1295/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1295/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1400 παρ. 1 του ΑΚ: "Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1295 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1295/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος : ..., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Γιώτα.
Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Α. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τσιρόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-7-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18/2000, 18/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 333/2009 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 26-3-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου ανέγνωσε την από 2-12-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, εκ του άρθρου 559 αρ. 9 Κ.Πολ.Δ και την απόρριψη όλων των άλλων λόγων αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 559 αρ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ., ιδρύονται αντιστοίχως, λόγοι αναιρέσεως: αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, ιδίως δε αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή αν έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1400 παρ. 1 του ΑΚ: "Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.
Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή". Από τη διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται και επί γάμων που τελέσθηκαν και επί περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν και πριν από την έναρξη της ισχύος του ν.1329/1983 (άρθρο 12 ν.1649/1986), συνάγεται ότι η απαίτηση του κάθε συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι κατ1 αρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αύξησης του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή, άμεση ή έμμεση του δικαιούχου (Ολ.ΑΠ 28/1996).
Ο κανόνας, όμως, αυτός, δεν αποκλείει, κατά την έννοια της διάταξης, την εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας να διατάξει, κατά την ελεύθερη κρίση του, δεχόμενο σχετικό αίτημα του ενός ή του άλλου συζύγου, ενοχικώς δε πάντοτε, την απόδοση του ποσοστού της συμβολής του δικαιούχου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου με αυτούσια απόδοση είτε ανάλογου ποσοστού συγκυριότητας επί των αποκτημάτων είτε ορισμένου ή ορισμένων πραγμάτων ίσης αξίας προς το ποσοστό της συμμετοχής του δικαιούχου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου, μετά από στάθμιση των εκατέρωθεν συμφερόντων και κυρίως του συμφέροντος του δανειστή.
Τούτο ενισχύεται και από την αιτιολογική έκθεση του ν. 1329/1983, όπου αναφέρεται ότι τελικά απόκειται στην κρίση του δικαστηρίου να "διατάξει την τυχόν ζητούμενη απόδοση αυτούσιου του αναλόγου μέρους των αποκτημάτων", άποψη που μπορεί να στηριχθεί και σε αναλογία δικαίου,με βάση τις αρχές που συνάγονται τόσο από τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ο οποίος συγγενεύει με την αξίωση του άρθρου 1400 ΑΚ, όσο και από τη διάταξη του άρθρου 297 εδ.
β' ΑΚ, η οποία ορίζει ότι: "αντί για χρηματική αποζημίωση το δικαστήριο μπορεί, εκτιμώντας τις ειδικές περιστάσεις, να διατάξει την αποκατάσταση της προηγούμενης κατάστασης, εφόσον η αποζημίωση με τον τρόπο αυτό δεν προσκρούει στο συμφέρον του δανειστή" (Ολ.ΑΠ 28/96, ΑΠ 1740/2002, 1799/2008, 1249/2009, 193/2010,209/2010,287/2011).
Στην κρινομένη υπόθεση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: " Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο την 15-7-1967 ... Η ενάγουσα πριν από το γάμο ... εργαζόταν άλλοτε σε διάφορα εργοστάσια κατασκευής ετοίμων ενδυμάτων στο Τορόντο, άλλοτε φυλάττοντας ανήλικα παιδιά, και άλλοτε ως μοδίστρα. Τις ίδιες εργασίες εξακολούθησε και τα πρώτα χρόνια μετά το γάμο της.
Τα εισοδήματα από την εργασία της μετά την αφαίρεση των συνήθων εξόδων στοιχειώδους καθημερινής συντήρησης τα αποταμίευε. Το ύψος των εισοδημάτων της δεν βεβαιώνεται ... Το έτος 1968 απέκτησαν το πρώτο τους παιδί ... Γ.. Ο εναγόμενος μετά το γάμο όπως και προηγούμενα εργαζόταν ως σερβιτόρος στο ξενοδοχείο ...
χωρίς να αποδεικνύεται και ως προς αυτόν το ύψος των εισοδημάτων του. Αρχές του έτους 1968 ... αγόρασαν από κοινού κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο κάθε ένας την πρώτη τους οικία στο Τορόντο αξίας 20.000 δολλαρίων Καναδά. Για την αγορά κατέβαλαν ως προκαταβολή ποσό 2000 δολλαρίων ... το οποίο προερχόταν κατά 1000 δολλάρια από οικονομίες τους και κατά 1000 δολλάρια από δάνειο που συνήψαν από συγγενή της ενάγουσας.
Το υπόλοιπο ποσό πιστώθηκε και θα εξοφλείτο με δόσεις. Η οικία αυτή μεταπωλήθηκε την 30-10-1969 αντί τιμήματος 26.320 δολαρίων Καναδά. Εν τω μεταξύ τον Σεπτέμβριο του έτους 1969 διαταράχθηκαν οι συζυγικές σχέσεις. Ο εναγόμενος έφερε τον ανήλικο Γ. στην Τρίπολη στους γονείς του ... και ανεχώρησε για το Σικάγο ΗΠΑ ... (παρέμεινε δε εκεί μέχρι τα μέσα του έτους 1972, Το χρονικό αυτό διάστημα οι διάδικοι βρίσκονταν σε διάσταση.
Ο εναγόμενος εργαζόταν στο Σικάγο ως μάγειρας σε δύο εστιατόρια. Η ενάγουσα διέμενε στο Τορόντο, όπου εργαζόταν. Περί τα μέσα του έτους 1972 επήλθε συμφιλίωση των διαδίκων και επέστρεψαν στην Ελλάδα. Εγκαταστάθηκαν σε μίσθιο σπίτι, ... Ο εναγόμενος αγόρασε με δικά του χρήματα ποσοστό 50% αστικού λεωφορείου, στο οποίο εργαζόταν ως οδηγός.
Η παραμονή τους διήρκεσε μέχρι αρχές 1973 χωρίς να αποδεικνύεται ότι το διάστημα αυτό η ενάγουσα εργαζόταν αφού μάλιστα εγκυμονούσε, οπότε αποφάσισαν να μεταναστεύσουν και πάλι στο Τορόντο. Όταν μετέβησαν εκεί αγόρασαν κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας την δεύτερη κατοικία τους, με χρήματα που προέρχονταν από αποταμίευση και των δύο.
Την κατοικία αυτή μεταπώλησαν την 7-2-1974 αντί τιμήματος 30.000 δολαρίων Καναδά. Την 20-2-1975 αγόρασαν κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας τρίτη κατοικία, αποτελούμενη από ισόγειο και δύο ορόφους με δύο διαμερίσματα σε κάθε όροφο. Το ένα διαμέρισμα χρησιμοποιείτο ως συζυγική κατοικία και τα λοιπά εκμισθώνονταν.
Τέλος και αυτό το ακίνητο το μεταπώλησαν την 23-5-1978 αντί τιμήματος 100.000 δολαρίων Καναδά. Το τελευταίο διάστημα παραμονής τους στο Τορόντο εναγόμενος εργαζόταν ως οδηγός ιδιόκτητου φορτηγού αυτοκινήτου με το οποίο έκανε μεταφορές, η δε ενάγουσα εκτός από τις συνήθεις οικιακές απασχολήσεις και την φροντίδα των δύο ανηλίκων τέκνων της, εργαζόταν άλλοτε ως κομμώτρια, άλλοτε ως φύλακας μικρών παιδιών ξένων οικογενειών και άλλοτε ως μοδίστρα.
Από τις αποδείξεις δεν αποδεικνύεται με ακρίβεια το ύψος του εισοδήματος που αποκόμιζε ο καθένας από την εργασία του. Όμως αποδεικνύεται πλήρως ότι το καλοκαίρι του έτους 1978 οι διάδικοι είχαν συγκεντρώσει από αποταμίευση από τα εισοδήματα της εργασίας τους από κοινού 25.000 Δολάρια Καναδά, με σκοπό να τα επενδύσουν σε ακίνητο "την Ελλάδα όπου επρόκειτο ...
να επανεγκατασταθούν. Επίσης από την πώληση της κατοικίας τους που ανήκε κατ' ίσα ιδανικά μέρη και στους δύο εισέπραξαν το ποσό των 100.000 δολαρίων Καναδά. Έτσι με συνολικό κεφάλαιο 125.000 δολαρίων που τους ανήκε κατ' ίσα μέρη επέστρεψαν στην Ελλάδα μετά τον Αύγουστο του έτους 1978 ... . Το χρηματικό ποσό των 125.000 δολαρίων ισότιμο προς 3.753.875 δρχ. (βλ.
από 30-12-1978 δελτίο τιμών εξωτερικών συναλλαγμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος όπου η τιμή του δολαρίου τούτου ήταν ίση προς 30,031 δρχ) δαπανήθηκε ... από Σεπτέμβριο 1978 έως Ιούλιο ... 1980 ... για τη συντήρηση της οικογενείας τους ... το συνολικό ποσό των 276.000 δρχ., αφού απαιτείτο ... κατά μέσο όρο το ποσό των 12.000 δρχ μηνιαίως πέραν του ποσού που κέρδιζε η ενάγουσα εργαζόμενη κατά διαστήματα μέσα στο παραπάνω χρονικό διάστημα ως εργάτρια στη συλλογή πορτοκαλιών.
Έτσι απέμεινε υπόλοιπο κεφάλαιο 3.477.875 δρχ. Δυνάμει του υπ' αριθ. .../31-1-1979 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Τρίπολης...που μεταγράφηκε νόμιμα ο εναγόμενος αγόρασε μόνο στο όνομά του ένα οικόπεδο εντός του Παράλιου Άστρους εμβαδού 845,98 τ.μ. Η δαπάνη για την καταβολή του τιμήματος και λοιπών εξόδων συμβολαίου ανήλθε στο ποσό των 1.800.000 δρχ που προερχόταν από το παραπάνω κεφάλαιο.
Έτσι απέμεινε' υπόλοιπο 1.677.875 δρχ που από κοινού οι διάδικοι προόριζαν για την ανέγερση πολυώροφης οικοδομής στο παραπάνω οικόπεδο κατάλληλης για λειτουργία εστιατορίου στο ισόγειο και για μίσθωση μικρών διαμερισμάτων σε δυο ορόφους. Ευθύς μετά την αγορά άρχισε η ανέγερση της οικοδομής τον Ιούλιο 1979.
Δυνάμει της υπ' αριθ. 1184/1979 πράξης- σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας της ίδιας συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα ο εναγόμενο^ συνέστησε στην υπό ανέγερση οικοδομή διακεκριμένες και αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες στο ισόγειο και τους δύο ορόφους. Ειδικότερα στο ισόγειο συνέστησε ένα ισόγειο κατάστημα...για εστιατόριο, και οκτώ διαμερίσματα 25 τ.μ έως 27 τ.μ το καθένα στον πρώτο όροφο συνέστησε ένδεκα χωριστές ιδιοκτησίες εκ των οποίων εννέα, 22 έως 30 τ.μ το καθένα, ένα διαμέρισμα τριών κυρίων δωματίων, 52 τ.μ και ένα άλλο δύο κύριων δωματίων, 36 τ.μ.
Στον δεύτερο όροφο συνέστησε επίσης ένδεκα χωριστές ιδιοκτησίες από τις οποίες εννέα ... εμβαδού 22 έως 34 τ.μ. το καθένα και δύο διαμερίσματα ... 39 και 40 τ.μ. αντίστοιχα. Η οικοδομή περατώθηκε εκτός από τα οκτώ διαμερίσματα του ισογείου τέλος Ιουλίου 1980 και άρχισε η εκμετάλλευση της. Για την κατασκευή της δαπανήθηκε (α).
Το υπόλοιπο κεφάλαιο που είχαν φέρει οι διάδικοι από το εξωτερικό δρχ 1.677.875, β) το ποσό του 1.586.000 δρχ που πράγματι εισπράχθηκε από την πώληση κατά το μήνα Ιούλιο 1979 τεσσάρων διαμερισμάτων του πρώτου ορόφου, τα οποία τότε ακόμη δεν είχαν κατασκευαστεί δηλαδή τα Α1 και Α2 ... Α3 ... και Α4 ... και γ) το ποσό του 1.960.000 δρχ που έλαβε ο ενάγων ως δάνειο από την Εθνική Κτηματική Τράπεζα.
Η συμβολή της ενάγουσας στην αγορά του οικοπέδου και στις δαπάνες ανέγερσης της οικοδομής συνίστατο στο ποσό των 838.937,50 δρχ που ήταν το μισό από το κεφάλαιο του εξωτερικού, στο ποσό των 793.000 δρχ. που αντιστοιχεί στο ήμισυ του τιμήματος που εισπράχθηκε από την πώληση των παραπάνω διαμερισμάτων, τα οποία δεν είχαν κατασκευασθεί κατά τον χρόνο πώλησης και δεν θα πωλούνταν αν δεν είχε αγοραστεί το οικόπεδο και το ποσό των 980.000 δρχ δηλαδή το ήμισυ του ληφθέντος δανείου αφού αυτό εξοφλείτο και από τους δύο συζύγους από τα εισοδήματα τους από το εστιατόριο που άρχισε να λειτουργεί στην παραπάνω οικοδομή από τον Αύγουστο του έτους 1980 και στο οποίο εργάζονταν και οι δύο χωρίς να έχουν προσλάβει προσωπικό.
Έτσι η ενάγουσα συνέβαλε στην αγορά του οικοπέδου και στην ανέγερση της οικοδομής με το συνολικό ποσό των 2.611.937,5 δρχ., δηλαδή κατά το ήμισυ των συνολικών δαπανών. Έτσι, το ύψος της συμβολής της στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου ανέρχεται στο ήμισυ...Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, κατά το χρόνο αμετάκλητης λύσης του γάμου (12-3-1996) η αξία του καταστήματος και των διαμερισμάτων, όπως αυτά είχαν κατασκευαστεί ενόψει του ότι τα διαμερίσματα του ισογείου ήταν ημιτελή, ευρισκόμενα στο στάδιο του φέροντος οργανισμού ανερχόταν (πλην των τεσσάρων πωληθέντων ...) ...
συνολικά στο ποσό των 42.610.000 δρχ. Η ενάγουσα σύμφωνα με τα παραπάνω συνέβαλε στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου κατά το ήμισυ, δηλαδή κατά το ποσό των 21.305.000 δρχ. Ζητεί δε να της αποδοθεί με τη μεταβίβαση σ1 αυτήν, όπως εκτιμάται κατά κυριότητα ορισμένων διαμερισμάτων της οικοδομής ίσης αξίας προς το ποσοστό στην αύξηση.
Το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα δεχόμενο σχετικό αίτημα του ενός ή του άλλου συζύγου ενοχικώς πάντοτε να διατάξει την απόδοση του ποσοστού της συμβολής του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου.. με αυτούσια απόδοση είτε αναλόγου ποσοστού συγκυριότητας επί των αποκτημάτων είτε ορισμένου ή ορισμένων πραγμάτων ίσης αξίας προς το ποσοστό συμμετοχής του δικαιούχου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου ... .
Στην προκειμένη περίπτωση εκτιμώντας τα παραπάνω περιστατικά και συνθήκες υπό τα οποία επήλθε αύξηση της περιουσίας του εναγομένου, τον τρόπο συμβολής της ενάγουσας, την οικογενειακή και οικονομική κατάσταση των διαδίκων κατά τον κρίσιμο χρόνο, κρίνει ότι πρέπει να αποδοθεί το αιτούμενο μέρος της αύξησης με τη μεταβίβαση εκ μέρους του εναγομένου, προς την ενάγουσα κυριότητας διαμερισμάτων της οικοδομής ίσης αξίας προς το ποσό της συμβολής της.
Προς τούτο κρίνει ότι πρέπει να της μεταβιβάσει τα υπό στοιχεία Ισ1, Ισ2, Ισ3, Ισ4, Ισ5 και Ισ6 διαμερίσματα του ισογείου συνολικού εμβαδού 154 τ.μ και συνολικής αξίας 6.160.000 δρχ. ή 18.077,6 ευρώ. Τα υπό στοιχεία Α8, Α9, Α10 και Α11 διαμερίσματα του πρώτου ορόφου συνολικού εμβαδού 135 τ.μ και συνολικής αξίας 7.425.000 δρχ. 21.790,16 ευρώ.
Τα υπό στοιχεία Β3, Β5, Β6, Β7, Β8 διαμερίσματα του δευτέρου ορόφου συνολικού εμβαδού 120 τ.μ συνολικής αξίας 6.600.000 δρχ. ή 19.369,03 ευρώ δηλαδή συνολικής αξίας 20.185.000 δρχ. ή 59.236,97 ευρώ. Το υπόλοιπο της αξίας της συμβολής της ποσό 1.120.000 δρχ. ή 3.286,86 ευρώ πρέπει να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα με τον νόμιμο τόκο από 5-11-96.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε μερικά την αγωγή και υποχρεώνει τον εναγόμενο να μεταβιβάσει στην ενάγουσα τα υπ' αριθμόν Α10 και 11 διαμερίσματα και να της καταβάλει το ποσό των 387 ευρώ δεν εκτίμησε σωστά τις αποδείξεις και συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτή η υπ' αριθμόν 705/2004 έφεση κατά παραδοχή του συμφώνου προς τα παραπάνω λόγου της, να εξαφανιστεί η προσβαλλομένη απόφαση και αφού κρατηθεί η υπόθεση από το δικαστήριο αυτό, να γίνει μερικά δεκτή η αγωγή, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να μεταβιβάσει στην ενάγουσα τα παραπάνω διαμερίσματα και να της καταβάλει το ποσό των 3.286,86 ευρώ ...".
Υπό τις εκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο, υπήγαγε ορθώς στις προαναφερόμενες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου τα πραγματικά περιστατικά που - αναιρετικώς ανέλεγκτα - έκρινε αποδεδειγμένα και διέλαβε στην απόφαση του, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές διατυπώσεις αιτιολογίες, (που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο), τόσο για την αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου κατά τη διάρκεια του εγγάμου βίου του με την ενάγουσα, όσο και για τη συμβολή της τελευταίας στην αύξηση αυτή, καθώς και για την εκτίμηση ότι έπρεπε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να αποδώσει στην ενάγουσα τις συγκεκριμένες ανεξάρτητες ιδιοκτησίες (διαμερίσματα) που αντιστοιχούσαν στην αξία συμβολής της, στο σύνολο των ενδίκων αποκτημάτων.
Επομένως, είναι αβάσιμοι οι δεύτερος και έκτος αναιρετικοί λόγοι (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., κατά την εκτίμηση του νοηματικού τους περιεχομένου), με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο.
Περαιτέρω, η δίκη που ανοίγεται με βάση την εκ του άρθρου 1400 ΑΚ αγωγή έχει αντικείμενο τη συμμετοχή ή μη του ενάγοντος στα περιουσιακά στοιχεία που απέκτησε ο εναγόμενος μετά το γάμο και δεν είναι νομικώς σημαντική αυτή καθ' εαυτήν η προ του γάμου περιουσιακή αυτού κατάσταση (ΑΠ 215/2011). Δεν αποτελούν δε στοιχείο της σχετικής αγωγής, ούτε τα βάρη και το εν γένει παθητικό της περιουσίας του εναγομένου συζύγου, αφού αυτά ανάγονται στη σφαίρα επιρροής του ίδιου και αυτός βαρύνεται να τα επικαλεσθεί (και να τα αποδείξει). Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμος ο πέμπτος αναιρετικός λόγος (εκ του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ), με τον οποίον ο εναγόμενος - αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας επειδή "καθόλου δεν προσδιορίζεται το παθητικό της περιουσίας του (αρχικής και τελικής) για να καταστεί δυνατός ο ορθός υπολογισμός της τελικής περιουσίας, ούτε αναφέρεται εάν δεν υπάρχει κάποιο παθητικό".
Ομοίως αβάσιμος είναι ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου εκ του άρθρου 559 αρ. 9 Κ.Πολ.Δ., καθόσον υπό τα προεκτεθέντα, το Εφετείο, δεν παραβίασε τη δικονομική αρχή του άρθρου 106 Κ.Πολ.Δ., αφού δεν επεδίκασε στην ενάγουσα τελικώς, πέραν των αιτηθέντων, αλλά, κατ' εφαρμογή της παρεχόμενης από τον κανόνα του άρθρου 1400 ΑΚ εξουσίας διέταξε, κατά παραδοχή, μερικώς του αγωγικού αιτήματος (και μόνο ενοχικώς) την απόδοση του ποσοστού της συμβολής της δικαιούχου ενάγουσας στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου με αυτούσια απόδοση των συγκεκριμένων διαμερισμάτων, για τα οποία είχε ήδη συσταθεί πράξη οριζόντιας ιδιοκτησίας και αυτοτελών διαμερισμάτων.
Κατά το άρθρο 1401 εδαφ. β' ΑΚ η αξίωση του άρθρου 1400 παραγράφεται δύο χρόνια μετά τη λύση ή ακύρωση του γάμου, κατά δε το άρθρο 1400 παρ. 2 ΑΚ η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση διάστασης των συζύγων που διάρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια. Στην περίπτωση της τριετούς διαστάσεως, η παραγραφή αρχίζει από τη στιγμή που η αξίωση γεννιέται και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη της (ΑΚ 251), δηλαδή από τη συμπλήρωση τριετίας στη διάσταση των συζύγων.
Εφ' όσον όμως, υφίσταται και διαρκεί ο γάμος, η παραγραφή αναστέλλεται μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση για τη λύση ή την ακύρωση αυτού (ΑΚ 256 αρ. 1, 1381,1438). Το χρονικό διάστημα της αναστολής δεν υπολογίζεται στο χρόνο της παραγραφής (ΑΚ 257). Μετά την λύση ή την ακύρωση του γάμου, ο χρόνος αυτής τρέχει εκ νέου και για να συμπληρωθεί πρέπει να περάσουν δύο χρόνια από το αμετάκλητο της σχετικής απόφασης, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ: "Κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς.
Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό προς το άρθρο 221 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι ως επανέγερση της αγωγής νοείται η έγερση νέας αγωγής με τους ίδιους διαδίκους και με την ίδια ιστορική και νομική αιτία. (βλ.
ΑΠ 215/2011, 1673/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο ότι απορρίπτοντας εσφαλμένα την περί παραγραφής, της ενδίκου αξιώσεως της αναιρεσίβλητης, ένσταση που υπέβαλε παραδεκτώς πρωτόδικος και κατ' έφεση, υπέπεσε στην πλημμέλεια της παραβιάσεως του ουσιαστικού κανόνα δικαίου του άρθρου 1401 εδ. 2. ΑΚ.
Το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα σχετικά με τον ερευνώμενο λόγο αναίρεσης: "Όσον αφορά την ένσταση παραγραφής ... ορθά απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ... διότι ... στην προκειμένη περίπτωση ο γάμος των διαδίκων λύθηκε αμετάκλητα την 12-3-1996. Κατά συνέπεια από την επομένη ημέρα αρχίζει ο χρόνος της διετούς παραγραφής η οποία βρισκόταν σε αναστολή από τη συμπλήρωση της τριετούς διάστασης των διαδίκων έως την αμετάκλητη λύση του γάμου τους. Με δεδομένο ότι η κρινόμενη αγωγή ασκήθηκε κατ' άρθρο 263 ΑΚ εντός εξαμήνου από την απόρριψη ως αόριστης δυνάμει της υπ' αριθμ. 156/1999 απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προηγούμενης όμοιας αγωγής της ενάγουσας θεωρείται ότι η παραγραφή έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή που επιδόθηκε την 5-11-1996".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι η νέα (ένδικη) αγωγή αποτελεί "επανέγερση" της πρώτης η οποία (επανέγερση) έγινε εντός εξαμήνου από την απόρριψη της πρώτης ως αόριστης, και ότι επομένως η ασκηθείσα με τη δεύτερη αγωγή αξίωση από τα αποκτήματα του εναγομένου κατά τη διάρκεια του γάμου, δεν έχει υποκύψει σε παραγραφή, αφού ο χρόνος της διετούς παραγραφής βρισκόταν σε αναστολή από τη συμπλήρωση της τριετούς διάστασης των διαδίκων έως την αμετάκλητη λύση του γάμου τους, απορρίπτοντας τη σχετική περί παραγραφής ένσταση του αναιρεσείοντος, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη και ο περί του αντιθέτου, τέταρτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 221 παρ. 1 και 222 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες η κατάθεση της αγωγής συνεπάγεται, μεταξύ άλλων, και εκκρεμοδικία, μετά την επέλευση της οποίας και κατά τη διάρκεια αυτής δεν μπορεί να γίνει ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου, κατόπιν μεταγενέστερης αγωγής, νέα δίκη για την ίδια διαφορά ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους, εφόσον εμφανίζονται με την ίδια ιδιότητα, συνάγεται ότι για να υπάρξει εκκρεμοδικία δεν αρκεί η σύμπτωση των αιτημάτων των ίδιων αγωγών, αλλά απαιτείται και ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας (ΑΠ 1858/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχτηκε ότι από την προγενέστερη, από 25-11-1991 αγωγή της αναιρεσίβλητης, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, κατά του ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία ζητούσε απόδοση αποκτημάτων, επί της οποίας έχει εκδοθεί η 65/1992 Πράξη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που έταξε θέματα αποδείξεως και εκκρεμεί, δεν δημιουργείται εκκρεμοδικία για την ένδικη αγωγή, "δεδομένου ότι δεν υφίσταται ανάμεσα στις δύο αγωγές ταυτότητα ιστορικής αιτίας, αφού στην πρώτη αγωγή, βάση στην αξίωση ήταν η τριετής διάσταση των διαδίκων, ενώ στην ένδικη αξίωση της ενάγουσας βάση αυτής είναι η αμετάκλητη λύση του γάμου τους και ενόψει του ότι προϋπόθεση της εκκρεμοδικίας είναι να υφίσταται ταυτότητα διαφοράς υπό την έννοια της σύμπτωσης απολύτως του δικαιώματος που κατάγεται στην παράλληλη δίκη, του αιτήματος και της ιστορικής και νομικής αιτίας" και έτσι δεν υπάρχει ταυτότητα διαφοράς.
Περαιτέρω, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της εν λόγω από 25-11-1991 προγενέστερης αγωγής, για την οποία στο σχετικό αναιρετικό λόγο γίνεται σαφής αναφορά ότι η αναιρεσίβλητη είχε εγείρει αυτή "με αντικείμενο τη διεκδίκηση μέρους αποκτημάτων" προκύπτει ότι μ' αυτήν η ήδη αναιρεσίβλητη ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει δραχμές 58.850.000 "ήτοι το 1/2 του συνόλου των μισθωμάτων και εισοδημάτων εκ της λειτουργίας του μαγαζιού, άλλως το 1/3 του συνόλου των μισθωμάτων που εισπράχθηκαν από την εκμίσθωση των "γκαρσονιερών" και από τα εισοδήματα του μαγαζιού", ώστε η αγωγή αυτή είχε πράγματι και διάφορο αντικείμενο αποκτημάτων ως και αίτημα.
Συνακόλουθα, από την άσκηση της προγενέστερης αγωγής δεν εδημιουργείτο εκκρεμοδικία για την ένδικη και το Εφετείο που απέρριψε την εν λόγω ένσταση, δεν παρέλειψε παρά τον νόμο να κηρύξει απαράδεκτο της συζήτησης της αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη σ' αυτή, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατ' επιτρεπτή εκτίμηση του περιεχομένου του, πλημμέλεια του αριθ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου, λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 του Κ.ΠολΔ., λόγος αναίρεσης ότι το δικαστήριο, παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, απορρίπτεται ως αβάσιμος όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την κρίση του σχημάτισε από τα μνημονευόμενα σ' αυτήν (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 821/1991, 575/1978).
Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ ' του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης, ιδρυόμενος αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν (ΑΠ 630/2004, 970/2002,1351/2002).
Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη που δεν του παρέχει ο νόμος ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη μολονότι την είχε κατά νόμο. Εξ άλλου, από τα άρθρα 438, 440 και 441 ΚΠολΔ προκύπτει ότι τα συμβολαιογραφικά έγγραφα, ως δημόσια έγγραφα, αποτελούν πλήρη απόδειξη, χωρίς να επιτρέπεται ανταπόδειξη, παρά μόνο δια της προσβολής τους ως πλαστών, όχι ως προς όλα όσα περιέχονται σε αυτά, αλλά μόνο ως προς όσα ο συμβολαιογράφος αναφέρει ότι έγιναν από τον ίδιο ή ενώπιον του. Ως προς το περιεχόμενο των δικαιοπρακτικών δηλώσεων των συμβαλλομένων μερών, καθώς και ως προς όσα αναφέρονται αφηγηματικά στο συμβολαιογραφικό έγγραφο, εφόσον αυτά έχουν άμεση σχέση με το κύριο αντικείμενο του εγγράφου, χωρεί ανταπόδειξη και χωρίς προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, ενώ όσα δεν έχουν άμεση σχέση θεωρούνται ως αρχή έγγραφης απόδειξης (ΑΠ 819/2010, 384/ 2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε τα ακόλουθα, σχετικά με τον ερευνώμενο έβδομο λόγο αναίρεσης: "Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι το αγροτικό ακίνητο που απέκτησε η ενάγουσα με το υπ' αριθμόν .../1996 (προφανώς 1986, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο) συμβόλαιο της Συμ/φου Άστρους Μεταξίας Ματσάκα προέρχεται από αιτία δωρεάς προς αυτήν από την κυρία αυτού Ε.
Μ. λόγω της αγάπης, στοργής και φροντίδας που επέδειξε η ενάγουσα προς αυτήν που ήταν ηλικιωμένη επί ενάμιση έτος και δεν το απέκτησε λόγω πώλησης όπως εικονικά αναφέρεται στο συμβόλαιο. Επομένως η ένσταση του εναγομένου περί συμψηφισμού της αξίας του ακινήτου αυτού που απέκτησε η ενάγουσα κατά τη διάρκεια του γάμου τους πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία της".
Κατ' ακολουθίαν εφόσον το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του έλαβε υπόψη την ως άνω ένσταση και την απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη σ' αυτό πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και επομένως ο έβδομος λόγος αναίρεσης, κατά το σκέλος αυτό είναι αβάσιμος.
Ούτε άλλωστε υπέπεσε στην αποδιδόμενη σ' αυτό, με τον ίδιο λόγο πλημμέλεια, ότι άφησε αδίκαστη την αίτηση του και ο εκ του άρθρου 559 αρ.9 Κ.Πολ.Δ λόγος είναι αβάσιμος. Επίσης, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη το φερόμενο ως αγνοηθέν, άνω συμβολαιογραφικό έγγραφο, το οποίο ρητά μνημονεύει και κατ' ακολουθίαν ο από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' Κ.Πολ.Δ., προβαλλόμενος, περί του αντιθέτου έβδομος λόγος αναίρεσης, κατά το σκέλος αυτό, είναι αβάσιμος.
Τέλος, οι δηλώσεις των συμβληθέντων στο ως άνω συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Άστρους Μεταξίας Ματσάκα, δεδομένου ότι έχουν άμεση σχέση με το κύριο αντικείμενο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, αποτελούν μεν πλήρη απόδειξη ως προς το περιεχόμενο τους, πλην όμως χωρεί ανταπόδειξη κατά των δηλώσεων αυτών, κατ' άρθρο 441 Κ.Πολ.Δ., χωρίς να υπάρχει ανάγκη να προσβληθεί το ως άνω έγγραφο ως πλαστό.
Συνεπώς, το Εφετείο, που δέχθηκε ως αποδεικνυόμενο από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, ότι το ακίνητο που απέκτησε η ενάγουσα δυνάμει του συμβολαιογραφικού αυτού εγγράφου, προέρχεται στην πραγματικότητα, από αιτία δωρεάς, για τους προεκτεθέντες λόγους, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια της παραβίασης των άνω διατάξεων σχετικά με την αποδεικτική δύναμη του εν λόγω συμβολαιογραφικού εγγράφου ως προς τις ως άνω δηλώσεις των συμβληθέντων σ' αυτό, γι' αυτό καν ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Κατά συνέπεια, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, στο σύνολο της, να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα, λόγω της ήττας του, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 26-3-2010 αίτηση του ... για αναίρεση της 333/2009 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουνίου 2012. Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ