1296/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1296/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν συνιστά " πράγμα " κατά την εκτεθείσα έννοια, αλλά επιχειρήματα που αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Full text
Απόφαση 1296 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1296/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Ιωάννη Ιωαννίδη, Μίμη Γραμματικούδη και Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. .... και 2. ...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Γεώργιο Χρυσομάλλη και Ιωάννη Στελλούδη.
Της αναιρεσίβλητης: ....., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ζήση Φασούλα ο οποίος ανακάλεσε την από 13-4-2007 δήλωσή του εκ του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-11-1992 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5698/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 2728/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-6-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 21-3-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4,566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ, για την πληρότητα τόσο του λόγου αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου(άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ),εφόσον το δικαστήριο εξέτασε την ουσία της υπόθεσης, όσο και εκείνου με τον οποίο αποδίδεται έλλειψη νόμιμης βάσης στην προσβαλλόμενη απόφαση(άρθρο 559 αριθ.19ΚΠολΔ),πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, με πληρότητα και σαφήνεια οι ουσιαστικές παραδοχές με τις οποίες το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, κατά τον αναιρεσείοντα, στις πλημμέλειες που συγκροτούν τους λόγους αυτούς αναίρεσης, διότι διαφορετικά είναι απολύτως ανέφικτος ο ζητούμενος αναιρετικός έλεγχος.
Η από την παράλειψη αυτή αοριστία του δικογράφου της αναίρεσης, η οποία επάγεται την απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης(άρθρο 577 παρ. 1,2ΚΠολΔ)δεν μπορεί, όπως άλλωστε και κάθε αοριστία οιουδήποτε εισαγωγικού δικογράφου δίκης, να αναπληρωθεί από στοιχεία που βρίσκονται εκτός του αναιρετηρίου, ούτε ειδικότερα από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση που προσβάλλεται με την αναίρεση, διότι, εκτός των άλλων, ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να γνωρίζει ποίες από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας είναι αυτές που, κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν το αναιρετικό σφάλμα και έτσι μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που να μην το συνιστούν και να απορριφθεί για τον λόγο αυτό η αναίρεση, ενώ αν επιλέγονταν άλλες που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων χωρίς όμως να τις αναφέρει στο αναιρετήριο, ενδεχομένως να ήταν διαφορετικό το αποτέλεσμα.
Η θέση αυτή είναι απολύτως σύμφωνη και με το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, διότι διασφαλίζει την από αυτό αξιούμενη δίκαιη δίκη, αφού συμβάλλει στην αποτελεσματικότητα του και συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος πρόσβασης καθενός στα δικαστήρια, το οποίο μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο με την άσκηση ορισμένης, σύμφωνα με το νόμο, προσφυγής οιασδήποτε μορφής, η οποία θα επιτρέπει, ως εκ του ορισμένου περιεχομένου της, την από το δικαστήριο παροχή της αιτούμενης έννομης προστασίας και γιαυτό τα απαιτούμενα από το νόμο για το ορισμένο της εν γένει προσφυγής στα δικαστήρια, μορφή της οποίας είναι και το ένδικο μέσο της αναίρεσης, δεν δυσχεραίνουν αλλά μάλλον διευκολύνουν την πρόσβαση στα δικαστήρια για παροχή έννομης προστασίας, αφού με αυτά.
συγκεκριμενοποιείται το είδος αυτής. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, πρώτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ.1ΚΠολΔ, και με τον ίδιο λόγο, δεύτερο μέρος, από τον αριθ. 19 του ίδιου άρθρου, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι το Εφετείο, το οποίο έκανε δεκτή την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας των αναφερόμενων επίδικων ακινήτων αγωγή της αναιρεσίβλητης, με το να δεχθεί ότι η συμπεριφορά της εν λόγω διαδίκου έναντι του δωρητή συζύγου της δεν συνιστά αχαριστία και επομένως η από μέρους του τελευταίου γενόμενη ανάκληση της δωρεάς, προς εκείνη, των επίδικων ακινήτων είναι ανίσχυρη, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 505ΑΚ και διέλαβε ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες επί του ανωτέρω ουσιώδους ζητήματος.
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι αόριστοι και πρέπει να απορριφθούν, καθόσον δεν αναφέρονται οι κρίσιμες παραδοχές του Εφετείου, με βάση τις οποίες κατέληξε στο ότι η συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης δεν συνιστά αχαριστία αυτής έναντι του δωρητή συζύγου της, αλλά αποσπασματική μόνο αναφορά γίνεται σ΄ αυτές, ήτοι, ότι από τον Μάιο του 1987 εμφανίσθηκαν προβλήματα και συγκρούσεις στη συμβίωση της αναιρεσίβλητης με τον σύζυγό της, και ότι μεταξύ αυτών εκδόθηκαν δικαστικές αποφάσεις, σχετικές με τη νομή κινητών πραγμάτων, με αξιώσεις διατροφής της αναιρεσίβλητης κατά του συζύγου της και ότι κατ΄ αυτής ο σύζυγος δεν είχε βάσιμο λόγο διαζυγίου κατά τον χρόνο του θανάτου του, η οποία όμως δεν καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της πληττόμενης απόφασης.
Επειδή, ο λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β ΚΠολΔ., ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι όμως και ισχυρισμοί των διαδίκων ή επιχειρήματα αυτών που αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, τις οποίες ο δικαστής εκτιμά ελεύθερα, χωρίς να υπόκειται στο έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Στην υπόθεση που κρίνεται, με το δεύτερο λόγο, πρώτο μέρος αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 8βΚΠολΔ πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη ισχυρισμού των αναιρεσειόντων, ότι οι μάρτυρές τους κατέθεσαν για μαγνητοφωνήσεις στις οποίες προέβαιναν η αναιρεσίβλητη και η ξαδέρφη της εις βάρος του συζύγου της πρώτης, προκειμένου να έχουν ευνοϊκή έκβαση οι κατ΄ εκείνου δίκες της, γεγονός που καταδεικνύει έλλειψη εμπιστοσύνης, ευγνωμοσύνης και δόλια συμπεριφορά εκείνης προς τον δωρητή σύζυγό της.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν συνιστά " πράγμα " κατά την εκτεθείσα έννοια, αλλά επιχειρήματα που αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ.11 περ. γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να λάβει υπόψη το δικαστήριο έγγραφα που προσκομίσθηκαν θα πρέπει να γίνει σαφής επίκληση αυτών από τον διάδικο.
Η επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων, κατ΄ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240ΚΠολΔ.Δεν είναι επομένως νόμιμη η επίκληση αποδεικτικού μέσου με απλή αναφορά στις προτάσεις προηγούμενης συζήτησης.
Συνακόλουθα, ο δεύτερος λόγος, δεύτερο μέρος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.γ ΚΠολΔ, με τον οποίο ψέγεται η πληττόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη την 9555/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών,με την οποία καταδικάσθηκε η ξαδέρφη της αναιρεσίβλητης για παράνομες μαγνητοφωνήσεις και προσβολή της προσωπικότητας του ανωτέρω δωρητή συζύγου της τελευταίας., την οποία οι αναιρεσείοντες προσκόμισαν προς απόδειξη του αναφερόμενου ουσιώδους ισχυρισμού τους, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις των αναιρεσειόντων προκύπτει ότι την απόφαση αυτή δεν επικαλέσθηκαν οι εν λόγω διάδικοι κατά την ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου δίκη, αλλά στις προτάσεις αυτές έγινε απλή αναφορά ότι προσκομίζονται οι προτάσεις των αναιρεσειόντων επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς άλλη αναφορά σ΄ αυτές σχετική με το ως άνω αποδεικτικό μέσο..
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-6-2005 αίτηση αναίρεσης των ...,κλπ, κατά της 2728/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαΐου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ