Legislator Case Law & Legislation
1295/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on civil liability and document distortion grounds, rejecting claims of Russian court error.

Case Number 1295/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's decision regarding civil liability. The appellant argued that the lower court distorted the content of a Russian court judgment, but the court found no evidence of such distortion. Consequently, the appeal was rejected, the costs were shifted to the appellant, and the original judgment stands.

Legislator headnote

AI generated

Articles 339 and 342 et seq. of the Code of Civil Procedure; An appeal based on document distortion is inadmissible unless the court of first instance misread the document, leading to a harmful finding based solely on that misread content.

Keywords

AI generated
civil liability document distortion appeal admissibility evidence evaluation court costs Russian judgment civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 914, 297, 298 and 330 of the Civil Code
Articles 339 and 342 et seq. of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 50/2002
Case 831/2005
Case 166/2020
Case 749/2017
Case 437/2005
Case 171/2020
Case 856/2019
Case 1915/2016
Case 472/2016
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1295 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1295/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου - Εισηγήτρια, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Γεώργιο Αυγέρη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. (A.) Ν. (N.) του Ν. (N.), κατοίκου Μόσχας της Ρωσικής Ομοσπονδίας και προσωρινά διαμένοντος στον Δήμο Κέρκυρας. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Πρόκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: Σ. (Ρ.) Ρ. του Δ., κατοίκου Κέρκυρας. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Δημαρά, ο οποίος ανακάλεσε την από 10-11-2021 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-11-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 692/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 1/2020 του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-6-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298 και 330 του ΑΚ συνάγεται, ότι η ευθύνη προς αποζημίωση από αδικοπραξία προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος προστατεύει δικαίωμα ή συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας από διάταξη νόμου ή από προηγούμενη συμπεριφορά του δράστη ή από υπάρχουσα έννομη σχέση μεταξύ αυτών ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και ειδικότερα, όταν ο δράστης δημιούργησε ορισμένη επικίνδυνη κατάσταση, οπότε είχε υποχρέωση να λάβει πριν και μετά τη δημιουργία της επικίνδυνης κατάστασης κάθε ενδεικνυόμενο από τις περιστάσεις, σύμφωνα με τους κανόνες της τέχνης, της επιστήμης και της κοινής πείρας, μέτρο, έστω και μη προβλεπόμενο από ειδική διάταξη νόμου, προς προστασία των τρίτων από την πρόκληση σε αυτούς οποιασδήποτε ζημίας (ΑΠ 50/2002, ΑΠ 831/2005).

Η υπαιτιότητα εμφανίζεται με τη μορφή είτε του δόλου (άμεσου ή ενδεχόμενου), ο οποίος υπάρχει όταν ο δράστης θέλει ή αποδέχεται την παραγωγή του επιζήμιου αποτελέσματος, είτε της αμέλειας (ενσυνείδητης ή ασυνείδητης), η οποία υπάρχει όταν ο δράστης προξενεί το επιζήμιο αποτέλεσμα από έλλειψη της προσοχής, την οποία θα όφειλε να καταβάλει ο μετρίως συνετός κοινωνικός άνθρωπος στη θέση του, ευρισκόμενος από τις αυτές βιοτικές και λοιπές περιστάσεις.

Ζημία είναι η προς το χειρότερο προξενούμενη μεταβολή (βλάβη) των έννομων αγαθών του προσώπου, που αφήνει ένα έλλειμμα (μία διαφορά) μεταξύ της νέας κατάστασης που έχει παραχθεί και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς το επιζήμιο γεγονός. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή παράλειψη είναι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, ικανή και μπορεί, με την κανονική και συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.

Αντίθετα, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος, αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (ΑΠ 1135/2018, ΑΠ 96/2018, ΑΠ 1128/2000). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΟλΑΠ 27/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση όταν αυτές αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια κα πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1/1999).

Τέλος, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ήτοι από την ανάγνωση μόνο της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί και, μάλιστα, παραδεκτά και νόμιμα από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που στηρίζει τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά και στον δεύτερο βαθμό (με λόγο έφεσης ή, ανάλογα, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις παραπάνω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό, που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, που, επίσης, πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.

Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης (ΑΠ 987/2021, ΑΠ 231/2020, ΑΠ 1059/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων, Ρώσος υπήκοος, τέλεσε με την ομοεθνή του Ι. Ν. νόμιμο πολιτικό γάμο στις 27 Ιουλίου 2005, ο οποίος λύθηκε αμετακλήτως στις 22 Αυγούστου 2014.

Η τελευταία άσκησε εναντίον του ενάγοντος, ενώπιον των Δικαστηρίων της Ρωσικής Ομοσπονδίας, αγωγή για την διανομή της κοινής ακίνητης περιουσίας τους, η οποία αποκτήθηκε διαρκούντος του γάμου τους. Μεταξύ των ακινήτων των πρώην συζύγων είναι και ακίνητο, το οποίο κείται στην θέση Δρακούσα της Κερκύρας, εκτάσεως 9.000,43 τετραγωνικών μέτρων, μετά των εντός αυτού κτισμάτων.

Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε, σε πρώτο βαθμό, η από 8 Σεπτεμβρίου 2014 απόφαση του Περιφερειακού Δικαστηρίου Πρέσνεσκι της πόλεως της Μόσχας, με την οποίαν απορρίφθηκε το αίτημα της αγωγής για την αναγνώριση ως κοινής περιουσίας του προαναφερθέντος ακινήτου στην Κέρκυρα και της επιδικάσεως στην πρώην σύζυγο του ενάγοντος ποσοστού 50% αυτού, με αιτιολογία την μη προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων Δημοσίας Αρχής, από τα οποία να προκύπτει ότι η ακίνητη περιουσία των τότε διαδίκων αποκτήθηκε διαρκούντος του γάμου τους.

Ακολούθως, μετά από έφεση που άσκησε η πρώην σύζυγος του ενάγοντος, το Εφετείο Μόσχας εξέδωσε την από 6 Φεβρουάριου 2015 απόφασή του, με την οποία εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή της τελευταίας, αναγνωρίσθηκε ότι το προαναφερθέν ακίνητο, που κείται στην Κέρκυρα, ανήκει κατά κυριότητα στον ενάγοντα και αφού η εμπορική του αξία εκτιμήθηκε σε 255.722.000 ρούβλια ή 5.800.000 ευρώ, ο ενάγων υποχρεώθηκε να καταβάλει στην πρώην σύζυγό του το ήμισυ του ανωτέρω ποσού, ήτοι ποσό 2.900.000 ευρώ.

Ο ενάγων, στις 13 Μαρτίου 2015, άσκησε, εναντίον της ως άνω αποφάσεως του Εφετείου Μόσχας, ενώπιον του Αναιρετικού Δικαστηρίου Μόσχας, αίτηση αναιρέσεως, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 4τ/4-3389/15/22-6-2015 απόφαση του τελευταίου Δικαστηρίου. Εν τέλει, ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Ρωσικής Ομοσπονδίας την από 23 Ιουλίου 2015, προσομοιάζουσα με την αίτηση αναψηλαφήσεως του παρ' ημίν Κ.Πολ.Δ., αίτησή του, η οποία απορρίφθηκε με την από 13 Αυγούστου 2015 και με αριθμό 5-ΚΦ15-2613 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου.

Μεταξύ των επιδίκων ακινήτων στην διανοιγείσα δίκη ενώπιον των ρωσικών Δικαστηρίων μεταξύ του ενάγοντος και της πρώην συζύγου του είναι και ένα αγροτεμάχιο, το οποίο προέρχεται από την συνένωση εννέα αγροτεμαχίων, συνολικής εκτάσεως 9.000,43 τετραγωνικών μέτρων, κείται στην θέση Δρακούσα της Δημοτικής Ενότητας Χλωμού της Δημοτικής Ενότητας Μελιτειέων του Δήμου Κέρκυρας και του οποίου ο ενάγων κατέστη κύριος από αγορά από τον Κ.

Κ., δυνάμει του υπ' αριθμ. 15.875/23-7-2010 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Κέρκυρας Σ. Κ.. Η πρώην σύζυγος του ενάγοντος στην δικαστική της αντιδικία με τον τελευταίο, ενώπιον των ρωσικών Δικαστηρίων και προκειμένου να αποδείξει την αγοραία αξία του παραπάνω ακινήτου και να συνεκτιμηθεί αυτή μαζί με άλλα ακίνητα, προσκόμισε και επικαλέσθηκε ενώπιον των ως άνω Δικαστηρίων την από 27 Ιουλίου 2013 εκτιμητική έκθεση της εναγομένης, μεσίτριας στην Κέρκυρα, σύμφωνα με την οποία η αγοραία αξία του ακινήτου ανέρχονταν σε ποσό 5.800.000 ευρώ.

Το Εφετείο Μόσχας την αξία αυτή δέχθηκε στην προαναφερθείσα απόφασή του. Ο ενάγων προσκόμισε και επικαλέσθηκε την από τον Ιανουάριο του 2014 Έκθεση Τεχνικής Πραγματογνωμοσύνης, που συνέταξε ο, ορισθείς από το Τεχνικό Επιμελητήριο Κέρκυρας, ως πραγματογνώμων, αρχιτέκτων μηχανικός Μ. Π., σύμφωνα με την οποία η αγοραία αξία του ακινήτου ανέρχονταν σε ποσό 2.220.000 ευρώ.

Ο ενάγων ισχυρίζεται με την αγωγή του ότι η εναγομένη, κατά την σύνταξη της εκτιμητικής εκθέσεώς της, προκειμένου να ευνοήσει την πρώην σύζυγό του και να παραπλανήσει τα ρωσικά Δικαστήριο, υπαιτίως και κατά παράβασιν των χρηστών ηθών, υπερτίμησε την αγοραία αξία του ακινήτου. Συγκεκριμένα, ο ενάγων επικεντρώνει τους σχετικούς ισχυρισμούς του στο ότι στην εκτιμητική έκθεση αναφέρεται ότι η εναγομένη είναι πιστοποιημένη εκτιμητής, ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι, έθεσε επί της εκθέσεως την φράση "για χρήση στο Δικαστήριο", γεγονός το οποίο προσέδιδε μεγαλύτερο κύρος στην εκτίμησή της, καθώς δημιουργούσε την πεποίθηση ότι προέρχεται από επίσημο εκτιμητή, χαρακτηρίζει το ακίνητο ως οικόπεδο, αν και βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλεως και είναι απλό γεωτεμάχιο, με αποτέλεσμα να προκαλέσει σύγχυση στο Δικαστήριο, χρησιμοποίησε για το ακίνητο κοσμητικά επίθετα, όπως "μοναδική", για την απεικόνιση της γενικής μορφής του, "προφυλαγμένη από τα αδιάκριτα βλέμματα" προκειμένου να υποδηλώσει την απουσία όμορων κατοικιών και "εντυπωσιακή" περιγράφοντας την είσοδό του, ενώ αποσιώπησε ότι μεγάλο μέρος του ακαλύπτου χώρου είναι κρημνώδες και αχρησιμοποίητο ως ακατάλληλο και ότι η πρόσβαση προς αυτό είναι ιδιαιτέρως δυσχερής, κατά παραβίαση της αρχής της αντικειμενικότητας και προκειμένου να εμφανίσει εικόνα καλύτερη της πραγματικής και η συγκριτική μέθοδος, που χρησιμοποίησε, ήταν λανθασμένη, αφού, προς σύγκριση, δεν επικαλέσθηκε την αξία ομοειδών ακινήτων, ούτε έλαβε υπ' όψιν της, όχι την πραγματικά καταβληθείσα αξία για ανάλογα ακίνητα, αλλά την προτεινόμενη τιμή πωλήσεως αυτών.

Από κανένα στοιχείο, όμως, δεν αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη, κατά την σύνταξη της ανωτέρω εκτιμητικής εκθέσεως, είχε πρόθεση να ευνοήσει, καθ' οιονδήποτε τρόπο, την πρώην σύζυγο του ενάγοντος, καθώς και να παραπλανήσει τα ρωσικά Δικαστήρια, ενώπιον των οποίων η τελευταία την προσκόμισε, μαζί με άλλα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλέσθηκε.

Είναι χαρακτηριστικό, άλλωστε, ότι το πρωτοβάθμιο ρωσικό Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου προσκομίσθηκε η επίδικη εκτιμητική έκθεση της εναγομένης, απέρριψε την αγωγή της πρώην συζύγου του ενάγοντος, όπως υποστηρίζει και ο ενάγων, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Αποδεικνύεται, δηλαδή, ότι η εν λόγω εκτιμητική έκθεση δεν επηρέασε το αλλοδαπό Δικαστήριο στην κρίση του.

Εξάλλου, ούτε από τις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως αποδείχθηκε, αμέσως ή εμμέσως, υπαίτια πρόθεση της εναγομένης να εμφανίσει την αγοραία αξία του ακινήτου του ενάγοντος στην Κέρκυρα υψηλότερη της πραγματικής και σκοπός να παραπλανήσει τα ρωσικά Δικαστήρια υπέρ της απόψεως της πρώην συζύγου του ενάγοντος.

Η εναγομένη, η οποία έχει ως κύριο επάγγελμά της αυτό της μεσίτριας αστικών συμβάσεων (βλ. την από 4 Ιουλίου 2006 Βεβαίωση Εγκαταστάσεων της Δ.Ο.Υ. Κέρκυρας και το από 29 Ιουλίου 2013 Πιστοποιητικό του Εμπορικού Επιμελητηρίου Κέρκυρας, στο οποίο είναι εγγεγραμμένη), στην επίδικη εκτιμητική έκθεσή της έχει επισυνάψει και 93 φωτογραφίες του ακινήτου του ενάγοντος, στις οποίες εμφαίνεται πλήρως και επακριβώς η τοποθεσία, όπου κείται αυτό, με τα ακριβή χαρακτηριστικά του (απόσταση από την θάλασσα, εγγύτητα με οργανωμένο οικισμό κ.λπ.) και απεικονίζονται τα εντός αυτού κτίσματα, με τον περιβάλλοντα χώρο αυτών, αλλά και το εσωτερικό τους αναλυτικώς.

Έτσι, παρουσιάζεται ολοκληρωμένη η μορφή του ακινήτου και διευκολύνει τον αναγνώστη της εκθέσεως να σχηματίσει πλήρη άποψη περί αυτού, αφού η περιγραφή του ακινήτου ενισχύεται και από τις επισυναφθείσες φωτογραφίες. Επιπλέον, η εναγομένη, για την εκτίμηση της αγοραίας αξίας του ακινήτου του ενάγοντος και αφού της ζητήθηκε η άποψή της ως μεσίτριας, χρησιμοποίησε την συγκριτική μέθοδο, δηλαδή τις αγοραίες τιμές ακινήτων στην ευρύτερη περιοχή, όπου βρίσκεται και το ακίνητο του ενάγοντος, χωρίς να προκύπτει ότι η συγκριτική μέθοδος δεν ήταν πρόσφορη στην συγκεκριμένη περίπτωση.

Το γεγονός, εξάλλου, ότι η εναγομένη, ως μεσίτρια, ανέφερε και ορισμένα θετικά στοιχεία ως προς την θέα, που διέθετε το ακίνητο και την περιοχή, όπου βρίσκεται, δεν καθίστανται ικανά να εκτιμηθούν ως παραπλανητικά στοιχεία για την κρίση Δικαστηρίου και ότι έχουν σκοπό να υπερεκτιμήσουν την αγοραία αξία του ακινήτου του ενάγοντος.

Ως εκ τούτου, συνάγεται αβιάστως το συμπέρασμα ότι ουδόλως η εναγομένη ενσυνειδήτως καταχώρησε υπαιτίως εσφαλμένη και απατηλή εικόνα, αναφορικώς με τα εν γένει χαρακτηριστικά του ακινήτου του ενάγοντος, κατ' επίνευσιν της πρώην συζύγου του τελευταίου, καθόσον δεν αποδείχθηκε καμία άλλη σχέση τους, πλην της επαγγελματικής, η οποία, μάλιστα, έγινε μόνον μέσω της πληρεξούσιας δικηγόρου της τελευταίας, ούτε, εντεύθεν, το περιεχόμενο της εκτιμητικής εκθέσεως ήταν ικανό να εμφανίσει υπερεκτιμημένη την αγοραία αξία του ανωτέρω ακινήτου και να παραπλανήσει με την χρήση της οποιαδήποτε δικαστική χρήση.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, δεν αποδεικνύονται ως βάσιμοι οι ισχυρισμοί του ενάγοντος, ο οποίος φέρει και το βάρος αποδείξεως (άρθρ. 338 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), ότι η εναγομένη, με την σύνταξη της επίδικης εκτιμητικής εκθέσεως, είχε σκοπό να ευνοήσει την πρώην σύζυγό του στην δικαστική αντιδικία της με τον τελευταίο και, εντεύθεν, να παραπλανήσει τα αρμόδια ρωσικά Δικαστήρια".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη, δικάζοντας στη συνέχεια επί της ουσίας την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με τον πρώτο, κατά το πρώτο σκέλος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, δεχθείσα ότι η συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης δεν εντάσσεται ούτε στην έννοια του δόλου ούτε σ' εκείνη της ενσυνείδητης αμέλειας, παρέλειψε να αναφερθεί στη δεύτερη μορφή αμέλειας ήτοι την άνευ συνείδησης αμέλεια, την οποία και σιωπηρά (λόγω της μη αναφοράς της) φαίνεται να αποδέχεται.

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, καθόσον ο αναιρεσείων, τόσο με την αγωγή του όσο και με την έφεσή του, ουδέποτε προέβαλε ισχυρισμό περί αμελούς συμπεριφοράς (με τη μορφή της άνευ συνείδησης αμέλειας) της αναιρεσίβλητης. Ειδικότερα, με το δικόγραφο της αγωγής του επικαλέστηκε δόλια συμπεριφορά της εναγομένης, η οποία "έχοντας την πρόθεση να ευνοήσει σκανδαλωδώς την πρώην σύζυγό" του, με "μεθόδευση πρωτοφανή και απαράδεκτη", "εκτελώντας προφανώς εντολές" της πρώην συζύγου του, "σε εκτέλεση προδιαγεγραμμένου σχεδίου" προέβη σε "δόλια υπερεκτίμηση" της ακίνητης περιουσίας του και "από πρόθεση και έχοντας σαφέστατη γνώση των συνεπειών των πράξεων και παραλείψεών της συνειδητά..

επιδίωξε και επέτυχε" να προκαλέσει βλάβη στην περιουσία του.

Συνεπώς, δεν αποτελούσε θεμελιωτικό στοιχείο της αγωγής και η από αμέλεια τελεσθείσα αδικοπραξία σε βάρος του αναιρεσείοντος. Τα ίδια ακριβώς ισχυρίστηκε ο αναιρεσείων και με το δικόγραφο της έφεσής του, επικαλούμενος δολιότητα της εναγομένης, η οποία "ενώ εγνώριζε άριστα την πραγματική αγοραία αξία της ακίνητης περιουσίας εμφάνισε ως αξία της ποσό υπερδιπλάσιο-περίπου τριπλάσιο- του πραγματικού..".

Για πρώτη φορά ο αναιρεσείων προβάλλει τον ισχυρισμό περί άνευ συνειδήσεως αμέλειας της εναγομένης με το δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Επομένως, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην ως άνω μείζονα σκέψη, δεν μπορεί να ιδρυθεί λόγος αναίρεσης, εφόσον ο σχετικός ισχυρισμός δεν προτάθηκε νόμιμα από τον αναιρεσείοντα ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας.

Σε κάθε περίπτωση, έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 και 919 ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών του δόλου και της αμελούς συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης (ενσυνείδητης ή άνευ συνείδησης), ως στοιχείων προσδιοριστικών της μορφής της υπαιτιότητας, με αποτέλεσμα να μη στοιχειοθετείται αδικοπραξία σε βάρος του αναιρεσείοντος, τελούσα σε αιτιώδη συνάφεια με την προκληθείσα σε αυτόν ζημία και να μη θεμελιούται εντεύθεν η ένδικη αξίωση του αναιρεσείοντος προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Ειδικότερα, το δικαστήριο, με βάση τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές του, δέχθηκε ανυπαρξία αμελούς συμπεριφοράς και υπό τη μορφή της άνευ συνείδησης αμέλειας, στο πρόσωπο της αναιρεσίβλητης, ανεξαρτήτως του αν εκφράστηκε στενότερα, αναφέροντας ότι "ουδόλως η εναγομένη ενσυνειδήτως καταχώρησε υπαιτίως εσφαλμένη και απατηλή εικόνα, αναφορικώς με τα εν γένει χαρακτηριστικά του ακινήτου του ενάγοντος, κατ' επίνευσιν της πρώην συζύγου του τελευταίου".

Και τούτο, διότι οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι: α) στην επίδικη εκτιμητική έκθεσή της η αναιρεσίβλητη έχει επισυνάψει και 93 φωτογραφίες του ακινήτου του ενάγοντος, στις οποίες εμφαίνεται πλήρως και επακριβώς η τοποθεσία, όπου κείται αυτό, με τα ακριβή χαρακτηριστικά του (απόσταση από την θάλασσα, εγγύτητα με οργανωμένο οικισμό κ.λπ.) και απεικονίζονται τα εντός αυτού κτίσματα, με τον περιβάλλοντα χώρο αυτών, αλλά και το εσωτερικό τους αναλυτικώς, β) παρουσιάζεται ολοκληρωμένη η μορφή του ακινήτου και διευκολύνει τον αναγνώστη της έκθεσης να σχηματίσει πλήρη άποψη περί αυτού, αφού η περιγραφή του ακινήτου ενισχύεται και από τις επισυναφθείσες φωτογραφίες και γ) για την εκτίμηση της αγοραίας αξίας του ακινήτου του ενάγοντος και αφού της ζητήθηκε η άποψή της ως μεσίτριας, χρησιμοποίησε την συγκριτική μέθοδο, δηλαδή τις αγοραίες τιμές ακινήτων στην ευρύτερη περιοχή, όπου βρίσκεται και το ακίνητο του αναιρεσείοντος, χωρίς να προκύπτει ότι η συγκριτική μέθοδος δεν ήταν πρόσφορη στην συγκεκριμένη περίπτωση, δικαιολογούν πλήρως την έλλειψη αμελούς συμπεριφοράς, και υπό την έννοια της άνευ συνειδήσεως αμέλειας, η οποία, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν συνέτρεχε στο πρόσωπο της αναιρεσίβλητης κατά τη σύνταξη της επίμαχης εκτιμητικής έκθεσης.

Επομένως, στην απόφαση υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο και του αποδεικτικού του πορίσματος, αφού οι ανωτέρω παραδοχές του Εφετείου, που στηρίζονται στα, κυριαρχικώς αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι η ως άνω συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης ήταν υπαίτια, ως δόλια ή αμελής υπό τις εκτεθείσες έννοιες, και, ως εκ τούτου, ο πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος, από τον αρ 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμος.

Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις εκτεθείσες παραδοχές του, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, χωρίς να απαιτείται η παράθεση επί πλέον αιτιολογιών και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, κατέληξε δε σε ορθό και σαφές πόρισμα χωρίς να παραβιάσει εκ πλαγίου τις πιο πάνω διατάξεις που εφάρμοσε, ενώ δεν ήταν αναγκαίο να περιλαμβάνονται σ' αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση του ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την αναφερόμενη συμπεριφορά εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, δεν υφίσταται υπαιτιότητα αυτής και ως εκ τούτου ελλείπει το εν λόγω απαιτούμενο στοιχείο για τη θεμελίωση της ευθύνης αυτής από τις ως άνω διατάξεις.

Η παραδοχή δε από το δικαστήριο ορισμένων από αυτές που θεωρεί "αιτιάσεις" του ο αναιρεσείων, όπως η χρησιμοποίηση από την, πιστοποιημένη από το Εμπορικό Επιμελητήριο Κέρκυρας ως μεσίτρια, εναγομένη της συγκριτικής μεθόδου για την εκτίμηση της αγοραίας αξίας του ακινήτου του ενάγοντος δηλαδή τις αγοραίες τιμές ακινήτων στην ευρύτερη περιοχή όπου βρίσκεται και το ακίνητο του ενάγοντος και η αναφορά ορισμένων θετικών στοιχείων ως προς την θέα που διέθετε το ακίνητο και την περιοχή όπου βρίσκεται, δεν συνιστά αντίφαση προς την παραδοχή "Από κανένα στοιχείο, όμως, δεν αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη, κατά την σύνταξη της ανωτέρω εκτιμητικής εκθέσεως, είχε πρόθεση να ευνοήσει, καθ' οιονδήποτε τρόπο, την πρώην σύζυγο του ενάγοντος, καθώς και να παραπλανήσει τα ρωσικά Δικαστήρια, ενώπιον των οποίων η τελευταία την προσκόμισε, μαζί με άλλα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλέσθηκε".

Επομένως, οι πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος, και δεύτερος, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, αντίστοιχα, την πλημμέλεια της ασαφούς και αντιφατικής αιτιολογίας ως προς την παράθεση των μη θεμελιούντων την υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης στοιχείων, καθώς και ότι, ενώ δέχεται όλες τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος σε βάρος της αναιρεσίβλητης, στη συνέχεια χωρίς οποιαδήποτε αιτιολόγηση και σε απόλυτη αντίφαση με τα ανωτέρω καταλήγει σε συμπέρασμα, που αποτελεί συλλογιστικό σφάλμα, είναι αβάσιμοι.

Ο ίδιος ως άνω, δεύτερος αναιρετικός λόγος, όσον αφορά την προβαλλλόμενη αιτίαση, ως προς τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση, σε σχέση με τον λόγο απόρριψης από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο της Ρωσίας της αγωγής της πρώην συζύγου του αναιρεσείοντος εναντίον του, είναι απαράδεκτος, γιατί αφορά σε επιχείρημα της προσβαλλομένης απόφασης, που σχετίζεται με τη συνεκτίμηση των αποδείξεων και δεν συνιστά παραδοχή, επί τη βάσει της οποίας διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελεί "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 342 επ.

του ΚΠολΔ, εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει, ως προς το έγγραφο, σε σφάλμα ανάγνωσής του, όταν δηλαδή αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από αυτό που πράγματι έχει, δηλαδή, ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι προλαμβάνει και, στη συνέχεια, εξαιτίας της παραμόρφωσης αυτής, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στηρίζοντας την κρίση του αποκλειστικά ή κυρίως στο έγγραφο που κατά τον τρόπο αυτό παραμορφώθηκε.

Η παραμόρφωση πρέπει να είναι προφανής και το έγγραφο να προσκομίζεται για την απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού (ΑΠ 166/2020, ΑΠ 749/2017, ΑΠ 437/2005). Επομένως, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ αναγιγνώσκει ορθώς, όπως αυτό έχει, το περιεχόμενο του εγγράφου, εκτιμά ακολούθως αυτό κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, αφού η εκτίμησή του αυτή είναι, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, αλλά ούτε και όταν το Δικαστήριο της ουσίας, ακόμη και αν παραμόρφωσε το έγγραφο, περιορίσθηκε να το συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να προσδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα σε αυτό για το σχηματισμό της κρίσης του, χωρίς, δηλαδή, να στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο σε αυτό (ΑΠ 171/2020, ΑΠ 856/2019, ΑΠ 1915/2016, ΑΠ 472/2016).

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ επικαλούμενος ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου της Ρωσίας όσον αφορά τον λόγο απόρριψης της αγωγής που είχε ασκήσει σε βάρος του η πρώην σύζυγός του, έγγραφο το οποίο είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε εσφαλμένη κρίση.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος καθώς το εν λόγω έγγραφο δεν αποδείκνυε ουσιώδη ισχυρισμό ούτε και το δικαστήριο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα στο έγγραφο αυτό. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστεί ο τελευταίος λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις και αιτείται την καταδίκη αυτή (ΚΠολΔ 176, 183), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12/6/2020 αίτηση του Α. (A.) Ν. (N.) του Ν. (N.), για αναίρεση της με αριθμό 1/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ