Supreme Court dismisses appeal on trademark infringement, upholding lower court's jurisdiction and contract law findings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's judgment regarding trademark infringement and contract termination. The appellant argued that the lower court erred in accepting the counterclaim and misapplied contract freedom principles, but the court found these arguments baseless. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 34, 945, 361 of the Code of Civil Procedure; Article 559 of the Code of Civil Procedure; Article 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure: Counterclaims may be heard in the court where the main action is pending even if they fall under the jurisdiction of a lower court; the validity of a counterclaim does not depend on the existence of an enforceable title for acts performable by a third party.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1296 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1296/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Δ. του Φ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Εμμανουηλίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Shell Hellas Ανώνυμη Εταιρεία Πετρελαιοειδών και Χημικών Προϊόντων" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ήδη μετονομασθείσα σε "Coral Ανώνυμος Εταιρεία Πετρελαιοειδών και Χημικών Προϊόντων" με το διακριτικό τίτλο "Coral Α.Ε." και εδρεύουσα στο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Φραγκάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-10-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3544/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 253/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-4-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 8-1-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη του άρθρου 361 Α.Κ. καθιερώνεται η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, απόρροια δε αυτής αποτελεί και η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, δηλαδή η ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, βάσει της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) υποχρεούται να πωλεί, αποκλειστικώς για μία ορισμένη περιοχή, στον άλλο (διανομέα) τα εμπορεύματα που έχουν συμφωνηθεί, τα οποία στη συνέχεια ο τελευταίος μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρηματικό κίνδυνο.
Με τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής ο διανομέας συνήθως αναλαμβάνει την υποχρέωση να ακολουθεί τις οδηγίες του παραγωγού ως προς την εμφάνιση και ποιότητα των πωλουμένων προϊόντων, να διαθέτει προσωπικό για την προώθηση των πωλήσεων, να προστατεύει τα συμφέροντα και τη φήμη του παραγωγού, να διαθέτει τα αναγκαία αποθέματα για να μην παρουσιαστούν ελλείψεις στην αγορά, διατηρώντας με δικά του έξοδα κατάλληλη οργάνωση και υποδομή, ενώ εξάλλου έχει το δικαίωμα να καθορίζει ο ίδιος τις τιμές με τις οποίες μεταπωλεί τα προϊόντα προς τρίτους, αν και δεν αποκλείεται να έχουν συμβατικά καθορισθεί ανώτατα ή κατώτατα όρια τιμών.
Η σύμβαση αποκλειστικής διανομής διακρίνεται από τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, η οποία ρυθμίζεται από το π.δ. 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων" που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και με την οποία ο παραγωγός αναθέτει σε μόνιμη βάση στον εμπορικό αντιπρόσωπο, έναντι αμοιβής (προμήθειας), τη μέριμνα των υποθέσεών του για ορισμένη εδαφική περιοχή, η οποία (μέριμνα) συνίσταται στη διαπραγμάτευση και στη σύναψη συμβάσεων πωλήσεως ή αγοράς εμπορευμάτων για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου.
Ωστόσο, αν και ο αποκλειστικός διανομέας συναλλάσσεται με τους τρίτους στο όνομα και για λογαριασμό του, αναλαμβάνοντας πλήρως τον επιχειρηματικό κίνδυνο, ενώ ο εμπορικός αντιπρόσωπος εκτελεί βοηθητική εργασία διαμεσολαβήσεως στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου, δεν αποκλείεται μία συγκεκριμένη σύμβαση αποκλειστικής διανομής να προσομοιάζει κατά περιεχόμενο με τη σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας, προς την οποία και να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία.
Δεδομένου δε ότι στον Εμπ.Ν. ελλείπουν διατάξεις που να ρυθμίζουν τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής και υφίσταται ακούσιο (γνήσιο) νομοθετικό κενό, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις περί εντολής του Α.Κ. (άρθρα 91 Εμπ.Ν., 3 Εισ.Ν. Α.Κ.), σε συνδυασμό με εκείνες του π.δ.219/1991, κατά το μέρος τους που οι τελευταίες προσαρμόζονται στη φύση και στο περιεχόμενο της συγκεκριμένης συμβάσεως αποκλειστικής διανομής (Α.Π. 163/2011).
Εξάλλου μεταξύ των εφαρμοζομένων στη σύμβαση διανομής διατάξεων είναι και εκείνη του άρθρου 725 παρ.1 εδ. α' Α.Κ., κατά την οποία ο εντολοδόχος έχει δικαίωμα να καταγγείλει την εντολή οποτεδήποτε, αν δεν παραιτήθηκε από το δικαίωμα αυτό. Με τη διάταξη αυτή παρέχεται στον εντολοδόχο (και επί συμβάσεως διανομής στο διανομέα) το δικαίωμα να καταγγείλει την εντολή (σύμβαση διανομής) ελευθέρως και απεριορίστως κατά πάντα χρόνο, χωρίς να δεσμεύεται από προθεσμία, με την επιφύλαξη όμως της αντίθετης συμφωνίας.
Τέτοια αντίθετη συμφωνία θεωρείται ότι υπάρχει όταν καθορίστηκε η διάρκεια της συμβάσεως για ορισμένο χρόνο, διότι ο σχετικός όρος έχει την έννοια ότι ο μεν εντολέας παραιτήθηκε από το δικαίωμα ανακλήσεως της εντολής (άρθρο 724 Α.Κ.), ο δε εντολοδόχος από το δικαίωμα της καταγγελίας της (άρθρο 725 Α.Κ.) πριν από την παρέλευση του καθορισθέντος χρόνου.
Ακόμα όμως και αν υπάρχει συμφωνία περί παραιτήσεως από το δικαίωμα της καταγγελίας, είτε ρητή είτε εμμέσως συναγόμενη κατά την προαναφερθείσα έννοια, η παραίτηση αυτή είναι χωρίς αποτέλεσμα όταν υπάρχει σπουδαίος λόγος (άρθρο 725 παρ.1 εδ.β Α.Κ.).
Στην προκειμένη περίπτωση με την από 15-10-2003 αγωγή του επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εξέθεσε τα εξής: Ότι μεταξύ αυτού, ο οποίος διατηρεί πρατήριο πωλήσεως υγρών καυσίμων στο ..., και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "TEXACO Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Ελληνικών Πετρελαίων", της οποίας καθολική διάδοχος λόγω συγχωνεύσεως δι' απορροφήσεως είναι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, καταρτίσθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 11-11-1996 σύμβαση αποκλειστικής συνεργασίας για το χρονικό διάστημα από 1-1-1996 έως 31-12-2000, δυνάμει της οποίας η μεν προαναφερθείσα δικαιοπάροχος της εναγομένης ανέλαβε την υποχρέωση να προμηθεύει το πρατήριό του με υγρά καύσιμα (βενζίνη, ντίζελ, πετρέλαιο θερμάνσεως και συναφή είδη) υπό τους αναφερόμενους ειδικότερους όρους και συμφωνίες, ο ίδιος δε να αγοράζει αποκλειστικά από αυτήν τα πιο πάνω προϊόντα, τα οποία στη συνέχεια μεταπωλούσε από το πρατήριό του σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρηματικό κίνδυνο.
Ότι με το από 7-8-1998 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των ιδίων συμβαλλομένων, η διάρκεια της προαναφερθείσης συμβάσεως παρατάθηκε για έξι ακόμη έτη, ήτοι από 1-1-2001 μέχρι 31-12-2006. Ότι στις 24-7-2000 η ανωτέρω δικαιοπάροχος της εναγομένης τού γνωστοποίησε με επιστολή της ότι κατόπιν συμφωνίας με την εναγομένη για ανταλλαγή πρατηρίων της στην Ελλάδα με πρατήρια της εναγομένης στην Αγγλία, εφεξής η συνεργασία του θα συνεχιζόταν με την τελευταία.
Ότι συνεπεία της ανωτέρω υπαίτιας, παράνομης και αντισυμβατικής συμπεριφοράς της δικαιοπαρόχου της εναγομένης, εξαναγκάσθηκε να προβεί στην από 5-10-2000 εξώδικη καταγγελία της μεταξύ τους συμβάσεως αποκλειστικής συνεργασίας για σπουδαίο λόγο. Ζήτησε δε, όπως το αίτημα της αγωγής παραδεκτά περιορίστηκε με δήλωση του πληρεξουσίου του δικηγόρου που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με τις προτάσεις που υπέβαλε ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλει ως αποζημίωση μεν το ποσό των 299.102,347 ευρώ, το οποίο με πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και με βάση τις μέχρι τότε πωλήσεις που πραγματοποιούσε, θα αποκόμιζε μέχρι τη λήξη της συμβάσεως, ως χρηματική δε ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 5.869,405 ευρώ και συνολικά το ποσό των 304.971,752 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Ενόψει του προαναφερθέντος περιεχομένου της αγωγής, το αίτημα του ενάγοντος για αποζημίωση στηριζόταν στη συνεπεία σπουδαίου λόγου καταγγελία εκ μέρους του της μεταξύ αυτού και της δικαιοπαρόχου της εναγομένης συμβάσεως αποκλειστικής συνεργασίας και όχι σε αθέτηση συμβατικής υποχρεώσεως (υπερημερία αυτής).
Με βάση τ' ανωτέρω το εφετείο που δέχθηκε τα ίδια: α) δεν παραβίασε κανόνες του ουσιαστικού δικαίου και ειδικότερα τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 361, 383 και 385 Α.Κ., β) δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, γ) δεν άφησε αίτηση αδίκαστη και δ) δεν προέβη σε παρά το νόμο κήρυξη απαραδέκτου.
Συνεπώς ο πρώτος [κατά τα πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο (εν μέρει), έβδομο, όγδοο και ένατο σκέλη του] λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.1, 8 (περ.β), 9 και 14 Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβιάζει την υποχρέωσή του να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για την απόδειξη ισχυρισμού που προτάθηκε νόμιμα και ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 320/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά τα πέμπτο (εν μέρει) και έκτο σκέλη αυτού, ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.11 (περ.γ) Κ.Πολ.Δ. και το άρθρο 559 αριθ.8 (πράγματι δε αριθ.11 περ.γ) Κ.Πολ.Δ. αντίστοιχα, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που αυτός επικαλέστηκε και προσκόμισε για την απόδειξη της βάσεως της αγωγής του από αθέτηση συμβατικής υποχρεώσεως της δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης και ειδικότερα:
α) την περιεχόμενη στο ανυπόγραφο σχέδιο συμβάσεως εμπορικής συνεργασίας που απέστειλε στον ίδιο και τους λοιπούς πρατηριούχους η εταιρεία με την επωνυμία ASTRON OIL (όπως μετονομάσθηκε η εταιρεία TEXACO Α.Ε. πριν συγχωνευθεί με την αναιρεσίβλητη), ομολογία της ότι είχε πρόθεση να προβεί σε διακοπή των εκπτώσεων που του χορηγούσε και β) την περιεχόμενη στις πρωτόδικες προτάσεις της αναιρεσίβλητης δικαστική ομολογία της για τη διακοπή των εκπτώσεων.
Ο λόγος αυτός προβάλλεται απαραδέκτως και κατά τα δύο πιο πάνω σκέλη του αφού για τη θεμελίωσή του απαιτείται να προσκομίσθηκαν τα φερόμενα ως αγνοηθέντα αποδεικτικά μέσα για την απόδειξη ισχυρισμού που προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, στην προκειμένη δε περίπτωση, όπως έχει εκτεθεί προηγουμένως, δεν υπήρχε νόμιμη βάση της αγωγής από αθέτηση συμβατικής υποχρεώσεως.
Επί επαλλήλων αιτιολογιών (κύριων ή επικουρικών) κάθε μία από τις οποίες στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αν έστω και μία δεν πλήττεται ή δεν πλήττεται επιτυχώς, οι λόγοι που πλήττουν τις υπόλοιπες είναι αλυσιτελείς και επομένως απορριπτέοι ως απαράδεκτοι (Ολ.Α.Π. 25/2003, Α.Π. 1101/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αιτήσεώς του ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.1 (εδ.α) και 19 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι παραβίασε κανόνες του ουσιαστικού δικαίου και ότι στερείται νομίμου βάσεως διότι περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 271, 272 και 361 Α.Κ.
και με αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε ότι η κατά τη συμφωνία του με τη δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης παροχή εκπτώσεων εκ μέρους της κατά δικαία κρίση έχει την έννοια ότι αυτή είναι ελευθέρως ανακλητή κατά την ανεξέλεγκτη κρίση της ανωτέρω αντισυμβαλλομένης του. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος προεχόντως διότι προτείνεται αλυσιτελώς.
Τούτο διότι το εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων απαραδέκτως προέβαλε τον ισχυρισμό περί μη παροχής των εκπτώσεων εκ μέρους της αντισυμβαλλομένης του για πρώτη φορά με την προσθήκη των προτάσεων που υπέβαλε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, και στη συνέχεια με επάλληλη αιτιολογία δέχθηκε ότι σε κάθε περίπτωση η παροχή των εκπτώσεων αυτών τελούσε υπό τη δικαία κρίση της αντισυμβαλλομένης του, η πρώτη δε από τις πιο πάνω αιτιολογίες, η οποία αρκεί για τη στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης, δεν πλήττεται με λόγο αναιρέσεως.
Σε κάθε περίπτωση όμως ο λόγος αυτός στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το εφετείο δέχθηκε ότι ο όρος "δικαία κρίση" είχε την έννοια της "ανεξέλεγκτης κρίσεως", ενώ τέτοια παραδοχή δεν διαλαμβάνεται στο σκεπτικό της προσβαλλομένης (το οποίο παρατίθεται κατωτέρω). Κατά το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "Ο ενάγων, ο οποίος είναι ιδιοκτήτης πρατηρίου υγρών καυσίμων, λιπαντικών και συναφών ειδών που βρίσκεται στην πόλη του ..., συνήψε την 11-11-1996 στη Θεσσαλονίκη με την εταιρεία "TEXACO Ανώνυμος Ελληνική Εταιρεία Πετρελαίων" σύμβαση διανομής.
Δυνάμει της συμβάσεως αυτής ανέλαβε την υποχρέωση να πωλεί από το πρατήριό του, συνάπτοντας με τους καταναλωτές πωλήσεις στο δικό του όνομα και με δικό του επιχειρηματικό κίνδυνο, υγρά καύσιμα, τα οποία θα προμηθευόταν αποκλειστικά από την προαναφερόμενη εταιρεία. Έναντι αυτού η τελευταία προέβη σε επενδύσεις στο πρατήριό του, χρησιδάνεισε σε αυτόν κινητά αντικείμενα τα οποία τοποθετήθηκαν εκεί, του προσέφερε πίστωση για ορισμένο χρόνο, καθώς και εκπτώσεις, τις οποίες κατά τη δικαία κρίση της δικαιούται οποτεδήποτε να διακόψει ή να μειώσει, καθώς και πρόσβαση γενικά στην οργάνωση και τεχνογνωσία που διέθετε ως προς την εμπορία των καυσίμων.
Επί πλέον παρασχέθηκε στον ενάγοντα η άδεια να χρησιμοποιεί, εκμεταλλευόμενος την εμπορική φήμη της εταιρείας, το σήμα και το εμπορικό όνομα προς υποδήλωση της προέλευσης των καυσίμων που πουλούσε, η χρησιμοποίηση των οποίων αποτελούσε ταυτόχρονα και υποχρέωση γι' αυτόν, που με τη σειρά του συνέβαλε στην εξάπλωση της φήμης της στη συγκεκριμένη περιοχή άσκησης της εμπορίας του.
Η διάρκεια αυτής της συμβάσεως καθορίστηκε σε πέντε έτη, αρχόμενη από 1-1-1996 και λήγουσα την 31-12-2000, πλην όμως με το από 7-8-1998 ιδιωτικό συμφωνητικό τα μέρη ανανέωσαν τη σύμβαση και συμφώνησαν την παράταση αυτής για έξι ακόμη έτη, ήτοι από 1-1-2001 έως 31-12-2006, ενώ με την τελευταία αυτή σύμβαση η συμβαλλόμενη εταιρεία χρησιδάνεισε επιπλέον κινητά στον ενάγοντα και ανέλαβε την εκτέλεση εργασιών στο πρατήριο, συνολικού ποσού 9.141.700 δραχμών, ως επίσης συμφώνησαν σε νέες ελάχιστες καταναλώσεις, ενώ κατά τα λοιπά ίσχυαν οι όροι του πρώτου συμφωνητικού.
Στο μεταξύ την 31-7-2000 το σύνολο των μετοχών της ΤΕΞΑΚΟ ΑΕΕΠ αγοράστηκε από την εναγομένη, ενώ στη συνέχεια στις 23-8-2000 αποφασίσθηκε από έκτακτη καθολική γενική συνέλευση της προαναφερόμενης εταιρείας (ΤΕΞΑΚΟ) η αλλαγή της επωνυμίας της για ένα μεταβατικό στάδιο σε ΑΣΤΡΟΝ ΟΙΛ ΑΕΕΠ, ακολούθως δε ... η τελευταία εταιρεία συγχωνεύθηκε δι' απορροφήσεως από την ενάγουσα ...
Όπως αποδεικνύεται από το ... από 24-7-2000 έγγραφο της εταιρείας ΤΕΞΑΚΟ, το οποίο φέρει την υπογραφή του διευθυντή πρατηρίων αυτής Ν. Ά., η προαναφερόμενη εταιρεία γνωστοποίησε σε αυτόν τη συμφωνία που υπέγραψε με την εναγομένη εταιρεία, καθολική διάδοχό της, αναφέροντας συγκεκριμένα ότι η συμφωνία αυτή αφορούσε ανταλλαγή πρατηρίων της ΤΕΞΑΚΟ στην Ελλάδα με αυτά της εναγομένης στην Αγγλία και ότι η συμφωνία αυτή εγκρίθηκε από την επιτροπή ανταγωνισμού.
Επί πλέον ανέφερε επί λέξει ότι "... για μια σύντομη μεταβατική περίοδο, η ΤΕΞΑΚΟ ΑΕΕΠ θα μετονομαθεί σε ASTRON OIL ΑΕ με το ίδιο ΑΦΜ, χωρίς αυτό να έχει κάποια επίπτωση στη μέχρι τώρα συνεργασία μας. Πολύ σύντομα θα σε επισκεφθεί ο υπεύθυνος πωλήσεων της περιοχής σου για να σε ενημερώσει λεπτομερώς σχετικά με το περιεχόμενο αυτής της συνεργασίας.
Στο μεταξύ τόσο εγώ όσο και οι συνεργάτες μου, παραμένουμε στη διάθεσή σου για οποιαδήποτε πληροφορία ή απορία σου". Μόλις ο ενάγων έλαβε την επιστολή αυτή, συνέταξε εντός πέντε ημερών, δηλαδή την από 29-7-2000 εξώδικη διαμαρτυρία-γνωστοποίηση, την οποία κοινοποίησε την 4-8-2000 προς την ΤΕΞΑΚΟ ... με την οποία διαμαρτυρόταν για την αντισυμβατική συμπεριφορά της προαναφερόμενης εταιρείας, καθώς αυτή παρέβη με τη μεταβίβαση αυτή ουσιώδεις όρους της συμβάσεως, μετονομάζοντας την επωνυμία της εταιρείας, γεγονός το οποίο την καθιστούσε αποκλειστικά υπαίτιο για τη μονομερή λύση της μεταξύ τους συμβάσεως, καθιστάμενη έτσι αυτή υπόχρεη έναντί του σε καταβολή αποζημιώσεως συνολικού ποσού 68.200.000 δραχμών.
Στο μεταξύ και πριν ακόμη επιδοθεί η ως άνω εξώδικος, η εναγομένη εταιρεία απέστειλε σε αυτόν την από 1-8-2000 επιστολή, υπογεγραμμένη από το διευθυντή δικτύου πρατηρίων Γ. Σ., στην οποία ανέφερε ότι έχει ήδη υπογραφεί η συμφωνία μεταξύ αυτής και της ΤΕΞΑΚΟ και ότι πλέον (από την ημερομηνία εκείνη) οι δύο εταιρείες ξεκινούν να δουλεύουν μαζί.
Εκτός των άλλων ανέφερε ακόμα επί λέξει ότι "...για σένα η συμφωνία συνεπάγεται την πρόσβαση σε ένα ευρύτερο ενιαίο δίκτυο από αυτό που διέθεταν ξεχωριστά η Shell και η Texaco, ελκυστικότερες πρσφορές προς τους πελάτες και τη δυνατότητα να επωφεληθείς από τη διεθνή τεχνογνωσία της Shell στον τομέα πωλήσεων μέσω πρατηρίων.
Πιστεύω ότι δουλεύοντας όλοι μαζί θα εξασφαλίσουμε ηγετική θέση στο ανταγωνιστικό περιβάλλον της Ελληνικής αγοράς και θα δημιουργήσουμε τις απαραίτητες βάσεις για την κοινή πλέον ανάπτυξή μας. Θέλω επίσης να σε διαβεβαιώσω ότι, τόσο εγώ, όσο και οι συνεργάτες μου, θα χαρούμε να συζητήσουμε μαζί σου τις προοπτικές για ένα ελπιδοφόρο και επιτυχημένο μέλλον, που θα διεκδικήσουμε μέσα από τις κοινές μας προσπάθειες".
Πριν όμως ακόμη εξελιχθεί η διαμορφωθείσα νέα κατάσταση, ο ενάγων με την από 5-10-2000 εξώδικη διαμαρτυρία-πρόσκληση και καταγγελία εμπορικής συνεργασίας, η οποία επιδόθηκε στην ΤΕΞΑΚΟ την 12-10-2000 ... κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση και καλούσε αυτήν εντός πέντε ημερών να καθαιρέσει από το πρατήριό του οποιοδήποτε σήμα της εταιρείας και να λάβει ό,τι αποδεδειγμένα της ανήκε.
Στην ανωτέρω καταγγελία αναφερόταν σε αντισυμβατική συμπεριφορά της ΤΕΞΑΚΟ, συνιστάμενη στην αιφνιδιαστική απόφασή της να μετονομάσει την εταιρεία και στη συνέχεια να μεταβιβάσει αυτήν σε άλλη γνωστή εταιρεία πετρελαιοειδών, παραβαίνοντας έτσι ουσιώδεις όρους της συμβάσεως, οπότε αυτή κατέστη αποκλειστικά υπαίτια για τη μονομερή λύση της σύμβασης, δεδομένου ότι μέχρι τότε ο ίδιος, δυνάμει των δεσμευτικών όρων της συμβάσεως, είχε την πεποίθηση και την υποχρέωση να χρησιμοποιεί αποκλειστικά το εμπορικό σήμα και τα προϊόντα της εταιρείας (ΤΕΞΑΚΟ), αποκλείοντας οποιαδήποτε άλλη συνεργασία μέχρι τη συγκεκριμένη ημερομηνία με άλλη εταιρεία πετρελαιοειδών.
Ειδικότερα ως σπουδαίο λόγο της καταγγελίας του θεωρούσε ότι από υπαιτιότητα της αντισυμβαλλομένης του (ΤΕΞΑΚΟ) κατέστη ανέφικτη η συνέχιση της συνεργασίας τους με τη μεταβίβαση των μετοχών της, καθώς ήδη είχε λάβει επιστολή από την εναγομένη, η οποία τον παρότρυνε να συνεργαστεί με τη νέα εταιρεία που προέκυψε από την αγορά των μετοχών, διαμαρτυρόμενος δε εξέφρασε τον αποτροπιασμό του, ότι για όσο χρονικό διάστημα διαρκούσαν οι διαπραγματεύσεις αυτή απαξίωσε να ενημερώσει τόσο τον ίδιο όσο και τους λοιπούς πρατηριούχους για τα νέα δεδομένα, ενώ αυτά ήταν ήδη γνωστά στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, με την ενέργειά της δε αυτή του αφαίρεσε πλέον το δικαίωμα αποκλειστικής διάθεσης των προϊόντων της ΤΕΞΑΚΟ, αφού στα νέα τιμολόγια αναγραφόταν και ο τίτλος Shell, όταν μάλιστα η τελευταία είχε γνωστοποιήσει την εξαγορά αυτή και προς το Τμήμα Εμπορίου της Νομαρχίας Μαγνησίας με την από 1-9-2000 επιστολή της, πολλοί δε πελάτες του δυσπιστούσαν πλέον στο σήμα της εταιρείας (ΤΕΞΑΚΟ), με αποτέλεσμα εξ όλων αυτών να υποστεί σημαντική οικονομική βλάβη.
Ο ίδιος ο ενάγων επικαλείται στην αγωγή του... ότι κύριος λόγος της καταγγελίας του ήταν ότι ο ίδιος απέβλεπε κατά την έναρξη της συνεργασίας του με την ΤΕΞΑΚΟ στη φήμη, την καλή πορεία αυτής, τη σωστή τιμολογιακή πολιτική και στις σημαντικές εκπτώσεις που θα αποκόμιζε με βάση τις μεταξύ τους συμφωνίες.
Όπως όμως ήδη εκτέθηκε ανωτέρω, οι διαδικασίες της συγχώνευσης της εταιρείας ΤΕΞΑΚΟ από την εναγομένη εταιρεία ολοκληρώθηκαν την 31-7-2001, στη μεταξύ δε της ΤΕΞΑΚΟ και της εναγομένης από 31-7-2000 σύμβαση, οι δύο εταιρείες συμφώνησαν ότι η ΤΕΞΑΚΟ θα παραχωρούσε στην εναγομένη την άδεια χρήσης των εμπορικών σημάτων της για μέγιστη περίοδο τριών ετών από την ημερομηνία κλεισίματος, τούτο δε σήμαινε ότι μέχρι το έτος 2003 μπορούσε να χρησιμοποιεί τα σήματα της ΤΕΞΑΚΟ ο πρατηριούχος που θα επέλεγε αυτό...
και να μη μεταβληθεί η εικόνα προς τους τρίτους-καταναλωτές. Πράγματι υπήρξαν επιχειρήσεις-πρατήρια που χρησιμοποίησαν το σήμα της ΤΕΞΑΚΟ, όπως η "Αφοί Δ. ΟΕ" στις ... μέχρι τα μέσα του έτους 2003 και ο Σ. Δ. στο ... μέχρι τα μέσα του 2002. Ο ενάγων, για πρώτη φορά με την προσθήκη επί των προτάσεών του στον πρώτο βαθμό, ισχυρίζεται ότι προέβη στην επίδικη καταγγελία όχι μόνο λόγω της συγχώνευσης και της αλλαγής της επωνυμίας της ως άνω αρχικά αντισυμβαλλομένης του αλλά επί πλέον και α) διότι η εναγομένη, αντισυμβατικά και αυθαίρετα ενεργώντας, προέβη σε διακοπή των χορηγούμενων προς αυτόν εκπτώσεων και β) διότι το πρατήριό του που, λόγω της θέσεως και του ιδιοκτησιακού του καθεστώτος, ήταν ανταγωνιστικό σε σχέση με τα υπόλοιπα πρατήρια της ΤΕΞΑΚΟ στην πόλη του ..., κατέστη μη ανταγωνιστικό σε σχέση με τα πολύ μεγάλα και οργανωμένα αντίστοιχα πρατήρια της εναγομένης, που διαθέτουν στο σύνολό τους πολύ μεγάλους χώρους, πολυάριθμο προσωπικό, πλυντήρια-λιπαντήρια, μίνι μάρκετ και συχνά εμπορία διαφόρων συναφών προϊόντων.
Οι ανωτέρω ισχυρισμοί είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι διότι, ενώ προβάλλονται το πρώτον με την προσθήκη επί των προτάσεων, δεν αποτελούν απλή συμπλήρωση των ήδη προταθέντων με το δικόγραφο της αγωγής ισχυρισμών αλλά περιέχουν αυτοτελή-θεμελιωτικά της βάσεως της αγωγής γεγονότα, οπότε συνιστούν ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσεως αυτής (άρθρα 224, 237 παρ.3 και 270 παρ.6 του Κ.Πολ.Δ.).
Πέραν αυτού όμως οι ανωτέρω ισχυρισμοί ελέγχονται και ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Ειδικότερα αποδείχτηκε ότι από την 1-8-2000 έως την ημερομηνία της καταγγελίας εκ μέρους του ενάγοντα της σύμβασης, ήτοι 12-10-2000, χορηγούνταν κανονικά εκ μέρους της εναγομένης οι συμφωνηθείσες με την ΤΕΞΑΚΟ εκπτώσεις για την αγορά υγρών καυσίμων ...
Το ανωτέρω συμπέρασμα ουδόλως αναιρείται από το γεγονός ότι στο υπ' αριθμ. 547/11-10-2000 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής πετρελαίου κίνησης δεν αναφέρεται έκπτωση, καθόσον οι εκπτώσεις στο πετρέλαιο κίνησης και θέρμανσης δίνονταν στο τέλος του μήνα ή της σαιζόν και ο ενάγων δεν ανέμενε να δει αν τελικά θα εξακολουθούσε η χορήγηση των εκπτώσεων και στο μέλλον, ενόψει και της υποχρέωσης που εκ του νόμου είχε η εναγομένη μετά τη συγχώνευση για την τήρηση των υποχρεώσεών της από την επίδικη σύμβαση...
αλλά την επομένη ημέρα της εκδόσεως του παραπάνω τιμολογίου κοινοποίησε στην ΤΕΞΑΚΟ την καταγγελία της σύμβασης. Πέραν αυτού οι ανωτέρω εκπτώσεις, με βάση τη ρητή αναφορά στον 4ο και 8ο όρο της από 11-11-1996 συμβάσεως, χορηγούνταν υπό την προϋπόθεση της επιτεύξεως ενός ελαχίστου ορίου πωλήσεων κατά μήνα από τον ενάγοντα και μπορούσαν να περικοπούν κατά τη δικαία κρίση της συμβαλλομένης εταιρείας (ΤΕΞΑΚΟ).
Ο όρος "δικαία κρίση", ερμηνευόμενος με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (άρθρα 200, 288 του Α.Κ.) υποδηλώνει κάθε δικαιολογημένη από τις συνθήκες περικοπή και ιδίως σε περίπτωση μη επιτεύξεως από τον ενάγοντα του ανωτέρω ορίου πωλήσεων ή παραβίασης απ' αυτόν βασικών όρων της σύμβασης, όπως αυτού της αποκλειστικής προμήθειας των προϊόντων του από την ΤΕΞΑΚΟ.
Στην προκειμένη περίπτωση κατά το έτος 2000 ο ενάγων παρουσίασε δραματική μείωση των προμηθειών του από την ανωτέρω αντισυμβαλλομένη εταιρεία, γεγονός που υποδήλωνε την προμήθεια καυσίμων και από τρίτους προμηθευτές και δικαιολογούσε την περικοπή των εκπτώσεων από την ΤΕΞΑΚΟ κατά τα προαναφερόμενα.
Έτσι μετά την έκδοση των τιμολογίων αυτών δεν έγινε άλλη παράδοση, ενώ ο ίδιος συνέχισε την επιχειρηματική του δραστηριότητα στο χώρο της πώλησης υγρών καυσίμων, προμηθευόμενος πλέον καύσιμα αρχικά από την εταιρεία ΕΛΙΝ OIL και κατόπιν από την εταιρεία KA OIL ... λειτουργώντας πλέον ως ελεύθερο πρατήριο. Περαιτέρω δεν αποδείχτηκε ότι το πρατήριο του ενάγοντος θα λειτουργούσε με δυσμενέστερους ανταγωνιστικούς όρους μετά την ένταξή του στο δίκτυο πρατηρίων της εναγομένης.
Πέραν του γεγονότος ότι δεν αποδείχτηκαν τα επικαλούμενα από τον ίδιο συγκριτικά στοιχεία μεταξύ του δικού του και των λοιπών πρατηρίων της περιοχής του ..., μέχρι τη συγχώνευση της εναγομένης με την ΤΕΞΑΚΟ ο επαγγελματικός ανταγωνισμός της επιχείρησης του ενάγοντος δεν υπήρχε μόνο σε σχέση με τα υπόλοιπα πρατήρια της ΤΕΞΑΚΟ αλλά και με αυτά της εναγομένης στην ίδια περιοχή, ενώ τέλος και ως προς το ζήτημα αυτό ο ενάγων δεν ανέμενε να δει τα αποτελέσματα της συγχώνευσης, ενόψει και της δεσπόζουσας θέσης της εναγομένης στην ελληνική αγορά έναντι των περισσοτέρων εταιρειών του κλάδου, γεγονός το οποίο στο σύνολο της αγοράς θα ενίσχυε την ανταγωνιστικότητα της επιχείρησης του ιδίου.
Ο ενάγων-διανομέας, επέχων θέση εντολοδόχου ... στην από 11-11-1996 σύμβαση, η οποία παρατάθηκε με το από 7-8-1998 ιδιωτικό συμφωνητικό παράτασης εμπορικής συνεργασίας (διαρκούς) έως την 31-12-2006, είχε παραιτηθεί από το δικαίωμά του να καταγγείλει τη σύμβαση πριν την καταληκτική αυτή ημερομηνία, παρά ταύτα όμως προέβη σε καταγγελία αυτής για σπουδαίο, όπως ο ίδιος επικαλείται, λόγο έξι έτη πριν από την παρέλευση της συμβατικώς καθορισθείσας διάρκειας της συμβάσεως και ενόσω η αρχικώς συμβληθείσα με τον ενάγοντα εταιρεία δεν είχε απορροφήσει ακόμη την εναγομένη, καθώς αυτό ολοκληρώθηκε τέλος Ιουλίου 2001.
Όλοι όμως οι ανωτέρω ισχυρισμοί του ενάγοντα δεν συνιστούν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, σπουδαίο λόγο, ικανό να δικαιολογήσει τη γενόμενη καταγγελία και επομένως αυτή είναι άκυρη. Ειδικότερα αποδείχθηκε και εκτέθηκε ανωτέρω ότι ο ενάγων μπορούσε να διατηρήσει μέχρι τα μέσα του 2003 τόσο το σήμα της δικαιοπαρόχου της εναγομένης, το οποίο επέλεξαν κάποιοι από τους ήδη συμβαλλόμενους πρατηριούχους, όσο και μέχρι λήξεως της συμβάσεώς του τα προνόμια που αυτή του είχε χορηγήσει μέσω των εκπτώσεων, αφού αυτές ποτέ δεν περικόπησαν, και δεν ανέμεινε για να το διαπιστώσει αυτό, πέραν του γεγονότος ότι και με την αρχική σύμβαση που χορηγήθηκαν, τελούσαν υπό τη δικαία κρίση της συμβαλλόμενης εταιρείας και γενικώς μπορούσε ο ενάγων να συνεχίσει να λειτουργεί με τους ίδιους, αν όχι και με συμφερότερους από τους προηγούμενους, όρους...
Πολιτική της εναγομένης εταιρείας ήταν να χορηγήσει καλύτερους όρους για να συμβληθούν μαζί της οι ίδιοι συμβαλλόμενοι με τη δικαιοπάροχό της πρατηριούχοι, ανάλογα δε με τις ανάγκες εκάστου από αυτούς παρείχε εκπτώσεις ή πιστώσεις ή επενδύσεις στα πρατήριά τους... Αυτό μπορούσε να το επιτύχει η εναγομένη καθώς εκείνο το διάστημα ήταν ευρύτερης εμβέλειας από τη δικαιοπάροχό της, κατέχοντας στην αγορά υπερδιπλάσιο μερίδιο από αυτήν...
Κατά το χρόνο που ανακοινώθηκε η επίδικη εξαγορά η δικαιοπάροχος της εναγομένης κατείχε στις πωλήσεις καυσίμων στην ελληνική αγορά στη βενζίνη ποσοστό 6,02% και στο ντίζελ 4,70%, ενώ η εναγομένη κατείχε στη βενζίνη ποσοστό 13,39% και στο ντίζελ 11,27%, ακόμη δε το brand name, η εμπορική φήμη και το σήμα της, τόσο στην ελληνική όσο και στην παγκόσμια αγορά, ήταν πολύ ισχυρότερα και εμπορικότερα από τα αντίστοιχα της ΤΕΞΑΚΟ, η οποία στη συνέχεια, σε παγκόσμιο επίπεδο, απορροφήθηκε από την εταιρεία CHEVRON και έτσι δεν υφίσταται πλέον ...
Επομένως ο περί αντιθέτου ισχυρισμός του ενάγοντα, ότι δηλαδή η εναγομένη υστερούσε σε εμπορική φήμη από τη δικαιοπάροχό της και ότι αυτό αποτέλεσε κρίσιμο στοιχείο στην απόφασή του για την καταγγελία, καθώς οι πελάτες του δεν εμπιστεύονταν αυτήν όπως τη δικαιοπάροχό της, είναι παντελώς αστήρικτος και απορριπτέος ως αβάσιμος ...
Είναι δε προφανές ότι ο ενάγων, λόγω του ότι δεν εμπιστευόταν την εναγομένη και δεν ήθελε τη συνεργασία μαζί της, χωρίς άλλη αιτιολογία προέβη στην καταγγελία. Πλην όμως ο ενάγων, ενεργώντας κατ' αυτό τον τρόπο και σύμφωνα με όσα αναλυτικά εκτέθηκαν ανωτέρω, προέβη άκαιρα στην καταγγελία, η οποία είναι άκυρη, αναλαμβάνοντας ο ίδιος και τον κίνδυνο καθώς και τις τυχόν ζημίες που υπέστη συνεπεία αυτής, η δε αγωγή του είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη ...".
Με βάση αυτές τις παραδοχές και τις επί πλέον παραδοχές περί της ουσιαστικής βασιμότητας της ανταγωγής της αναιρεσίβλητης, οι οποίες δεν πλήττονται με τον ερευνώμενο εδώ λόγο αναιρέσεως, το εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή του ως κατ' ουσίαν αβάσιμη (κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη) και είχε γίνει δεκτή η ανταγωγή της αναιρεσίβλητης ως βάσιμη, είχε δε υποχρεωθεί ο πρώτος να καταβάλει στη δεύτερη το ποσό των 2.602,31 ευρώ νομιμοτόκως από την κατάθεση της ανταγωγής. Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 281, 297, 298, 361, 371, 372, 914, 932 Α.Κ., δεν στέρησε δε την προσβαλλόμενη απόφασή του νομίμου βάσεως αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της μη συνδρομής σπουδαίου λόγου καταγγελίας της μεταξύ του αναιρεσείοντος και της δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης συμβάσεως.
Συνεπώς ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στα άρθρα 559 ή 560 Κ.Πολ.Δ. θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος (Ολ.Α.Π. 32/1996, Α.Π. 39/2010). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδ.α Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Για να είναι ορισμένος ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται ο συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (Ολ.Α.Π. 20/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.1, 8 και 19 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις εξής κατά λέξη πλημμέλειες: "Το δικάσαν Εφετείο Θεσσαλονίκης με το να απορρίψει και την τρίτη σωρευόμενη αγωγή μου (αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση από αδικοπραξία) κρίναν ότι, η καταγγελία μου είναι άκαιρη και άκυρη (σελίς 28 της προσβαλλομένης αποφάσεως), ενώ, με ορθή εφαρμογή του νόμου, έπρεπε να κρίνει έγκυρη την καταγγελία μου και να δεχθεί την αγωγή μου, υπέπεσε σε νομικά σφάλματα, με συνέπεια να ιδρύονται λόγοι αναιρέσεως από: 1.
Το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, διότι, η άσκηση του δικαιώματος της αντισυμβαλλομένης και της αναιρεσίβλητης διαδόχου της για περαιτέρω συνέχιση της εμπορικής συνεργασίας με επιζήμια βλαπτική μεταβολή των όρων συνεργασίας, κατά τα άνω εκτιθέμενα, συνιστά παράνομη, υπαίτια και καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, αντίθετη στα χρηστά ήθη, τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, συνεπεία της οποίας, δικαιούμαι, κατά νόμο (άρθρα 281, 297, 298, 914, 932), την αιτουμένη αποζημίωση, από αδικοπραξία, δεδομένου ότι, στην έννοια της αποκαταστατέας ζημίας περιλαμβάνεται και το αιτούμενο διαφυγόν κέρδος, από την απώλεια των εκπτωτικών τιμών (εκπτώσεων), διότι αποτελεί ζημία η οποία θα επέλθει στο μέλλον και κατ' ανάγκη συνδέεται με την υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων ...
καθώς και την αιτουμένη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, διότι, όπως ισχυρίστηκα η συμπεριφορά της αντισυμβαλλομένης "TEXACO Α.Ε.", από υπαιτιότητά της, προκάλεσε εις εμέ θλίψη και στενοχώρια, από τη σημαντική και ανυπαίτια προσβολή της προσωπικότητός μου και της φήμης μου, με τη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων συνεργασίας, διότι, στην εμπορική συνεργασία μας και στην τήρηση της συμφωνίας μας είχα εναποθέσει την επιχειρηματική μου δραστηριότητα, με συνέπεια από τη παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, να ιδρύεται τοιούτος λόγος αναιρέσεως και 2.
οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως στους οποίους αναφέρομαι, προς αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων, οι οποίοι πλήττουν την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και για τη διάταξη με την οποία απέρριψε την στο δικόγραφο της αγωγής σωρευόμενη τρίτη αγωγή, δηλαδή: 2/α. οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμοί 1, 8 και 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους πλήττω την κρίση της, για νομικά σφάλματα σχετικά με τη διακοπή των εκπτωτικών τιμών, και 2/β.
οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμοί 1 και 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους πλήττω την κρίση της σχετικά με το κύρος της καταγγελίας μου και την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματός της". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας και ειδικότερα: Κατά το πρώτο σκέλος του διότι για τη θεμελίωσή του ο αναιρεσείων αναφέρει μεν τους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου που κατ' αυτόν παραβιάσθηκαν, δεν αναφέρει όμως και το νομικό σφάλμα (υπαγωγικό ή ερμηνευτικό) στο οποίο επίσης κατ' αυτόν υπέπεσε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Κατά τα λοιπά σκέλη του διότι για τη θεμελίωσή τους ο αναιρεσείων δεν επικαλείται οποιοδήποτε περιστατικό, δεν συνιστά δε τέτοια επίκληση η αόριστη αναφορά σε προηγούμενους λόγους αναιρέσεως.
Με την ανταγωγή την οποία άσκησε με τις από 4-4-2007 έγγραφες προτάσεις της που υπέβαλε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η αναιρεσίβλητη εξέθεσε: Ότι με όρο της συμβάσεως εμπορικής συνεργασίας μεταξύ του αντεναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου αφενός και της εταιρείας ΤΕΞΑΚΟ ΑΕΕΠ της οποίας αυτή είναι καθολική διάδοχος αφετέρου, συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση πρόωρης λύσεως της μεταξύ τους συμβάσεως και ανεξάρτητα από την υπαιτιότητα για την πρόωρη λύση, ο αντεναγόμενος ήταν υποχρεωμένος, μέχρι την παραλαβή από αυτήν των σημάτων και των άλλων κινητών πραγμάτων που αυτή του είχε χρησιδανείσει, να μην τα χρησιμοποιεί αλλά να τα αποξηλώσει με μέριμνά του ή να τα επικαλύψει κατάλληλα και να της καταβάλει τις δαπάνες αφαιρέσεως και μεταφοράς τους στις κατά τόπους εγκαταστάσεις της ή οπουδήποτε αλλού αυτή κρίνει αναγκαίο.
Ότι μετά την εκ μέρους του αντεναγομένου πρόωρη καταγγελία της ανωτέρω συμβάσεως, ο τελευταίος δεν αποξήλωσε τα πιο πάνω σήματα και λοιπά κινητά πράγματα αλλά τα παρακράτησε μέχρι την αναγκαστική εκτέλεση της αναφερόμενης αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία αυτή αναγνωρίσθηκε προσωρινά νομέας τους και ο αντεναγόμενος διατάχθηκε να της τα αποδώσει.
Ζήτησε δε να υποχρεωθεί ο αντεναγόμενος να της καταβάλει τα αναλυτικά αναφερόμενα ποσά που αυτή δαπάνησε για την αποξήλωση και μεταφορά των πιο πάνω σημάτων και λοιπών κινητών πραγμάτων και συνολικά το ποσό των 2.602,31 ευρώ νομιμοτόκως. Με τον πέμπτο λόγο, κατά το πρώτο σκέλος του, ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.1 (εδ.α) Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε κανόνες του ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα ότι κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 945 Κ.Πολ.Δ.
και 361 Α.Κ. δέχθηκε ότι είναι νόμιμη και βάσιμη η ανταγωγή της αναιρεσίβλητης. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, κατά το μέρος του μεν κατά το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 361 Α.Κ., διότι ορθώς κρίθηκε από το εφετείο ότι η ανταγωγή ήταν νόμιμη στηριζόμενη και στη διάταξη αυτή, κατά το μέρος του δε κατά το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη παραβίαση του άρθρου 945 Κ.Πολ.Δ.
προεχόντως διότι η εφαρμογή της διατάξεως αυτής προϋποθέτει εκτελεστό τίτλο με τον οποίο επιβάλλεται στον οφειλέτη "υποχρέωση να ενεργήσει πράξη που μπορεί να γίνει και από τρίτο πρόσωπο", πράγμα που δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση.
Κατά το άρθρο 34 Κ.Πολ.Δ. οι ανταγωγές μπορούν να εισαχθούν στο δικαστήριο όπου εκκρεμεί η αγωγή, εφόσον υπάγονται στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του ίδιου ή κατώτερου δικαστηρίου. Στην προκείμενη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.5 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι αρμόδιο για την εκδίκαση της ανταγωγής ήταν πρωτοδίκως μεν το πολυμελές πρωτοδικείο και κατ' έφεση το εφετείο, ενώ η εκδίκαση της ανταγωγής λόγω ποσού υπαγόταν πρωτοδίκως μεν στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του ειρηνοδικείου, κατ' έφεση δε σ' αυτήν του πολυμελούς πρωτοδικείου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος προεχόντως διότι, όπως ήδη έχει εκτεθεί, οι ανταγωγές μπορούν να εισαχθούν στο δικαστήριο όπου εκκρεμεί η κύρια αγωγή, ακόμα και όταν υπάγονται στην αρμοδιότητα κατωτέρου δικαστηρίου.
Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-4-2011 αίτηση του Γ. Δ. για αναίρεση της 253/2011 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιουνίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ