Supreme Court dismisses appeal against insurance contract validity based on drug use concealment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the lower court's ruling that invalidated an insurance contract due to the insured's concealment of drug use. The insured had filled out a questionnaire falsely denying drug use and lack of rehabilitation, which the court found was material to the contract's validity. The court held that the lower court correctly applied the law by finding the contract voidable based on this intentional misrepresentation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 202 and 224 of the Insurance Code; Article 559(8) and (10) of the Code of Civil Procedure: A contract is voidable if a party intentionally conceals material facts regarding their condition that would prevent the other party from entering the agreement, and an appeal is inadmissible if the lower court's decision is based on clear and consistent reasoning without legal error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1296 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1296/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαΐου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας : Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ανώνυμος Ελληνική Εταιρία Γενικών Ασφαλειών Η ΕΘΝΙΚΗ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Πετσάλα.
Της αναιρεσιβλήτου : ... κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μάλλιο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18 Φεβρουαρίου 1999 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 4856/200 μη οριστική, 4372/2005 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 582/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14 Ιουνίου 2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας ανέγνωσε την από 10 Απριλίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι της αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 και 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθή χωρίς απόδειξη.
Στην προκειμένη περίπτωση, η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, με τις προτάσεις της κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ισχυρίσθηκε ότι η ενάγουσα, προκειμένου να ασφαλισθεί σε αυτή, συμπλήρωσε ειδικό έντυπο αιτήσεως, στο οποίο προσηρτάτο ειδικό ερωτηματολόγιο, το οποίο έπρεπε να συμπληρώσει, για να κριθεί από αυτή (εναγομένη) αν θα αποδεχθεί την πρόταση ασφαλίσεώς της.
Η ενάγουσα δολίως απέκρυψε, απαντήσασα αρνητικά στις σχετικές ερωτήσεις του ερωτηματολογίου, ότι ήταν χρήστης ναρκωτικών ουσιών, ότι δεν είχε πλήρως ολοκληρώσει το στάδιο της αποθεραπείας της, ότι λόγω της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών είχε ιλίγγους, πονοκεφάλους ή γενικώς διανοητικές, νευροψυχικές ή ψυχικές διαταραχές και είχε ανάγκη ψυχικής υποστηρίξεως, γεγονότα τα οποία αν τα γνώριζε δεν θα συνήπτε με αυτή σύμβαση ασφαλίσεως, η δε συναφθείσα είναι άκυρη.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε τους άνω ισχυρισμούς νόμιμες ενστάσεις, από τα άρθρα 202 και 224 ΕΝ, 2 περ. γ' και 17 των γενικών όρων της ασφαλιστικής συμβάσεως και με την υπ' αρ. 4856/2000 προδικαστική απόφασή του, υποχρέωσε την εναγομένη να αποδείξει: "Ότι δόλια η ενάγουσα απέκρυψε κατά τη σύναψη της ασφάλισης ότι ήταν χρήστης ναρκωτικών, δεν είχε ολοκληρώσει το στάδιο θεραπείας της (ψυχική υποστήριξη) με σκοπό να την παραπλανήσει και να υπογραφεί το επίδικο ασφαλιστήριο.
Ότι αν γνώριζε την πραγματική κατάσταση της ενάγουσας από πλευράς ψυχικής υγείας και την εμπλοκή της με τα ναρκωτικά δεν θα συνήπτε την επίδικη ασφαλιστική σύμβαση". Το θέμα αποδείξεως, όπως τάχθηκε, καλύπτει τους ισχυρισμούς της εναγομένης. Δεν ήταν αναγκαίο να περιληφθεί σε αυτό και ότι η ενάγουσα έπασχε ή πάσχει από ιλίγγους, πονοκεφάλους ή γενικά διανοητικές, νευροψυχικές ή ψυχικές διαταραχές, αφού αυτά η εναγομένη τα αναφέρει ως αποτέλεσμα της εκ μέρους της ενάγουσας χρήσεως ναρκωτικών ουσιών.
Ακολούθως το Πρωτοδικείο απέρριψε ως αβάσιμους κατ' ουσίαν τους ως άνω ισχυρισμούς της ενάγουσας, με την υπ' αριθμό 4372/2005 οριστική απόφασή του. Το δε Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε ως αβάσιμους κατ' ουσίαν τους σχετικούς με τα θέματα αυτά λόγους της εφέσεως. Έτσι όμως το Εφετείο δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη πράγματα προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ούτε έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή για τα οποία δεν τάχθηκε απόδειξη.
Επομένως οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος , εκ του άρθρου 559 αρ. 8 και 10 ΚΠολΔ, αντίθετοι, λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι.
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.
ΑΠ 30/1997, Ολομ. ΑΠ 28/1997). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέν ότι η ενάγουσα, την 1-3-1995, είχε ολοκληρώσει το ειδικό πρόγραμμα αντιμετώπισης ουσιών εξάρτησης (πρόγραμμα ...).
Μετά τη σαφή αυτή παραδοχή και προς επίρρωση της κρίσεώς του αυτής, διαλαμβάνει ότι όπως βεβαιώνεται στο υπ' αρ. πρωτ. ...έγγραφο του Κέντρου Ψυχικής Υγιεινής κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης ασφαλίσεως (τέλη Μαΐου 1995) η ενάγουσα δεν έκανε χρήση ναρκωτικών ουσιών και είχε σχεδόν ολοκληρώσει το σχετικό πρόγραμμα αντιμετώπισης ουσιών εξάρτησης και κοινωνικής επανένταξης "..." του κέντρου αυτού.
Ως προς τον προβληθέντα και στο Εφετείο, με τον έκτο λόγο της εφέσεως, ισχυρισμό της εναγομένης ότι το κέντρο "..." δεν αποτελεί Νοσοκομείο κατά την έννοια του Παραρτήματος Δ' του ασφαλιστηρίου, ώστε δεν υποχρεούται αυτή να καλύψει τα έξοδα παραμονής της ενάγουσας σε αυτό, η προσβαλλομένη δέχθηκε ότι σύμφωνα με το άρθρο 1 του παραρτήματος Δ' του ασφαλιστηρίου, ως Νοσοκομείο θεωρείται κάθε νοσηλευτικό ίδρυμα, δημόσιο ή ιδιωτικό, που λειτουργεί νόμιμα για την περίθαλψη και θεραπεία ασθενών και τραυματιών, παρέχει περίθαλψη κατά τη διάρκεια όλου του εικοσιτετραώρου και διαθέτει τον εξοπλισμό και τα μέσα για διάγνωση και γενικά για χειρουργικές επεμβάσεις.
Δεν θεωρούνται Νοσοκομεία τα αναπαυτήρια, τα αναρρωτήρια, οι οίκοι ευγηρίας, τα ιδρύματα για αλκοολικούς ή τοξικομανείς, καθώς και οι νευρολογικές και ψυχιατρικές κλινικές και περαιτέρω ότι το κέντρο αποθεραπείας και αποκατάστασης "..." διαθέτει εξειδικευμένο ιατρικό, νοσηλευτικό και θεραπευτικό προσωπικό για την ιατρική αποκατάσταση ασθενών με κινητικές δυσλειτουργίες, άλλες αναπηρίες και/ ή ψυχονοητικές διαταραχές, συνεπεία νόσου ή κακώσεις του κεντρικού νευρικού συστήματος ή κα άλλων συστημάτων, ώστε δεν υπάγεται στις ανωτέρω αναφερθείσες εξαιρέσεις του άρθρου 1 του παραρτήματος Δ' του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, εμπίπτει στην έννοια του "Νοσοκομείου", όπως έχει αυτή προσδιορισθεί για τη σύμβαση μεταξύ των διαδίκων.
Περαιτέρω, δέχθηκε ότι η ενάγουσα στο κέντρο αυτό ακολούθησε πρόγραμμα αποκατάστασης με υδροθεραπεία, εργοθεραπεία, λογοθεραπεία και ψυχοθεραπεία. Η αναγκαιότητα παρακολούθησης αυτού του προγράμματος προκύπτει τόσο από την υπ' αριθμό ... γνωμάτευση του φυσιάτρου του ως άνω κέντρου Ν. Τασιόπουλου, στην οποία αναφέρεται ότι από την κλινική εξέταση της ενάγουσας διαπιστώθηκε ότι συνεπεία της κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης από το ατύχημα, πάσχει από έντονο βραδυψυχισμό, μείζονα διαταραχή του συναισθήματος, της συμπεριφοράς και της ψυχικής λειτουργίας, διαταραχές μνήμης, προσανατολισμού, συγκέντρωσης και προσοχής, βραδυλαλία, απόσυρση και μειωμένη έκφραση, χάλαση του ειρμού του λόγου, πλατυασμό, αφασικά στοιχεία σε αποδρομή, ήπιες διαταραχές ισορροπίας-μονοποδικής στήριξης, όσο και από την υπ' αριθμό ...
γνωμάτευση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ ...., η οποία, ενάμιση περίπου έτος μετά το ατύχημα, διέγνωσε ότι η ενάγουσα πάσχει από σημαντική διαταραχή μνήμης, βραδυψυχισμό και αδυναμία συγκέντρωσης, συνεπεία βαριάς κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης. Δεν δέχεται ότι η ενάγουσα είχε ανάγκη χειρουργικής επεμβάσεως, αλλά εμμέσως ότι το κέντρο αυτό ήταν ειδικό για την αντιμετώπιση της καταστάσεώς της και την αποθεραπεία της.
Με τις ως άνω παρατιθέμενες παραδοχές το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού διέλαβε σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς όλα τα θέματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ειδικώτερα η αναφορά της ως άνω περικοπής εγγράφου του Κέντρου Ψυχικής Υγιεινής, γενόμενη προς επίρρωση της σαφούς παραδοχής του Εφετείου περί ολοκληρώσεως του προγράμματος αντιμετώπισης ουσιών εξάρτησης, εκ μέρους της ενάγουσας, δεν αντιφάσκει προς τη σαφή αυτή παραδοχή.
Συνεπώς ο τέταρτος, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-6-2007 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α", περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 582/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία καθορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ