Legislator Case Law & Legislation
1295/2015 AI generated

1295/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1295/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1295/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ως γεγονός κατά τις παραπάνω διατάξεις νοείται κάθε περιστατικό του εξωτερικού κόσμου ή αντίθετη προς την ηθική ή την ευπρέπεια σχέση ή συμπεριφορά, εφόσον ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και υποπίπτουν στις αισθήσεις, ώστε να είναι δεκτικά απόδειξης, συνιστά δε ισχυρισμό του γεγονότος κάθε σχετική μ' αυτό ανακοίνωση, που βασίζεται είτε σε προσωπική αντίληψη ή γνώμη είτε σε υιοθέτηση της γνώμης άλλου.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1295 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1295/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Γ. του Κ., κατοίκου ..., 2) Ν. Γ. του Ε., 3) Γ. Π. του Ε., 4) Χ. Γ. του Σ., 5) Γ. Π. του Ι. και 6) Π. Σ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Του αναιρεσίβλητου: Ε. Μ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Τεγόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/12/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 93/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 218/2012 του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28/2/2013 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 15/9/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις υπ' αριθμ. ...26-2-2015, .../26-2-2015, .../27-2-2015, .../27-2-2015, .../27-2-2015 και .../3-3-2015 εκθέσεις επίδοσης του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου ... Γ. Φ., τις οποίες ο αναιρεσίβλητος επικαλείται και προσκομίζει ακριβές αντίγραφο της από 28-2-2013 αίτησης για αναίρεση της 218/2012 απόφασης του Εφετείου Βορείου Αιγαίου με την κάτω από αυτή πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (28-9-2015) του Δικαστηρίου τούτου, επιδόθηκε, με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσιβλήτου που επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, στους αναιρεσείοντες νομίμως και εμπροθέσμως. Επομένως, αφού οι αναιρεσείοντες δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την ανωτέρω αναφερόμενη δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε για συζήτηση η υπόθεση με τη σειρά από το πινάκιο, ούτε έχουν καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν ήσαν παρόντες οι διάδικοι, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Κατά το αρθρ. 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του έχει το δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, επιπλέον δε, κατά το αρθρ. 59 ΑΚ, το δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί να καταδικάσει τον υπαίτιο και σε ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του προσβληθέντος και ειδικότερα να τον υποχρεώσει (τον υπαίτιο) σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε ο,τιδήποτε άλλο επιβάλλεται από τις περιστάσεις.

Προστατεύεται έτσι με τα παραπάνω άρθρα η προσωπικότητα και κατ' επέκταση η αξία του ανθρώπου ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το αρθρ. 2§1 του Συντάγματος, αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του. Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις- εκφάνσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως η προσβολή της προσωπικότητας σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας.

Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσης του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική του αξία, συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματος του.

Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας με τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων είναι: α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη που συμβαίνει όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο όμως είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της έννομης τάξης είτε ασκείται καταχρηστικά κατά την έννοια των αρθρ. 281 ΑΚ και 25§3 του Συντάγματος και γ) πταίσμα του προσβολέα όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας (Ολ ΑΠ 2/2008).

Στην περίπτωση αυτή η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας συνιστά ασφαλώς ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των αρθρ. 914, 919, 920 και 932 ΑΚ, ιδίως για την αποκατάσταση της τυχόν υλικής ζημίας του προσβληθέντος (αρθρ. 57§2 ΑΚ), ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής ως παράνομης είναι η φύση της διάταξης που ενδέχεται με την προσβολή να παραβιάζεται και η οποία έτσι μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου.

Συνεπώς παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως συμβαίνει όταν το άτομο προσβάλλεται στην τιμή και στην υπόληψη του με εξυβριστικές εκδηλώσεις ή με ισχυρισμούς δυσφημιστικούς ή πολύ περισσότερο συκοφαντικούς κατά την έννοια των αρθρ. 361-363 ΠΚ, που μπορεί να περιέχονται και σε δημοσίευμα εφημερίδας, αφού η κατοχυρωμένη με το αρθρ. 14§§1&2 του Συντάγματος ελευθεροτυπία υπόκειται στους περιορισμούς του νόμου, με τους οποίους επιδιώκεται όχι η παρεμπόδιση της ελευθεροτυπίας, αλλά η προστασία των ατόμων από την καταχρηστική άσκηση της (αρθρ. 25§§3 του Συντάγματος).

Όριο προς αυτή την κατεύθυνση αποτελούν ακριβώς τα αρθρ. 361-363 ΠΚ και, επομένως, με πρόσχημα την ελευθεροτυπία δεν επιτρέπεται η προσβολή της προσωπικότητας με δημοσιεύματα εξυβριστικά ή δυσφημιστικά για το άτομο. Ειδικότερα, κατά τα άρθρα αυτά εξύβριση διαπράττει όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ενώ όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ενώπιον τρίτου ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης και αν το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε το ψεύδος, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμισης.

Ως γεγονός κατά τις παραπάνω διατάξεις νοείται κάθε περιστατικό του εξωτερικού κόσμου ή αντίθετη προς την ηθική ή την ευπρέπεια σχέση ή συμπεριφορά, εφόσον ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και υποπίπτουν στις αισθήσεις, ώστε να είναι δεκτικά απόδειξης, συνιστά δε ισχυρισμό του γεγονότος κάθε σχετική μ' αυτό ανακοίνωση, που βασίζεται είτε σε προσωπική αντίληψη ή γνώμη είτε σε υιοθέτηση της γνώμης άλλου.

Αντίθετα διάδοση γεγονότος συνιστά η περαιτέρω απλή μετάδοση της σχετικής ανακοίνωσης που έγινε από άλλον. Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης, απαιτείται γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο απ' αυτόν ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του ίδιου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές.

Έτσι, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψεύδος του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι' αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος άλλου, παραμένει όμως ως έγκλημα η απλή δυσφήμιση, που προσβάλλει επίσης την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη.

Ωστόσο, ως αστικό αδίκημα η δυσφήμηση, θεμελιώνεται υποκειμενικά και σε απλή αμέλεια του δράστη και συνεπώς όποιος από πρόθεση ή από αμέλεια ισχυρίζεται ή διαδίδει προς τρίτους γεγονότα αναληθή που βλάπτουν την επαγγελματική ή γενικότερα την οικονομική ελευθερία άλλου και κατ' αυτή την έννοια θίγουν την τιμή και την υπόληψη του, προσβάλλοντας παράνομα την προσωπικότητα του, έχει υποχρέωση, εφόσον γνωρίζει ή υπαίτια αγνοεί την αναλήθεια των γεγονότων αυτών, να αποζημιώσει τον άλλο και να ικανοποιήσει και την ηθική βλάβη του, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στο αρθρ. 367§1 ΠΚ περιπτώσεις, που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του, τόσο ως ποινικό όσο και ως αστικό αδίκημα, αφού οι διατάξεις των αρθρ. 361-367 ΠΚ εφαρμόζονται αναλογικά για την ενότητα της έννομης τάξης και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου.

Τέτοια είναι και η περίπτωση της προσβολής που γίνεται για τη διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον (αρθρ. 367§1γ ΠΚ), το οποίο, ως νομική έννοια, ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο. Δικαιολογημένο ενδιαφέρον, που πηγάζει από τη συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία και κοινωνική αποστολή του τύπου, έχουν και τα πρόσωπα που συνδέονται με τη λειτουργία του, όπως προπάντων είναι οι δημοσιογράφοι, αλλά και γενικότερα όσοι κάνουν χρήση του τύπου για τη δημοσίευση ειδήσεων και σχολίων σχετικών με τις πράξεις και τη συμπεριφορά φυσικών ή νομικών προσώπων ή ομάδων προσώπων που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για το κοινωνικό σύνολο.

Έτσι είναι επιτρεπτά για τα πρόσωπα αυτά δημοσιεύματα προς ενημέρωση του κοινού, ακόμη και αν περιέχουν οξεία κριτική και δυσμενείς σε βάρος τους χαρακτηρισμούς. Κατ' εξαίρεση όμως, το αποτέλεσμα αυτό, της άρσης του αδίκου της απλής δυσφήμισης, δεν επέρχεται, σύμφωνα με την παρ. 2 του αρθρ. 367 ΠΚ, όταν, από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης από μέρους του δράστη, που υπάρχει όταν ο τρόπος εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς δεν ήταν κατ' αντικειμενική κρίση αναγκαίος για την προστασία δικαιώματος ή άλλου δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του, αλλά εν γνώσει του επιλέχθηκε και χρησιμοποιήθηκε για να προσβληθεί η τιμή και η υπόληψη του άλλου, δηλαδή όταν υπάρχει υπέρβαση του αντικειμενικά αναγκαίου μέτρου για την προστασία του δικαιώματος ή του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του.

Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι συντρέχει περίπτωση δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του, που αίρει κατά το αρθρ. 367§1 ΠΚ τον άδικο χαρακτήρα δυσφημιστικού για τον ενάγοντα ισχυρισμού του, συνιστά ένσταση καταλυτική της εναντίον του αγωγής, με αντικείμενο την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του αντιδίκου του από την επικαλούμενη παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του με το δυσφημιστικό σε βάρος του ισχυρισμό, ενώ αντένσταση συνιστά ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι δεν αίρεται τελικώς ο άδικος χαρακτήρας της δυσφήμισης του από τον εναγόμενο, επειδή αυτός ενήργησε με ειδικό σκοπό εξύβρισης του.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Τέλος, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (Ολ ΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το αρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες (και ήδη αναιρεσείοντες) υπηρετούν στο Λιμενικό Σώμα και ειδικότερα, ο πρώτος απ' αυτούς ως ανθυποπλοίαρχος, ο δεύτερος ως λιμενικός, ό τρίτος ως ανθυπασπιστής, ο τέταρτος ως λιμενοφύλακας, ο πέμπτος ως κελευστής και ο έκτος ως επικελευστής.

Εξάλλου, ο εναγόμενος (και ήδη αναιρεσίβλητος) ασκεί το επάγγελμα του δημοσιογράφου και εργάζεται ως αρχισυντάκτης στην τοπική εφημερίδα του Ν, ... "...", ενώ αρθρογραφεί και στην πανελλήνιας κυκλοφορίας εφημερίδα "...". Στις 4-8-2006, στη ... ..., έλαβε χώρα επεισόδιο, μεταξύ των εναγόντων και δύο πολιτών, ήτοι του Ι.

Σ. και του Κ. Σ.. Σημειωτέον ότι, κατά τον ανωτέρω χρόνο, ο πρώτος ενάγων έφερε το βαθμό του Σημαιοφόρου του Λιμενικού Σώματος και ήταν προϊστάμενος του τοπικού Λιμενικού Σταθμού ..., στον οποίο υπηρετούσαν, ως λιμενικοί, οι λοιποί. Με αφορμή το επεισόδιο, υποβλήθηκαν εκατέρωθεν εγκλήσεις και ασκήθηκαν ποινικές διώξεις, οι οποίες εκκρεμούν ενώπιον των αρμοδίων ποινικών δικαστηρίων.

Ειδικότερα, εναντίον των πολιτών, Ι. και Κ. Σ., ασκήθηκε ποινική δίωξη, για τα αδικήματα της λόγω και έργω εξύβρισης από κοινού και κατ' εξακολούθηση και της απλής σωματικής βλάβης (μόνο κατά του Ι. Σ.), η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου .... Εξάλλου, εναντίον των εναγόντων, ασκήθηκε ποινική δίωξη, για τα αδικήματα:

α) της εξύβρισης, κακόβουλης βλασφημίας και απειλής, κατά του πρώτου απ' αυτούς, β) της εξύβρισης, κατά συναυτουργία και της απλής σωματικής βλάβης, κατά του δεύτερου, γ) της εξύβρισης, κατά συναυτουργία, κατά του τρίτου, δ) της εξύβρισης, κατά συναυτουργία, παραβίασης κατάσχεσης κατά συναυτουργία, καταστροφής εγγράφου, κατά συναυτουργία, και ηθικής αυτουργίας, κατά συναυτουργία, σε ψευδή ανωμοτί κατάθεση, σε βάρος του τέταρτου και πέμπτου και ε) της εξύβρισης, κατά συναυτουργία, κατά του έκτου απ' αυτούς.

Η εν λόγω υπόθεση εκδικάστηκε ενώπιον του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Πειραιώς, στις 21-12-2010, όπου οι ως άνω κατηγορούμενοι αθωώθηκαν, με την υπ' αριθμ. 324/2010 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου. Εν τω μεταξύ, με αφορμή την, κατά τα ως άνω, εκκρεμή ποινική δίωξη, σε βάρος των εναγόντων, ο εναγόμενος δημοσίευσε, στο από 18-12-2008 και με αριθμό ...

φύλλο της ημερήσιας τοπικής εφημερίδας ... "...", ενυπόγραφο άρθρο του, που φέρει τον τίτλο, με ευμεγέθη γράμματα. "..." και υπότιτλο " ... έξι στελέχη του Λιμενικού Σώματος για τη γνωστή υπόθεση του ξυλοδαρμού και του στησίματος κατά πολιτών στο λιμάνι του ...", το περιεχόμενο του οποίου έχει, αυτολεξεί, ως εξής: "Πάνε δύο και βάλε χρόνια από τότε, που το "..." δημοσιοποίησε την καταγγελία μίας οικογένειας από το ...

της οποίας μέλη συνελήφθησαν παράνομα αλλά και κάποιοι από αυτούς, σύμφωνα πάντα με την καταγγελία τους, χτυπήθηκαν μέσα στο Λιμενικό Σταθμό .... Των πρώτων αποκαλυπτικών δημοσιευμάτων ακολούθησε σειρά άλλων, που αποκάλυψαν μία ολόκληρη επιχείρηση συγκάλυψης των ευθυνών που είχε σχετικά με το συμβάν ο τότε Σημαιοφόρος- Λιμενοσταθμάρχης ..., Ν.

Γ., που σήμερα υπηρετεί ως Διοικητής Λιμενικής Αστυνομίας στο Λιμεναρχείο .... Μαζί με αυτόν και μία σειρά υπαξιωματικοί και Λιμενοφύλακες, που συνέδραμαν στον Λιμενοσταθμάρχη ... στη προσβλητική για το Λιμενικό Σώμα αλλά και, έξω από κάθε κανόνα δικαίου πρακτική τους. Προχθές Τρίτη, τόσο ο κ. Γ. όσο και πέντε ακόμα υπαξιωματικοί και Λιμενοφύλακες, οδηγήθηκαν στις αίθουσες του Πενταμελούς Ναυτοδικείου Πειραιώς, αντιμετωπίζοντας όλοι σοβαρές κατηγορίες, που αν μη τι, άλλο αποδεικνύουν το σοβαρό ενδιαφέρον που είχε αυτή η υπόθεση για την κοινή γνώμη.

Αλλά και μία σειρά άλλες παραμέτρους που αποδεικνύουν το καθεστώς ατιμωρησίας που επικρατεί όσον αφορά κάποια στελέχη Σωμάτων Ασφαλείας σε όλη την Ελλάδα. Η δίκη τους αναβλήθηκε λόγω απουσίας ουσιωδών μαρτύρων, που με τις καταθέσεις τους είχαν συμβάλει, στην αποκάλυψη της προσπάθειας συγκάλυψης των παράτυπων ή ίσως και, παρανόμων ενεργειών του κ.

Γ. και της παρέας του. Όπως αναφέρεται, στο σε βάρος τους κατηγορητήριο, κάποιοι, από αυτούς εξαφάνισαν μέχρι και τα πειστήρια από τη δικογραφία που στήθηκε οε βάρος των πολιτών που "τόλμησαν, να αμφισβητήσουν το "κράτος Γ., στο λιμάνι, του ...". Συγκεκριμένα και σύμφωνα με το σε βάρος τους κατηγορητήριο κατηγορούνταν:

Ο Σημαιοφόρος του Λιμενικού Σώματος, Γ. Ν., για εξύβριση, κακόβουλη βλασφημία και απειλή. Ο Αρχικελευστής Γ. Ν. κατηγορείται για εξύβριση κατά συναυτουργία και απλή σωματική βλάβη. Ο Αρχικελευστής Π. Γ. και ο Κελευστής Π. Γ. κατηγορούνται για εξύβριση κατά συναυτουργία. Τέλος, οι Λιμενοφύλακες Γ. Χ. και Σ. Π.

κατηγορούνται για εξύβριση κατά συναυτουργία, παραβίαση κατάσχεσης κατά συναυτουργία, καταστροφή εγγράφου κατά συναυτουργία, και ηθική αυτουργία κατά συναυτουργία σε ψευδή ανωμοτί κατάθεση. Λόγια και έργα ανθρώπων του νόμου! Συγκεκριμένα και σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ο Σημαιοφόρος Γ. κατηγορείται "γιατί εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμισης, προσέβαλε την τιμή άλλου (...) απηύθυνε προς τον ιδιώτη Σ.

Ι. -Μ. τη φράση: "τι τράβηξες βρε αλήτη, φέρε ρε πούστη τη μηχανή" και χτύπησε το χέρι του δυνατά στον πάγκο του εστιατορίου του ιδιώτη, μετά δε από λίγο, στον Λιμενικό Σταθμό τον αποκάλεσε "παλιοπουσταρά"". Επίσης ο Σημαιοφόρος του Λιμενικού Σώματος "δημόσια και κακόβουλα έβρισε το Θεό (...) στο δημόσιο χώρο του Λιμενικού Σταθμού ..., φώναξε τη φράση: "γαμώ το Χριστό και την Παναγία σου".

Επίσης "προκάλεσε στον ιδιώτη Σ. Ι. - Μ., τρόμο και ανησυχία, απειλώντας τον με τη φράση: "θα σε γαμήσω παλιοπουσταρά, ξέρεις ποιος είμαι εγώ, ρε, τώρα θα σε χώσω μέσα"". Ο Αρχικελευστής Γ. μαζί με τον Αρχικελευστή Π., τους Λιμενοφύλακες Γ. και τον κελευστή Π., κλώτσησαν από κοινού τον Σ. Ι. - Μ.. Επίσης ο κ. Γ. "προξένησε σωματική κάκωση μέσα στο Λιμενικό Σταθμό ...

και συγκεκριμένα έστριψε τον δεξιό καρπό του χεριού του Σ. Ι. - Μ., σφίγγοντας του το λαιμό ενώ τον έσπρωξε βίαια πάνω σε ένα γραφείο, προκαλώντας του κατ' αυτόν τον τρόπο "κακώσεις πηχαιοκαρπικής δεξιά, τετάρτου και πέμπτου μετακαρπιαίου δεξιά, μώλωπες έσω επιφανείας βραχιονίου δεξιού και κάκωση δεξιάς κλείδας".

Η ....σκευωρία Οι Λιμενοφύλακες Γ. και Σ. "με πρόθεση κατέστρεψαν κατασχεμένο πράγμα. Συγκεκριμένα, αφού αφαίρεσαν από τη δικογραφία κατά των κατηγορουμένων και συλληφθέντων, κατά την αυτόφωρη διαδικασία Σ. Κ. και Σ. Ι.-Μ., που βρισκόταν στο Γραφείο Ασφαλείας του Κεντρικού Λιμεναρχείου ... φωτογραφική μηχανή μίας χρήσεως, με φιλμ 27 στάσεων που είχε κατασχεθεί, την προσκόμισαν στο φωτογραφείο της ...

του Ι. Μ., για εμφάνιση του φιλμ που περιέχονταν σε αυτή, γνωρίζοντας και αποδεχόμενοι το γεγονός, ότι αυτό στο μέρος των στάσεων που δεν "τραβήχτηκαν", θα καταστρέφονταν με την εμφάνιση, όπως θα καταστρέφονταν και η φωτογραφική μηχανή μίας χρήσεως, γεγονός το οποίο και έγινε. Επιπλέον στη συνέχεια κατέστρεψαν και τις 10 περίπου φωτογραφίες, οι οποίες είχαν "τραβηχτεί" και οι οποίες εμφανίσθηκαν κανονικά και τους παραδόθηκαν από το φωτογράφο.

Επίσης, οι κ. Γ. και Σ. κατέστρεψαν έγγραφο, που τους εμπιστεύθηκαν ή τους ήταν προσιτό λόγω της υπηρεσίας τους. Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο της προσαγωγής και συνοδείας των συλληφθέντων κατά την αυτόφωρη διαδικασία, Σ. Ι. - Μ. και Σ. Κ. στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών ... μαζί με τη σχηματισθείσα δικογραφία, η οποία έτσι τους ήταν προσιτή λόγω της υπηρεσίας τους, αφού αφαίρεσαν από την εν λόγω δικογραφία, που βρισκόταν στο Γραφείο Ασφαλείας του Κεντρικού Λιμεναρχείου ...

έτοιμοι προς μεταφορά της στην Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών ... φωτογραφική μηχανή, την προσκόμισαν στο φωτογραφείο με αποτέλεσμα τα παραπάνω περιγραφόμενα. Επίσης, αφού αφαίρεσαν τη φωτογραφική μηχανή και την πήγαν στο φωτογραφείο, έβαλαν το φωτογράφο "να εκθέσει εν γνώσει του ψέματα, σε σημείωμα, το οποίο προοριζόταν για το Λιμενάρχη, όπως τον διαβεβαίωσαν, και το οποίο όμως συνέταξε και υπέγραψε, από παραδρομή και λόγω εσπευσμένης διαδικασίας, η συνεργάτιδα του φωτογράφου, ότι το φιλμ ήταν καμένο γιατί η μηχανή ήταν μίας χρήσεως, στην πραγματικότητα, όμως το φιλμ της εν λόγω μηχανής δεν είχε καταστραφεί ολοκληρωτικά κατά την εμφάνιση, αφού περίπου δέκα στάσεις είχαν εμφανισθεί κανονικά από τον εν λόγω φωτογράφο και παραδοθεί χωρίς αντικαταβολή στον παραπάνω"! Η άλλη πλευρά.

Ας σημειωθεί ότι εκκρεμεί και η εκδίκαση της μήνυσης του κ. Γ. για απειλή, λόγω και έργω εξύβριση και απλή σωματική βλάβη, κατά των Κ. και Ι. Σ., ενώ να σημειώσουμε ότι σε πρώτο βαθμό δικάστηκε και η αγωγή που υπέβαλλαν ο κ. Γ.ς, ο οποίος στα σχετικά αποκαλυπτικά ρεπορτάζ είχε κατονομαστεί, όσο ο Γ., Π., Π., Γ. και Σ., που αναγνώρισαν τον εαυτό τους στα δημοσιεύματα.

Το δικαστήριο με δικαστή μεταξύ άλλων, συγγενή του υπόδικου σε βαθμό κακουργήματος Ηγουμένου της Μονής ... Ν. Π., απήλλαξε τους καταγγέλλοντες, καταδίκασε δε τον υπογράφοντα σε αποζημίωση τριών χιλιάδων ευρώ προς τον κ. Γ. και δύο χιλιάδων ευρώ προς τον κάθε έναν από τους πέντε άλλους θιγόμενους, οι οποίοι ουδέποτε κατονομάστηκαν, δεν ήξερε καν την ύπαρξη τους ο δημοσιογράφος, για πρώτη φορά δε τους είχε συναντήσει στην αίθουσα του δικαστηρίου.

Αξίζει να αναφέρουμε ότι σύμφωνα με την απόφαση αυτή του δικαστηρίου, τα γεγονότα που αναφέρθηκαν στο αποκαλυπτικό δημοσίευμα ήταν αληθινά, πλην όμως χρησιμοποιήθηκαν οι φράσεις "Φαρ Ουεστ το λιμάνι του ...", "τους τύλιξαν σε μία κόλλα χαρτί" ενώ το καθεστώς στο λιμάνι του ... χαρακτηρίστηκε "πολυκαταγγελλόμενο", φράσεις οι οποίες και...

είναι δυσφημιστικές! Οι συμμετέχοντες σε εκείνη την απόφαση δικαστές ας διαβάσουν το σημερινό άρθρο και προπάντων το κατηγορητήριο του Ναυτοδικείου σε βάρος έξι λιμενικών. Όντως δεν "τους τύλιξαν σε μια κόλλα χαρτί". Κάποιοι απλά κατηγορούνται ότι έκλεψαν και εξαφάνισαν στοιχεία της δικογραφίας και απέσπασαν ψεύτικες βεβαιώσεις.

Εδώ να σημειώσουμε ότι φυσικά εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσης κατά της παραπάνω απόφασης αλλά και οι αγωγές κατά των έξι που έχουν υποβληθεί από το δημοσιογράφο για δυσφημίσεις μέσω ψευδών καταμηνύσεων. Να σημειώσουμε ότι οι βασικοί μάρτυρες κατηγορίας των παραπάνω του Λιμενικού Σώματος, τα τρία μέλη της οικογένειας Σ., που δραστηριοποιούνται επαγγελματικά στο ...

και στη διάρκεια του χειμώνα κατοικούν στην Αθήνα σε γνωστή διεύθυνση, κλήθηκαν να παραστούν στη δικαστική διαδικασία δια θυροκολλήσεως στο κλειστό μαγαζί τους στο λιμάνι του .... Επίσης ας σημειωθεί ότι δεν κλήθηκε ως μάρτυρας και ο υπογράφων το σύνολο των αποκαλυπτικών δημοσιευμάτων, δημοσιογράφος.

Συγκεκριμένα, είχαν αποκαλυφθεί εκτός από τον ξυλοδαρμό και τις απειλές, σοβαρά προβλήματα που κατά τη σύνταξη της δικογραφίας, είχε προκαλέσει ο Σημαιοφόρος Γ.. Για όλα αυτά μάλιστα τιμωρήθηκε με διοικητικές ποινές και μετάθεση. Τουλάχιστον όσον αφορά το μέρος της μετάθεσης, η διοικητική ποινή ουδέποτε υλοποιήθηκε με πολιτική παρέμβαση στην ηγεσία του Λιμενικού Σώματος".

Από το περιεχόμενο του ανωτέρω δημοσιεύματος προκύπτει ότι, βασικό πυρήνα αυτού αποτελεί το κατηγορητήριο, δυνάμει του οποίου παραπέμφθηκαν ενώπιον του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου (Ναυτοδικείου) Πειραιώς οι ενάγοντες και στο οποίο ρητώς αυτό (το δημοσίευμα) αναφέρεται, τα γεγονότα δε που περιγράφονται σ' αυτό είναι αληθή, όπως κρίθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση, η σχετική διάταξη της οποίας δεν προβάλλεται με την κρινόμενη έφεση.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, με το επίμαχο δημοσίευμα, γίνεται αυτούσια παράθεση του ΒΜ 1272/2006 με αριθμό 131/2008, από 15-4-2008 κατηγορητηρίου του Εισαγγελέα του Ναυτοδικείου Πειραιά, σε συνδυασμό, βέβαια, με οξεία κριτική και καυστική επίκριση της συμπεριφοράς των εναγόντων, με την ιδιότητα που αυτοί φέρουν. Δηλαδή, από το δημοσίευμα προκύπτει ότι τα γεγονότα που αναφέρονται σ' αυτό πηγάζουν από το παραπάνω κατηγορητήριο, αφού γίνεται η σχετική μνεία "σύμφωνα με το κατηγορητήριο", ο δε συντάκτης του κειμένου δεν τάσσεται υπέρ της ενοχής των εναγόντων.

Εξάλλου, ενώ εκκρεμούσε η ποινική διαδικασία, δεν υπήρχε δυνατότητα εκ μέρους του τελευταίου να διαπιστώσει την ουσιαστική βασιμότητα των κατηγοριών που βαρύνουν τους ενάγοντες, για το λόγο δε τούτο δεν χρησιμοποίησε άλλες φράσεις που να καταδεικνύουν την ενοχή αυτών, δηλαδή, δεν αλλοίωσε το περιεχόμενο του, παρά τα δηκτικά σχόλια με τα οποία αυτό διανθίζεται.

Αντίθετα, προέβη σε παράθεση σχολίων και σε οξεία κριτική των πράξεων που φέρεται ότι τέλεσαν οι ενάγοντες σε βάρος των ανωτέρω πολιτών, ενόψει της ιδιότητας τους, ως δημοσίων κρατικών οργάνων και της απαξίας των αποδιδόμενων με το κατηγορητήριο πράξεων, καθώς αφορούσε θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος που συνίσταται στον έλεγχο της συμπεριφοράς που επιδεικνύουν τα κρατικά όργανα απέναντι στους πολίτες κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, όταν αυτή δεν είναι συμβατή με το νόμο και την επαγγελματική τους δεοντολογία.

Περαιτέρω, η ικανοποίηση του δικαιώματος ενημέρωσης και πληροφόρησης της τοπικής κοινωνίας του ... και εν γένει της κοινωνίας της νήσου ..., δεν θα μπορούσε να πραγματωθεί με μόνη την αναφορά των εκκρεμών κατηγοριών, χωρίς την αποκάλυψη της ταυτότητας των εμπλεκομένων, δεδομένου ότι θα προκαλούσε υπόνοιες σε βάρος του συνόλου των υπηρετούντων στο λιμενικό σώμα της εν λόγω νήσου, οι οποίοι είναι πρόσωπα γνωστά στην τοπική κοινωνία.

Εξάλλου, το γεγονός ότι, με την προαναφερόμενη απόφαση, οι ενάγοντες κηρύχθηκαν αθώοι των αποδιδόμενων σ' αυτούς αξιόποινων πράξεων, δεν μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετική κρίση, ούτε από το γεγονός αυτό μπορεί να αποδοθεί οποιασδήποτε μορφής υπαιτιότητα στον εναγόμενο, έστω και με τη μορφή της ελαφρός αμέλειας, διότι, όση επιμέλεια και αν κατέβαλε αυτός, κατά τον επίδικο χρόνο, δεν θα μπορούσε να υπερκεράσει την εισαγγελική αρχή, για να διαπιστώσει, τελικά, την ύπαρξη ή μη ευθύνης των εναγόντων, σχετικά με την αποδιδόμενη σ' αυτούς αξιόποινη πράξη.

Ενόψει των ανωτέρω, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, η δημοσίευση των ως άνω κειμένων, αφενός μεν έγινε από εύλογο και δικαιολογημένο δημοσιογραφικό ενδιαφέρον, κατ' ενάσκηση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος μετάδοσης πληροφοριών και με αποκλειστικό σκοπό την ενημέρωση του αναγνωστικού κοινού της ανωτέρω εφημερίδας, για γεγονός μείζονος ενδιαφέροντος, όπως το κοινωνικά ευαίσθητο ζήτημα της εγκληματικής δραστηριότητας δημοσίων υπαλλήλων, που κατείχαν σημαντικές θέσεις στην τοπική κοινωνία και προς σχολιασμό αυτών, αφετέρου δε, δεν αποσκοπούσε ειδικά στην προσβολή της τιμής των εναγόντων, ως αμφισβήτηση της ηθικής και της κοινωνικής τους αξίας.

Με βάση τα πραγματικά περιστατικά που προεκτέθηκαν, πρέπει, κατά παραδοχή του, παραδεκτώς, πρωτοδίκως προβληθεντος, ισχυρισμού του εναγομένου, περί συνδρομής δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, τον οποίο επαναφέρει με σχετικό λόγο έφεσης, να απορριφθεί η αγωγή, ως ουσιαστικά αβάσιμη". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 920, 932 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 361, 362, 363 και 367 παρ.1γ', 2β' ΠΚ, ενόψει του ότι στην απόφαση του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά απο αυτή και υπήχθησαν στις εν λόγω διατάξεις και ειδικότερα στις διατάξεις του άρθρου 367 παρ.1γ και 2 ΠΚ, όπως η έννοια αυτών αναλύθηκε στις προαναφερθείσες σχετικές νομικές σκέψεις, και του συμπεράσματος του δικανικού της συλλογισμού.

Ειδικότερα, υπό τα ως άνω, ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά συντρέχουν, όπως παρακάτω αναλυτικότερα εκτίθεται, όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εφαρμογή της ΠΚ 367 παρ.1γ και 2, στην οποία θεμελιώθηκε η άρση του άδικου χαρακτήρα των πράξεων που αποδίδονται κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων στον αναιρεσίβλητο.

Με την ως άνω δε κρίση του (περί συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 367 παρ.1γ και 2 ΠΚ) το Εφετείο δεν παραβίασε, (με την μη εφαρμογή τους), τις διατάξεις των άρθρων 366 παρ.2 ΠΚ, 9Α και 25 του Συντάγματος, 320 ΚΠοινΔ, 6 παρ.3 εδ.α ΕΣΔΑ, καθώς και εκείνες του άρθρου του ν. 2472/1997, οι οποίες υπό τα ως άνω, δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά δεν τυγχάνουν εφαρμογής.

Είναι, συνεπώς, αβάσιμοι οι πρώτος, κατά το πρώτο μέρος, δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος και τρίτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται τα αντίθετα. Περαιτέρω, από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία ως προς το ουσιώδες ζήτημα της εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 367 παρ. 1γ,2β ΠΚ, διότι καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό των εν λόγω εφαρμοστέων διατάξεων, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.

Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα και δη προσδιορίζει με πληρότητα το δικαιολογημένο ενδιαφέρον του αναιρεσιβλήτου για την εξυπηρέτηση του οποίου προέβη στις προεκτεθείσεις ενέργειες και ο οποίος δεν αποσκοπούσε ειδικά στην προσβολή της τιμής των εναγόντων, ως αμφισβήτηση της ηθικής και της κοινωνικής τους αξίας.

Επομένως, οι πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος, και δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος, αναιρετικοί λόγοι, από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην αναιρεσιβαλλόμενη την έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμοι. Οι ως άνω πρώτος και δεύτερος λόγοι, κατά το μέρος που με αυτούς, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων με βάση τα οποία αυτό στήριξε το ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα είναι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη σχετική νομική σκέψη, απαράδεκτοι.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί κατά την παρ.4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Εξάλλου, οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 28 Φεβρουαρίου 2013 αίτηση των Ν. Γ. του Κ., Ν. Γ. του Ε., Γ. Π. του Ε., Χ. Γ. του Σ., Γ. Π. του Ι. και Π. Σ. του Κ. για αναίρεση της 218/2012 απόφασης του Εφετείου Βορείου Αιγαίου.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Οκτωβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ