Legislator Case Law & Legislation
1295/2020 AI generated

1295/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1295/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 05-03-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 207/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 167/2016 του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 17-03-2017 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 313/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 167/2016 του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Legislator headnote

AI generated

1295/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι αναιρεσίβλητοι με την από 05-03-2013 αγωγή τους που άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, στρεφόμενοι, κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ζήτησαν να αναγνωριστεί η συγκυριότητά τους, κατά παράγωγο τρόπο, στο περιγραφόμενο στην αγωγή ακίνητο συνολικής έκτασης 23.440,27 τετρ. μέτρων.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1295 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1295/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παρασκευή Καλαϊτζή, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπανδρέου - Εισηγητή, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Παρασκευή Γιωτάκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ που κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ρ., συζύγου Γ. Χ. , το γένος Ν. και Ι. Φ., 2) Ν. Χ. του Γ. και Ρ. , 3) Μ. - Ι. Χ. του Γ. και Ρ. , κατοίκων … Αυστρίας, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ελευθέριο Γεροκωνσταντή που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 05-03-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 207/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 167/2016 του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 17-03-2017 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 313/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 167/2016 του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 241/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 23-1-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[1] Με την κρινόμενη από 23-1-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 241/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Εύβοιας που αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων:

Οι αναιρεσίβλητοι με την από 05-03-2013 αγωγή τους που άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, στρεφόμενοι, κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ζήτησαν να αναγνωριστεί η συγκυριότητά τους, κατά παράγωγο τρόπο, στο περιγραφόμενο στην αγωγή ακίνητο συνολικής έκτασης 23.440,27 τετρ. μέτρων.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 207/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας που δέχθηκε την αγωγή, αναγνωρίσθηκαν οι ενάγοντες συγκύριοι, με παράγωγο τρόπο, του επιδίκου ακινήτου, συνολικής έκτασης 23.440,27 τετρ. μέτρων, αφού απορρίφθηκε ένσταση δεδικασμένου που πρόβαλλε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, από την 64/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (μεταβατική έδρα Χαλκίδας) που κατέστη αμετάκλητη, με την οποία αναγνωρίσθηκαν οι ενάγοντες συγκύριοι ακινήτου συνολικής έκτασης 15.000 τετρ. μέτρων, (που έχει τα ίδια σταθερά όρια με το επίδικο).

Το εναγόμενο με την από 15-10-2014 έφεση του ζήτησε την εξαφάνιση της ως άνω απόφασης και την απόρριψη της αγωγής με τους ακόλουθους λόγους έφεσης, επειδή εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε: την ένσταση δεδικασμένου (1ος λόγος), την ένσταση έλλειψης εννόμου συμφέροντος των εναγόντων στην άσκηση της ένδικης αγωγής (2ος λόγος), την ένσταση έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων για την έρευνα της κρινόμενης αγωγής (3ος λόγος) και επιπλέον επειδή, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και με πλημμελείς αιτιολογίες και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων έκρινε ότι το εμβαδόν της επίδικης έκτασης είναι 23.440,27 τ.μ. και όχι 15.000 τ.μ.(4ος λόγος).

Επί της έφεσης αυτής εκδόθηκε η 167/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Εύβοιας η οποία (δεχόμενη τον πρώτο λόγο έφεσης, ότι υπάρχει δεδικασμένο) δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση και απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένο, χωρίς να ερευνήσει τους υπόλοιπους λόγους έφεσης.

Κατά της εν λόγω απόφασης του Εφετείου ασκήθηκε από τους ενάγοντες η από 17-03-2017 αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 313/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε στο σύνολό της η Εφετειακή απόφαση για τον προβλεπόμενο από τον αριθ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο επειδή κρίθηκε ότι εφόσον με τη δεύτερη χρονικά (ένδικη) αγωγή εζητείτο η αναγνώριση της κυριότητας μείζονος έκτασης από εκείνη που είχε ζητηθεί με την πρώτη αγωγή και είχε αναγνωρισθεί με την προαναφερθείσα αμετάκλητη απόφαση, δεν υφίστατο πεδίο εφαρμογής δεδικασμένου επί του πλέον του -αρχικώς αναγνωρισθέντος με την υπ αριθμ 64/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών- εδαφικού τμήματος.

Το Μονομελές Εφετείο Εύβοιας (ως δικαστήριο της παραπομπής), μετά την εισαγωγή της υπόθεσης με κλήση, εκδικάζοντας την έφεση του αναιρεσείοντος-εναγομένου, αφού οι διάδικοι μετά την αναίρεση επανήλθαν κατ' άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ στην πριν από την αναιρεθείσα απόφαση κατάσταση, αντιμωλία των και τώρα διαδίκων, με την 241/2018 απόφασή του δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση, επικυρώνοντας την 207/2014 οριστική απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου η οποία δέχθηκε την αγωγή. Η απόφαση αυτή του δικαστηρίου της παραπομπής προσβάλλεται με την ένδικη αναίρεση που ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558,564 παρ.3, 566§1,569 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).

[2] Κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικά, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.

Το αίτημα, συνεπώς, της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το εφετείο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών, που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών.

Όταν με την έφεση του εναγομένου δεν προσβάλλεται κεφάλαιο της πρωτοβάθμιας απόφασης, που αφορά αξίωση της αγωγής, η οποία έγινε δεκτή, το κεφάλαιο αυτό δεν μεταβιβάζεται στο εφετείο, το οποίο, συνεπώς, δεν μπορεί να το εξετάσει, αφού δεν πλήττεται με λόγο έφεσης ή αντέφεσης. Αν εξετασθούν σφάλματα ή παραλείψεις, που δεν προτάθηκαν με λόγο έφεσης ή αντέφεσης και μεταρρυθμισθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ήτοι της λήψης υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν (ΑΠ 322/2017, ΑΠ 971/2013, ΑΠ 496/2010).

Τέλος, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ήτοι από την ανάγνωση μόνο της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί και, μάλιστα, νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Εξάλλου, το ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως, λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρέσεις.

Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, που προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, όταν αφορά στη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής.

Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης (ΑΠ 1059/2017).

[3] Κατά το άρθρο 579 παρ.1 ΚΠολΔ αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, κατά δε το άρθρο 581 παρ.1 και 2 του ίδιου Κώδικα, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση, μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2, (δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο, το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.

Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνισή της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποια από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής. Ειδικότερα, η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή κατά τα κεφάλαια, (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναιρέσεως, καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα.

Η έκταση αυτή της αναιρέσεως προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως, κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατυπώσεως αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από αυτήν της εκτάσεως της αναιρέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως ως ολικής. Επομένως στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, όσον αφορά τον τέταρτο λόγο έφεσης, για τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτουν οι ακόλουθες παραδοχές: Ο επίδικος αγρός βρίσκεται στην περιφέρεια του Δήμου ... Ευβοίας και στην ειδικότερη θέση "... " ή "... ", η οποία κατά τους από τους ενάγοντες επικαλούμενους τίτλους ιδιοκτησίας του αποβιώσαντος κατά το έτος 1972 στην … Εύβοιας Ν.

Φ. του Γ. πατέρα της πρώτης (1ης) των εφεσίβλητων και παππού των υπολοίπων, ο οποίος δεν κατέλειπε διαθήκη (αδιάθετος), όπως αυτός (= αγρός) περιγράφεται στους τίτλους των προκτητόρων του και συγκεκριμένα στα υπ' αριθμ. ... /1896 και …/1867 συμβόλαια των Συμβολαιογράφων Κύμης Ευβοίας Γεωργίου Αστέρη και Ιωάννη Οικονόμου, συνορεύει με θάλασσα και ρέμα ως και και με τις ιδιοκτησίες των κληρονόμων Α.

Ε. Κ., Ι. Λ. και Ι. Μ. , φέρεται να έχει έκταση 10.000 τ.μ., σύμφωνα με τους τίτλους των προκτητόρων του δικαιοπαρόχου των συνιδιοκτητών Ν. Φ. των ετών 1896 και 1867. Στην πραγματικότητα, ο συγκεκριμένος αγρός έχει έκταση 24.780,00 τ.μ., σύμφωνα με την εμβαδομέτρηση του διορισμένου πραγματογνώμονος Λ. Ι. , σύμφωνα με την υπ' αριθμόν 274/1982 (μη οριστική) απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, μετά την αποτύπωση της με τις μεθόδους της τοπογραφίας.

Η διαφορά αυτή ως προς την επιφάνεια του επίδικου αγρού μεταξύ των τίτλων ιδιοκτησίας και της εμβαδομέτρησης του επίδικου αγρού, που έγινε το έτος 1983, έστω και αυτού του εύρους, δικαιολογείται από το γεγονός ότι κατά τα έτη 1896 και 1867, δεν είχε καν αναπτυχθεί η επιστήμη της τοπογραφίας στο Ελληνικό Κράτος, με συνέπεια από αντικειμενική αδυναμία να μην μπορεί να χρησιμοποιηθεί οποιαδήποτε μέθοδος αυτής για την ακριβή εμβαδομέτρηση του εν λόγω επίδικου αγρού.

Με δεδομένο ότι δεν υπήρχαν τα στοιχειώδη εκείνα όργανα για την εμβαδομέτρηση του επίδικου αγρού, που θα αποτύπωναν την ακριβή επιφάνεια του, ενώ δεν προβλεπόταν η εμβαδομέτρηση να διενεργείτο πολύ δε περισσότερο από Τοπογράφους-Μηχανικούς με εφαρμογή των τίτλων ιδιοκτησίας επί εδάφους και τη χρήση των αναγκαίων εκείνων οργάνων για την εμβαδομέτρηση.

Έτσι, η εμβαδομέτρηση αναγκαστικά γινόταν με εμπειρικές μεθόδους και εκτιμήσεις, οι οποίες στηρίζονταν στη παρατήρηση και στον υπολογισμό πιθανόν των εκτάσεων εκείνων μόνον, που ήταν καλλιεργήσιμες και επωφελείς για τους ιδιοκτήτες και όχι των ολισθηρών τμημάτων ή εκείνων, που σημείωναν κάποια κλίση, όπως συμβαίνει με το επίδικο αγρό, που κατά την έκταση των 13 περίπου στρεμμάτων.

Ο επίδικος αυτός αγρός έχει έκταση 23.440,27 τ.μ. και εμφαίνεται στο από Ιανουάριο 2012 τοπογραφικό διάγραμμα της Πολιτικού -Μηχανικού Τ.Ε. Δομικών Π. Σ. και του Δασολόγου Περιβαλλοντολόγου Τ. Α. . Επιπλέον, αυτό τέμνεται από αγροτική οδό, διαχωρίζοντας αυτό σε δύο (2) επιμέρους τμήματα: (α) το υπό στοιχεία Ε-1 έκτασης 8.383,36 τ.μ.

και (β) το υπό στοιχεία Ε-2 έκτασης 15.056,91 τ.μ, Το υπό στοιχεία Ε-1 τμήμα συνορεύει δυτικά με ιδιοκτησία Σ. (πρώην Μ.), ανατολικά με ιδιοκτησίες Γ. και Α. Κ. και νότια με αγροτική οδό. Αντίστοιχα, το υπό στοιχεία Ε-2 συνορεύει βόρεια με αγροτική οδό, ανατολικά με ιδιοκτησία Γ. Θ. , νότια με θάλασσα και δυτικά με ρέμα.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που κατέληξε στις ίδιες παραδοχές, εκτίμησε τις αποδείξεις και ερμήνευσε το Νόμο, κατά τον προσήκοντα τρόπο, παρά τις περί αντιθέτου αιτιάσεις του εκκαλούντος Ελληνικού δημοσίου. Κατόπιν τούτων και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς εξέταση, πρέπει η έφεση του Ελληνικού Δημοσίου να απορριφθεί.

[4] Με το μοναδικό λόγο αναίρεσης εκ του αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης και ειδικότερα επειδή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης καθόσον δεν διέλαβε την κατά νόμο απαιτούμενη αιτιολογία προκειμένου να θεμελειώσει την παραδοχή της ότι ο επίδικος αγρός έχει έκταση 23.440,27τ.μ.

και όχι 15.000τ.μ. Το εφετείο όφειλε να ερευνήσει ποιο είναι το εμβαδόν της επίδικης έκτασης, εάν υφίσταται εδαφικό τμήμα που δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο που απορρέει από την υπ.αριθμ.64/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ποιο είναι το εμβαδόν και τα όρια του τμήματος αυτού και εάν συντρέχουν οι εκ του νόμου προϋποθέσεις για να αναγνωρισθούν οι αναιρεσίβλητοι συγκύριοι του τμήματος αυτού.

Ειδικότερα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ουδέν διέλαβε αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της κτήσης της κυριότητας επί του επιδίκου τμήματος του ακινήτου το οποίο δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο, από τους δικαιοπαρόχους των εναγόντων και τους ενάγοντες αναιρεσίβλητους. Ο λόγος αυτός για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος γιατί δεν αναφέρει την διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, τον προταθέντα ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό και τα θεμελιούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά, και δεν διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 20/2005), αλλά αφορά ελλείψεις, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, που αυτό διατυπώνεται σαφώς, που δεν συνιστά ανεπάρκεια αιτιολογίας.

Επιπλέον ο λόγος αυτός, όσον αφορά την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ουδέν διέλαβε αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της κτήσης της κυριότητας επί του επιδίκου τμήματος του ακινήτου το οποίο δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο, από τους δικαιοπαρόχους των εναγόντων και τους ενάγοντες αναιρεσίβλητους, είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι από την επισκόπηση του δικογράφου της από 11-07-2017 έφεσης του αναιρεσείοντος, προκύπτει ότι αυτό με τον 4ο λόγο της έφεσής του επικαλείται ότι το εφετείο "κατά εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και με πλημμελείς αιτιολογίες και κατ'εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων έκρινε ότι το εμβαδό της επίδικης έκτασης είναι 23.440,27 και όχι 15.000 τ.μ." και δεν αμφισβητεί ότι οι ενάγοντες είναι κύριοι του επιδίκου με παράγωγο τρόπο, γι'αυτό και το εφετείο, ελλείψει σχετικού λόγου έφεσης, δεν ασχολήθηκε με το θέμα αυτό και δεν διέλαβε σχετική κρίση περί της κυριότητας, και του τρόπου κτήσης των εναγόντων στο επίδικο.

Μετά απ' αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιον, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ και 22 ν. 3693/1957), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-01-2019 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 241/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Εύβοιας.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2020.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ