Legislator Case Law & Legislation
1296/2016 AI generated

1296/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1296/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βιολέττας Κυτέα, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 38/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αγγελική Αλειφεροπούλου - Εισηγήτρια, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Διονυσία Μπιτζούνη και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1296/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ενόψει τούτων, όταν η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προκύπτει από την ιδιότητα του υπαιτίου, η επικινδυνότητα του επαγγέλματος ή της εργασίας του οποίου επιβάλλει, ως εκ της φύσεώς της, τη λήψη μέτρων προς αποτροπή του αξιόποινου αποτελέσματος, δεν είναι αναγκαία η αναφορά επιτακτικού κανόνα δικαίου, από τον οποίο να πηγάζει η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς παρεμπόδιση του αποτελέσματος αυτού.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1296 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1296/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βιολέττας Κυτέα, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 38/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αγγελική Αλειφεροπούλου - Εισηγήτρια, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Διονυσία Μπιτζούνη και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Θ. Α. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κλειδαρά, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 5558/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 30 Σεπτεμβρίου 2015, επιδοθείσα στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 2 Οκτωβρίου 2015, αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1158/2015.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 314 παρ. 1 εδ. α’ Π.Κ., "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών" και κατά τη διάταξη του άρθρου 315 παρ. 1 εδ. β’ Π.Κ., "δεν απαιτείται έγκληση αν ο υπαίτιος της πράξης του άρθρου 314 ήταν υπόχρεος λόγω της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια ή προσοχή", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν".

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται η διαπίστωση, αφ’ ενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την επιβαλλόμενη κατ’ αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, αφετέρου δε, ότι ο ίδιος, σύμφωνα με τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και ιδίως εξαιτίας της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του, είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το επελθόν αξιόποινο αποτέλεσμα, που από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε (μη συνειδητή αμέλεια) είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (ενσυνείδητη αμέλεια) και το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψή του.

Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, αφού το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς, που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του Π.Κ., κατά το οποίο, "όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος".

Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται, ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρεώσεως του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση συνιστά πρόσθετο στοιχείο του εγκλήματος που τελείται με παράλειψη και μπορεί να πηγάζει από ρητή, επιτακτικού χαρακτήρα, διάταξη νόμου ή από σύμβαση ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπαιτίου ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος.

Σε αυτή την περίπτωση πρέπει στην αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως να αναφέρεται και η συνδρομή αυτής της υποχρεώσεως, να εκτίθενται, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προσδιορίζεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του υπαιτίου να ενεργήσει, επιπροσθέτως δε, αν αυτή πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου, να προσδιορίζεται και ο κανόνας αυτός, ήτοι η νομική διάταξη, στην οποία θεμελιώνεται η ιδιαίτερη υποχρέωση προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος.

Ενόψει τούτων, όταν η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προκύπτει από την ιδιότητα του υπαιτίου, η επικινδυνότητα του επαγγέλματος ή της εργασίας του οποίου επιβάλλει, ως εκ της φύσεώς της, τη λήψη μέτρων προς αποτροπή του αξιόποινου αποτελέσματος, δεν είναι αναγκαία η αναφορά επιτακτικού κανόνα δικαίου, από τον οποίο να πηγάζει η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς παρεμπόδιση του αποτελέσματος αυτού.

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ Κ.Ποιν.Δ., όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 Κ.Ποιν.Δ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ’ επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.

Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Μεταξύ των κυριότερων αποδεικτικών μέσων της ποινικής διαδικασίας περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 178 περ. γ’ του Κ.Ποιν.Δ., και η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 του ίδιου Κώδικα, υπό προϋποθέσεις, από τους ανακριτικούς υπαλλήλους ή το δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα.

Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου, η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να προκύπτει από την αιτιολογία της αποφάσεως, ότι λήφθηκε και αυτή υπόψη, όπως συμβαίνει όχι μόνο, όταν αυτή μνημονεύεται ειδικώς μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, αλλά και όταν προκύπτει αναμφίβολα από τις παραδοχές της αποφάσεως, ότι τα πορίσματά της λήφθηκαν υπόψη και έγιναν δεκτά από το δικαστήριο ή, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι αντίθετα με αυτές.

Διαφορετικά, αν δεν προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο, μη αρκούσης της αναφοράς στα έγγραφα, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Η απλή, όμως, γνωμάτευση ή γνωμοδότηση, η οποία προκαλείται από τους διαδίκους και συντάσσεται από πρόσωπα που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, τα οποία καλούνται να εκφέρουν κρίση για γεγονότα που τίθενται υπόψη τους (ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη) ή η πραγματογνωμοσύνη που ενεργήθηκε δυνάμει αποφάσεως πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δεν ταυτίζονται με το προβλεπόμενο στο άρθρο 178 Κ.Ποιν.Δ.

αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης, που διατάσσεται σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 183 του ίδιου Κώδικα (αφού δεν συντάσσονται ύστερα από παραγγελία του αρμόδιου ανακριτικού υπαλλήλου ή του ανακριτή ή του δικαστικού συμβουλίου ή του ποινικού δικαστηρίου), αλλά λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο και το πόρισμά τους συνεκτιμάται μαζί με τις άλλες αποδείξεις για τη διαμόρφωση της κρίσεώς του, ως απλά έγγραφα, οπότε δεν είναι αναγκαίο να μνημονεύονται ως ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα ούτε απαιτείται ειδική αιτιολογία για τη μη αποδοχή τους.

Η δε αυτοψία, η οποία διενεργείται κατά το άρθρο 180 του Κ.Ποιν.Δ., με τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων, σε όλα τα στάδια της διαδικασίας, αποτελεί ιδιαίτερο και αυτοτελές είδος αποδεικτικού μέσου, διακρινόμενο των εγγράφων, το οποίο, μάλιστα, μνημονεύεται και στην προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 178 (περ.

β’ ) του ίδιου Κώδικα, πρέπει δε, για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι έλαβε και αυτήν υπόψη του το Δικαστήριο, να αναφέρεται ειδικά στην αιτιολογία, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που αξιολογήθηκαν. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν μνημονεύεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, δεν προκύπτει βεβαιότητα, ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο, χωρίς να αρκεί η αναφορά στα έγγραφα, και ιδρύεται ο ανωτέρω αναφερόμενος λόγος αναιρέσεως.

Σε περίπτωση, όμως, που η αυτοψία διενεργήθηκε κατά τη διαδικασία της αστυνομικής προανακρίσεως και κατά τον χρόνο της αστυνομικής διερευνήσεως του εγκλήματος, χωρίς να έχει διαταχθεί από το δικαστήριο, τότε δεν αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ώστε να απαιτείται η ξεχωριστή αναφορά του στο αιτιολογικό της αποφάσεως, για να προκύπτει η διερεύνηση και η αξιολόγησή του.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης, υπ’ αριθ. 5558/2015 αποφάσεως, η οποία συμπληρώθηκε με τη συμπροσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 8434/2015 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ’ είδος σ’ αυτή, το άνω Δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε ανελέγκτως τα εξής σε σχέση με την αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια παρ’ υποχρέων σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, που ενδιαφέρει στη συγκεκριμένη περίπτωση:

Οι κατηγορούμενοι τέλεσαν την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεους σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή που τους αποδίδεται και συγκεκριμένα αποδείχτηκε ότι στην περιοχή της Νέας Ιωνίας Θεσσαλονίκης και ειδικότερα στο εργοτάξιο της εταιρείας "....", την 8η Σεπτεμβρίου 2008 και ώρα 12:30 μ. μ. αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, από αμέλεια τους προξένησαν σωματική κάκωση σε άλλον.

Συγκεκριμένα, αν και υποχρεωμένοι εκ του επαγγέλματος τους σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν από τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν δεν προέβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα που πραγματοποιήθηκε από την πράξη τους και ειδικότερα, ο πρώτος κατηγορούμενος έχοντας την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρείας "..."," και νόμιμου εκπροσώπου της, που εδρεύει στη διασταύρωση ...

Χαλκιδικής, δεν φρόντισε ώστε να ληφθούν και να τηρηθούν όλα τα απαιτούμενα και προβλεπόμενα μέτρα ασφαλείας για την αποφυγή ατυχήματος στους εργαζόμενους, και ειδικότερα κατά την εκτέλεση εργασιών στο χώρο του εργοταξίου δεν είχε φροντίσει οι θέσεις εργασίας και οι διάδρομοι κυκλοφορίας, στον υπαίθριο χώρο της επιχείρησης, που έχουν πρόσβαση οι εργαζόμενοι κατά τη διάρκεια της άσκησης των δραστηριοτήτων, να σχεδιαστούν κατά τέτοιο τρόπο ώστε ή κυκλοφορία των πεζών και των οχημάτων να μπορεί να γίνεται κατά ασφαλή τρόπο.

Περαιτέρω επέτρεψε στον δεύτερο κατηγορούμενο, ο οποίος είναι συνταξιούχος και δεν είναι εφοδιασμένος με την απαιτούμενη άδεια χειρισμού φορτωτή, να χειριστεί το ως άνω όχημα, με αποτέλεσμα από έλλειψη της προσοχής του δεύτερου κατηγορουμένου, ενώ ο εργαζόμενος K. L. του Z. προσπάθησε να εναποθέσει μία παλέτα με ξύλα στον σπαστήρα και ανέβηκε στην κλίμακα του σπαστήρα προκειμένου να τη ρίξει μέσα, τη στιγμή εκείνη ο δεύτερος κατηγορούμενος οδηγώντας το φορτωτή έκανε όπισθεν και καθώς δεν υπήρχαν καθρέφτες στο μηχάνημα για να μπορεί ο δεύτερος κατηγορούμενος να ελέγξει την πορεία του, ο φορτωτής παρέσυρε τον K.

L. του Z. με την πίσω αριστερή πλευρά και τον έριξε κάτω. Αποτέλεσμα των ως άνω ενεργειών ήταν ο φορτωτής να παρασύρει τον παθόντα με την πίσω αριστερή πλευρά και να τον τραυματίσει σοβαρά. Ειδικότερα ο K. L. του Z. υπέστη κάταγμα δεξιού μηριαίου, ανοιχτό κάταγμα εξάρθρημα δείκτου δεξιά, κάταγμα μέσης φάλαγγας μέσου δαχτύλου δεξιά, κάταγμα ηβοϊσχιακών κλάδων άμφω, κάταγμα λαγονίου αριστερά, ρωγμώδες κάταγμα έσω σφύρου, κάταγμα κεφαλής περόνης δεξιά και ρήξη έσω πλαγίου δεξιού γόνατος.

Τα ανωτέρω σαφώς προέκυψαν, τόσο από την κατάθεση του θύματος όσο και από τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα, χωρίς να ανατρέπονται από αντίθετο αποδεικτικό μέσο. Πρέπει συνεπώς να κηρυχθούν ένοχοι. Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον πρώτο κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα (όπως και τον ήδη μη διάδικο συγκατηγορούμενό του, Κ.

Μ.) ένοχο της προαναφερόμενης αξιόποινης πράξεως της σωματικής βλάβης από (συγκλίνουσα) αμέλεια παρ’ υποχρέου σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, καθώς και παραβάσεως του άρθρου 8 παρ. 2α του Π.Δ. 17/1996 (μη εμπρόθεσμης αναγγελίας εργατικού ατυχήματος στις αρμόδιες αρχές), για τις οποίες του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως είκοσι (20) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό σε σχέση με την ενδιαφέρουσα εν προκειμένω πρώτη εκ των ως άνω πράξεων:

Κηρύσσει τους εκκαλούντες - κατηγορουμένους ΕΝΟΧΟΥΣ του ότι: Στην περιοχή της Νέας Ιωνίας Θεσσαλονίκης και ειδικότερα στο εργοτάξιο της εταιρείας "....", την Σεπτεμβρίου 2008 και ώρα 12:30 μ. μ. Α) Αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, από αμέλεια τους προξένησαν σωματική κάκωση σε άλλον. Συγκεκριμένα, αν και υποχρεωμένοι εκ του επαγγέλματος τους σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν από τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν δεν προέβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα που πραγματοποιήθηκε από την πράξη τους και ειδικότερα, ο πρώτος κατηγορούμενος έχοντας την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρείας "..."," και νόμιμου εκπροσώπου της, που εδρεύει στη διασταύρωση ...

Χαλκιδικής, δεν φρόντισε ώστε να ληφθούν και να τηρηθούν όλα τα απαιτούμενα και προβλεπόμενα μέτρα ασφαλείας για την αποφυγή ατυχήματος στους εργαζόμενους, και ειδικότερα κατά την εκτέλεση εργασιών στο χώρο του εργοταξίου δεν είχε φροντίσει οι θέσεις εργασίας και οι διάδρομοι κυκλοφορίας, στον υπαίθριο χώρο της επιχείρησης, που έχουν πρόσβαση οι εργαζόμενοι κατά τη διάρκεια της άσκησης των δραστηριοτήτων, να σχεδιαστούν κατά τέτοιο τρόπο ώστε ή κυκλοφορία των πεζών και των οχημάτων να μπορεί να γίνεται κατά ασφαλή τρόπο.

Περαιτέρω επέτρεψε στον δεύτερο κατηγορούμενο, ο οποίος είναι συνταξιούχος και δεν είναι εφοδιασμένος με την απαιτούμενη άδεια χειρισμού φορτωτής να χειριστεί το ως άνω όχημα, με αποτέλεσμα από έλλειψη της προσοχής του δεύτερου κατηγορουμένου, ενώ ο εργαζόμενος K. L. του Z. προσπάθησε να εναποθέσει μία παλέτα με ξύλα στον σπαστήρα και ανέβηκε στην κλίμακα του σπαστήρα προκειμένου να τη ρίξει μέσα, τη στιγμή εκείνη ο δεύτερος κατηγορούμενος οδηγώντας το φορτωτή έκανε όπισθεν και καθώς δεν υπήρχαν καθρέφτες στο μηχάνημα για να μπορεί ο δεύτερος κατηγορούμενος να ελέγξει την πορεία του, ο φορτωτής παρέσυρε τον K.

L. του Z. με την πίσω αριστερή πλευρά και τον έριξε κάτω. Αποτέλεσμα των ως άνω ενεργειών ήταν ο φορτωτής να παρασύρει τον παθόντα με την πίσω αριστερή πλευρά και να τον τραυματίσει σοβαρά. Ειδικότερα ο K. L. του Z. υπέστη κάταγμα δεξιού μηριαίου, ανοιχτό κάταγμα εξάρθρημα δείκτου δεξιά, κάταγμα μέσης φάλαγγας μέσου δαχτύλου δεξιά, κάταγμα ηβοϊσχιακών κλάδων άμφω, κάταγμα λαγονίου αριστερά, ρωγμώδες κάταγμα έσω σφύρου, κάταγμα κεφαλής περόνης δεξιά και ρήξη έσω πλαγίου δεξιού γόνατος.

Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος της σωματικής βλάβης εξ αμελείας από υπόχρεο, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος τούτου, οι αποδείξεις, που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις προπαρατεθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 314 παρ. 1 εδ.

α’ και 315 παρ. 1 εδ. β’ Π.Κ. Ειδικότερα, αιτιολογείται πλήρως η αμελής συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, υπευθύνου της προαναφερόμενης εργοδότριας εταιρίας, η μορφή της αμελείας του και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ αυτής και της προκληθείσας στον ανωτέρω παθόντα, εργαζόμενο στην εν λόγω εταιρία, σωματικής βλάβης.

Συγκεκριμένα, αναφέρονται και προσδιορίζονται αναλυτικά οι συνθήκες, κάτω από τις οποίες ο φορτωτής, που οδηγούσε στον υπαίθριο χώρο της επιχειρήσεως, της οποίας ο αναιρεσείων ήταν διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος, χωρίς καθρέπτες και σχετική άδεια ικανότητας χειρισμού αυτού, ο συγκατηγορούμενός του, Κ.

Μ., παρέσυρε ενεργώντας οπισθοπορεία τον αναφερόμενο εκεί εργαζόμενο αλλοδαπό και τον τραυμάτισε σοβαρά, οι παραλείψεις του αναιρεσείοντος, συνιστάμενες, αφενός μεν στην έλλειψη μέτρων ασφαλείας για την αποφυγή ατυχήματος των εργαζομένων στο χώρο του εργοταξίου (μη σχεδιασμός των θέσεων εργασίας και των διαδρόμων κυκλοφορίας στον υπαίθριο χώρο της επιχειρήσεως κατά τρόπο, ώστε η κυκλοφορία των εργαζομένων κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων τους και των οχημάτων να γίνεται κατά ασφαλή τρόπο), αφετέρου δε στη χρησιμοποίηση στην οδήγηση του φορτωτή ατόμου, που δεν είχε τις απαιτούμενες εξειδικευμένες γνώσεις χειρισμού τέτοιου οχήματος, το οποίο, μάλιστα, δεν είχε καθρέπτες, ώστε να διευκολύνουν να αντιληφθεί, στην οπισθοπορεία που επιχειρούσε, τον εκεί εργαζόμενο παθόντα, η μορφή της υπαιτιότητάς του, που περιγράφεται ως μη συνειδητή αμέλεια (μη πρόβλεψη του αξιόποινου αποτελέσματος), καθώς και η έννομη σχέση, από την οποία πηγάζει η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του ιδίου (αναιρεσείοντος) να παρεμποδίσει την επέλευση της σωματικής βλάβης του παθόντος, λόγω της ιδιότητάς του ως διευθύνοντος συμβούλου και νόμιμου εκπροσώπου της εργοδότριας εταιρίας, εντεύθεν δε αναδεχομένου την υποχρέωση αποτροπής οποιουδήποτε κινδύνου για τους εργαζομένους και την ευθύνη για τη λήψη των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας, η παραβίαση εκ μέρους του της υποχρεώσεώς του αυτής αλλά και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των παραλείψεών του και του επελθόντος αξιόποινου αποτελέσματος.

Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, καθόσον: α) Παρατίθενται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προσδιορίζεται η κατά τα άνω ιδιαίτερη νομική του υποχρέωση, απορρέουσα, τόσο από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων του αναιρεσείοντος συνδεομένων με έννομη σχέση, ως εκ της προμνημονευόμενης ιδιότητάς του, όσο και από την περιγραφόμενη συγκεκριμένη συμπεριφορά του ιδίου (παράλειψη τηρήσεως μέτρων ασφαλείας των εργαζομένων, ανάθεση της προπεριγραφόμενης επικίνδυνης εργασίας στον συγκατηγορούμενό του), από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος σωματικής βλάβης, ενώ στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν χρειαζόταν να αναφέρεται επιτακτικός κανόνας δικαίου, αφού τέτοιου είδους αναφορά είναι αναγκαία, όταν η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση πηγάζει μόνον από διάταξη νόμου επιτακτικού χαρακτήρα, περίπτωση που δεν υφίσταται εν προκειμένω, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα.

β) Διαλαμβάνεται ο αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των άνω πράξεων και παραλείψεων του αναιρεσείοντος και του επελθόντος αποτελέσματος, αφού σαφώς δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ο τραυματισμός του παθόντος οφείλεται στην έλλειψη των ανωτέρω μέτρων ασφαλείας των εργαζομένων. γ) Η επισημαινόμενη από τον αναιρεσείοντα και αναγνωσθείσα στο ακροατήριο (υπό τον αριθμό 1 του καταλόγου των αναγνωσθέντων εγγράφων, που αναφέρονται στα πρακτικά) από 8-1-2009 έκθεση αυτοψίας εργατικού ατυχήματος, η οποία, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, για την έρευνα του σχετικού αναιρετικού λόγου, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, διενεργήθηκε από τη Φ.

Π., Τεχνική Επιθεωρήτρια του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας του ΚΕ.Π.Ε.Κ. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ-ΘΡΑΚΗΣ, κατά τη διάρκεια της αστυνομικής διερευνήσεως του επίμαχου εργατικού ατυχήματος από το Α.Τ. Ιωνίας-Καλλιθέας Θεσσαλονίκης χωρίς να έχει διαταχθεί από το Δικαστήριο, δεν αποτελεί, κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και θεωρείται ως απλό έγγραφο, ως τέτοιο δε λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε από το Δικαστήριο χωρίς να απαιτείται η ξεχωριστή αναφορά της στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

δ) Η επικαλούμενη, ακόμη, από τον αναιρεσείοντα έκθεση πραγματογνωμοσύνης του μηχανολόγου-μηχανικού Γ. Χ., που επίσης αναγνώσθηκε στο ακροατήριο υπό τον αριθμό 8 του καταλόγου των αναγνωσθέντων εγγράφων (βλ. σελ. 9 των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως), όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου αυτής, προκλήθηκε από την πλευρά του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, αφού συντάχθηκε κατ’ εντολή της εταιρίας ...

της οποίας αυτός τύγχανε διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος, κατά τα προεκτεθέντα, οπότε, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, δεν αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο αλλά συνεκτιμήθηκε από το Δικαστήριο της ουσίας μαζί με τις άλλες αποδείξεις για τη διαμόρφωση της κρίσεώς του, ως απλό έγγραφο, χωρίς να απαιτείται ιδιαίτερη μνεία αυτής.

Κατ’ ακολουθία τούτων, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα δύο πρώτοι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, τόσο ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων, όσο και ως προς την επίδικη αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια παρ’ υποχρέου σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ’ Κ.Ποιν.Δ., είναι αβάσιμοι.

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 349 και 501 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., στον εκκαλούντα-κατηγορούμενο παρέχεται το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για λόγο ανώτερης βίας, που αφορά αυτόν ή το συνήγορό του. Εξάλλου, η, επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο προαναφερθείς λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ.

Δ’ του αυτού Κώδικα, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε, οπότε και η παρεμπίπτουσα απόφαση, που απορρίπτει αίτημα του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης λόγω ανώτερης βίας, μολονότι η κρίση του δικαστηρίου για το αν πρέπει ή όχι να αναβληθεί η δίκη είναι ανέλεγκτη, πρέπει να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με αναφορά των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, των αποδείξεων που τα θεμελιώνουν, καθώς και των συλλογισμών, με τους οποίους κατέληξε το δικαστήριο στην απορριπτική του αιτήματος κρίση του, διαφορετικά ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία.- Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης, υπ’ αριθ. 5558/12-5-2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ο ήδη αναιρεσείων καταδικάστηκε σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγούμενη παράγραφο της παρούσας, προκύπτει ότι μετά την εκφώνηση των ονομάτων των κατηγορουμένων, οι οποίοι δεν παρουσιάσθηκαν, "εμφανίστηκε ο δικηγόρος Θεσσαλονίκης, Χ.

Κ. (...), ο οποίος έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο και ως άγγελος δήλωσε ότι ο συνήγορος υπεράσπισης των κατηγορουμένων, Α. Κ., δικηγόρος Αθηνών (...), δυνάμει των από 8-5-2015 εξουσιοδοτήσεων εκάστου κατηγορουμένου, την οποία εγχείρισε στο δικαστήριο και αναγνώσθηκε δημόσια, παρίσταται κατά τη σημερινή δικάσιμο ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών για λογαριασμό άλλου εντολέως του, όπως προκύπτει από την από 8-5-2015 βεβαίωση του γραμματέα Αθηνών, Η.

Π. σε συνδυασμό με την από 11-5-2015 σχετική δήλωση του ως άνω πληρεξούσιου δικηγόρου που αναγνώσθηκαν δημόσια στο ακροατήριο. Για το λόγο αυτό υπέβαλε αίτημα αναβολής κατ’ άρθρο 349 ΚΠΔ λόγω κωλύματος στο πρόσωπο του συνηγόρου υπερασπίσεως αμφότερων των κατηγορουμένων" (βλ. σελ. 1, 2 πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως).

Το πιο πάνω Τριμελές Πλημμελειοδικείο (δευτεροβάθμιο Δικαστήριο) απέρριψε το εν λόγω αίτημα αναβολής με την ακόλουθη αιτιολογία: "Κατά το άρθρο 349 παρ.1 και 2 ΚΠοινΔ το δικαστήριο, μετά από πρόταση του Εισαγγελέα ή και αυτεπαγγέλτως μπορεί να διατάξει μόνο μία φορά την αναβολή της δίκης για λόγους ανώτερης βίας με αίτημα δε κάποιου από τους διαδίκους μία μόνο φορά για σοβαρούς λόγους υγείας ή ανώτερης βίας.

Η αναβολή που χορηγείται με αίτημα διαδίκου για λόγο που αφορά αυτόν ή τον συνήγορο του διατάσσεται μόνο για σοβαρούς λόγους υγείας ή ανώτερης βίας. Η αναβολή, που χορηγείται με αίτημα του διαδίκου για λόγο που αφορά αυτόν ή τον συνήγορο του, διατάσσεται μόνο για σοβαρούς λόγους υγείας, οι οποίοι αποδεικνύονται με έγγραφο νοσηλευτικού ιδρύματος ή λόγους ανώτερης βίας δηλ.

κατάστασης εξαιρετικής, η οποία, στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί να προβλεφθεί και να προληφθεί από τον άνθρωπο με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και σύνεσης, δημιουργώντας σ’ αυτόν απόλυση αδυναμία να προβεί σε ορισμένη ενέργεια αδιάφορα από τα αίτια που τη προκάλεσαν (Α.Π. 50/2014, ΑΠ 639/2010). Στη προκειμένη περίπτωση οι εκκαλούντες ζητούν την αναβολή εκδίκασης της κρινόμενης υπόθεσής τους σε μεταγενέστερο δικάσιμο, υποστηρίζοντας ότι ο δικηγόρος Αθηνών Α.

Κ. τον οποίο αμφότεροι έχουν διορίσει συνήγορό τους για να τους υπερασπιστεί βρίσκεται σε άλλο δικαστήριο και συγκεκριμένα στο Εφετείο Αθηνών και αδυνατεί να παραστεί κατά την εκδίκαση της υπόθεσής τους στο δικαστήριο τούτο, ενώ προς απόδειξη του σχετικού αιτήματος τους προσκομίζουν από 8-5-2015 βεβαίωση του γραμματέως του Εφετείου Αθηνών ότι κατά τη σημερινή δικάσιμο παρίσταται, ως υπεράσπιση των εντολέων του Γ.

Β. και Γ. Μ., των οποίων η υπόθεση εκδικάζεται ενώπιον του Β’ Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών (μετά από διακοπή από 24-2-2015) για το αδίκημα της κακουργηματικής υπεξαίρεσης και εις εκ τούτου αδυνατεί να παρασταθεί τον αυτό χρόνο ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου που εκδικάζει την ασκηθείσα έφεση των εκκαλούντων εντολέων του.

Ο λόγος όμως αυτός, ενόψει και του χρόνου τέλεσης της 8-9-2008 και της επικείμενης παραγραφής των αποδιδομένων στους εκκαλούντες αξιοποίνων πράξεων, δεν αποτελεί ανώτερη βία, υπό την προαναφερόμενη έννοια που να συνιστά κατάσταση η οποία δεν μπορούσε να προβλεφθεί, δεδομένου ότι αυτός γνώριζε την ανάληψη υποχρεώσεώς του απέναντι στους εκκαλούντες των οποίων την υπόθεση είχε αναλάβει προς υπεράσπιση και παρά ταύτα προέκρινε άλλες επαγγελματικές του υποχρεώσεις, ενόψει και του ότι η υπόθεση αναβλήθηκε ήδη μια φορά για τον ίδιο ακριβώς λόγο ήτοι λόγω του ότι ο συνήγορος υπεράσπισης και πάλι απουσίαζε στην Αθήνα προκειμένου να υπερασπιστεί άλλον πελάτη του ήτοι την Χ.

Λ. - Λ. (βλ. το απόσπασμα της υπ’ αριθ. 1686/2015 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου). Πρέπει συνεπώς το αίτημα αυτό να απορριφθεί. Η αιτιολογία αυτή είναι επαρκής, ειδική και εμπεριστατωμένη, καθόσον αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα αποδειχθέντα σε σχέση με το υποβληθέν αίτημα αναβολής πραγματικά περιστατικά, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι σκέψεις, με βάση τις οποίες κατέληξε το Δικαστήριο στην προεκτεθείσα κρίση του.

Ειδικότερα, το ανωτέρω αίτημα απορρίφθηκε από το Δικαστήριο της ουσίας, το οποίο κυριαρχικά και πλήρως αιτιολογημένα έκρινε, ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συνέτρεχε στο πρόσωπο του συνηγόρου των εκκαλούντων-κατηγορουμένων, μεταξύ των οποίων και ο ήδη αναιρεσείων, λόγος ανώτερης βίας, που να συνιστά κατάσταση, η οποία δεν μπορούσε να προβλεφθεί, δεδομένου ότι αυτός γνώριζε την ανάληψη υποχρεώσεώς του απέναντι σ’ αυτούς, των οποίων την υπόθεση είχε αναλάβει προς υπεράσπιση και παρά ταύτα προέκρινε άλλες επαγγελματικές του υποχρεώσεις.

Η απλή επισήμανση, στο σκεπτικό της παρεμπίπτουσας αυτής αποφάσεως, του κινδύνου επικείμενης παραγραφής των επίδικων πράξεων, καθώς και η διαπίστωση από το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας, ότι η υπόθεση είχε ήδη αναβληθεί μία φορά για τον ίδιο ακριβώς λόγο (εξαιτίας παρόμοιου κωλύματος του συνηγόρου υπερασπίσεως), δεν συνιστούν την αποκλειστική αιτιολογία για την κατά τα άνω απορριπτική κρίση και η διηγηματική αναφορά τους, προς ενίσχυση της παραπάνω ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ουδόλως επηρεάζει την πληρότητα αυτής.

Επομένως, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προμνημονευόμενης παρεμπίπτουσας αποφάσεως, με την οποία απορρίφθηκε το προαναφερθέν αίτημα αναβολής του αναιρεσείοντος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ Κ.Ποιν.Δ., είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η’ Κ.Ποιν.Δ., υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία, που δεν του δίνει ο νόμος. Στα πλαίσια αυτού του ορισμού γίνεται διάκριση της υπερβάσεως εξουσίας σε θετική και αρνητική.

Στην πρώτη περίπτωση το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, ενώ στη δεύτερη παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 320 και 321 Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει, ότι ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικαστεί με επίδοση σ’ αυτόν εγγράφου, που περιέχει ακριβή καθορισμό της πράξεως, για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει, ώστε να μπορεί να προετοιμάσει την υπεράσπισή του.

Αν το κλητήριο θέσπισμα δεν περιέχει τα στοιχεία αυτά, είναι άκυρο, σύμφωνα με το άρθρο 321 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα. Η ακυρότητα όμως αυτή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 1, 173 παρ. 1 και 174 Κ.Ποιν.Δ., είναι σχετική, ως αναγόμενη σε πράξη προπαρασκευαστική της διαδικασίας στο ακροατήριο, γι’ αυτό και, αν ο κατηγορούμενος δεν την προτείνει κατά την έναρξη της πρωτοβάθμιας δίκης (πριν από την έναρξη της εκδικάσεως της υποθέσεως και πριν από την εξέταση οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου) η ακυρότητα αυτή καλύπτεται.

Αν προταθεί εγκαίρως ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η εν λόγω ακυρότητα και η εκ του λόγου αυτού αντίρρηση προόδου της διαδικασίας και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο την απορρίψει, ο κατηγορούμενος, αν εμμένει σ’ αυτήν, πρέπει να επαναφέρει την πρόταση της ακυρότητας και την αντίρρηση κατά της προόδου της διαδικασίας στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διαλαμβάνοντας στην έφεσή του ειδικό λόγο περί τούτου.

Επομένως, εφόσον προβληθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος ή άλλη ακυρότητα της προδικασίας μη καλυφθείσα και αυτή απορριφθεί από το άνω δικαστήριο, η ίδια ακυρότητα θα πρέπει να προταθεί με ειδικό λόγο εφέσεως, ώστε να κριθεί από το εφετείο στα πλαίσια της διατάξεως του άρθρου 502 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ., άλλως καλύπτεται και δεν μπορεί να επαναφερθεί στο ακροατήριο του εφετείου, αφού, σύμφωνα με την τελευταία αυτή διάταξη (άρθρ. 502 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ.), το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει για εκείνα μόνο τα μέρη της πρωτόδικης αποφάσεως, στα οποία αναφέρονται οι λόγοι της εφέσεως, σε περίπτωση δε που δεν το πράξει και δεν αποφανθεί, όπως έχει υποχρέωση (ως εκ του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως), επί εκκληθέντος κεφαλαίου της πρωτόδικης αποφάσεως, υποπίπτει σε αρνητική υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον κατά τα άνω προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Η’ Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως. Τούτο όμως προϋποθέτει, ότι τα εκκληθέντα κεφάλαια πλήττονται κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, καθόσον το εφετείο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σε αόριστο λόγο εφέσεως, αφού αυτός, ως εκ του περιεχομένου του, τυγχάνει απαράδεκτος, δοθέντος ότι από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 462 επόμ., 474 παρ. 2, 476 παρ. 1 και 502 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ.

προκύπτει, όχι μόνον ότι το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως προσδιορίζεται από την έκταση και το περιεχόμενο των προβαλλόμενων λόγων, στην έρευνα των οποίων περιορίζεται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που έχει εξουσία να κρίνει μόνο για εκείνα τα μέρη της προσβαλλόμενης αποφάσεως, στα οποία αναφέρονται οι προτεινόμενοι από τον εκκαλούντα λόγοι εφέσεως, όπως προαναφέρθηκε, αλλά και ότι στην έκθεση εφέσεως, με την οποία διώκεται ο έλεγχος και η διόρθωση των σφαλμάτων της προσβαλλόμενης αποφάσεως, πρέπει να διατυπώνονται οι λόγοι, για τους οποίους αυτή ασκείται και να προτείνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ώστε να είναι δεκτικοί δικαστικής εκτιμήσεως, διαφορετικά οι αόριστοι και ασαφείς λόγοι εφέσεως απορρίπτονται, ως απαράδεκτοι, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα οποιασδήποτε συμπληρώσεως ή πρόσθετων λόγων εφέσεως στο ακροατήριο του δικάζοντος την έφεση δικαστηρίου.- Στην κρινόμενη περίπτωση, με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, ότι το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, ως πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ’ αριθ. 19691/16-6-2014 απόφασή του, τον καταδίκασε για τα αδικήματα της σωματικής βλάβης από αμέλεια παρ’ υποχρέου και της παραβάσεως του άρθρου 8 παρ. 2α Π.Δ. 17/1996, αφού, προηγουμένως, με την από 15-1-2014 παρεμπίπτουσα και αναβλητική απόφασή του, απέρριψε την εκ μέρους του υποβληθείσα ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, με το οποίο είχε παραπεμφθεί αυτός, για να δικαστεί ως υπαίτιος των προαναφερόμενων πράξεων, στη δε έφεση, που άσκησε ο ίδιος κατά της πιο πάνω καταδικαστικής αποφάσεως, διέλαβε ειδικό λόγο για την απόρριψη της ανωτέρω ενστάσεώς του, επί του οποίου, όμως, δεν αποφάνθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του αλλά προχώρησε στην καταδίκη του για τις πράξεις εκείνες, υποπίπτοντας, έτσι, στην αναιρετική πλημμέλεια της αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας.

Όπως, όμως, προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υποθέσεως, που παραδεκτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, κατά της υπ’ αριθ. 19691/16-6-2014 αποφάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης) ο αναιρεσείων άσκησε την υπ’ αριθ. 2529/24-6-2014 έφεση, στην οποία, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της εκθέσεως αυτής, περιέλαβε, μεταξύ άλλων, ως σχετικό με την απόρριψη της πιο πάνω ενστάσεως λόγο εφέσεως, κατά λέξη, τα εξής: "....ότι ασκεί έφεση κατά της 19691/16-6-2014 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης....καθώς και διότι με προγενέστερη παρεμπίπτουσα και συμπροσβαλλόμενη με την παρούσα έφεση απόφαση του Δικαστηρίου τούτου απερρίφθη αβάσιμα και αναιτιολόγητα η ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος" χωρίς, όμως, να επαναλάβει τους λόγους ακυρότητας, που αποτελούσαν περιεχόμενο της πιο πάνω ενστάσεώς του.

Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, κήρυξε και πάλι ένοχο τον κατηγορούμενο χωρίς να εξετάσει τον ανωτέρω λόγο της εφέσεως, ο οποίος, όπως διατυπώθηκε ως άνω, δεν ήταν σαφής και ορισμένος, σύμφωνα δε με αυτά που εκτέθηκαν ανωτέρω, ο παραπάνω λόγος εφέσεως του εκκαλούντος-κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος τύγχανε απαράδεκτος, ως αόριστος και ασαφής, οπότε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εφόσον αυτός δεν είχε προβληθεί στη σχετική έκθεση εφέσεως κατά τρόπο ειδικό και ορισμένο, δεν είχε υποχρέωση να τον εξετάσει, ενόψει του ότι προϋπόθεση της υποχρεώσεως του δικαστηρίου για έρευνα του λόγου εφέσεως αποτελεί να είναι παραδεκτός.

Συνεπώς, μη ερευνώντας αυτόν, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε αρνητική υπέρβαση εξουσίας. Ως εκ τούτου, ο υποστηρίζων τα αντίθετα τελευταίος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, περί αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας (λόγω παραλείψεως του Εφετείου να αποφασίσει επί του ανωτέρω λόγου εφέσεως), από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η’ Κ.Ποιν.Δ., είναι αβάσιμος.

Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης (άρθρ. 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-9-2015 αίτηση (ασκηθείσα δια δηλώσεως, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 2-10-2015) του Θ. Α. του Θ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ’ αριθ. 5558/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, καθώς και της συμπροσβαλλόμενης με αυτήν υπ’ αριθ. 8434/2015 συμπληρωματικής αποφάσεως του ίδιου Δικαστηρίου. Και

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιουλίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ