Legislator Case Law & Legislation
1296/2014 AI generated

1296/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1296/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-3-2005 αίτηση των 1ου,2ου,3ουήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1311/2006 μη οριστική και 801/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-3-2012 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

1296/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): με αριθμό πινακίου 1, με κλήση για να παραστούν κατά την τελευταία αυτή μετ' αναβολή δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, επιδόθηκε κατ'άρθρο127 παρ. 1 και 130 παρ. 1ΚΠολΔ, αντίστοιχα, στην όγδοη αναιρεσείουσα Α. θυγ. Α. ή Σ. Α. και ένατη αναιρεσείουσα Π. θυγ. Α. ή Σ. Α., επίσης, αντίστοιχα, κατόπιν παραγγελίας του εκ των πληρεξουσίων δικηγόρων των λοιπών αναιρεσειόντων Κων/νου Θ.

Keywords

AI generated
impropriation of public property abandonment of expropriation tenant payment default intention to appropriate action for exclusion from co-ownership right of repossession
AI generated
725/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1861/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
351/2011
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από την από 27 Φεβρουαρίου 2002 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3736/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 7990/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26 Ιουνίου 2008 αίτησή του.
893/2017
Κατά τη διάταξη του άρθρου 91 παρ.
145/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1296 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1296/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Ειρήνη Καλού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Μ. θυγ. Ε. Α., συζ. Χ. Χ., 2. Α. θυγ. Ε. Α., συζ. Ν. Κ., 3. Κ. Ε. Α., 4. Α. Α. Α., 5. Κ. Χ. Ξ., 6. Μ. θυγ. Χ. Ξ., συζ. Ν. Τ., όλοι οι ανωτέρω κάτοικοι ..., 7. Ε. φυσικού τέκνου Α. ή Σ. Α., θετού τέκνου Γ. Π., συζ. Π. Γ., κατοίκου ..., 8. Α. θυγ. Α. ή Σ. Α., κατοίκου..., η οποία δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 9. Π. θυγ. Α. ή Σ. Α., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. 10. Α. θυγ. Α. ή Σ. Α., συζ. Σ. Α., κατοίκου ..., 11. Δ. χήρας Σ. Α., κατοίκου ..., 12. Ι. Π. Α., κατοίκου ..., ως εξ αδιάθετου κληρονόμος του αποβιώσαντα την 16.6.2010 και αρχικού παρεμβάντα πατέρα του Π. Σ. ή Α. Α., 13. Σ. Π. Α., κατοίκου ..., ως εξ' αδιαθέτου κληρονόμος του αποβιώσαντα την 16.6.2010, και αρχικού παρεμβάντα πατέρα του Π. Σ. ή Α. Α.. Όλοι οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κλεφτοδήμο και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Του Ελληνικού Δημοσίου, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Ν.Σ.Κ. Γεώργιο Καρακώστα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις. 2. Του Δήμου Αμαρουσίου, που εδρεύει στο Αμαρούσιο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ε. Τ., με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-3-2005 αίτηση των 1ου,2ου,3ουήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1311/2006 μη οριστική και 801/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-3-2012 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Ειρήνη Καλού, ανέγνωσε την από 28-12-2012 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Ρουμπή, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη στο σύνολό της, της από 21-3-2012 αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 576 παρ. 1, 2 και 3, 568 παρ. 1 και 4,498 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος, το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αν επισπεύδει αυτός τη συζήτηση ή, όταν την επισπεύδει άλλος, αν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, σε καταφατική δε περίπτωση η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. 1278 Α/2-2-2014 και 1279 Α'/2-2-201 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ... αποδεικνύεται ότι: α) ακριβές επικυρωμένο φωτοαντίγραφο της από 21-3-2012 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 801/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την επ' αυτής πράξη ορισμού δικασίμου, για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 25ης Ιανουαρίου 2013, με κλήση να παραστούν κατά τη δικάσιμο αυτή οπότε η συζήτηση αναβλήθηκε διαδοχικώς για τη δικάσιμο της 4-10-2013 και ακολούθως για την παρούσα δικάσιμο της 7-3-2014, καθώς και με τη συνημμένη στην ως άνω αίτηση από 5-11-2013 Βεβαίωση της αρμόδιας Γραμματέως του Δικαστηρίου τούτου περί αναβολής της υποθέσεως από τη δικάσιμο της 4-10-2013 για την παρούσα δικάσιμο της 7-3-2014, ημέρα Παρασκευή και ώρα 09.30' π.μ.

με αριθμό πινακίου 1, με κλήση για να παραστούν κατά την τελευταία αυτή μετ' αναβολή δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, επιδόθηκε κατ'άρθρο127 παρ. 1 και 130 παρ. 1ΚΠολΔ, αντίστοιχα, στην όγδοη αναιρεσείουσα Α. θυγ. Α. ή Σ. Α. και ένατη αναιρεσείουσα Π. θυγ. Α. ή Σ. Α., επίσης, αντίστοιχα, κατόπιν παραγγελίας του εκ των πληρεξουσίων δικηγόρων των λοιπών αναιρεσειόντων Κων/νου Θ.

Παπαδημητρίου που διορίστηκε δυνάμει του υπ' αριθμ. .../14-1-2013 πληρεξουσίου της συμβ/φου Λαγκαδά Σταυρούλας Δημ. Αναστασοπούλου Καζά. Αφού δε κατ' αυτήν την τελευταία δικάσιμο, οπότε εκφωνήθηκε νόμιμα η υπόθεση από το πινάκιο, οι ως άνω αναιρεσείουσες δεν παραστάθηκαν πρέπει ο Άρειος Πάγος να συζητήσει την υπόθεση σαν να ήταν παρούσες και αυτές οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ. 1, ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 παρ. 7 του ν. 4055/2012 και 96 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 7 του ν. 3994/2011, οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται στα πολιτικά δικαστήρια με πληρεξούσιο δικηγόρο, στον οποίο η πληρεξουσιότητα, καθόσον αφορά στη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση του εκπροσωπουμένου από αυτόν διαδίκου που καταχωρίζεται στα πρακτικά του δικαστηρίου, η έλλειψη δε της αναγκαίας πληρεξουσιότητας ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης (ΑΠ 281/2011).

Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 58 παρ.1 εδ.α και 72 παρ.1 εδ.ιγ' και 2 του Ν. 3852/2010 "Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης- Πρόγραμμα Καλλικράτης", που κατά το άρθρο 286 αυτού, ισχύουν από 1.1.2011 και εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση κατά τη διαχρονικού δικαίου διάταξη του άρθρου 24 του ΕισΝ ΚΠολΔ, ως ισχύοντα κατά το χρόνο δημοσιεύσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως (3-2-2012) "ο Δήμαρχος εκπροσωπεί το Δήμο στα Δικαστήρια και σε κάθε δημόσια αρχή" (αρθρ. 58 παρ.1 εδ.α'), "Η Οικονομική Επιτροπή είναι όργανο παρακολούθησης και ελέγχου της οικονομικής λειτουργίας του Δήμου.

Ειδικότερα έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες ... ιε) αποφασίζει για την πρόσληψη πληρεξουσίου δικηγόρου και για την ανάκληση της πληρεξουσιότητάς του, σε όσους δήμους, είτε δεν έχουν προσληφθεί δικηγόροι, με μηνιαία αντιμισθία, είτε αυτοί που έχουν προσληφθεί δεν έχουν δικαίωμα να παρίστανται σε ανώτατα δικαστήρια ...».

Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις σε συνδ. και με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1 και 96 παρ.3 ΚΠολΔ, που προαναφέρθηκαν, σαφώς προκύπτει ότι ο Δήμος έχει υποχρέωση να παρίσταται στο αρμόδιο δικαστήριο μέσω πληρεξούσιου δικηγόρου, στον οποίο, εφόσον είναι έμμισθος, χορηγεί αντίστοιχη πληρεξουσιότητα ο Δήμαρχος, η οποία καθόσον αφορά στη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση του τελευταίου που καταχωρίζεται στα πρακτικά του δικαστηρίου, ελλείψει δε χορηγήσεως τέτοιας πληρεξουσιότητας ο Δήμος θεωρείται δικονομικώς απών. (ΑΠ 1138/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το οικείο πινάκιο και τα στοιχεία της σχετικής δικογραφίας ο δεύτερος αναιρεσίβλητος "Δήμος Αμαρουσίου" (ν.π.δ.δ.) εκπροσωπήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως από τον υπηρετούντα στον ως άνω Δήμο με σχέση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία δικηγόρο Ε.

Τ., με βάση μόνο την υπ' αριθμ. 61/20-2-2014 απόφαση του Δημάρχου Αμαρουσίου, με συνέπεια, ελλείψει χορηγήσεως σχετικής πληρεξουσιότητας στον εν λόγω δικηγόρο από τον ως άνω Δήμαρχο, είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωσή του που καταχωρίζεται στα πρακτικά του δικαστηρίου, να λογίζεται ο αναιρεσίβλητος Δήμος δικονομικώς απών.

Περαιτέρω, όμως, ενόψει του ότι από την προσκομιζόμενη από τους παριστάμενους αναιρεσείοντες υπ' αριθμ. Ε-318/16-10-2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά ... αποδεικνύεται ότι μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου των ως άνω αναιρεσειόντων, Νικολάου Διαλυνά, ακριβές επικυρωμένο φωτοαντίγραφο της υπό κρίση από 21-3-2012 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 801/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την επ' αυτής πράξη ορισμού δικασίμου, για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 25ης Ιανουαρίου 2013, με κλήση να παραστεί κατά τη δικάσιμο αυτή, οπότε η συζήτηση αναβλήθηκε διαδοχικώς, με σχετική επισημείωση στο πινάκιο για τη δικάσιμο της 4-10-2013 και ακολούθως για την παρούσα δικάσιμο της 7-3-2014, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στο δεύτερο αναιρεσίβλητο Δήμο Αμαρουσίου, και ότι συνεπώς αυτός κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως κατά την αρχική δικάσιμο, μη απαιτουμένης νέας κλητεύσεώς του κατά την παρούσα μετ' αναβολή δικάσιμο, εφόσον η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο της νέας δικασίμου ισχύει ως νόμιμη κλήτευσή του (άρθρα 226 παρ. 4 και 575 ΚΠολΔ) (ΑΠ 461/2013, ΑΠ 63/2008), πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της αναιρέσεως σαν να ήταν και αυτός παρών, σύμφωνα με το άρθρο 576§2 Κ.Πολ.Δ.

Με το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται μεταξύ άλλων, ότι η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια κατά δε την παρ.3 του ιδίου άρθρου, στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 παρ. 2 περ. η του Ν. 1406/1983 στις διοικητικές διαφορές ουσίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά: ...

η) την ευθύνη του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, "Εξαιρούνται οι διαφορές που αφορούν απαιτήσεις αποζημίωσης οποιασδήποτε μορφής για ζημίες που έχουν προκληθεί από αυτοκίνητο.

Οι διαφορές αυτές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ..." (ΑΠ 1045/2011). Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ.1, 2 και 4 του Συντάγματος, η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος.

Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που ανταποκρίνεται στην αξία, την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά τον χρόνο της συζήτησης για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.

Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. Η αποζημίωση ορίζεται από τα αρμόδια δικαστήρια. Νόμος μπορεί να προβλέπει την εγκαθίδρυση ενιαίας δικαιοδοσίας, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 94, για όλες τις διαφορές και υποθέσεις που σχετίζονται με απαλλοτρίωση καθώς και την κατά προτεραιότητα διεξαγωγή των σχετικών δικών.

Το αναθεωρημένο όμως άρθρο 17 του Συντ. 1975 δεν προσδιόρισε ποια τα αρμόδια δικαστήρια, αλλά άφησε τον προσδιορισμό τους στο νομοθέτη. Με το άρθρο 1 § 1 της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου της 21.12.2001, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2990/2002, ορίσθηκε ότι "Ο προσδιορισμός της αποζημίωσης για την αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου υπάγεται λόγω της συνάφειάς του με τη διαδικασία της αναγνώρισης δικαιούχων στη δικαιοδοσία των πολιτικών Δικαστηρίων, σύμφωνα με όσα ορίζονται ειδικότερα στον Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων, ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2882/2001 (ΦΕΚ 17Α), όπως αυτός ισχύει κάθε φορά".

Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 17 παρ.1 του Ν.Δ. 797/1971 και ήδη του άρθρου 18 του Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), ο προσδιορισμός της αποζημιώσεως γίνεται με δικαστική απόφαση. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ερμηνευόμενης, εν όψει της, ως άνω, διατάξεως του Συντάγματος, καθώς και του άρθρου 1 του πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Συμβάσεως της Ρώμης, που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 (και κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων), σύμφωνα με το οποίο "παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους, υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου, όρους", αντικείμενο της δίκης του καθορισμού της αποζημιώσεως και της αρμοδιότητος του Εφετείου, είναι η αποζημίωση εν συνόλω λαμβανομένη, δηλαδή η χορήγηση αποζημιώσεως, σε σχέση με την αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ο προσδιορισμός της ωφέλειας του ιδιοκτήτου αυτού, όπου η ύπαρξή της επηρεάζει τις εκ της απαλλοτριώσεως αξιώσεις του, κάθε άλλο θέμα συναφές με την απαλλοτρίωση και η δικαστική δαπάνη (Ολ.ΑΠ 10-11/2004).

Όμως, θέμα συναφές με την απαλλοτρίωση και αντικείμενο της δίκης του καθορισμού της αποζημιώσεως δεν αποτελεί η διαφορά, η οποία γεννάται επ' ευκαιρία της απαλλοτριώσεως και έχει ως αντικείμενο αξίωση αποζημιώσεως για ζημία από παράνομες πράξεις των οργάνων της διοικήσεως, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, στα πλαίσια της διαδικασίας της απαλλοτριώσεως.

Η αγωγή, με το ανωτέρω αντικείμενο, στηρίζεται στις διατάξεις του άρθρου 105 του Εισαγ.Ν. του ΑΚ και υπάγεται στην δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων. Επομένως, τα πολιτικά δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας προς εκδίκαση αυτής (Α.Ε.Δ. 13/1992, ΑΠ 1045/2011). Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως και όχι διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου. Κατά συνέπεια υπάρχει τέτοιου είδους πλημμέλεια και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως και σε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας ενώ έχει δικαιοδοσία για την εξέταση της αγωγής που ασκήθηκε ενώπιον του, απορρίπτει αυτή για έλλειψη δικαιοδοσίας (ΑΠ (Ολ.) 2/1999, ΑΠ 576/2013).

Τέλος, ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υποθέσεως, η οποία κατά νόμο ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ποινικού, διοικητικού ή των διοικητικών αρχών (Ολ.ΑΠ 5/1995).

Η ύπαρξη δε ή η έλλειψη δικαιοδοσίας προσδιορίζεται από τα άρθρα 1 έως 3 του ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 14ΚΠολΔ για το λόγο ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο που εξέδωσε αυτή με το να εκτιμήσει εσφαλμένα ότι η αίτηση και η παρέμβαση των αναιρεσειόντων έχει το χαρακτήρα αγωγής του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ.

και όχι το χαρακτήρα αίτησης προσωρινού προσδιορισμού αποζημίωσης του ιδιοκτήτη αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντος ακινήτου κατά τη διαδικασία της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως του ακινήτου του, και να απορρίψει για το λόγο τούτο αυτές ως απαράδεκτες ελλείψει δικαιοδοσίας αν και είχε δικαιοδοσία να ερευνήσει τη βασιμότητα αυτών, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο άλλως υπέπεσε στην πλημμέλεια ου αριθμού 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι τρεις πρώτοι αναιρεσείοντες με την απευθυνθείσα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών από 21-3-2005 (αριθμ. εκθ. Καταθ. 45219/28-3-2005) αίτησή τους κατά των αναιρεσιβλήτων, όπως το δικόγραφο αυτής, ως διαδικαστικό έγγραφο, εκτιμάται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) και την ασκηθείσα με τις προτάσεις τους, κατά τη συζήτηση της ως άνω αίτησης, ομοίου περιεχομένου παρέμβασή τους οι λοιποί αναιρεσείοντες, ζήτησαν τον προσωρινό καθορισμό της δικαιούμενης απ' αυτούς αποζημίωσης για το περιγραφόμενο σ' αυτή τμήμα αναγκαστικώς απαλλοτριωθείσας με την υπ' αριθμ.

Δ12δ/30235/25-1-1989 απόφαση του ΥΠΕΧΩΔΕ, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 140/Δ/8-3-1989, έκτασης κοινού ακινήτου τους για τη διάνοιξη της Εθνικής Οδού Σταυρού-Ελευσίνας προς αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε σ' αυτούς ως συνιδιοκτήτες της περιγραφόμενης σ' αυτή αναγκαστικώς απαλλοτριωθείσας έκτασης κοινού ακινήτου τους, παρόδιας στην ως άνω διανοιγόμενη οδό, από το γεγονός ότι, κατά παράβαση του νόμου, με την υπ' αριθμ. 28/1990 πράξη αναλογισμού και τον κτηματολογικό πίνακα, που στη συνέχεια, το έτος 2002, μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης ανακλήθηκαν ή διορθώθηκαν, με την υπ' αριθμ.

πρωτ. Δ12/0/32764/15-4-2002 απόφαση του Διευθυντή Διευθύνσεως Τοπογραφήσεων και Απαλλοτριώσεων Δ12 Κ. Δ., καθορίστηκε εσφαλμένως ότι αυτοαποζημιώνονται για το αναφερόμενο απαλλοτριούμενο τμήμα της όλης απαλλοτριωθείσας έκτασης του ακινήτου τους, κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 653/1977, με αποτέλεσμα να μην καταστεί δυνατή η λήψη απ' αυτούς, εκτός της αρχικής αποζημίωσης που έλαβαν για το υπόλοιπο τμήμα της απαλλοτριωθείσας ιδιοκτησίας τους, επιφάνειας 42,60 τ.μ.

από τον υπόχρεο προς τούτο Δήμο Αμαρουσίου, της δικαιούμενης και για το παραπάνω τμήμα που χαρακτηρίστηκε ως αυτοαποζημιούμενο αποζημίωσης, τον καθορισμό της οποίας ζήτησαν με τις ως άνω αίτηση και παρέμβαση. Όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της αίτησης η αξίωση αποζημίωσης των αναιρεσειόντων για τον υπολογισμό της οποίας ζήτησαν τον προσδιορισμό προσωρινής τιμής μονάδος αποζημιώσεως για τμήμα της αναγκαστικώς απαλλοτριωθείσας έκτασής τους, επιφάνειας (του τμήματος) 312,70 τ.μ.

έχει ως γενεσιουργό αιτία τον από σφάλμα των οργάνων της Διοίκησης που συνέταξαν την επικαλούμενη πράξη αναλογισμού και κτηματολογικό πίνακα κατά την άσκησιν των αρμοδιοτήτων τους στο πλαίσιο της ανωτέρω διαδικασίας αναγκαστικής απαλλοτρίωσης παράνομο χαρακτηρισμό τμήματος της απαλλοτριωθείσας ιδιοκτησίας τους ως αυτοαποζημιούμενου, με αποτέλεσμα την πρόκληση σ' αυτούς ζημίας κατά τα προαναφερόμενα.

Υπό το ως άνω περιεχόμενο η αίτηση, από το όλο περιεχόμενο της οποίας και όχι μόνο από το αιτητικό της κρίνεται το υποβαλλόμενο αίτημα δικαστικής προστασίας (ΑΠ 271/2013) δεν έχει το χαρακτήρα αίτησης προσωρινού προσδιορισμού αποζημίωσης του ιδιοκτήτη που γίνεται συνεπεία της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως και κατά τη διαδικασία της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως του ακινήτου του, η οποία έχει ως αντικείμενο τον προσδιορισμό του ποσού της αποζημίωσης που οφείλει να καταβάλει ο υπόχρεος αποζημίωσης για να συντελεστεί η απαλλοτρίωση, αλλά αγωγής του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ., που έχει ως αντικείμενο αξίωση αποζημιώσεως από παράνομες πράξεις των οργάνων της Διοικήσεως κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους στο πλαίσιο της διαδικασίας της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, η οποία υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, κατά τα άρθρα 1 παρ. 2 παρ.

η του ν. 1406/1983 και 105 του Εισαγ.Ν.ΑΚ. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Πρωτοδικείο που εξέδωσε αυτή, δέχθηκε αναφορικά με το περιεχόμενο της αίτησης και τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου προς εκδίκαση αυτής τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση με την από 21-3-2005 αίτησή τους οι αιτούντες ισχυρίστηκαν ότι με την υπ' αριθμ. 28/1990 πράξη αναλογισμού αποζημιώσεως, απαλλοτριώθηκε τμήμα της ιδιοκτησίας τους εμβαδού 355,30 τ.μ.

με τον αριθμό 6 εμφαινόμενο στον οικείο κτηματολογικό πίνακα και ότι σύμφωνα με αυτήν ο φερόμενος ως ιδιοκτήτης Ε. Α. (πατέρας και δικαιοπάροχός τους) ήταν δικαιούχος αποζημιώσεως μόνο για επιφάνεια 42,60 τ.μ. συν 0,70 τ.μ. και ότι για την απομένουσα επιφάνεια των 312,70 τ.μ. που εμφαινόταν με τα στοιχεία (29,27,30,31,33,32,29) αυτοαποζημιωνόταν.

Ότι με την υπ' αριθμ. Δ/12/0/32764/15-4- 2002 απόφαση του Διευθυντή της Διεύθυνσης Τοπογραφήσεων Κ. Δ., ανακλήθηκε ή διορθώθηκε εν μέρει η υπ' αριθμ. 28/1990 πράξη αναλογισμού και συγκεκριμένα ο κτηματολογικός πίνακας, που συνοδεύει την πράξη αυτή ως προς την αποζημιούμενη έκταση, σύμφωνα δε με την άνω απόφαση ο Δήμος Αμαρουσίου είναι υπόχρεος να αποζημιώσει την ιδιοκτησία τους, επιπλέον και για την επιφάνεια των 312,70 τ.μ, για την οποία είχε καθοριστεί ότι αυτοαποζημιώνονταν.

Με την κρινόμενη δε αίτησή τους ζητούν να καθοριστεί από το Δικαστήριο τούτο προσωρινή τιμή μονάδος αποζημιώσεως γι' αυτήν ακριβώς την έκταση. Από τα έγγραφα που προσκομίζονται αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Με την υπ' αριθμ. Δ12δ/30235/25-1-1989 απόφαση του ΥΠΕΧΩΔΕ, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 140/Δ/8-3-1989 χαρακτηρίστηκε ως κατεπείγουσας ανάγκης και επισπεύσθηκε από το καθού η αίτηση Ελληνικό Δημόσιο η διάνοιξη της Εθνικής Οδού Σταυρού-Ελευσίνας απο τη λεωφ.

Κηφισιάς μέχρι την οδό Πεντέλης σε εφαρμογή των από 13-9-1982 (ΦΕΚ 268Δ) από 28-6-1986 (ΦΕΚ 642 Δ) και από 9-5-1988 (ΦΕΚ 410 Δ) όπως διορθώθηκε (ΦΕΚ 514 Δ) διαταγμάτων ρυμοτομικού σχεδίου των δήμων Αμαρουσίου και Χαλανδρίου Αττικής και των υπ' αριθμ. Γ 41357/8-12-1980 και Γ 44760/21 -9-1981 αποφάσεων του τότε Υπουργού Χωροταξίας Οικισμού και Περιβάλλοντος.

Η ρυμοτομούμενη έκταση αποτελεί τμήμα της προεκτεθείσης ευρύτερης εκτάσεως και είναι συνολικού εμβαδού16.436,36 τ.μ. από τα οποία για τα 12.558,96 τ.μ. (καθώς και για τα επικείμενα) υπόχρεο προς αποζημίωση είναι το Ελλ. Δημόσιο, υπεισερχόμενο στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των Δήμων Αμαρουσίου και Χαλανδρίου, ενώ για τα υπόλοιπα 3.877,40 τ.μ., υπόχρεοι είναι σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Ν. 653/1977 και του Ν. 5269/1931 (άρθρο 6) οι παρόδιοι ιδιοκτήτες, είτε οι ίδιοι καθεμιάς συγκεκριμένης απαλλοτριούμενης ιδιοκτησίας (αυτοαποζημίωση) είτε άλλοι των λοιπών απαλλοτριουμένων ιδιοκτησιών.

Η απαλλοτριούμενη έκταση βρίσκεται στην περιφέρεια των Δήμων Αμαρουσίου και Χαλανδρίου Αττικής κείται μεταξύ των οδών Κεφαλληνίας και Πεντέλης και εμφαίνεται στο υπ' αριθμ. 28/1990 κτηματολογικό διάγραμμα και τον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα αναλογισμού αποζημιώσεων των σχετικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, τα οποία φέρουν ημερομηνία 16-11-1990 και συνετάγησαν από τον μηχανικό Ι.Π., ελέγχθηκαν από τον εργοδηγό Δημ.

Εργων 1Α. Π. και θεωρήθηκαν από τον Προϊστάμενο της Διευθύνσεως Τοπογραφήσεων και Απαλλοτριώσεων (Δ12δ) του ΥΠΕΧΩΔΕ Κ. Δ.. Με την εν λόγω υπ' αριθμ. 28/1990 πράξη απαλλοτριώθηκε τμήμα της φερόμενης ως ιδιοκτησίας των αιτούντων υπό στοιχεία 27,30,31,33,34,32,29,27 εμβαδού 355,30 τ.μ., για τμήμα της οποίας εμβαδού 42,60 τ.μ. υπόχρεος σε αποζημίωση ήταν ο Δήμος Αμαρουσίου, ενώ για το υπόλοιπο τμήμα εμβαδού 312,70 τ.μ.

βαρύνονταν με υποχρέωση αυτοαποζημιώσεως. Κατόπιν της από 18-12-1990 αιτήσεως του Ελλ. Δημοσίου, το Δικαστήριο τούτο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 330/1991 απόφασή του με την οποία καθόρισε για την εμφαινόμενη στον κτηματολογικό πίνακα με αριθμό 6 ιδιοκτησία με φερόμενο τότε ιδιοκτήτη τον Ε. Α. (δικαιοπάροχο των αιτούντων), προσωρινή τιμή μονάδος αποζημιώσεως στο ποσό των 45.000 δραχμών (=132,06 Ευρώ) ανά τετραγωνικό μέτρο.

Το Ελλ. Δημόσιο αποδέχθηκε με τον όρο της αμοιβαιότητος τις ανωτέρω τιμές. Αφού συντάχθηκε ο σχετικός με ημερομηνία 5-9-1991 πίνακας παρακαταθέσεως της αποζημιώσεως, που είχε καθοριστεί με την παραπάνω απόφαση για τα ακίνητα, στα οποία περιλαμβανόταν και το επίδικο, που είχαν ρυμοτομηθεί για το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο των Δήμων Αμαρουσίου-Χαλανδρίου για τη διάνοιξη της Ε.Ο.

Σταυρού-Ελευσίνας από την οδό Κεφαλληνίας μέχρι την οδό Πεντέλης σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 28/1990 πράξη αναλογισμού, οικεία ειδοποίηση δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 1141/Δ/6-11-1992. Με τον τρόπο αυτό συντελέστηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση (Ολ. ΣτΕ 3607/1974 ΝοΒ 1975.986). Ακολούθως, με την υπ' αριθμ. πρωτ. Δ12/0/32764/15-4-2002 απόφαση του Διευθυντή Διευθύνσεως Τοπογραφήσεων και Απαλλοτριώσεων Δ12 Κ.

Δ., ανακλήθηκε ή διορθώθηκε εν μέρει, όπως αναφέρεται σ' αυτήν, η υπ' αριθμ. 28/1990 πράξη αναλογισμού και συγκεκριμένα ο κτηματολογικός πίνακας, που συνοδεύει την ίδια πράξη, κατά τρόπον ώστε, όσον αφορά στην υπ' αριθμ. 6 ιδιοκτησία του φερόμενου ιδιοκτήτη Ε. Α., για την έκταση υπό στοιχεία (28-27-29-28) εμβαδού 0,70 τ.μ., για την οποία υπόχρεος αποζημιώσεως ήταν ο Α.

Μ., καθώς και για την έκταση υπό τα στοιχεία (29-27-30-31-33-32-29) εμβαδού 312,70 τ.μ., η οποία ήταν αυτοαποζημιούμενη, καθίστατο υπόχρεος σε αποζημίωση ο Δήμος Αμαρουσίου. Όμως, επειδή με την συντελεσθείσα ήδη αναγκαστική απαλλοτρίωση και τον χαρακτηρισμό της έκτασης των 312,70 τ.μ. ως αυτοαποζημιουμένης από σφάλμα των οργάνων της Διοίκησης επήλθε ζημία στους δικαιούχους, οι τελευταίοι για να ζητήσουν την επιπλέον αποζημίωση, που δικαιούνταν, έπρεπε να στραφούν κατά του Ελλ.

Δημοσίου ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων κατ' άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, αφού τα πολιτικά δικαστήρια καθόρισαν με βάση την τότε ισχύουσα πράξη αναλογισμού αποζημιώσεως την οφειλόμενη αποζημίωση, η οποία και κατατέθηκε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων συντελεσθείσης ούτω της απαλλοτριώσεως, τούτων μη εχόντων δικαιοδοσία να επανέλθουν επί της ιδίας υποθέσεως με βάση την διόρθωση του κτηματολογικού πίνακος εκ μέρους της Διοικήσεως μετά την διαπίστωση του σφάλματος επ' αυτού.

Πρέπει, όθεν να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση (άρθρ. 4 ΚΠολΔ) ως απαράδεκτη, ανακαλουμένης κατά το σημείο τούτο της υπ' αριθμ. 1311/2006 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο δέχθηκε την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να δικάσει την διαφορά". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Πρωτοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ανακάλεσε την προεκδοθείσα απ' αυτό υπ' αριθμ. 1311/2006 μη οριστική απόφασή του και απέρριψε την αίτηση και την κυρία παρέμβαση των αναιρεσειόντων: 1) Μ.

θυγ. Ε.. Α., 2) Α. θυγ. Ε.. Α., 3) Κ. Ε.. Α., 4) Α. Α. Α., 5) Κ. Χ. Ξ., 6) Μ. θυγ. Χ. Ξ., 7) Ε. συζ. Π. Γ., 8) Α. θυγ. Α. Α., 9) Π. θυγ. Α. Α., 10) Α. συζ.Α. Α. 11) Π. Σ. Α. και 12) Δ. χήρας Σ. Α. .

Έτσι που έκρινε το Πρωτοδικείο, και δη ότι η ως άνω αίτηση έχει το χαρακτήρα αγωγής αποζημιώσεως του άρθρου 105 Εισ.Ν. Α.Κ, για την εκδίκαση της οποίας έχουν δικαιοδοσία, τα αρμόδια διοικητικά δικαστήρια και όχι το Μονομελές Πρωτοδικείο, ως πολιτικό δικαστήριο, απορρίπτοντας ακολούθως αυτήν λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας αυτού, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, μετά από εσφαλμένη, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, εκτίμηση της ως άνω αίτησης και παρέμβασης και συνεπώς ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά την κύρια βάση του από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επίσης, ο επικουρικώς προβαλλόμενος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον ο λόγος αυτός συντρέχει, όταν το δικαστήριο αποφάνθηκε για υπόθεση η οποία δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του και όχι στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει αυτή εσφαλμένως, όπως επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, για έλλειψη δικαιοδοσίας.

Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση, αν ήθελε θεωρηθεί ότι σύμφωνα με εκτιθέμενα στην αίτηση και την κύρια παρέμβαση αυτές έχουν το χαρακτήρα αίτησης προσωρινού προσδιορισμού αποζημίωσης του ιδιοκτήτη που γίνεται συνεπεία της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως και κατά τη διαδικασία της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως του ακινήτου του, και όχι αγωγής του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ., που έχει ως αντικείμενο αξίωση αποζημιώσεως από παράνομες πράξεις των οργάνων της Διοικήσεως κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους στο πλαίσιο της διαδικασίας της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, και συνεπώς ότι θεμελιώνεται δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων προς εκδίκαση αυτών, τότε η ένδικη αίτηση αναίρεσης ως στρεφόμενη κατά αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου περί προσωρινού προσδιορισμού τιμής μονάδος αποζημιώσεως, εναντίον της οποίας, κατά ρητή περί τούτου διάταξη του άρθρου 18 παρ. 10 του ν. 2882/2001 κανένα ένδικο μέσο δεν επιτρέπεται (ΑΠ 1112/1995), θα ήταν απορριπτέα ως απαράδεκτη, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 577 παρ.2 ΚΠολΔ, σχ.

ΑΠ 268/2002). Ο προβλεπόμενος από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς, ιδρύεται όταν, με βάση τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, ο κανόνας αυτός δεν εφαρμόζεται, παρότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν εφαρμόζεται χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα, η δε σχετική παραβίαση εκδηλώνεται είτε με εσφαλμένη ερμηνεία είτε με εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με αυτόν τον λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την αξιολόγηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων και τα νομικά σφάλματα κατά την ουσιαστική διερεύνηση της επίδικης διαφοράς. Δηλαδή ελέγχεται αν η αγωγή και κάθε ισχυρισμός, που ασκεί έννομη επιρροή στη διαγνωστέα έννομη σχέση ή έννομη συνέπεια (ένσταση, αντένσταση κλπ.), απορρίφθηκαν ορθά ως μη νόμιμοι ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, η αγωγή ή η ένσταση κλπ.

έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27-28/1981). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο με την ως άνω κρίση του παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 105 του ΕισΝΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 2 περ.

η του ν. 1406/1983, τις οποίες εφάρμοσε, παρότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους καθώς και τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 4 του Συντάγματος και των νόμων περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων τις οποίες δεν εφάρμοσε, παρότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση που το Πρωτοδικείο απέρριψε την αίτηση και την ασκηθείσα κύρια παρέμβαση ως απαράδεκτες ελλείψει δικαιοδοσίας, χωρίς να αξιολογήσει τη νομική βασιμότητα αυτών ή να προβεί στην ουσιαστική διερεύνησή της, δεν τίθεται θέμα εσφαλμένης εφαρμογής ή εσφαλμένης μη εφαρμογής ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και συνεπώς δεν ιδρύεται, ο παρών λόγος αναιρέσεως, ο οποίος προϋποθέτει σφάλματα κατά την αξιολόγηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής, ένστασης κ.λ.π.

ή νομικά σφάλματα κατά την ουσιαστική διερεύνηση αυτών. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου ( άρθρο 183 ΚΠολΔ) μειωμένα, όμως, κατά το άρθρο 22 του Ν. 3693/1957.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-3-2012 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 801/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2014. Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ