλων των μεταξύ τους συμβάσεων, αντί της περιοδικής καταβολής των οφειλόμενων προς την ενάγουσα προμηθειών, όπως αυτές προέκυπταν από τους όρους της συμβατικής τους σχέσης.
Ο προσδιορισμός αυτού του εφάπαξ χρηματικού ποσού, ωστόσο, σε αντίθεση με όσα υποστηρίζει η ενάγουσα με την αγωγή της και τα οποία οι εναγόμενες αρνούνται, όπως και πρωτοδίκως, κατά την προκείμενη κατ' έφεση δίκη, ούτε τότε ούτε μεταγενεστέρως, συμφωνήθηκε μεταξύ της ενάγουσας και της δεύτερης των εναγομένων να ανατεθεί στην απόλυτη κρίση τρίτου.
Αυτό που συμφωνήθηκε, κατά τα ήδη πιο πάνω διαλαμβανόμενα, ήταν έκαστο μέρος αυτοτελώς - δηλαδή η ενάγουσα από την πλευρά της και η δεύτερη εναγομένη από τη δική της πλευρά - να προβεί σε υπολογισμό της τότε καθαρής αξίας των οφειλόμενων υπό τις διάφορες εκκρεμείς συμβατικές σχέσεις και στη συνέχεια, σε μεταξύ τους συνάντηση, να επιχειρηθεί να υπάρξει συμβιβαστική συμφωνία.
Τούτο, δε, περιελάμβανε και τις επίμαχες εν προκειμένω προμήθειες για τις αντασφαλισμένες εργασίες που αναφέρονται στο Παράρτημα Α' της δεύτερης σύμβασης αντιπροσωπείας και ανέτρεχαν χρονικά στην περίοδο ισχύος της πρώτης παρόμοιας (αντιπροσωπείας) σύμβασης. Η μη ανάθεση στην κρίση τρίτου του προσδιορισμού του οφειλόμενου (και) για τις τελευταίες αυτές προμήθειες ποσού, άλλωστε, προκύπτει, μεταξύ των άλλων, και από την ηλεκτρονική και μη αλληλογραφία των δύο αυτών διαδίκων εταιριών (ενάγουσας και δεύτερης εναγομένης). ........
Και ναι μεν, στη συνέχεια, συγκεκριμένα στις αρχές του μηνός Σεπτεμβρίου του έτους 2006, η ενάγουσα ανέθεσε στον άνω αναλογιστικό οίκο, και δη την εδρεύουσα στην ..... (...) εταιρία με την επωνυμία "... Α.Ε.", που ανήκει στον πολυεθνικό Όμιλο "H." και έχει ως αντικείμενο δραστηριότητάς της την παροχή ανεξάρτητων αναλογιστικών υπηρεσιών, την εντολή να αποτιμήσει, με σχετική αναλογιστική μελέτη, τις αξιώσεις της, οι οποίες βασίζονται στο Παράρτημα Α' της δεύτερης σύμβασης αντιπροσωπείας και αφορούν στις προαναφερόμενες επίμαχες προμήθειες.
Η αναλογιστική δε αυτή εταιρία, μέσω του συνεργάτη της - αναλογιστή, Π. Ζ. του Α., συνέταξε την από Οκτωβρίου 2006 σχετική έκθεση - μελέτη, λαμβάνοντας, αμέσως μετά την ανάθεση στην ίδια της άνω εντολής, τα απαιτούμενα για τους υπολογισμούς της στοιχεία από το Υποκατάστημα της πρώτης εναγομένης στην Ελλάδα και ειδικότερα από την υπεύθυνη αναλογιστικών υπηρεσιών του εν λόγω Υποκαταστήματος, Δ.
Χ.. Επίσης, τον ουσιαστικό έλεγχο του Υποκαταστήματος αυτού είχε ήδη, κατόπιν της παραπάνω συμφωνίας εξαγοράς μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης των εναγομένων η τελευταία, λαμβάνοντας ενημέρωση, κατά το χρόνο εκείνο, μέσω του στελέχους της T. T., ενώ, παραλλήλως, κατά τον ίδιο αυτό χρόνο, όπως και παραπάνω αναφέρεται, νόμιμος αντιπρόσωπος της πρώτης εναγομένης στο εν λόγω Υποκατάστημά της στην Ελλάδα ήταν ο Μ.
Α., δηλαδή ο διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας. Τα ανωτέρω στοιχεία, έτσι, χορηγήθηκαν στην αναλογιστική εταιρία " ....Α.Ε." υπό την επίβλεψη και των δύο πιο πάνω προσώπων, ήτοι τόσο του T. T., που ενεργούσε για λογαριασμό της δεύτερης των εναγομένων, όσο και του Μ. Α.. Από το γεγονός αυτό, ωστόσο, δηλαδή από την παροχή, υπό τις ανωτέρω περιστάσεις, των στοιχείων που θα συνεκτιμώντο για τη σύνταξη της αναλογιστικής μελέτης - έκθεσης, δεν συνάγεται καθ' οιονδήποτε τρόπο συμφωνία της ενάγουσας και της δεύτερης των εναγομένων περί της ανάθεσης στην απόλυτη κρίση της αναλογιστικής εταιρίας του προσδιορισμού του εφάπαξ ποσού, που η δεύτερη θα κατέβαλε στην πρώτη για τις προμήθειες που υπάγονταν στο Παράρτημα Α' της δεύτερης σύμβασης αντιπροσωπείας και αφορούσαν χρονικά στην περίοδο ισχύος της πρώτης σύμβασης (αντιπροσωπείας).
Και τούτο, διότι τα στοιχεία αυτά χορηγήθηκαν, προκειμένου η ενάγουσα να προβεί από την πλευρά της και μόνο, η ίδια ή μέσω της αναλογιστικής εταιρίας, στον προσδιορισμό των οφειλόμενων σχετικών προμηθειών, και δεν συνάγεται τόσο από το εν λόγω γεγονός όσο και συνδυαστικά με όλες τις άλλες περιστάσεις, ότι η δεύτερη των εναγομένων συμφώνησε αρχικώς ή εκ των υστέρων, ρητώς ή σιωπηρώς, ότι εναπόκειτο στην απόλυτη κρίση του αναλογιστικού οίκου ο προσδιορισμός του οφειλόμενου εφάπαξ ποσού που θα κατέβαλε στην ενάγουσα, ενόψει της λύσης των συμβατικών σχέσεών της με την τελευταία, για τις συγκεκριμένες προμήθειες.
Συνακόλουθα με τα παραπάνω, η δεύτερη των εναγομένων δεν δεσμευόταν συμβατικώς από την αποτίμηση των οφειλόμενων προμηθειών στην οποία προέβη, κατόπιν εντολής της ενάγουσας, η εταιρία "… Α.Ε." με την από Οκτωβρίου 2006 αναλογιστική έκθεση - μελέτη του αναλογιστή της, Π. Α. Ζ.. Η δε αποτίμηση αυτή μπορούσε να αποτελέσει και αποτέλεσε εκ των υστέρων τον προταθέντα από την ενάγουσα προσδιορισμό του εφάπαξ ποσού που θα της καταβαλλόταν από τη δεύτερη των εναγομένων για τις προμήθειες που οφείλονται με βάση το Παράρτημα Α' της δεύτερης σύμβασης αντιπροσωπείας, αν τελικά κατέληγαν σε σχετική συμφωνία.
Σε τέτοια συμφωνία, όμως, ανεξαρτήτως των ανωτέρω, δεν κατέληξαν, εξαιτίας της διαφωνίας της δεύτερης των εναγομένων με την ενάγουσα ως προς τα δεδομένα που λήφθηκαν υπόψη για την αποτίμηση αυτή και οδήγησαν στο τελικό συμπέρασμα της σχετικής αναλογιστικής μελέτης - έκθεσης. Η παραπάνω κρίση δεν ανατρέπεται από όσα κατέθεσε, εξεταζόμενος ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ο μάρτυρας της ενάγουσας, ......
Και τούτο, διότι ουδόλως από αυτά προκύπτει ότι μεταξύ της ενάγουσας και της δεύτερης των εναγομένων υπήρξε συμφωνία περί ανάθεσης του προσδιορισμού της οφειλόμενης παροχής, ήτοι του εφάπαξ ποσού που θα καταβαλλόταν, στην απόλυτη κρίση της προαναφερόμενης αναλογιστικής εταιρίας. Με βάση τα παραπάνω, δηλαδή ενόψει του ότι δεν συμφωνήθηκε μεταξύ της ενάγουσας και της δεύτερης των εναγομένων να ανατεθεί στην απόλυτη κρίση της αναλογιστικής εταιρίας " …Α.Ε.", ως τρίτης, ο προσδιορισμός της επίμαχης παροχής, και συγκεκριμένα του χρηματικού ποσού που η δεύτερη εναγομένη όφειλε στην πρώτη ως προς τις προμήθειες, που υπάγονται στο καθεστώς της πρώτης σύμβασης αντιπροσωπείας και περιλαμβάνονται στο Παράρτημα Α' της δεύτερης σύμβασης αντιπροσωπείας, δεν υφίστανται η σχετική με τις προμήθειες αυτές ένδικη αξίωση της ενάγουσας και η αντίστοιχη υποχρέωση της δεύτερης εναγομένης.".
Με αυτά που δέχθηκε, το Εφετείο και ειδικότερα, αφ' ενός μεν ότι μεταξύ της εναγούσης - αναιρεσειούσης και της δευτέρας των εναγομένων - δευτέρας αναιρεσιβλήτου, δεν καταρτίσθηκε η με την αγωγή επικαλουμένη από την πρώτη (ενάγουσα - αναιρεσείουσα) σύμβαση μεταξύ αυτής και της τελευταίας, με την οποίαν ανέθεσαν τον προσδιορισμό της επιδίκου οφειλής από την συμφωνηθείσα μεταξύ τους σύμβαση προμηθείας επί των καθαρών ασφαλίστρων όλων των αντασφαλιστικών δραστηριοτήτων της αναιρεσιβλήτου αυτής, στην αναλογιστική εταιρία " … Α.Ε.", και επομένως το ως άνω αξιούμενο με την αγωγή ποσό των 8.140.548, άλλως των 3.671.597, ευρώ στο οποίο η αναλογιστική αυτή εταιρεία, ως τρίτη προσδιόρισε την επίδικη οφειλή, δεν στοιχειοθετούν, αντιστοίχως, την επίδικη αξίωση της αναιρεσειούσης και την υποχρέωση της δευτέρας αναιρεσιβλήτου, δεχόμενο έτσι ότι δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του άρθρου 371 ΑΚ, αφού ελλείπει, κατά τις προαναφερόμενες σχετικές διατάξεις, η προς τούτο αναγκαία αυτή προϋπόθεση (συμφωνία των μερών για τον προσδιορισμό της οφειλόμενης παροχής από τρίτο) για την εφαρμογή τους και αφ' ετέρου, όπως από το σύνολο των ως άνω σχετικών παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεώς του προκύπτει, ότι η αναιρεσείουσα και η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, με την εν λόγω σύμβαση προμηθείας επί των καθαρών ασφαλίστρων όλων των αντασφαλιστικών δραστηριοτήτων της αναιρεσιβλήτου αυτής, το μεν δεν προσδιόρισαν πλήρως κατ' έκταση την οφειλόμενη από την τελευταία στην πρώτη παροχή, το δε ότι διαφωνούν μεταξύ τους ως προς το σημείο αυτό της δικαιοπραξίας, αποδίδοντας διαφορετική έννοια στα μεταξύ τους συμφωνηθέντα και με βάση αυτά τον τρόπο υπολογισμού της παροχής αυτής, δεν διευκρινίζει (το Εφετείο) την θέση του ως προς το αν υπάρχει κενό ή ασάφεια ως προς το σημείο αυτό της επιδίκου συμβάσεως, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι ως άνω ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, οι οποίες, κατά τα προεκτεθέντα, είναι εφαρμοστές και σε περίπτωση αοριστίας της εκτάσεως της οφειλόμενης παροχής.
Έτσι όμως κρίνοντας το Εφετείο, παρεβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου ερμηνευτικές αυτές διατάξεις, όπως βασίμως με τον, κατ' ορθήν εκτίμηση, δεύτερο από το άρθρο 559 αριθ. 19 (και όχι από τον αριθ. 1) ΚΠολΔ λόγο της αιτήσεως, αιτιάται η αναιρεσείουσα την προσβαλλομένη απόφαση. Κατά συνέπεια, κατά παραδοχή του λόγου αυτού της αιτήσεως και παρελκούσης της εξετάσεως των λοιπών λόγων αυτής, οι οποίοι σημειωτέον αναφέρονται στο αυτό κεφάλαιο της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση.- Με την διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, το οποίο προστέθηκε με τα άρθρα 12 παρ. 4 του ν. 4045/2012 και 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ορίζεται ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει την ουσία της υποθέσεως, η οποία εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα.
Επομένως, σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής αποφάσεως για την ίδια υπόθεση ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει την υπόθεση κατ' ουσίαν, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί όμως αμέσως μετά την αναίρεση της αποφάσεως στην ουσιαστική εκδίκαση της υποθέσεως, έστω και αν οι διάδικοι, ενόψει της συζητήσεως της αναιρέσεως και υπό την προϋπόθεση παραδοχής αυτής, έχουν καταθέσει προτάσεις και για την ουσία της υποθέσεως, αφού δεν υφίσταται και δε νοείται υπό την ισχύ των προαναφερομένων διατάξεων ενοποιημένο στάδιο συζητήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως και της ουσίας της υποθέσεως.
Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ' ουσίαν την υπόθεση που εισάγεται προς συζήτηση με κλήση από τον επιμελέστερο των διαδίκων, οφείλει να τηρεί τις διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 ΚΠολΔ, συζητεί την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, αφού όμως κατατεθούν προτάσεις σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 524 παρ. 1 εδ.
β' ΚΠολΔ και αφού μετά την αναίρεση παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υποθέσεως σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις.
Συνεπώς, αναιρουμένης της προσβαλλομένης αποφάσεως, ενόψει του ότι, κατά τα σχετικώς προαναφερθέντα, πρόκειται για δεύτερη αναίρεση, πρέπει να κρατηθεί, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση στο τμήμα τούτο σε νέα συζήτηση, η οποία θα λάβει χώρα μετά από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην καταθέσασα αυτό αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η δευτέρα αναιρεσίβλητης, ως ηττηθείσα διάδικος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσειούσης κατά το νόμιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 20-12-2016 αίτηση αναιρέσεως και τους από 18-10-2017 προσθέτους λόγους αυτής.
Απορρίπτει τους προσθέτους λόγους αναιρέσεως ως απαραδέκτους.
Απορρίπτει την αναίρεση ως προς την αναιρεσίβλητη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...".
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της ανωτέρω αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Αναιρεί την υπ' αριθ. 2339/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, καθ' ο μέρος απευθύνεται κατά της εκ των αναιρεσιβλήτων εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...".
Κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση μετά από επίσπευση του επιμελέστερου από τους διαδίκους.
Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα αυτό.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσειούσης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 07 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Οκτωβρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ