Legislator Case Law & Legislation
1295/2021 AI generated

Supreme Court dismisses defendant's absence objection but allows appeal on non-essential payment argument.

Case Number 1295/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the defendant's failure to appear as a valid ground for inadmissibility since proper service was proven. The court rejected the appellant's claim that the lower court erred by ignoring a partial payment made under a temporary enforcement order, ruling it non-essential under Article 416 of the Civil Code. Consequently, the appeal was allowed, the case remitted for retrial before a different judge, and the defendant ordered to pay litigation costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576, 568, 498 of the Code of Civil Procedure; Article 416 of the Civil Code: The absence of a defendant does not render an appeal inadmissible if proper service was effected, and a payment made under a temporary enforcement order does not constitute a 'payment' under Article 416 of the Civil Code for the purpose of offsetting a final judgment debt.

Keywords

AI generated
absence of defendant proper service of process inadmissibility of appeal partial payment offset temporary enforcement order litigation costs remittal for retrial

Cited Legislation

AI generated
Articles 576, 568, 498 of the Code of Civil Procedure
Article 416 of the Civil Code
Article 559, paragraph 8, item b of the Code of Civil Procedure
Articles 178, 183, 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 564, paragraphs 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1295 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1295/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Μαριάνθη Παγουτέλη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21η Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας:

Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΜΗΧΑΝΟΤΕΧΝΙΚΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΟΥ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ», όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Σχηματάρι Βοιωτίας και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Χρυσαυγής Σπανού, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου:

Σ. Φ. του Ι., κατοίκου ... Εύβοιας, που δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25.07.2014 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θηβών. Εκδόθηκαν η 88/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με την οποία παραπέμφθηκε η υπόθεση λόγω αναρμοδιότητας του, προς εκδίκαση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών. Εκδόθηκε η 38/2017 οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 133/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Εύβοιας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10.07.2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαριάνθη Παγουτέλη. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 576 παρ. 1 και 2, 568 παρ. 1 και 4 και 498 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος, το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν επισπεύδει αυτός τη συζήτηση ή όταν την επισπεύδει άλλος, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, σε αποφατική δε περίπτωση να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τη με αριθ. …/12-11-2019 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκίδας, Ευαγγέλου Χρήστου Γρηγορίου, την οποία προσκομίζει η αναιρεσείουσα εταιρεία, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 10.7.2019 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της 133/2019 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, με την πράξη ορισμού δικασίμου και την κλήση προς συζήτηση κατά την ως άνω δικάσιμο (21.01.2020), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρο 564 παρ. 1, 2 ΚΠολΔ) στον αναιρεσίβλητο, Σ. Φ., με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας εταιρείας, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση δια της πληρεξουσίας δικηγόρου της, Χρυσούλας Α. Σπανού. Πλην, όμως, ο αναιρεσίβλητος, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσε σχετική δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 573 § 1 και 242 § 2 ΚΠολΔ. Επομένως, η συζήτηση πρέπει, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην αρχή της παραγράφου αυτής, να προχωρήσει παρά την απουσία του, κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

[II] Η, από 10.07.2019 και με ειδικό αριθ. κατάθεσης 19/11-7-2019, αίτηση αναίρεσης κατά της, με αριθ. 133/11-6-2019, τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, που εκδόθηκε κατ’ αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας εφέσεως της αναιρεσείουσας και τότε εναγομένης εταιρείας, κατά της με αριθ. 38/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θήβας, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών επί της, από 25-7-2014 και με αριθ. κατάθεσης 174/2014, αγωγής του αναιρεσίβλητου, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, στις 11.07.2019, πριν από κάθε κοινοποίηση και εντός της, υπό του νόμου, τασσόμενης προθεσμίας των δύο (2) ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, που έγινε στις 11-6-2019 (άρθρα 552, 553, 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 144 ΚΠολΔ).

Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

[III] Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτουν τα ακόλουθα ως προς τη διαδικαστική πορεία της ένδικης υπόθεσης:

Με την από 25.07.2014 αγωγή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θηβών, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εκθέτει ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως χειριστής μηχανών μορφοποίησης μετάλλων και ότι από τότε προσέφερε τις υπηρεσίες του σε αυτήν αδιαλείπτως.

Ότι, κατά τη χρονική περίοδο από 19.01.2013 μέχρι 30.06.2014, απείχε από την εργασία του λόγω ασθένειας με αναρρωτικές άδειες, που λάμβανε από την αρμόδια Επιτροπή του Φορέα του της Κοινωνικής Ασφάλισης (Ι.Κ.Α). Ότι καθ' όλο το παραπάνω χρονικό διάστημα, που κρινόταν από τον ως άνω Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης ανίκανος προς εργασία, η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία υπέγραφε τα απαραίτητα έγγραφα, που της προσκομιζόταν, προκειμένου αυτός να λαμβάνει το επίδομα ασθενείας.

Ότι, μολονότι ο ίδιος τελούσε σε αναρρωτική άδεια, η τελευταία προέβη σε καταγγελία της παραπάνω σύμβασης εργασίας του, υποβάλλοντας μονομερώς στον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.) αναγγελία για οικειοθελή αποχώρησή του από την εργασία του, χωρίς ωστόσο να λάβουν χώρα τα εκτιθέμενα σε αυτήν (δήλωση), περιστατικά.

Ότι αυτός πληροφορήθηκε την ανωτέρω δήλωση της εναγομένης εργοδότριας εταιρείας την 1η Ιουλίου 2014. Στη συνέχεια του ιστορικού αυτού ζητεί να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του από μέρους της εργοδότριας εταιρείας (αναιρεσείουσας) καθώς δεν τηρήθηκε προς τούτο ο έγγραφος τύπος και δεν καταβλήθηκε σε αυτόν η νόμιμη αποζημίωση, να υποχρεωθεί αυτή με την απειλή χρηματικής ποινής να αποδέχεται τις υπηρεσίες του στη θέση που κατείχε κατά τον χρόνο της καταγγελίας, μ' απειλή χρηματικής ποινής για κάθε ημέρα παράβασης της απόφασης που θα εκδοθεί, και να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία να του καταβάλλει το ποσό των 14.025 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 01.07.2014 έως 30.06.2015, για δώρο Χριστουγέννων του έτους 2015, για δώρο Πάσχα έτους 2015, για αποζημίωση άδειας έτους 2015, για επίδομα άδειας έτους 2015, για αναλογία αποζημίωσης αδείας έτους 2014 και για επίδομα αδείας 2014, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση, καθώς και το χρηματικό ποσό των 3.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη την οποία υπέστη από την παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητάς του.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμόν 88/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θηβών, με την οποία, λόγω αναρμοδιότητάς του, παραπέμφθηκε η ένδικη υπόθεση προς εκδίκαση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών, το οποίο με την υπ’ αριθμόν 38/2017 οριστική απόφασή του έκανε δεκτή την αγωγή κατά ένα μέρος και: (α) αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος,

(β) υποχρέωσε την εναγομένη εταιρεία με την απειλή χρηματικής ποινής ποσού 100 ευρώ για κάθε ημέρα να αποδέχεται την προσφερόμενη από τον ενάγοντα εργασία στο μέλλον με τους ίδιους όρους και με τις ίδιες αποδοχές, όπως πριν την καταγγελία της εργασιακής σχέσης, και τέλος την υποχρέωσε να καταβάλει στον ενάγοντα το χρηματικό ποσό των δεκατριών χιλιάδων επτακοσίων πενήντα (13.750) ευρώ, για τις παραπάνω αιτίες.

Η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, υπ' αριθ. 133/2019, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η έφεση και στη συνέχεια εν μέρει δεκτή η αγωγή και, αφού αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της γενόμενης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, υποχρεώθηκε η εναγομένη εταιρεία με την απειλή χρηματικής ποινής ποσού 100 ευρώ για κάθε ημέρα παράβασης της απόφασης, να αποδέχεται την προσφερόμενη από τον ενάγοντα εργασία στο μέλλον, κατά το χρονικό διάστημα από 01.07.2014 μέχρι 31.12.2014, με τους ίδιους όρους και τις ίδιες αποδοχές, όπως και πριν την καταγγελία, καθώς και να του καταβάλει, για μισθούς υπερημερίας, για δώρα εορτών, επίδομα αδείας κ.λπ. από 01.04.2014 μέχρι 31.12.2014, το ποσό των 7.650 ευρώ και 1.000 ευρώ για ηθική βλάβη, ήτοι το συνολικό ποσό των 8.650 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

[IV] Κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955, «πάσα αξίωσις μισθωτού πηγάζουσα εξ ακύρου καταγγελίας της σχέσεως εργασίας τυγχάνει απαράδεκτος, εφόσον η σχετική αγωγή δεν εκοινοποιήθη εντός τριμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από της λύσεως της σχέσεως εργασίας». Η προθεσμία αυτή, η οποία είναι αποσβεστική, αποσκοπεί στην ταχεία άρση κάθε αβεβαιότητας σχετικά με το κύρος της καταγγελίας εργασιακής σχέσεως και στην εκκαθάριση εντός σύντομου χρονικού διαστήματος των αξιώσεων των εργαζομένων, που πηγάζουν από τυχόν άκυρη καταγγελία, ώστε να μην δημιουργούνται δυσβάστακτες συνέπειες για τον εργοδότη, καταλαμβάνει δε κάθε αξίωση που πηγάζει από ακυρότητα της καταγγελίας της σχέσης εργασίας, όπως είναι, πέραν της αξίωσης για μισθούς υπερημερίας, η αξίωση για πραγματική απασχόληση, καθώς επίσης και η αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την προσβολή της προσωπικότητας του εργαζομένου, που επήλθε λόγω της άκυρης καταγγελίας.

Η προθεσμία αρχίζει από την επομένη της ημέρας κατά την οποία έλαβε χώρα η καταγγελία και λήγει με την πάροδο ολόκληρης της αντίστοιχης ημέρας του τελευταίου μήνα. Σε περίπτωση σιωπηρής καταγγελίας η αποσβεστική προθεσμία αρχίζει από την ημέρα που έπεται της γνώσεως του μισθωτού των περιστατικών που εκδηλώνουν τη βούληση του εργοδότη να λύσει τη σύμβαση εργασίας (ΑΠ 1157/2018).

Όταν παρέλθει άπρακτη η αποσβεστική αυτή προθεσμία, επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος προσβολής της καταγγελίας για ακυρότητα και ως εκ τούτου η πάροδος της προκείμενης προθεσμίας ερευνάται και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο (ΟλΑΠ 1338/1985, ΑΠ 839/2019, ΑΠ 524/2018, ΑΠ 121/2017, ΑΠ 429/2016).

Περαιτέρω, κατά τον αριθμό 1 εδ. α` του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται εάν έχει παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντιθέτως, εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, ως επίσης εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση γίνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή. Εάν το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παραβίαση συντελείται ειδικότερα, εάν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρ` ότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έκρινε ως αποδειχθέντα, δεν ήσαν επαρκή προς τούτο, ή αντιθέτως δεν εφήρμοσε τον νόμο, παρ` ότι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ήσαν επαρκή, ως επίσης εάν προέβη σε υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας τα περιστατικά αυτά δεν υπάγονταν (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Στην περίπτωση της κατ’ ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο:

(α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής,

(β) οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου και

(γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998).

Κατά τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 19 του ίδιου ως άνω άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται εάν η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως και ιδίως εάν στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή ως προς την έκβαση της δίκης. Τούτο συμβαίνει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται παντελώς πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία τα οποία απαιτούνται προς εφαρμογή της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 1/1999).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ο όρος «επιδίκασε» σημαίνει ότι το δικαστήριο αποφάσισε σχετικά σε αίτημα, έστω και με αναγνωριστική διάταξη (ΑΠ 1811/2009). Δηλαδή, όταν το δικαστήριο επιδίκασε ή αναγνώρισε ή προέβη σε διάπλαση, χωρίς να υπάρχει αντίστοιχο αίτημα (ΑΠ 1033/2018, ΑΠ 1708/2014, ΑΠ 204/2011, AΠ 858/2011).

[V] Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Ευβοίας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπησή της, προκειμένου να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό πόρισμα, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

«| Ότι ο Σ. Φ. του Ι. (ενάγων) προσλήφθηκε στις 16 Ιανουαρίου του έτους 2006 από την εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «ΜΗΧΑΝΟΤΕΧΝΙΚΑ (Α.Β.Ε.Τ.Ε.) ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ-ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και το διακριτικό τίτλο «MECANOTEHNICA Α.Β.Ε.Τ.Ε.», η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα της κατασκευής μεταλλικών σκελετών και μερών μεταλλικών σκελετών, με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να απασχοληθεί ως τεχνίτης σε αυτήν.

Ότι έκτοτε προσέφερε τις υπηρεσίες του, εργαζόμενος έναντι των μηνιαίων αποδοχών, που προβλέπονταν στη συλλογική σύμβαση εργασίας των εργατοτεχνικών σιδηροβιομηχανίας όλης της χώρας μέχρι την 18.01.2013, οπότε υπέστη οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου και για το λόγο αυτό αναγκάστηκε να απόσχει από την εργασία του.

Ότι με διαδοχικές αποφάσεις της Α/βάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του Τοπικού Υποκαταστήματος του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Ι.Κ.Α.) Χαλκίδας, ο ενάγων κρίθηκε ανίκανος προς εργασία και του χορηγείτο το αντίστοιχο επίδομα ασθένειας. Ειδικότερα, αυτός κρίθηκε ανίκανος για εργασία κατά το χρονικό διάστημα από 19.01.2013 μέχρι 30.06.2014. Τις αποφάσεις αυτές του Ι.Κ.Α. προσκόμιζε στην εναγομένη εταιρεία ο ενάγων είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω του συναδέλφου του, εργαζόμενου επίσης στην ίδια εταιρεία Ι. Δ. και τα αρμόδια όργανα αυτής υπέγραφαν τα απαραίτητα έγγραφα, που τους προσκομίζονταν, προκειμένου ο ενάγων να λαμβάνει το επίδομα ασθένειας.

Ότι στις 08.04.2014 και ενώ η τελευταία απόφαση του Ι.Κ.Α, που προσκομίστηκε στην εναγομένη από τον ενάγοντα, έκρινε αυτόν ανίκανο προς εργασία μέχρι τις 30.03.2014, η εναγομένη εταιρεία προέβη μονομερώς σε αναγγελία στον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.) δήλωσης για οικειοθελή αποχώρηση του ενάγοντος την 01-04-2014 από την εργασία του, η οποία υπογράφεται μόνον από το νόμιμο εκπρόσωπο αυτής Ι. Π..

Ακολούθως, ο ενάγων, περί τα τέλη του μηνός Μαΐου του έτους 2014, μέσω του Ι. Δ., προσκόμισε στην εναγομένη την απόφαση του Ι.Κ.Α., με την οποία κρίθηκε ανίκανος για το χρονικό διάστημα από 01.04.2014 μέχρι 30.06.2014. Ωστόσο, τα αρμόδια όργανα της εταιρείας αρνήθηκαν να παραλάβουν αυτήν, δηλώνοντας σε αυτόν ότι ήδη είχε αναγγελθεί στον ΟΑ.Ε.Δ. η οικειοθελής αποχώρησή του, με αποτέλεσμα ο ενάγων στις 10.06.2014 να προσφύγει στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, διαμαρτυρόμενος για το ότι ουδέποτε αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του.

Ότι η εναγομένη εταιρεία ισχυρίζεται ότι ο ενάγων περί τα μέσα Μαρτίου 2014 επισκέφτηκε τα γραφεία της και δήλωσε στο νόμιμο εκπρόσωπο αυτής ότι θα αποχωρήσει από την εργασία του αν επιβεβαιωθεί από το Ι.ΚΑ. ότι θα συνεχίσει και σε αυτήν την περίπτωση να λαμβάνει το επίδομα της ασθενείας του και ότι στη συνέχεια, κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας της υπαλλήλου της εναγομένης εταιρείας Σ. Τ. με αυτόν, αφού του επιβεβαίωσε ότι θα συνεχίσει να λαμβάνει το σχετικό επίδομα και στην περίπτωση που αποχωρήσει, ο ίδιος της δήλωσε ότι πράγματι αποχωρεί και έτσι προέβη η εταιρεία σε αναγγελία στον Ο.Α.Ε.Δ. της δήλωσης οικειοθελούς αποχώρησης αυτού με ημερομηνία αποχώρησης την 01.04.2014.

Ο ισχυρισμός της αυτός τυγχάνει απορριπτέος, καθώς δεν έχει έρεισμα στο νόμο, αφού για την πληρότητα ενός τέτοιου ισχυρισμού η εναγομένη εταιρεία δεν επικαλείται, όπως είχε την προς τούτο σχετική υποχρέωση, ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, που να δικαιολογούν τη θέση στο σχετικό έντυπο μόνον της υπογραφής του νόμιμου εκπροσώπου της και όχι του ενάγοντος εργαζομένου για την επέλευση των σκοπούμενων εννόμων συνεπειών, καθώς η εναγομένη εταιρεία δεν επικαλείται ούτε αδικαιολόγητη απουσία του ενάγοντος από την εργασία του ούτε αντικειμενική δυσκολία εξεύρεσής του, προκειμένου να θέσει αυτός την υπογραφή του στο σχετικό έντυπο.

Συνεπώς, δεν συντρέχει περίπτωση οικειοθελούς αποχώρησης του ενάγοντος από την εργασία του, αλλά αντίθετα, η εναγομένη εταιρεία προέβη σε καταγγελία της παραπάνω συμβάσεως χωρίς όμως να τηρήσει τον έγγραφο τύπο αλλά και να καταβάλει την κατά νόμο αναγκαία αποζημίωση, με συνέπεια η καταγγελία της σύμβασης εργασίας να μην παράγει τις σκοπούμενες έννομες συνέπειες λόγω ακυρότητάς της. Επομένως, η εναγομένη εταιρεία, αρνούμενη να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του ενάγοντος, κατέστη υπερήμερη ως προς την αποδοχή της εργασίας του τελευταίου, με συνέπεια αυτός να διατηρεί την αξίωσή του επί του δικαιούμενου μισθού. Περαιτέρω, προέκυψε ότι ο ενάγων εξακολούθησε να επιδοτείται από το Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Ι.Κ.Α.) και για το πέραν της 30ης Ιουνίου 2014 χρονικό διάστημα και συγκεκριμένα μέχρι την 31η Δεκεμβρίου του ίδιου έτους (2014), οπότε απονεμήθηκε σε αυτόν σύνταξη λόγω αναπηρίας από το μήνα Ιανουάριο του έτους2015 μέχρι το μήνα Ιούλιο του έτους 2018.

Ότι η εναγομένη εταιρεία δεν είχε ενημερωθεί για τη συνταξιοδότηση του ενάγοντος για το επέκεινα της 1ης Ιανουαρίου 2015 χρονικό διάστημα λόγω αναπηρίας αυτού, μολονότι ο ενάγων είχε την προς τούτο σχετική υποχρέωση, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών κατ’ επιταγή του άρθρου 288 ΑΚ.

Κατ’ ακολουθία των παραπάνω, η υπερημερία της εναγομένης εταιρείας περί την αποδοχή της εργασίας του ενάγοντος και οι απορρέουσες από αυτήν συνέπειες ήρθησαν από την 1η Ιανουαρίου του έτους 2015, αφού από το χρόνο αυτό ο ενάγων είχε ήδη περιέλθει σε αντικειμενική αδυναμία να παράσχει την προσωπική εργασία του στην επιχείρηση της εναγομένης εταιρείας ή σε άλλη συναφή με αυτήν επιχείρηση, καθώς το έμφραγμα του μυοκαρδίου στοιχειοθετεί εννοιολογικά αναπηρία.

Ειδικότερα, με τους ν 1902/1990 και 1976/1991, οι οποίοι τροποποίησαν το άρθρο 28 παρ. 5 του Α.Ν. 1846/1951, αποδόθηκε η τελική εννοιολογική μορφή της αναπηρίας κατά τη νομοθεσία του Ι.Κ.Α., η οποία σήμερα έχει ως εξής:

«(α) Ο ασφαλισμένος θεωρείται βαριά ανάπηρος, αν λόγω παθήσεως ή βλάβης ή εξασθένησης σωματικής ή πνευματικής, μεταγενέστερης της υπαγωγής του στην ασφάλιση, ετήσιας τουλάχιστον διάρκειας κατά ιατρική πρόβλεψη, δεν μπορεί να κερδίζει από εργασία, που ανταποκρίνεται στις δυνάμεις, τις δεξιότητες και τη μόρφωση του περισσότερο από το ένα πέμπτο (1/5) του ποσού, που συνήθως κερδίζει σωματικά και πνευματικά υγιής άνθρωπος της ίδιας μόρφωσης,

(β) Ο ασφαλισμένος θεωρείται ανάπηρος αν λόγω παθήσεως ή βλάβης ή εξασθένησης σωματικής ή πνευματικής, μεταγενέστερης της υπαγωγής του στην ασφάλιση, διάρκειας ενός έτους το λιγότερο κατά ιατρική πρόβλεψη, δεν μπορεί να κερδίζει από εργασία, που ανταποκρίνεται στις δυνάμεις, τις δεξιότητες, τη μόρφωση και τη συνηθισμένη επαγγελματική του απασχόληση, περισσότερο από το ένα τρίτο (1/3) του ποσού, που συνήθως κερδίζει στην ίδια επαγγελματική κατηγορία σωματικά και πνευματικά υγιής άνθρωπος της ίδιας μόρφωσης,

(γ) Ο ασφαλισμένος θεωρείται μερικά ανάπηρος αν λόγω πάθησης ή βλάβης ή εξασθένησης σωματικής ή πνευματικής, μεταγενέστερης της υπαγωγής του στην ασφάλιση, εξάμηνης το λιγότερο κατά ιατρική πρόβλεψη διάρκειας, δεν μπορεί να κερδίζει από εργασία που ανταποκρίνεται στις δυνάμεις, τις δεξιότητες, τη μόρφωση και τη συνηθισμένη επαγγελματική του απασχόληση, περισσότερο από το μισό (1/2) του ποσού, που συνήθως κερδίζει στην ίδια περιφέρεια και επαγγελματική κατηγορία σωματικά και πνευματικά υγιής άνθρωπος της ίδιας μόρφωσης».

Επομένως, η συγκεκριμένη νόσος του ενάγοντος (έμφραγμα του μυοκαρδίου) επενεργεί δυσμενώς στην εργασιακή του ικανότητα, κατά τρόπο που ουσιαστικά αναιρεί την εργασιακή ικανότητά του, έτσι ώστε να καθιστά πλέον μη προσήκουσα την εργασία του και συνακόλουθα να επιφέρει την άρση της υπερημερίας της εναγομένης εταιρείας.

Δηλαδή, για λόγους που αφορούν το πρόσωπο του ενάγοντος Σ. Φ. και δη εξαιτίας της ασθένειας, την οποία υπέστη (οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου), αυτός παρεμποδίζεται να εργαστεί στην επιχείρηση της εναγομένης εταιρείας, καθώς για μία τέτοια εργασία απαιτείται να έχει πλήρη εργασιακή ικανότητα, καταβάλλοντας τις ανάλογες σωματικές δυνάμεις για μεγάλο χρονικό διάστημα, έτσι ώστε να επιτευχθεί το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, στο οποίο αποσκοπεί η εναγομένη εταιρεία, ως εργοδότρια.

Ειδικότερα, η εργασία αυτή του τεχνίτη- χειριστή μηχανών μορφοποίησης μετάλλων συνίσταται στην κοπή και συναρμολόγηση έτοιμων μεταλλικών στοιχείων, με χρήση οξυγόνου, ηλεκτροσυγκόλλησης, αργκόν, ενώ ακολουθεί η βαφή αυτών σε χώρο, όπου λειτουργούν μηχανές των 500 αμπέρ, μία μεγάλη ρομποτική μηχανή ηλεκτροσυγκόλλησης, μηχανές κοπής μετάλλων (παντογράφοι) με τρεις κεφαλές ο καθένας από αυτούς.

Δηλαδή, πρόκειται για επαγγελματική δραστηριότητα, η άσκηση της οποίας συνεπάγεται έντονη σωματική και ψυχική καταπόνηση, καθώς ο εργαζόμενος απασχολείται σε καθημερινή βάση για μεγάλα χρονικά διαστήματα, με χρήση βαρέων μηχανημάτων, κάτι που απαγορεύουν οι ιατροί στην περίπτωση του ενάγοντος. Άλλωστε, ο ενάγων κρινόταν διαδοχικά από το Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης του (Ι.Κ.Α.), μέσω των ιατρικών του υπαλλήλων, ανίκανος προς εργασία και επιδοτείτο.

Ως εκ τούτου, αυτός δεν ήταν πλέον σε θέση από την 1η Ιανουαρίου 2015, να παράσχει την προσήκουσα εργασία στην εναγομένη εταιρεία λόγω του σοβαρού προβλήματος υγείας που αντιμετώπιζε, υποβληθείς το μήνα Απρίλιο του έτους 2013 σε εμφύτευση μόνιμου απινιδωτή και έκτοτε αναγκάστηκε να παρακολουθείται τακτικά με triplex καρδιάς και holter ρυθμού εικοσιτετραώρου, να λαμβάνει ειδική φαρμακευτική αγωγή, με συνέπεια να μην μπορεί για λόγους, που αφορούν το πρόσωπό του, να παράσχει την ίδια ή ανάλογη υπηρεσία στην επιχείρηση, για την οποία αυτός είχε προσληφθεί.

Κατ’ ακολουθία των παραπάνω, ο ενάγων δεν δικαιούται μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 01ης Ιουνίου του έτους 2015, δηλαδή δεν δικαιούται το χρηματικό ποσό των τεσσάρων χιλιάδων διακοσίων πενήντα (4.250,00) ευρώ, όπως και τα δώρα Χριστουγέννων 2015, ποσού 850,00 ευρώ, Πάσχα 2015,ποσού 425,00 ευρώ , το επίδομα άδειας 2015, ποσού 425,00 ευρώ και αποζημίωση άδειας 2015, ποσού 850,00 ευρώ, αφού κατά το χρονικό αυτό διάστημα δεν μπορούσε να παράσχει την εργασία του στην εναγομένη για λόγους που αφορούν το πρόσωπό του και μόνο.

Ότι ο ενάγων δικαιούται το χρηματικό ποσό των επτά χιλιάδων εξακοσίων πενήντα (7.650,00) ευρώ, που αντιστοιχεί στους μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 01.04.2014 μέχρι 31.12.2014, ήτοι για χρονικό διάστημα εννέα (9) μηνών (850,00 ευρώ Χ 9 μήνες = 7.650,00 ευρώ).

Τέλος, προέκυψε ότι οι συνθήκες, κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η άκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος από την εναγομένη εταιρεία, δηλαδή αιφνιδίως και ενόσω τελούσε σε καθεστώς αναρρωτικής άδειας με το να εμφανιστεί αυτή (καταγγελία) ως οικειοθελής αποχώρηση του ενάγοντος από την πλευρά των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης, συνεκτιμωμένου του χρόνου απασχόλησης του ενάγοντος για εννέα (9) έτη στην επιχείρηση της εναγομένης, συνδυαστικά με τη δυσχέρεια εξεύρεσης εργασίας σε τέτοια ηλικία, που διένυε ο ενάγων, με τα συγκεκριμένα προβλήματα υγείας, που προκάλεσαν σε αυτόν τη χορήγηση αναπηρικής σύνταξης, συνιστούν καταχρηστική άσκηση διευθυντικού δικαιώματος, αφού εμφιλοχώρησε υπέρβαση του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του συγκεκριμένου δικαιώματος, κατ’ άρθρο 281 του Αστικού Κώδικα.

Συνεπώς, αυτός δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω της προσγενόμενης σε αυτόν ηθικής βλάβης εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητάς του [...]|».

[VI] Στη συνέχεια το Εφετείο, εκτιμώντας την έκταση και το είδος της προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντος και τη στενοχώρια, που αυτός αισθάνθηκε, καθώς και την κοινωνικοοικονομική θέση και κατάστασή του, δεδομένου ότι ο ίδιος τυγχάνει μισθωτός με περιορισμένη εργασιακή ικανότητα, έκρινε ότι ο τελευταίος υπέστη ηθική βλάβη, για την ικανοποίηση της οποίας, ως εύλογο χρηματικό ποσό, μετά τη στάθμιση των, κατά νόμο, στοιχείων, κρίνεται αυτό των χιλίων (1.000,00) ευρώ, το οποίο πρέπει να επιδικασθεί σε αυτόν.

Συνεπώς, κατέληξε, ότι για τις παραπάνω αιτίες ο ενάγων δικαιούται το χρηματικό ποσό των οκτώ χιλιάδων εξακοσίων πενήντα (8.650,00) ευρώ, (7.650,00 ευρώ οι μισθοί υπερημερίας + 1.000,00 ευρώ η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης).

Κατόπιν τούτων, αφού έκανε δεκτό τον πρώτο λόγο της εφέσεως ως ουσιαστικά βάσιμο, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, την οποία έκανε δεκτή κατά ένα μέρος.

[VII] Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το α2 σκέλος του, η αναιρεσείουσα εταιρεία προβάλλει την αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αληθώς όμως μόνο από τον τελευταίο, επικαλούμενη ότι το Εφετείο, ενώ δέχεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος έγινε την 01.04.2014 και η ένδικη από 25.07.2014 αγωγή ασκήθηκε στις 29.07.2014, ήτοι μετά την πάροδο της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955, δεν προσδιορίζει τον χρόνο κατά τον οποίο ο ενάγων έλαβε γνώση της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, ώστε να κριθεί αν αυτή ασκήθηκε εντός του τριμήνου από της γνώσεως του ενάγοντος, τον ισχυρισμό δε αυτό είχε προβάλλει η αναιρεσείουσα παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, τόσο με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του Ειρηνοδικείου Θηβών όσο και με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον αυτού και επανέφερε ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, στο οποίο μεταβιβάσθηκε η υπόθεση κατόπιν ασκήσεως από μέρους της εφέσεως κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης.

Πράγματι το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις ως άνω παραδοχές του, δέχεται ότι στις 08.04.2014 η εναγομένη προέβη στη δήλωση περί οικειοθελούς αποχώρησης του ενάγοντος από την εργασία του, από την 01.04.2014, ότι περί τα τέλη Μαΐου του ίδιου έτους εκπρόσωπος της εναγομένης δήλωσε στον Ι. Δ., συνάδελφο του ενάγοντος, ότι ο τελευταίος είχε αποχωρήσει οικειοθελώς από την εργασία του και περαιτέρω ότι στις 10.06.2014 προσέφυγε ο ενάγων στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας για να διαμαρτυρηθεί για την ανωτέρω ενέργεια των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης.

Από τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν καθίσταται σαφές πότε έλαβε γνώση ο ενάγων της δήλωσης της εναγομένης περί οικειοθελούς αποχώρησής του από αυτή, καθόσον δεν αναφέρεται σ' αυτή αν πληροφορήθηκε αμέσως την ανωτέρω αναγγελία ή αν για πρώτη φορά ενημέρωσε τον ενάγοντα ο ανωτέρω συνάδελφός του περί του γεγονότος αυτού κατά τα τέλη Μαΐου 2014, διότι έχει παραδοχή ότι στις 10-6-2014 προσέφυγε ο ενάγων στην Επιθεώρηση Εργασίας για να διαμαρτυρηθεί για το ότι δεν αποχώρησε οικειοθελώς από την επιχείρηση της εναγομένης και μάλιστα από την 01.04.2014, καθώς και πότε επιδόθηκε η υπό κρίση αγωγή, ώστε να κριθεί αν αυτή ασκήθηκε ή όχι εντός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955.

Το γεγονός αυτό δε είναι ουσιώδες για την έκβαση της δίκης, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, διότι αν παρέλθει άπρακτη η τρίμηνη προθεσμία, που αρχίζει από τη στιγμή που ο ενάγων έλαβε γνώση, επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος προσβολής της καταγγελίας ως άκυρης και των αξιώσεων για καταβολή μισθών υπερημερίας, πραγματικής απασχόλησης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.

Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτός ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης.

[VIII] Περαιτέρω, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το σκέλος α1 αυτού, επικαλείται η αναιρεσείουσα εταιρεία, πλην των άλλων, και την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ειδικότερα ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε «τον νόμο και ειδικά την εργατική νομοθεσία», που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο της ένδικης αναγγελίας περί της οικειοθελούς αποχώρησης του ενάγοντος εργαζόμενου, οπότε απαιτείτο μόνη η δήλωση του εργοδότη για τη νομιμότητα μιας τέτοιας αναγγελίας και η υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της και όχι και η υπογραφή του εργαζομένου, όπως εσφαλμένα το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έκρινε, καταλήγοντας ότι για τον λόγο αυτό δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση οικειοθελούς αποχώρησης του ενάγοντος από την εργασία του, εφόσον δεν έφερε το σχετικό έντυπο και την υπογραφή του τελευταίου και ότι αντίθετα προκύπτει καταγγελία της σύμβασης εργασίας αυτού από μέρους της εναγομένης. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το Εφετείο. Επομένως, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος.

[IX] Η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο λόγο της αίτησής της επικαλείται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 9 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι επιδίκασε μισθούς υπερημερίας στον ενάγοντα και για το χρονικό διάστημα από 01.04.2014 έως 30.06.2014, χωρίς ο τελευταίος να έχει υποβάλλει τέτοιο αίτημα. Από την παραδεκτή επισκόπηση της από 25.07.2014 αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου προκύπτει ότι αυτός ζήτησε με αυτή μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 01.07.2014 έως 01.06.2015 (σελίδες 11, 12, 13 και 22 της αγωγής). Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, επιδίκασε στον ενάγοντα μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 01.04.2014 έως 31.12.2014, δηλαδή επιδίκασε μισθούς υπερημερίας και για το χρονικό διάστημα από 01.04.2014 έως 30.06.2014, που δεν είχε ζητήσει ο ενάγων. Επομένως, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 9 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

[Χ] Η σύμβαση εργασίας αποτελεί αμφοτεροβαρή σύμβαση, η οποία χαρακτηρίζεται από τη στενή ανταλλακτική σχέση μεταξύ μισθού και παροχής εργασίας, ώστε να μην καταβάλλεται μισθός αν δεν παρέχεται εργασία. Εξαίρεση από τον κανόνα αυτό εισάγει, εκτός των άλλων, και η διάταξη του άρθρου 656 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία «αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ή αν η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που τον αφορούν και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία, ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει τον μισθό, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία σε άλλο χρόνο.

Ο εργοδότης όμως έχει δικαίωμα να αφαιρέσει από τον μισθό καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή της αλλού». Προκειμένου ο εργοδότης να καταστεί υπερήμερος, πρέπει η εργασία του μισθωτού, την οποία δεν αποδέχεται, να προσφέρεται κατά τρόπο πραγματικό και προσήκοντα, δηλαδή αυτοπροσώπως και στον συμφωνημένο τόπο και χρόνο (άρθρο 349 ΑΚ).

Μεγάλη πρακτική σημασία αποκτά η διάταξη αυτή στις περιπτώσεις που ο εργοδότης έχει καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας. Όταν η καταγγελία είναι άκυρη, επειδή ο εργοδότης, συγχρόνως με την καταγγελία, παύει να αποδέχεται τις υπηρεσίες του εργαζομένου, περιέρχεται, για όσο διάστημα ο εργοδότης δεν τον απασχολεί, σε υπερημερία και οφείλει συνεπώς για το διάστημα αυτό μισθούς υπερημερίας.

Στην περίπτωση της άκυρης απόλυσης, δεν απαιτείται πραγματική και προσήκουσα προφορά των υπηρεσιών του εργαζόμενου για να καταστεί ο εργοδότης υπερήμερος δανειστής. Και τούτο γιατί η δήλωση καταγγελίας περιέχει αυτονόητα και σαφή δήλωση της πρόθεσης του εργοδότη να μην αποδέχεται στο μέλλον τις υπηρεσίες του εργαζόμενου και επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 350 ΑΚ, δεν απαιτείται πραγματική προσφορά.

Ο εργοδότης, αν θέλει να διακόψει την υπερημερία του, οφείλει να προσκαλέσει τον εργαζόμενο να επαναλάβει την εργασία του ή να καταγγείλει εγκύρως τη σύμβαση. Δεν προκύπτει , όμως, υπερημερία του εργοδότη και στην περίπτωση της άκυρης απόλυσης αν ο εργαζόμενος δεν είναι σε θέση να προφέρει την εργασία του τη χρονική στιγμή κατά την οποία οφείλει να το πράξει, όπως αν, κατά τη διάρκεια της υπερημερίας του εργοδότη, προκύψει και αδυναμία παροχής εργασίας εκ μέρους του εργαζόμενου.

Η προϋπόθεση αυτή προκύπτει από το άρθρο 352 ΑΚ, το οποίο ορίζει ότι «στις περιπτώσεις των δύο προηγούμενων άρθρων ο δανειστής δεν γίνεται υπερήμερος, αν ο οφειλέτης δεν ήταν σε θέση να εκπληρώσει την παροχή κατά τον χρόνο της προσφοράς ή της πράξης που έπρεπε να επιχειρήσει ο δανειστής» (ΑΠ 1642/2017, ΑΠ 569/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα εταιρεία, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το σκέλος β3, ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ. α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον με τις παραδοχές της ότι αυτή, ως υπερήμερη εργοδότρια, λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας, οφείλει μισθούς υπερημερίας στον αναιρεσίβλητο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 349, 350, 352 και 656 ΑΚ, εφόσον ο τελευταίος βρισκόταν σε ανυπαίτια αδυναμία παροχής της εργασίας του, λόγω της ασθένειάς του (έμφραγμα του μυοκαρδίου) και γι' αυτό επιδοτείτο από τον ασφαλιστικό του φορέα συνεχώς μέχρι τις 31.12.2014. Ο λόγος αυτός, εν όψει των προεκτεθέντων, είναι βάσιμος.

[XI] Κατά τη διάταξη της περ. β' του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως «πράγματα», κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση. Πάντως, αν ο ισχυρισμός είναι επουσιώδης, όπως είναι και ο, για οποιοδήποτε λόγο, μη κρίσιμος, αν δεν λήφθηκε υπόψη, αν και προτάθηκε, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης (ΟλΑΠ 14/2004).

Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 908 παρ. 1 περ ε' και 914 ΚΠολΔ, που ορίζουν, αντίστοιχα, αφενός ότι το δικαστήριο μπορεί να κηρύξει προσωρινά εκτελεστή την απόφαση ολικά ή εν μέρει, υπό τις αναφερόμενες προϋποθέσεις, και σε απαιτήσεις που πηγάζουν από τις σχέσεις που αναφέρει το άρθρο 614 αρ. 3 ΚΠολΔ και αφετέρου ότι, αν το δικαστήριο δεχθεί την ανακοπή ερημοδικίας ή την έφεση οριστικά και κατ’ ουσίαν και απορρίψει, ολικά ή εν μέρει, την αγωγή κ.λπ., εφόσον αποδειχθεί ότι η απόφαση που προσβάλλεται εκτελέστηκε, διατάζει, αν το ζητήσει εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρίσκονταν πριν εκτελεσθεί η απόφαση που εξαφανίσθηκε ή μεταρρυθμίστηκε, σαφώς προκύπτει ότι χρηματικά ποσά που καταβλήθηκαν με βάση απόφαση που είχε κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, δεν συμψηφίζονται με την αποδεικνυόμενη κατά την κύρια δίκη συνολική απαίτηση, αλλά καταλογίζονται κατά την εκτέλεση, με βάση σχετικό ισχυρισμό του οφειλέτη, ο οποίος, όμως, θα πρέπει να αποδεικνύεται αμέσως, σύμφωνα με το άρθρο 933 παρ. 5 ΚΠολΔ, εφόσον το εν λόγω καταβληθέν χρηματικό ποσό δεν προαφαιρέθηκε από τον επισπεύδοντα (ΑΠ 348/2009).

Η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης, ισχυρίζεται ότι, ενώ είχε υποβάλει νομίμως και εμπροθέσμως με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση και ζητούσε σε περίπτωση αποδοχής της έφεσής της να της επιστραφούν τα 6.000 ευρώ που κατέβαλε σε εκτέλεση της προσωρινά εκτελεστής διάταξης της απόφασης του πρωτόδικου δικαστηρίου, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παρά τον νόμο δεν έλαβε καθόλου υπόψη του τον ισχυρισμό της αυτό και την υποχρέωσε στην καταβολή των επιδικασθέντων 8.650 ευρώ, χωρίς να συμψηφίσει στο ποσό αυτό το καταβληθέν ποσό των 6.000 ευρώ.

Όμως, εν όψει των όσων προεκτέθηκαν, ο προβαλλόμενος παραδεκτά με τις προτάσεις της εναγομένης ισχυρισμός για καταβολή του, με βάση την απόφαση που είχε κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, επιδικασθέντος ποσού δεν αποτελεί κρίσιμη (ουσιώδη) ένσταση και δη δεν αποτελεί ούτε νόμιμη ένσταση καταβολής, κατά το άρθρο 416 ΑΚ, εφόσον δεν πρόκειται για καταβολή κατά την έννοια του άρθρου αυτού, κατά την έννοια του οποίου καταβολή συνιστά μόνο η οικειοθελώς από τον οφειλέτη γενόμενη εκπλήρωση της οφειλόμενης παροχής και όχι και η, από αυτόν, εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης, αλλά ούτε και επιτρέπεται να συμψηφισθεί το έτσι καταβληθέν ποσό με την αποδεικνυόμενη κατά την κύρια δίκη συνολική απαίτηση.

Κατά συνέπεια, εφόσον ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί καταβολής του ποσού των 6.000 ευρώ, που είχε καταβληθεί σε εκτέλεση της εκκληθείσας πρωτόδικης απόφασης, που είχε κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή κατά το εν λόγω ποσό, ήταν, ως μη κρίσιμος, επουσιώδης, ακριβώς διότι επρόκειτο για καταβολή χρηματικού ποσού όχι υπό την έννοια του άρθρου 416 ΑΚ, αλλά για εκούσια εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης κατά το μέρος αυτό, χωρίς συνάμα να επιτρέπεται ο συμψηφισμός του καταβληθέντος αυτού χρηματικού ποσού με την κριθείσα ως αποδεικνυόμενη κατά την, κατ’ έφεση, δίκη συνολική απαίτηση, το Εφετείο με το να παραλείψει να ασχοληθεί με τον εν λόγω ισχυρισμό δεν υπέπεσε στην, από το άρθρο 559 αρ. 8 περ.

β ΚΠολΔ, προβλεπόμενη πλημμέλεια και γι’ αυτό ο σχετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

[XII] Κατ' ακολουθία όλων αυτών πρέπει να γίνει δεκτή η αναίρεση, ενώ λόγω της αναιρετικής εμβέλειας των λόγων που έγιναν δεκτοί παρέλκει η έρευνα των λοιπών αναιρετικών λόγων από τους αριθμούς 1, 8, 10, 11γ, 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Στη συνέχεια πρέπει, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστή διαφορετικό από αυτόν που εξέδωσε την απόφαση αυτή. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 178 παρ.1, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 133/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, συγκροτούμενου από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο να πληρώσει στην αναιρεσείουσα για τα δικαστικά της έξοδα το ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Νοεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ