Legislator Case Law & Legislation
1296/2010 AI generated

1296/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1296/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Nοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1296/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, ο τελευταίος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι βάσιμος.

Keywords

AI generated
lack of shareholder standing importer liability failure to state reasons lack of prosecutorial standing unauthorized representation safety regulations violation
AI generated
893/2014
Supreme Court dismisses appeal against bank director's liability for unpaid checks due to lack of causation.
1737/2017
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
20/2021
Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, citing lack of evidence of document distortion.
313/2016
Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for absent defendant and rejects substantive arguments regarding evidence evaluation.
1935/2010
Ο αναιρεσείων παραπέμφθηκε με πρωτόδικο βούλευμα, που επικυρώθηκε από το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας , άνω των 73.000 €, από εντολοδόχο. Απορρίπτονται οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 375 παρ. 2 ΠΚ (η παθούσα εταιρεία ανέθεσε στον αναιρεσείοντα μεταφορέα την μεταφορά των εμπορευμάτων της και την παράδοση τους στους πελάτες της και συνεπώς θεμελιώνεται η έναντι αυτής ιδιότητα του ως εντολοδόχου). Περαιτέρω, το προσβαλλόμενο απέρριψε αιτιολογημένα τους ισχυρισμούς του περί μη υπάρξεως προθέσεως ιδιοποιήσεως των εμπορευμάτων, περί ασκήσεως νομίμου δικαιώματος επισχέσεως για εξασφάλιση των απαιτήσεων του και περί μηδενικής εμπορικής αξίας των εμπορευμάτων. Απορρίπτει την αίτηση.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1296 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1296/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Nοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, με την ιδιότητα της ως οιονεί καθολικής διαδόχου της απορροφηθείσης παρ' αυτής ενταύθα εδρευούσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία 'ΕΘΝΙΚΗ ΕΞΙΟΠΟΙΗΣΕΩΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΩΣ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΠΟΘΗΚΩΝ ΑΕ" πρώην "ΠΡΟΝΟΜΙΟΥΧΟΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΠΟΘΗΚΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΠΑΕΓΑΕ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ιωάννη Σπηλιόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης : Τραπεζικής Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ... ΑΕ" που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησαν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι Παντελής Μήτσης και Εμμανουήλ Μπαντουράκης, οι οποίοι ανεκάλεσαν τις από 19-10-2009 δηλώσεις του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκαν αυτοπροσώπως.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-11-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 254/2007 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 4-9-2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 2-11-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της απόφασης κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος κατά παραδοχή του πέμπτου λόγου της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους, στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 27, 28, 30, 33, 34 και 42 του ν.δ 3077/1954 "περί Γενικών Αποθηκών", οι Γενικές Αποθήκες (Προνομιούχος Ανώνυμη Εταιρία Γενικών Αποθηκών της Ελλάδος) έχουν ως σκοπό να αποδέχονται τη φύλαξη και συντήρηση των αποτιθεμένων σ' αυτές εμπορευμάτων ή προϊόντων και να εκδίδουν υποχρεωτικώς υπέρ των αποθετών ειδικούς εμπορεύσιμους τίτλους εις διαταγή (αξιόγραφα), καλούμενα αποθετήρια και ενεχυρόγραφα, τα οποία παραδίδονται στον αποθέτη και μεταβιβάζονται εις διαταγήν ή εις λευκό, μαζί ή χωριστά, και απολαμβάνουν όλων των εγγυήσεων και πλεονεκτημάτων που απονέμονται από το νόμο.

Αν οπισθογραφηθεί και παραδοθεί από τον αποθέτη σε τρίτο πρόσωπο μόνο το ενεχυρόγραφο, στην περίπτωση που η οπισθογράφηση αυτή είναι η πρώτη, συνιστάται ενέχυρο υπέρ του κομιστή επί των αποθηκευμένων αντικειμένων για την εξασφάλιση χρηματικής απαιτήσεως (δανείου), το ποσό της οποίας σημειώνεται στην οπισθογράφηση, υπό την προϋπόθεση όμως ότι επακολουθεί μεταγραφή της οπισθογράφησης στο τηρούμενο από την εκδότρια του τίτλου ειδικό βιβλίο (άρθρο 31).

Κατά δε τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 1 και 25 του ίδιου ν.δ "ο διαχειριζόμενος γενική αποθήκη υποχρεούται να αποδώσει το αποθηκευθέν αυτούσιο, όπως παρέλαβε αυτό. Οι ανάδοχοι γενικών αποθηκών υπέχουν ευθύνη έναντι παντός έχοντος νόμιμο δικαίωμα επί τη φυλάξει και συντηρήσει των εμπιστευθέντων αυτοίς εμπορευμάτων και προϊόντων και υποχρεούνται εις αποζημίωσιν πάσης ζημίας, προελθούσης είτε εκ πλημμελούς ενεργείας ή αμελείας των υπαλλήλων και υπηρετών, είτε εξ ελαττώματος της οικοδομής και των μηχανημάτων των αποθηκών.

Απαλλάσσονται όμως πάσης ευθύνης δι' ελλείψεις, ζημίας ή βλάβας, οφειλομένας μεταξύ άλλων εις την τύχην ή αιτίαν μη οφειλομένην εις υπαιτιότητα του αναδόχου ή των υπαλλήλων αυτού". Από τις διατάξεις αυτές του ν.δ. 3077/1954 προκύπτει ότι βασική υποχρέωση των αναδόχων των γενικών αποθηκών είναι η φύλαξη των αποτιθεμένων σ' αυτές εμπορευμάτων και η απόδοση απ' αυτούς αυτούσιων στον αποθέτη ή εξοποσθογραφήσεως λήπτη του ενεχυρογράφου (ενεχυρόυχο δανειστή) ή η εκποίηση τους με πλειστηριασμό.

Η οποιαδήποτε τυχόν αδυναμία αποδόσεως των εναποτιθεμένων εμπορευμάτων και προϊόντων, η οποία μπορεί να οφείλεται σε κλοπή ή αφαίρεση αυτών, συνιστά περίπτωση μη εκπλήρωσης της υποχρεώσεως απόδοσης αυτών. Στην περίπτωση αυτή, το πταίσμα των αναδόχων των γενικών αποθηκών για τη μη εκπλήρωση της συμβατικής υποχρεώσεως τους προς απόδοση των εναποτιθεμένων, τεκμαίρεται κατ' άρθρο 335 ΑΚ, των γενικών αποθηκών, εχουσών την υποχρέωση, προκειμένου να απαλλαγούν από την ευθύνη τους, να επικαλεσθούν και να αποδείξουν ότι η αδυναμία προς εκπλήρωση οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχουν ευθύνη (άρθρο 336ΑΚ).

Τέλος, κατά το άρθρο 1223 ΑΚ, το ενέχυρο εκτείνεται και στο οφειλόμενο για το πράγμα αντάλλαγμα ή ποσό αποζημίωσης, ιδίως σε περίπτωση καταστροφής του πράγματος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης που είχε δεχθεί ως βάσιμη την αγωγή της αναιρεσίβλητης, με την οποία η τελευταία (αναιρεσίβλητη), ιστορούσε τα εξής:

Ότι με σύμβαση ανοικτού επί πιστώσει λογαριασμού χορήγησε στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Φ Α.Ε- ΕΛΑΙΟΥΡΓΕΙΟ-ΕΜΠΟΡΙΑ-ΤΥΠΟΠΟΙΗΣΗ ΕΛΑΙΟΛΑΔΟΥ" κατά την 1-2-2002 έντοκη πίστωση, ύψους 800.000 ευρώ, ότι η πιστούχος εταιρεία ως εγγύηση και για ασφάλειά της μεταβίβασε σ' αυτήν με νόμιμη οπισθογράφηση τρία ενεχυρόγραφα της εναγομένης (αναιρεσείουσας), τα οποία πιστοποιούσαν την παρακατάθεση και αποθήκευση, σε ιδιαίτερο παράρτημα των γενικών αποθηκών της αναιρεσείουσας, ποσότητας 453.000 κιλών ελαιολάδου, ότι η γενόμενη μεταβίβαση των εν λόγω ενεχυρογράφων, καταχωρίσθηκε στο ειδικό βιβλίο του υποκαταστήματος αυτής στο ..., ότι λόγω παραβάσεως των όρων της συμβάσεως πιστώσεως από την πιστούχο εταιρεία, κατήγγειλε τη σύμβαση πιστώσεως και ζήτησε να της αποδοθεί το προκύψαν από το κλείσιμο του λογαριασμού κατάλοιπο, ύψους 909.159, 84 ευρώ, ότι για την απαίτησή της αυτή, μη εξοφληθείσα από την πιστούχο ζήτησε και πέτυχε την έκδοση της υπ' αριθμ. 154/2003 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, με την οποία διατάχθηκε η τελευταία και ο εγγυητής να της καταβάλουν το άνω ποσό με τον νόμιμο τόκο, καθώς και ποσό 23.000 ευρώ για δικαστική δαπάνη έκδοσης της διαταγής πληρωμής, ότι ακολούθως ζήτησε να ικανοποιηθεί από την αναγκαστική εκποίηση των ενεχυρασμένων ποσοτήτων ελαιολάδου, πλην όμως πληροφορήθηκε από την εναγομένη ότι αυτή βρισκόταν σε αδυναμία αποδόσεως αυτού γιατί είχε απωλεσθεί εξαιτίας κλοπής του από άγνωστους δράστες.

Με βάση δε το ιστορικό αυτό ζήτησε να καταδικασθεί η εναγομένη, ως υπεύθυνη κατά νόμο προς αποζημίωσή της για την κλαπείσα ποσότητα ελαιολάδου, που οφείλεται σε υπαιτιότητα αυτής, των οργάνων της, των υπαλλήλων της και των εν γένει προστηθέντων από αυτή για τη φύλαξή του, να της καταβάλει ως αποζημίωση το άνω συνολικό ποσό των 932.359,84 ευρώ, (909.159,84 κατάλιπο λογαριασμού + 23.000 δικαστική δαπάνη+ 200 έξοδα επιταγής προς εκτέλεση) εντόκως με τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις.

Υπό το ανωτέρω περιεχόμενο, το οποίο σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα πρόταση, ανταποκρίνεται πλήρως στις προϋποθέσεις εφαρμογής των ειρημένων διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου η αγωγή είναι νόμω βάσιμη ως προς την εκ κεφαλαίου και τόκων απαίτηση αποζημιώσεως, ερειδόμενη στις εν λόγω διατάξεις αλλά και ορισμένη, χωρίς να ήταν απαραίτητη, για τη θεμελίωση και το ορισμένο αυτής η αναφορά ότι η κλοπή του ελαιολάδου που είχε αποθηκευθεί στους χώρους της εναγομένης, οφείλεται σε υπαιτιότητα των προστηθέντων από αυτήν προσώπων για τη φύλαξη των αποθεμάτων, αναφορά η οποία πάντως περιέχεται στην αγωγή.

Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως με τους οποίους υπό την επίκληση πλημμέλειας, όπως εκτιμάται, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 8 ΚΠολΔ (όχι και 19 και 20), η αναιρεσείουσα προβάλλει τις αιτιάσεις α)ότι η αναιρεσίβλητη, ενεχυρούχος δανείστρια και κομίστρια μόνον του ενεχυρογράφου και όχι και του αποθετηρίου, μη συνδεόμενη με σύμβαση παρακαταθήκης με την ίδια (αναιρεσείουσα) που να την υποχρεώνει σε παροχή προς αυτήν, ώστε σε περίπτωση αδυναμίας να έχει εφαρμογή το άρθρο 335 ΑΚ, δεν νομιμοποιείται ενεργητικά στην άσκηση της ένδικης αγωγής, και β)για το ορισμένο της ένδικης αγωγής ήταν αναγκαία η επίκληση της υπαιτιότητας συγκεκριμένων προσώπων, είναι αβάσιμοι.

Δεχόμενο όμως το Εφετείο, ότι αποκαταστατέα είναι η ζημία και κατά το κονδύλιο των 23.000 ευρώ που παριστά κατά τα προαναφερθέντα την επιδικασθείσα, με την σε βάρος της πιστούχου εταιρείας και του εγγυητή εκδοθείσα διαταγή πληρωμής, δικαστική δαπάνη της ενάγουσας, εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 45 και 51 του ν. 3077/1954, σύμφωνα με τις οποίες ο ενεχυρούχος δανειστής έχει αξίωση επί του πλειστηριάσματος των αποθηκευθέντων σε περίπτωση αναγκαστικής εκποιήσεως, μόνον για την εκ κεφαλαίου και τόκων απαίτησή του.

Επομένως, ο τελευταίος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι βάσιμος.

Η (ποσοτική η ποιοτική) αοριστία του δικογράφου της αγωγής, εξετάζεται μεν αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, για να δημιουργηθεί όμως λόγος αναίρεσης από τους προβλεπόμενους με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 και 14 ΚΠολΔ, με τους οποίους ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να έχει προβληθεί στο Εφετείο και τούτο να αναγράφεται στο αναιρετήριο, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ` εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και, ειδικότερα, δεν αφορά τη δημόσια τάξη. Ο τρίτος, επομένως, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται, όπως εκτιμάται, η από τον αριθμό 559 αριθ. 14 (όχι 1 και 19) ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι δηλαδή το Εφετείο δεν απέρριψε ως αόριστη την ένδικη αγωγή, καίτοι στο δικόγραφό της δεν αναφερόταν "το ύψος του ασφαλιζόμενου δανείου για κάθε ενεχυρόγραφο και επίσης η αναγραφή του στην οπισθογράφηση", είναι απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, εφόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο, ότι ο σχετικός περί αοριστίας ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά στο πιο πάνω Δικαστήριο από την αναιρεσείουσα.

Από τις διατάξεις των άρθρων 330, 334 παρ, 1, 335 336 ΑΚ συνάγεται ότι ο οφειλέτης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση εξαιτίας της αδυναμίας του να εκπληρώσει την παροχή, αν αποδείξει πως η αδυναμία οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη, υπό την έννοια ότι η αδυναμία δεν είναι απότοκος πταίσματος του ιδίου ή των νομίμων αντιπροσώπων του ή των προσώπων που ενδεχομένως χρησιμοποιεί για την εκπλήρωση της παροχής.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, δέχθηκε ευθύνη της αναιρεσείουσας προς αποζημίωση της αναιρεσίβλητης από την μη εκπλήρωση της υποχρεώσεώς της και απέρριψε αντίστοιχα ως αβάσιμη την προβληθείσα από εκείνη ένσταση απαλλαγής από την ευθύνη της, εξαιτίας της μη εκπληρώσεως της παροχής της, ως οφειλομένης σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη.

Για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος αναφορικά με την ουσιαστική αβασιμότητα της ενστάσεως αυτής, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Η εναγομένη ισχυρίσθηκε πρωτοδίκως ότι, η αδυναμία απόδοσης των πιο πάνω ποσοτήτων ελαιολάδου στον ενάγοντα πιστωτικό συνεταιρισμό, δεν οφείλεται σε πταίσμα δικό της αλλά σε αποκλειστική υπαιτιότητα της αποθέτιδος-πιστούχου εταιρίας, των εκπροσώπων και προστηθέντων αυτής, διότι την κλοπή του ελαιολάδου τέλεσε ένα μέλος της πιστούχου εταιρίας, με το οποίο αυτή δεν συνδεόταν με σχέση πρόστησης ή με οποιαδήποτε άλλη σχέση και επομένως δεν υπέχει ευθύνη αποζημίωσης της Τράπεζας.

Ο ισχυρισμός της όμως αυτός δεν βρίσκει έρεισμα σε κανένα αποδεικτικό στοιχείο, έγγραφο ή μαρτυρική κατάθεση. Αντιθέτως αποδεικνύεται ότι η εναγομένη, εκτός από την τοποθέτηση κλείθρων και μολυβδοσφραγίδων ασφαλείας και τους περιοδικούς ελέγχους (5 φορές το μήνα) που διενεργούσε ο υπεύθυνος αυτής, Κ, στις εν λόγω δεξαμενές, δεν έλαβε τα απαιτούμενα, στο πλαίσιο της εν λόγω σύμβασης παρακαταθήκης, μέτρα, ώστε να διαφυλαχθούν αποτελεσματικά οι ως άνω ενεχυρασθείσες ποσότητες ελαιολάδου και, συγκεκριμένα, δεν προσέλαβε φύλακες ειδικά για τη συνεχή φύλαξη των επιδίκων δεξαμενών, εκτός δε από την ύπαρξη συναγερμού σε ολόκληρο το συγκρότημα των δεξαμενών, ιδιοκτησίας της πιστούχου εταιρίας, τον κωδικό του οποίου γνώριζε ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής, Φ, δεν είχε ληφθεί ούτε από την εναγομένη, ούτε από την οφειλέτρια εταιρία οποιοδήποτε άλλο μέτρο φύλαξης των επιδίκων ποσοτήτων ελαιολάδου, μολονότι ο ενάγων πιστωτικός συνεταιρισμός, είχε ζητήσει από την εναγομένη τη λήψη αυστηρών μέτρων φύλαξης, μετά τη διενέργεια ελέγχου στις 24.12.2002 στις εν λόγω δεξαμενές και τη διαπίστωση "χαλάρωσης" της μολυβδοσφραγίδας της με αριθμό 5 δεξαμενής.

Η κλοπή, εξάλλου, των εν λόγω ποσοτήτων φέρεται ότι τελέστηκε από το νόμιμο εκπρόσωπο της οφειλέτριας εταιρίας, Φ, σε βάρος του οποίου έχει ασκηθεί ποινική δίωξη και όχι από τρίτο πρόσωπο. Ειδικότερα, ο ως άνω κατηγορούμενος ήταν βοηθός εκπλήρωσης της εναγομένης, πράγμα το οποίο επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο του από 30-1-2003 ιδιωτικού συμφωνητικού που καταρτίστηκε μεταξύ της εναγομένης και της παραχωρήτριας-πιστούχου εταιρίας "ΑΦΟΙ Φ Α.Ε.", σύμφωνα με το οποίο η τελευταία είχε αναλάβει την υποχρέωση, ύστερα από σχετική πρόσκληση της εναγομένης, να θέτει σε λειτουργία τα διατιθέμενα μηχανικά μέσα για την εξυπηρέτηση του ιδιωτικού παραρτήματος και των αποθηκευμένων σ' αυτό εμπορευμάτων, ακόμη και στην περίπτωση οπισθογράφησης των τίτλων, χωρίς τα οποία δεν θα ήταν δυνατή η άντληση και μετάγγιση του ελαιολάδου.

Εξάλλου, η συμφωνία μεταξύ της εναγομένης και της πιστούχου εταιρίας, ότι η τελευταία ευθύνεται έναντι της εναγομένης και στην περίπτωση της κλοπής ή οποιασδήποτε αφαίρεσης των αποθηκευμένων στο ιδιωτικό παράρτημα προϊόντων από τρίτους (όρος 5 του από 30.1.2003 ιδιωτικού συμφωνητικού), δεν αναιρεί την ευθύνη της εναγομένης απέναντι στην ενάγουσα, στο πλαίσιο της μεταξύ τους επίδικης σύμβασης παρακαταθήκης, δεδομένου ότι η ενάγουσα δεν έχει συμβληθεί ως τρίτη στο εν λόγω από 30-1-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό και επομένως δε δεσμεύεται από τους συνομολογηθέντες μεταξύ της εναγομένης και της πιστούχου εταιρίας όρους, ο δε δράστης της κλοπής των επιδίκων ποσοτήτων ελαιολάδου, δεν είναι τρίτο πρόσωπο, αλλά ο νόμιμος εκπρόσωπος της παραχωρήτριας εταιρίας, με αποτέλεσμα, η ίδια η εταιρία "ΑΦΟΙ Φ Α.Ε." να φέρει ευθύνη για την παράνομη πράξη του παραπάνω εκπροσώπου της που αυτός διέπραξε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του (άρθρο 71 ΑΚ).

Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η ενάγουσα τελούσε σε γνώση της ειδικότερης αυτής συμφωνίας αποκλεισμού της δικής της ευθύνης σε περίπτωση κλοπής των αποθηκευμένων στο ιδιωτικό παράρτημα εμπορευμάτων δεν αποδείχθηκε, δεδομένου ότι στα προαναφερόμενα αποθετήρια-ενεχυρόγραφα δε γίνεται οποιαδήποτε μνεία της ως άνω συμφωνίας, όπως θα έπρεπε να περιλαμβάνεται, κατά τους ορισμούς της διάταξης του άρθρου 27 περ.

ζ' εδ. β' του ν.δ. 3077/1954, ενώ, από καμία διάταξη του εν λόγω ν.δ. δε συνάγεται ότι η σύσταση ιδιωτικού παραρτήματος απαλλάσσει την εναγομένη από την υποχρέωση αποζημίωσης της δανείστριας σε περίπτωση κλοπής ή απώλειας των αποθηκευμένων στο ιδιωτικό παράρτημα προϊόντων από τρίτους. Για τον λόγο αυτό, άλλωστε, η άνω συμφωνία αποκλεισμού της ευθύνης της εναγομένης έχει περιληφθεί ως όρος αποκλειστικά στο από 30-1-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό.

Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε την εκ του άρθρου 336 ΑΚ ένσταση της αναιρεσείουσας, περί αδυναμίας απόδοσης του ελαιολάδου εξαιτίας γεγονότος για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη, ως αβάσιμη. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις τις οποίες εφάρμοσε, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις, αναφορικά με την υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας ως προς τη λήψη των απαιτούμενων μέτρων ασφαλείας για τη φύλαξη των επίδικων δεξαμενών και την ιδιότητα του φερόμενου ως δράστη της κλοπής νομίμου εκπροσώπου της αποθέτιδος εταιρίας ως βοηθού εκπληρώσεως της αναιρεσείουσας και ο περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, υπό την επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ως προς το αναιρούμενο μέρος στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο όμως από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν κατά ένα μέρος σε βάρος της αναιρεσίβλητης (άρθρα 178, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο, την υπ' αριθμ. 254/2007 απόφαση του Εφετείου Κρήτης.

Παραπέμπει την υπόθεση ως προς το αναιρούμενο μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσίβλητης ένα μέρος από τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει σε χίλια (1.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ