1296/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1296/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Γ. Α. απεδέχθη την πρόταση και προς τούτο ενήργησε για την σύσταση εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, η οποία θα συνηλλάσσετο με τα πολωνικά ναυπηγεία. Έτσι συνεστήθη η ενάγουσα εταιρία, στην επωνυμία της οποίας, με την άδεια των αρμοδίων Πολωνών, ετέθη και η λέξη "ΝΑΒΙΜΑΡ" κατά παράφραση της επωνυμίας "NAVIMOR" του κρατικού πολωνικού φορέως.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1296 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1296/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ελληνικής εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΝΑΒΙΜΑΡ ΕΛΛΑΣ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" με τον διακριτικό τίτλο "NAVIMAR GREECE LTD" η οποία εδρεύει στον ... και σήμερα στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Τανταρούδα.
Της αναιρεσιβλήτου: Ο. θυγ. Κ. Γ., συζ. Ν. Γ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο Χριστίνα Παπαπαναγιώτου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-1-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6482/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 6198/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 4-6-2010 αίτησή της και με τους από 18-10-2011 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης ανέγνωσε την από 1-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης κατά παραδοχή του πρώτου και τρίτου κατά το πρώτο σκέλος των λόγων αναίρεσης και 2) την απόρριψη των λοιπών λόγων της αίτησης αναίρεσης, ως και των προσθέτων λόγων.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 51 Ν. 2172/1993 συνεστήθησαν στο Πρωτοδικείο και στο Εφετείο Πειραιώς ειδικά τμήματα, στα οποία εκδικάζονται οι ναυτικές διαφορές, δηλαδή οι ιδιωτικές διαφορές, οι οποίες πηγάζουν από πράξεις του θαλασσίου εμπορίου, την χρησιμοποίηση, λειτουργία ή ναυσιπλοΐα πλοίου ή την παροχή εργασίας σε αυτό. Το ίδιο άρθρο προσδιορίζει ενδεικτικώς τις ναυτικές διαφορές και περαιτέρω ορίζει, ότι εφαρμόζεται και για την περίπτωση αυτήν αναλόγως η διάταξη του άρθρου 46 Κ.Πολ.Δ., για την παραπομπή των υποθέσεων, από αναρμόδιο καθ' ύλην ή κατά τόπον δικαστήριο, στο κατά τον νόμον αυτόν αρμόδιο δικαστήριο.
Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εταιρία ισχυρίζεται με την αγωγή της, ότι τελεί υπό εκκαθάριση και εκπροσωπείται νομίμως από την διορισθείσα με δικαστική απόφαση ως εκκκαθαρίστρια αυτής Ά. Α.. Περαιτέρω ιστορεί, ότι ο σύζυγό της εκκαθαρίστριας, Γ. Α., έχων πραγματοποιήσει ανάλογες σπουδές, προσλήφθηκε και εργάσθηκε επί 20 χρόνια και μέχρι το έτος 1997 ως αρχιμηχανικός και τεχνικός υπεύθυνος του στόλου των φορτηγών και δεξαμενόπλοιων της ναυτιλιακής εταιρίας με την επωνυμία "THENAMARIS SHIPS MANAGEMENT" και από το έτος 1997 έως το έτος 2001 στην επίσης ναυτιλιακή εταιρία, ιδίων συμφερόντων με την προηγούμενη, με την επωνυμία "MINERVA MARINE" ως τεχνικός διευθυντής δεξαμενοπλοίων και τεχνικός υπεύθυνος κατασκευών νέων δεξαμενοπλοίων.
Τα πρώτα πλοία της πρώτης από τις ως άνω εταιρίες ο Γ. Α. τα έστειλε για επισκευή στα πολωνικά ναυπηγεία του Γκντάνσκ, του Στετίνο και την Γδύνια. Έτσι αυτός γνωρίσθηκε με τους υπεύθυνους των ναυπηγείων και του αρμόδιου κρατικού πολωνικού φορέως με την επωνυμία "NAVIMOR", οι οποίοι επρότειναν στον Γ. Α., να έχουν αποκλειστική συνεργασία στις επισκευές των πλοίων της εταιρίας του, αλλά και άλλων ναυτιλιακών εταιριών τις οποίες θα ηδύνατο να επηρρεάσει εκείνος και να του δίνουν προμήθεια, ανερχόμενη σε ποσοστό, στην αρχή 3% και αργότερα 6%, επί των εμφαινομένων από τα επίσημα τιμολόγια των ναυπηγείων κερδών.
Ο Γ. Α. απεδέχθη την πρόταση και προς τούτο ενήργησε για την σύσταση εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, η οποία θα συνηλλάσσετο με τα πολωνικά ναυπηγεία. Έτσι συνεστήθη η ενάγουσα εταιρία, στην επωνυμία της οποίας, με την άδεια των αρμοδίων Πολωνών, ετέθη και η λέξη "ΝΑΒΙΜΑΡ" κατά παράφραση της επωνυμίας "NAVIMOR" του κρατικού πολωνικού φορέως.
Το κεφάλαιο της εναγούσης ανήλθε σε 900.000 δρχ., διηρημένο σε 90 μερίδια των 10.000 δρχ. έκαστον. Στην εταιρία αυτήν δεν μετέσχε ο Γ. Α., αλλά εταίροι της ήσαν 1) η σύζυγός του Ά. Α., ήδη εκκαθαρίστρια της εναγούσης με μερίδα 45 εταιρικών μεριδίων, 2) ο Κ. Α., αδελφός του συζύγου της πρώτης και σύζυγος τότε της εναγομένης, με μερίδα 18 εταιρικών μεριδίων και 3) ο Β.
Ν., με μερίδα 27 εταιρικών μεριδίων. Η ενάγουσα εταιρία συνήψε μία σύμβαση με την πολωνική "NAVIMOR" και δύο συμβάσεις με την επίσης πολωνική εταιρία "REMON- TOWA" (ναυπηγεία του Γκντάνσκ), δυνάμει των οποίων ορίσθηκε αποκλειστική αντιπρόσωπος των πολωνικών ναυπηγείων στην Ελλάδα και στην Κύπρο και το ποσοστό της αναφερθείσης ανωτέρω προμήθειας σε 6%.
Επειδή η πληρωμή των προμηθειών από τα πολωνικά ναυπηγεία θα γινόταν σε δολλάρια Η.Π.Α. και η ενάγουσα "δεν διατηρούσε αντίστοιχο λογαριασμό" σε Τράπεζα, συμφώνησε με τον εταίρο της Κ. Α. και την σύζυγό του και ήδη εναγομένη, οι οποίοι διατηρούσαν τον υπ' αριθ. ... κοινό λογαριασμό στην Τράπεζα "AMERICAN EXPRESS", τα εμβάσματα των ναυπηγείων να απευθύνονται για λογαριασμό της εναγούσης στον εν λόγω κοινό τραπεζικό λογαριασμό και να παρακατατίθενται τα σχετικά ποσά κατ' αυτόν τον τρόπο στον λογαριασμό, οι ως άνω δε δικαιούχοι του κοινού τραπεζικού λογαριασμού ανέλαβαν την υποχρέωση να αποδίδουν με την πρώτη όχληση στην ενάγουσα τα χρήματα, είτε αυτούσια είτε σε ελληνικές δραχμές.
Ακολούθως, η ενάγουσα, αφού αναφέρει αναλυτικώς τα επισκευασθέντα με φροντίδα της στα πολωνικά ναυπηγεία πλοία και ότι τα ποσά, τα οποία ως προμήθειά της εστάλησαν με εμβάσματα από τα ναυπηγεία στον αναφερθέντα κοινό τραπεζικό λογαριασμό, ανήλθαν συνολικώς σε 4.837.866,83 δολλάρια Η.Π.Α., ισχυρίζεται, ότι εζήτησε από την εναγομένη να της αποδώσει το ποσόν αυτό, πλην όμως η τελευταία ηρνήθη, ισχυρισθείσα ότι τα εν λόγω χρήματα είναι δικά της και έτσι τα υπεξήρεσε.
Ζητεί δε τελικώς η ενάγουσα με την αγωγή της, όπως παραδεκτώς περιόρισε το αίτημα, να αναγνωρισθεί, ότι η εναγομένη της οφείλει 3.053.613,71 δολλάρια Η.Π.Α ή το ισάξιο σε ευρώ, α') σύμφωνα με τις διατάξεις περί παρακαταθήκης του Α.Κ (άρθρα 822 επ.), β') άλλως, κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξίας και γ') επικουρικότερον, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Από το ως άνω περιεχόμενο της αγωγής προκύπτει, ότι δεν πρόκειται για ναυτική διαφορά υπό την αναφερθείσα στην αρχή έννοια, καθόσον η διαφορά αυτή δεν προέρχεται από το θαλάσσιο εμπόριο ή την χρησιμοποίηση, λειτουργία ή ναυσιπλοΐα πλοίου στην μεταξύ των διαδίκων σχέση ή από την παραδοχή εργασίας σε πλοίο, αλλά προέρχεται, κατά την αγωγή, από την μεταξύ των διαδίκων συναφθείσα σύμβαση παρακαταθήκης ή από αδικοπραξία ή από αδικαιολόγητο πλουτισμό και ως εκ τούτου δεν είναι αποκλειστικώς αρμόδια για εκδίκαση της προκειμένης υποθέσεως το Πολυμελές Πρωτοδικείο και το Εφετείο Πειραιώς σε πρώτο και δεύτερο βαθμό αντιστοίχως.
Συνεπώς, οι πρώτος και δεύτερος πρόσθετοι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα το οποίο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτήν προκύπτει, ότι λογικώς ή έλλειψη νόμιμης βάσεως σημαίνει την αδυναμία αναιρετικού ελέγχου της ακολουθίας της δικανικής κρίσεως ως προς την εφαρμογή διατάξεως ουσιαστικού νόμου, ιδίως λόγω ελλείψεως ή ανεπάρκειας ή αντιφατικότητας των αιτιολογιών για ζήτημα το οποίο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1231/2004). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 822 Α.Κ. " Με την σύμβαση της παρακαταθήκης ο θεματοφύλακας παραλαμβάνει από άλλον κινητό πράγμα για να το φυλάει, με την υποχρέωση να το αποδώσει, όταν του ζητηθεί. Αμοιβή μπορεί να απαιτηθεί μόνον όταν συμφωνήθηκε ή συνάγεται από τις περιστάσεις". Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για την σύναψη της συμβάσεως ομαλής παρακαταθήκης απαιτείται συμφωνία των μερών για την φύλαξη ορισμένου κινητού πράγματος από τον θεματοφύλακα και παραλαβή του πράγματος εκ μέρους του, το οποίο είναι υποχρεωμένος να αποδώσει στον παρακαταθέτη, όταν του ζητηθεί, δεν είναι απαραίτητη εκ του νόμου και συμφωνία για αμοιβή του θεματοφύλακος.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση και την αγωγή ως προς αμφότερες τις βάσεις της, ήτοι την κυρία βάση εκ των διατάξεων περί ομαλής παρακαταθήκης και την επικουρική εκ των διατάξεων περί αδικοπραξίας (υπεξαιρέσεως), δεχθείσα, μεταξύ των άλλων και τα εξής: "Περαιτέρω ωσαύτος αποδείχθηκε ότι έκτοτε τουλάχιστον (1986) ο εταίρος και διαχειριστής της ενάγουσας Κ.
Α. και η εναγόμενη σύζυγος του Ο. Γ., διατηρούσαν τον με αριθμό ... κοινό λογαριασμό συναλλάγματος στην Τράπεζα AMERICAN EXPRESS, μετά δε το θάνατο του συνδικαιούχου συζύγου της, που συνέβη, ως ελέχθη, την 20/2/1997 μοναδική δικαιούχος του λογαριασμού αυτού κατέστη αυτή (εναγομένη) ως μοναδική επιζώσα συνδικαιούχος. ...
Κατ' αρχήν σύμβαση παρακαταθήκης μεταξύ της ενάγουσας και των συνδικαιούχων του άνω ... κοινού λογαριασμού δεν αποδείχθηκε. Ειδικότερα δεν αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη και ο σύζυγος της Κ. Α. συμφώνησαν με την ενάγουσα ότι αναλαμβάνουν την υποχρέωση να φυλάττουν χρήματα τα οποία ανήκουν στην ενάγουσα και τα οποία ενέβαζαν τα Πολωνικά Ναυπηγεία στο λογαριασμό αυτό.
Περί τοιαύτης συμβάσεως- δεν υπάρχουν πειστικές αποδείξεις ...". Περαιτέρω όμως, η προσβαλλομένη απόφαση, αντιφατικώς και με ανεπαρκείς αιτιολογίες, δέχθηκε και τα εξής: "... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στον κοινό αυτό λογαριασμό υπάρχει αριθμός εμβασμάτων από τα άνω Πολωνικά Ναυπηγεία NAVIMOR και REMONTOWA κατά τη δεκαετία 1986 έως 1996 ...
Στον κοινό αυτό λογαριασμό ενεβιβάζοντο τα χρήματα που εδικαιούτο ο Κ. Α., δηλαδή που ανταποκρίνοντο στο ποσοστό συμμετοχής του στην ενάγουσα ... Έκτοτε (1990) και εντεύθεν, λόγω διενέξεων που ενέκυψαν από συμπεριφορά του Β. Ν., τα εμβάσματα που απεστέλεντο στον άνω κοινό λογαριασμό αποτελούσαν το μέρος της προμήθειας που εδικαιούτο ο Κ.
Α. κατά το ποσοστό συμμετοχής του στην ενάγουσα. Επίσης έκτοτε (1990) κάθε εταίρος εισέπραττε τις προμήθειες που του ανήκαν απευθείας από τα Ναυπηγεία". Από τις ως άνω παραδοχές προκύπτει αδυναμία ελέγχου της δικανικής κρίσεως ως προς την εφαρμογή ή μη των διατάξεων περί ομαλής παρακαταθήκης (άρθρα 822 επ.
Α.Κ) και περί αδικοπραξίας (άρθρα 914 επ. Α.Κ). καθόσον ενώ η προσβαλλομένη απόφαση δέχεται, ότι στον υπ' αριθ. ... κοινό τραπεζικό λογαριασμό της εναγομένης και του συζύγου της Κ. Α. "υπάρχει αριθμός εμβασμάτων από τα άνω Πολωνικά Ναυπηγεία NAVIMOR και REMONTOWA κατά την δεκαετία 1986 έως 1996", ακολούθως δέχεται, ότι από του έτους 1990 και εντεύθεν τα αποστελλόμενα στον ίδιο κοινό τραπεζικό λογαριασμό εμβάσματα αποτελούσαν το μέρος της προμήθειας την οποία εδικαιούτο ο Κ.
Α. κατά το ποσοστό συμμετοχής του στην ενάγουσα, από το ίδιο δε έτος και οι λοιποί εταίροι εισέπρατταν απευθείας από τα ναυπηγεία τις προμήθειές των. Υπ' αυτήν όμως την εκδοχή, η προσβαλλομένη απόφαση δεν προσδιορίζει για λογαριασμό ποίου ή ποίων εγίνοντο τα εμβάσματα των ναυπηγείων κατά το χρονικό διάστημα 1986-1990 στον ίδιο τραπεζικό λογαριασμό και ποία επί μέρους και συνολικώς ποσά αφορούσαν.
Αλλά και περαιτέρω, η προσβαλλομένη απόφαση δέχεται, ότι "... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο του θανάτου του Κ. Α. ( 20-2-1997) ο επίδικος κοινός λογαριασμός περιείχε 405.000 δολλάρια ΗΠΑ, ενώ στον επίσης κοινό λογαριασμό ... ήσαν 51.000 γερμανικά μάρκα, εκ των οποίων η εναγομένη κατά την συμφωνία όλων των εταίρων έλαβε τότε (1997) 105.000 και τα 51.000 μάρκα, για τα οποία στη συνέχεια την καταμήνυσε για υπεξαίρεση τους, αλλά η εναγόμενη απηλλάγη με το άνω 2793/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών ...".
Εφόσον όμως, κατά τα γενόμενα δεκτά από την απόφαση του Εφετείου, οι ως άνω κοινοί λογαριασμοί ανήκαν στην εναγομένη και στον σύζυγό της, δεν είναι σαφές για ποιόν λόγο η εναγόμενη και μάλιστα μετά τον θάνατο του συζύγου της Κ. Α. έπρεπε να έχει την συμφωνία όλων των εταίρων, προκειμένου να αναλάβει χρήματα σε συνάλλαγμα, από τραπεζικό λογαριασμό του οποίου δικαιούχος, κατά την απόφαση, ήτο μόνη η εναγομένη (μετά τον θάνατο του συζύγου της).
Επομένως, πρέπει κατά παραδοχήν των περί των ανωτέρω από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ. αιτιάσεων, οι οποίες προβάλλονται με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και με το πρώτο σκέλος αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ), παρελκούσης ως εκ τούτου της ερεύνης των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως ως και των προσθέτων λόγων αυτής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 6198/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές πλην εκείνων οι οποίοι εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσειούσης από τρεις χιλιάδες πεντακόσια (3.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουνίου 2012. Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ