Supreme Court allows appeal against appellate court's failure to provide reasons for accident liability and seatbelt usage findings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed two concurrent appeals against the Athens Court of Appeal's decision in a traffic accident case involving a fatality. The appellant insurance company and the deceased's heirs argued the lower court failed to provide sufficient reasoning regarding an unknown third vehicle's involvement and the deceased's seatbelt usage. The Court ruled that the appellate judgment lacked necessary factual findings and contradictory reasoning on these specific points, making further review impossible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 and 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must allow an appeal when the appellate court's decision lacks sufficient reasoning on material facts or contains contradictory statements regarding liability and causation, necessitating remittal for retrial by a different panel.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1295 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1295/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Α. Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κούρτη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ...χήρας Θ1, κατοίκου ..., ενεργούσας ατομικά και ως ασκούσας την γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της Τ1 και Τ2 η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Νικολάου Κλησιάρη και κατέθεσε προτάσεις, 2) Χ1, 3) Χ2 οι οποίοι παραστάθηκαν μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων τους Ιωάννη Τακτικού και Ιωάννη Βαρουτά και κατέθεσαν προτάσεις, 4) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" όπως μετονομάστηκε η αρχικά αναιρεσίβλητη εταιρεία "ΦΟΙΝΙΞ ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τακτικό και κατέθεσε προτάσεις.
Β. Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, 2) Χ2 οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ιωάννη Τακτικού και κατέθεσαν προτάσεις, 3) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" όπως μετονομάστηκε η αρχικά αναιρεσίβλητη εταιρεία "ΦΟΙΝΙΞ ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τακτικό και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ... χήρας Θ1 κατοίκου... ενεργούσας ατομικά και ως ασκούσας την γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της Τ1 και Τ2 η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Νικολάου Κλησιάρη και κατέθεσε προτάσεις, 2) Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κούρτη και κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος της πρώτης των ως άνω αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο, δήλωσε ότι τα τέκνα αυτής, Τ1 και Τ2 του Θ1 ενηλικιώθηκαν και συνεχίζουν ατομικά την παρούσα δίκη. Παραστάθηκαν μετά του ιδίου και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/5/2003 αγωγή της πρώτης των ως άνω αναιρεσιβλήτων και την από 29/5/2003 παρεμπίπτουσα αγωγή του υπό στοιχεία Α αναιρεσείοντος και Β2 αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4783/2003 μη οριστική και 4910/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 9993/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το υπό στοιχείο Α. αναιρεσείον με την από 11/4/2006 αίτησή του και οι υπό στοιχείο Β. αναιρεσείοντες με την από 26/4/2006 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που συνεκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, ανέγνωσε την από 17/3/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των αιτήσεων αναίρεσης κατά τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο πληρεξούσιος του υπό στοιχεία Α. αναιρεσείοντος και Β.2 αναιρεσιβλήτου, ζήτησε την παραδοχή της από 11/4/2006 αιτήσεως και την απόρριψη της από 26/4/2006 αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των υπό στοιχείο Α. αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της από 11/4/2006 αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των υπό στοιχείο Β. αναιρεσειόντων την παραδοχή της από 26/4/2006 αιτήσεως και την απόρριψη της από 11/4/2006 αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της υπό στοιχεία Α1 και Β1 αναιρεσιβλήτου την απόρριψη και των δύο αιτήσεων και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η από 11 Απριλίου 2006 αίτηση του Επικουρικού Κεφαλαίου και η από 26 Απριλίου 2006 αίτηση των Χ1 κλπ για αναίρεση της 9993/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, εφόσον στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης και αφορούν τους ίδιους διαδίκους, πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικασθούν, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης.
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1991, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά, που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ως προκύψαντα αποδείξεις τα ακόλουθα σχετικά με τις συνθήκες πρόκλησης του ένδικου ατυχήματος, κατά το οποίο θανατώθηκε ο συγγενής των εναγόντων ήδη πρώτων αναιρεσιβλήτων και των δύο αιτήσεων αναιρέσεως και την επίδραση που είχε στο θανατηφόρο τραυματισμό του η έλλειψη χρήσης της ζώνης ασφαλείας: "Κατά το ένδικο ατύχημα, το οποίο, κατά τα ανωτέρω, οριστικώς κριθέντα με την 4783/2003 απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οφείλεται σε συντρέχουσα αμέλεια του πρώτου των κυρίως εναγομένων και του αγνώστων λοιπών στοιχείων οδηγού, κατά τα πιο πάνω ποσοστά {80% και 20% αντίστοιχα}, τραυματίστηκε θανάσιμα ο συνεπιβάτης του οδηγούμενου από τον πρώτο εξ αυτών οχήματος Θ1.
Τα αυτά δεχθέν και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του δεν έσφαλε ορθώς τις αποδείξεις εκτίμησε κατά τον χρόνο του ατυχήματος, ο θανατωθείς δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας, αλλά η παράβαση αυτή δεν συνδέεται κατά οποιονδήποτε τρόπο με το αποτέλεσμα που επήλθε, αφού η σύγκρουση των δύο οχημάτων ήταν σφοδρή, ώστε ο Θ1, ακόμη και αν φορούσε ζώνη ασφαλείας, δεν θα αποτρέπονταν ο τραυματισμός του και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η ένστασή του περί συντρέχοντος πταίσματος του θανατωθέντος στην έκταση του τραυματισμού του και κατ' επέκταση στην επέλευση του θανάτου του, για τον λόγο ότι δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας...
Σημειωτέον ότι από κανένα στοιχείο της ποινικής δικογραφίας και από καμία μαρτυρική κατάθεση δεν προκύπτει, αν ο θανών φορούσε ή δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας. Εξάλλου και αν ακόμα ο θανών φορούσε ζώνη ασφαλείας, το ίδιο αποτέλεσμα, ήτοι αυτό του θανάτου, θα επέρχονταν, λόγω της σφοδρότητας και των πολλαπλών συγκρούσεων - αναβάσεων - καταβάσεων από τη διαχωριστική νησίδα και τις συνεχείς προσκρούσεις του αυτοκινήτου στη νησίδα ύψους 25-30 εκατοστών και τον στύλο της ΔΕΗ".
Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τον πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος Επικουρικού Κεφαλαίου (1η αναίρεση), με τους οποίους αυτό παραπονούνταν για την παραδοχή ότι στο ένδικο ατύχημα υπήρξε εμπλοκή αγνώστου αυτοκινήτου, για τον καταλογισμό υπαιτιότητας ως προς την πρόκληση του ατυχήματος και στον οδηγό του αγνώστου αυτοκινήτου, καθώς και για την απόρριψη της ένστασης συνυπαιτιότητας του θανόντος λόγω της έλλειψης χρήσης της ζώνης ασφαλείας.
Το Εφετείο επίσης απέρριψε τον πρώτο και το δεύτερο λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων Χ1 κλπ (2η αναίρεση), με τους οποίους παραπονούνταν για τον καταλογισμό υπαιτιότητας ως προς την πρόκληση του ατυχήματος στον πρώτο από αυτούς, καθώς και για την απόρριψη της ένστασης συνυπαιτιότητας του θανόντος λόγω της έλλειψης χρήση της ζώνης ασφαλείας.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν περιέχει στην προσβαλλόμενη απόφαση καθόλου αιτιολογίες για τις συνθήκες του ατυχήματος και ειδικότερα για το ζήτημα της εμπλοκής ή όχι στο ατύχημα αγνώστου αυτοκινήτου, την συμπεριφορά των οδηγών και των δύο αυτοκινήτων και την ύπαρξη ή όχι αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής της συμπεριφοράς και της επέλευσης του ατυχήματος, που είχε ως συνέπεια το θανατηφόρο τραυματισμό του συνεπιβάτη στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσείων στη δεύτερη αίτηση αναίρεσης, έτσι ώστε είναι ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.
Επίσης, το Εφετείο περιέχει στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες καθόσον αφορά την ύπαρξη ή μη συνυπαιτιότητας του θανατωθέντος από την παράλειψή του να κάνει χρήση της ζώνης ασφαλείας, που έγκειται, αντίστοιχα, στην παντελή έλλειψη περιγραφής των συνθηκών του ατυχήματος, των σωματικών βλαβών, που αυτός υπέστη και εκείνων που επέφερε το θάνατό του και του αιτιώδος συνδέσμου μεταξύ αυτών και της μη χρήσης ζώνης ασφαλείας και στο ότι, ενώ στην αρχή δέχεται ότι ο θανών δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας, στη συνέχεια δέχεται ότι δεν αποδείχθηκε ότι αυτός φορούσε ή δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας.
Ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος και των δύο αναιρέσεων, συνεπώς, κατά το μέρος, που αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών.
ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνουν δεκτές οι δύο συνεκδικαζόμενες αναιρέσεις, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η συγκρότηση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 9993/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους καθεμιάς από τις δύο αιτήσεις αναιρέσεις στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων αυτούς (Επικουρικού Κεφαλαίου στην 1η αναίρεση, και Χ1, Χ2 και Φοίνιξ ΕΑΕΑΕ στη 2η αναίρεση), την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ