1295/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1295/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 εδ. β` Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 19 του ν. 2915/2001, αν στις διατάξεις των ειδικών διαδικασιών δεν ορίζεται διαφορετικά: α) οι προτάσεις κατατίθενται στο ακροατήριο, β) όλοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις καταχωρίζονται στα πρακτικά...".
Full text
Απόφαση 1295 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1295/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "INTERAMERIKAN ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙKΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΖΗΜΙΩΝ ΑΕ", η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Δρακόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ2, κατοίκου ..., ο οποίος ανακάλεσε την από 1-3-2010 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του ως δικηγόρος.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 6-12-2004 και 2-2-2006 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20916/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 1140/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 24-7-2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 16-3-2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της απόφασης κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιό της. Ο αναιρεσίβλητος ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 100 παρ. 1, 102 και 107 του ν.δ. 3026/1954 "περί του κώδικος των δικηγόρων" προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να καθορίσει και επιδικάσει στο δικηγόρο αμοιβή για τη σύνταξη αγωγής και προτάσεων, οφείλει να λάβει υπόψη του το αίτημα της αγωγής που συνίσταται σε ορισμένη χρηματική απαίτηση, εκτός αν προταθεί και αποδειχθεί από τον εναγόμενο ένσταση από το άρθρο 102 του Κώδικα Δικηγόρων, ότι το αγωγικό αίτημα είναι προφανώς εξογκωμένο, κάτι που μπορούσε να αντιληφθεί ο δικηγόρος, αν εξακρίβωνε επιμελέστερα τα πράγματα, διότι στην περίπτωση αυτή υφίσταται κατάχρηση δικαιώματος ως προς την απόληψη αμοιβής, την οποία θέλει να αντιμετωπίσει η ανωτέρω διάταξη, οπότε ο καθορισμός της αμοιβής δεν θα γίνει με βάση το αίτημα της αγωγής, αλλά με βάση το ποσό που έπρεπε να ζητηθεί, ύστερα από επιμελημένη εξακρίβωση των πραγμάτων.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 εδ. β` Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 19 του ν. 2915/2001, αν στις διατάξεις των ειδικών διαδικασιών δεν ορίζεται διαφορετικά: α) οι προτάσεις κατατίθενται στο ακροατήριο, β) όλοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις καταχωρίζονται στα πρακτικά...".
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρ. 677, 679, 681, 666 παρ. 1, 115 παρ. 3 και 256 παρ. 1δ' ΚΠολΔ συνάγεται ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας, όπου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, όπως είναι οι ενστάσεις και οι αντενστάσεις, προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, επί πλέον δε οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις (Ολ ΑΠ 2/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθμ. 20916/2007 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου συνεκδικάσθηκαν και έγιναν εν μέρει δεκτές, ως βάσιμες κατ' ουσίαν, δύο αγωγές του αναιρεσίβλητου δικηγόρου κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας, με τις οποίες ο πρώτος ζητούσε, ως εκδοχέας της απαιτήσεως του εντολέα του-εκχωρητή, παθόντος σε τροχαίο ατύχημα, ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα και δικαιούμενου στο πλαίσιο της ασφαλιστικής συμβάσεως την καταβολή αμοιβής του δικηγόρου του, δικηγορική αμοιβή, για την κατ' εντολή του παθόντος άσκηση αγωγής αποζημιώσεως κατά του υπαιτίου του τροχαίου ατυχήματος και εφέσεως κατά της εκδοθείσης επ' αυτής αποφάσεως του μονομελούς πρωτοδικείου.
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των υπ' αριθμ. 20916/2007 πρακτικών που τηρήθηκαν κατά τη συζήτηση των συνεκδικασθεισών ως άνω αγωγών, κατά την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας δήλωσε και καταχωρήθηκε στα πρακτικά ότι αρνείται την αγωγή, ότι αυτή δεν είναι νόμιμη, ότι το περιεχόμενό της δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και ότι προβάλλει τις ενστάσεις α)καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος-παράβασης όρου του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, β)άρνησης κονδυλίων αγωγής, γ)...δ)..ε)...., ισχυρισμούς και αρνήσεις που αναφέρονται στις προτάσεις του, που κατατέθηκαν επί της έδρας.
Από την επισκόπηση των προτάσεων αυτών προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα, εκτός των άλλων, πρότεινε σαφώς και ορισμένως την εκ του άρθρου 102 του Κώδικα περί Δικηγόρων ένσταση, υποστηρίζοντας ότι το αίτημα της αγωγής, την οποία άσκησε ο αναιρεσίβλητος κατ' εντολήν του πελάτου του-παθόντος, ήταν υπερβολικά διογκωμένο και το γεγονός αυτό μπορούσε να γίνει αντιληπτό από τον αναιρεσείοντα δικηγόρο, θα έπρεπε δε να προσδιορισθεί η δικηγορική αμοιβή του τελευταίου όχι με βάση το δια της αγωγής αιτηθέν αλλά με βάση το τελικώς επιδικασθέν ποσό της αποζημίωσης του εντολέα του, συνολικού ύψους 149.450 ευρώ και ότι συνεπεία των ανωτέρω η αξίωση του αναιρεσείοντος να ζητεί δικηγορική αμοιβή επί τη βάσει διογκωμένου αγωγικού αιτήματος παρίσταται καταχρηστική και αντίκειται στο άρθρο 4 των γενικών όρων του ασφαλιστηρίου.
Κατά συνέπεια, η προβολή της ενστάσεως αυτής έγινε παραδεκτά, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στη μείζονα πρόταση, εφόσον είναι σαφές ότι η ως άνω ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος προτάθηκε υπό την έννοια του άρθρου 102 του Κώδικα Δικηγόρων. Με την πρωτοβάθμια υπ' αριθμ. 20916/2007 απόφαση έγινε δεκτή η ως άνω ένσταση (την οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο θεώρησε ως αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής) και ακολούθως έγιναν εν μέρει δεκτές ως βάσιμες κατ' ουσίαν οι συνεκδικασθείσες αγωγές του αναιρεσιβλήτου.
Κατά της ανωτέρω αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις από τους και ήδη διαδίκους. Με την προσβαλλόμενη απόφαση συνεκδικάσθηκαν οι εν λόγω εφέσεις και κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω τους αναιρετικούς λόγους μέρος της, το εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα "δεν πρότεινε στο ακροατήριο για να καταχωρηθεί έστω και συνοπτικά στα πρακτικά, την προβλεπόμενη από το άρθρο 102 του Κώδικος Δικηγόρων ένσταση, αναφορικά με τα αγωγικά κονδύλια του παθόντος εντολέα του αναιρεσιβλήτου α)περί διαφυγόντος κέρδους ύψους 1.440.000 ευρώ (η απόρριψη του οποίου από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως προφανώς διογκωμένου αποτελούσε το μοναδικό λόγο της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου) και β)περί της αξίας του καταστραφέντος αυτοκινήτου, βελτιωμένης διατροφής, χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη, αποζημίωσης του άρθρου 931 ΑΚ, στέρησης εσόδων του εντολέως του-παθόντος από την εργασία του στη δημοτική επιχείρηση ύδρευσης και αποχέτευσης κατά το χρονικό διάστημα από 11-1-2003 έως 12-7-2004 και στέρησης εσόδων του ίδιου από την παράλληλη εργασία του στην επιχείρηση του πατέρα του κατά το χρονικό διάστημα από 31-12-2004 έως 31-12-2005 (για τα οποία, με τον σχετικό πρώτο λόγο της εφέσεωςτης αναιρεσείουσας, διατυπώνετο παράπονο για τον μη περιορισμό τους από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο) και ότι από την επισκόπηση των προτάσεων, που η αναιρεσείουσα κατέθεσε επί της έδρας κατά τη συζήτηση των άνω αγωγών, προέκυπτε ότι δεν πρότεινε σαφώς και ορισμένως την άνω ένσταση".
Με βάση δε τις ανωτέρω παραδοχές, περί απαραδέκτου προβολής και αοριστίας της ως άνω ενστάσεως, το εφετείο, ακολούθως, δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου και, μετ' εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, έκρινε ότι δικαιούτο αυτός αμοιβής και για το υπό στοιχείο α' αγωγικό κονδύλιο την οποία και επιδίκασε και αντίστοιχα απέρριψε τον προαναφερθέντα σχετικό πρώτο λόγο της εφέσεως της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία διατυπώνετο παράπονο περί μη περιορισμού από την πρωτοβάθμια απόφαση των υπό στοιχείο β' αγωγικών κονδυλίων.
Με την κρίση του όμως αυτή, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα προταθέντα, δηλαδή την ως άνω εκ του άρθρου 102 του Κώδικα περί Δικηγόρων ένσταση, αναφορικά με τα υπό στοιχεία α' και β' κονδύλια και παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτο αυτής, υποπίπτοντας στις από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 14 ΚΠολΔ πλημμέλειες, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους πρώτο και τρίτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, οι οποίοι ως εκ τούτου είναι βάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα κατά το κεφάλαιό της με το οποίο απορρίφθηκε η ανωτέρω ένσταση αναφορικά με τα προαναφερθέντα υπό στοιχεία α' και β' κονδύλια, παρελκούσης της έρευνας του δευτέρου λόγου και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο, συγκροτούμενο όμως από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ, 3 ΚΠολΔ), με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσιβλήτου στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιό της, την υπ' αριθμ. 1140/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει αντιστοίχως την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας εκ δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ