Legislator Case Law & Legislation
1295/2006 AI generated

Supreme Court dismisses lawyer's appeal for 1.5% fee on property title checks used for loan contracts.

Case Number 1295/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the lawyer's appeal against the Court of Appeal's rejection of his fee claim. The lawyer sought 1.5% of the property value, arguing for a title check fee, but the Court of Appeal found the service was merely preparatory to a loan contract rather than a disposition of the property. The Court upheld this decision, ruling that the fee was not due because the title checks did not result in a transfer of ownership.

Legislator headnote

AI generated

Art. 160, 161, 164 of the Code of Lawyers; A lawyer's fee for title checks is payable only if the checks lead to a disposition of the property, not merely for preparing a loan contract.

Keywords

AI generated
lawyer fee calculation title check services loan contract preparation property disposition Code of Lawyers fee entitlement legal malpractice

Cited Legislation

AI generated
Art. 160 of the Code of Lawyers
Art. 161 of the Code of Lawyers
Art. 164 of the Code of Lawyers
Art. 24 of Law 723/1977
Art. 25 of Law 723/1977
Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OL. A.P. 44/1990

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1295 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1295/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρωμύλο Κεδίκογλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Μαϊου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, δικηγόρου, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως εκ της ιδιότητός του βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία HSBC BANK PLC (ΕΙΤΣ ΕΣ ΜΠΙ ΣΙ ΜΠΑΝΚ ΠΙ ΕΛ ΣΙ), που εδρεύει στο ... και είναι νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα, με Υποκατάστημα στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Βασαλάκη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-6-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 61/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 7186/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-1-2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος - Φώτιος Χατζηπανταζής, διάβασε την από 7-3-2005 έκθεση του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Χλαμπουτάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 160 του Ν.Δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων", όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 24 του Ν. 723/1977, για την εξέλεγξη τίτλων ιδιοκτησίας ακινήτου και τη σύνταξη περί αυτής σχετικής εκθέσεως, αν επακολουθήσει η κατά το άρθρο 161 του αυτού Κώδικα σύνταξη από το δικηγόρο εγγράφου ή σχεδίου, η οφειλόμενη σ' αυτόν αμοιβή ορίζεται σε ποσοστό 1,50% επί του ποσού της αξίας του ακινήτου.

Στην αμοιβή αυτήν περιλαμβάνεται και εκείνη που προβλέπεται από το άνω άρθρο 161 του ίδιου Κώδικα. Αν δεν επακολουθήσει σύνταξη εγγράφου ή σχεδίου, η οφειλόμενη αμοιβή στο δικηγόρο ορίζεται σε ποσοστό 1/3 εκείνης που ορίζεται κατά τα ανωτέρω. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 161 του εν λόγω Κώδικα, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 25 του Ν. 723/1977, για τη σύνταξη ιδιωτικών εγγράφων ή σχεδίων δημοσίων εγγράφων για κάθε φύσεως δικαιοπραξία, το ελάχιστο όριο της αμοιβής του δικηγόρου εκάστου των μερών ορίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου αυτής στα αναφερόμενα ποσοστά.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 164 παρ. 1 του ως άνω Κώδικα, για την έρευνα στα βιβλία μεταγραφών, υποθηκών ή κατασχέσεων, προς εξακρίβωση της ακίνητης περιουσίας προσώπου και των βαρών αυτής, το ελάχιστο όριο της αμοιβής είναι 60 δρχ. συνολικά. Αν όμως η εργασία αυτή είναι συναφής με τον έλεγχο τίτλων ή σύνταξη εγγράφου, δεν οφείλεται καμιά αμοιβή.

Από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων προκύπτει ότι η προβλεπόμενη ως άνω αμοιβή σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου της δικαιοπραξίας οφείλεται μόνο όταν ανατέθηκε στο δικηγόρο η εντολή να ελέγξει τους τίτλους του ακινήτου και να παράσχει υπεύθυνη γνώμη περί του δικαιώματος ιδιοκτησίας επ' αυτού, προς τον σκοπό να προβεί ο εντολέας στην κατάρτιση δικαιοπραξίας, η οποία να έχει ως αντικείμενο τη διάθεση του ακινήτου και συγκεκριμένα, όταν η δικαιοπραξία, στην οποία απέβλεπαν οι ενδιαφερόμενοι, καταρτίσθηκε είτε με το ίδιο το ιδιωτικό έγγραφο, που συνέταξε ο δικηγόρος, είτε με δημόσιο έγγραφο, του οποίου το σχέδιο συντάχθηκε απ' αυτόν.

Συνεπώς, ο δικηγόρος δεν δικαιούται την εν λόγω αμοιβή, αλλ' εκείνη που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 164 του Κώδικα των Δικηγόρων, εφόσον η ως άνω εντολή περιορίζεται μόνο στην έρευνα στα βιβλία υποθηκών, μεταγραφών, κατασχέσεων και διεκδικήσεων για τη διαπίστωση ότι κάποιο πρόσωπο έχει ακίνητη περιουσία και ότι υπάρχουν επ' αυτής ή όχι βάρη, προς τον σκοπό όχι της καταρτίσεως δικαιοπραξίας, που να αφορά τη διάθεση του ίδιου του ακινήτου, αλλά της εξυπηρετήσεως άλλης συναλλαγής ή δικαιοπραξίας.

Και τούτο, διότι στην τελευταία περίπτωση η σχετική έρευνα είναι απλή και δεν απαιτεί χρόνο και ειδικές επιστημονικές γνώσεις και για το λόγο αυτό η αμοιβή για την εν λόγω εργασία είναι μικρή και ορίζεται στο πάγιο ποσό των 60 δρχ., ενώ, αντίθετα, στην πρώτη περίπτωση του ελέγχου των κάθε φύσεως τίτλων και της, με βάση τη μελέτη αυτών, διατυπώσεως υπεύθυνης γνώμης, ότι το πρόσωπο έχει δικαίωμα ιδιοκτησίας επί συγκεκριμένου ακινήτου και ότι είναι έγκυρη η διάθεση αυτού, η εργασία αυτή είναι επίπονη, χρονοβόρα και απαιτεί ειδικές επιστημονικές γνώσεις και για το λόγο αυτό η δικηγορική αμοιβή ορίζεται σε μεγαλύτερο ποσό ανάλογο με την αξία του ακινήτου.

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την ένδικη από 14-6-2002 αγωγή του ισχυρίσθηκε ότι στην Αθήνα στις 3-12-1999, κατόπιν του υπό την αυτή ημερομηνία ιδιωτικού εγγράφου, κατάρτισε με την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη Τράπεζα σύμβαση, σύμφωνα με την οποία η τελευταία εντός των πλαισίων του αντικειμένου των δραστηριοτήτων της (παροχής στεγαστικών δανείων στους πελάτες της) έδωσε σ' αυτόν την εντολή να προβαίνει στις ακόλουθες ενέργειες, ήτοι α) στον έλεγχο των τίτλων των υπό αγορά ακινήτων, β) στον έλεγχο της νομιμοποιήσεως των δανειοληπτριών εταιριών, γ) στην αποστολή στην Τράπεζα σχετικής εκθέσεως ελέγχου των τίτλων των υπό χρηματοδότηση ακινήτων, δ) στην υποβολή αιτήσεως για την έκδοση αποφάσεως προς εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης σε βάρος του δανειολήπτη πελάτη της Τράπεζας, ε) στην έκδοση της σχετικής απόφασης, στ) στην εγγραφή της σχετικής απόφασης στα βιβλία υποθηκών της τοποθεσίας του ακινήτου, ζ) στην επιμέλεια εκδόσεως και λήψεως πιστοποιητικών από το αρμόδιο Υποθηκοφυλάκειο, η) στην έκδοση των πιστοποιητικών σχετικά με την εγγραφή του βάρους στο αρμόδιο κτηματολόγιο, όπου υπάρχει και θ) στην εξάλειψη, ολική ή μερική, των σχετικών προσημειώσεων, αντί συμφωνηθείσης αμοιβής, ανερχομένης στο ποσό των 75.000 δρχ.

για τις ως άνω υπό τα στοιχεία α' - η' νομικές εργασίες, πλέον εξόδων από 25.000 δρχ., που αναπροσαρμόσθηκε στο ποσό των 80.000 δρχ. και των 30.000 δρχ. αντίστοιχα, ενώ για την υπό το στοιχείο θ' νομική εργασία η αμοιβή συμφωνήθηκε στο ποσό των 50.000 δρχ.. Ότι η εναγομένη αμέσως μετά την έναρξη της συνεργασίας τους απαίτησε απ' αυτόν, παρά την ως άνω συμφωνία, να προβαίνει σε κανονικό έλεγχο των ιδιοκτησιών των υπό δανεισμό πελατών της και συγκεκριμένα, να της αποστέλλει έκθεση σχετική με τον έλεγχο των τίτλων ιδιοκτησίας των πελατών της.

Ότι ο ίδιος, εις εκτέλεση της ανωτέρω εντολής, προέβη κατά το χρονικό διάστημα από 10-1-2000 μέχρι 22-3-2002 στις αναφερόμενες νομικές ενέργειες για λογαριασμό της εναγομένης, που του είχαν ανατεθεί με το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό και επιπλέον, προέβη σε σύνταξη εκθέσεως προς την αντίδικό του σχετικής με τον έλεγχο των τίτλων των ιδιοκτησιών των υπό δανεισμό πελατών της, με αποτέλεσμα να υπογραφούν δανειακές συμβάσεις, ποσού 5.776.378 ευρώ.

Ότι η δικαιούμενη απ' αυτόν αμοιβή για τις ανωτέρω εργασίες ανέρχεται σε ποσοστό 1,50% επί της αξίας των ακινήτων, επί των οποίων εγγράφηκαν οι προσημειώσεις υπέρ της εναγομένης, ανερχομένης αυτής στο ποσό των 7.809.755 ευρώ. Ζήτησε δε να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των 98.639,15 ευρώ.

Ακολούθως, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων δεν δικαιούται την αιτούμενη αμοιβή του άρθρου 160 του Κώδικα των Δικηγόρων (ποσοστό 1,50% επί της αξία των ακινήτων), με την αιτιολογία ότι ο ανωτέρω, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή ως άνω πραγματικά περιστατικά, προέβαινε σε ελέγχους τίτλων ιδιοκτησίας των ακινήτων των υποψηφίων προς δανεισμό πελατών της αναιρεσίβλητης Τράπεζας και σύνταξη σχετικής εκθέσεως προς αυτή όχι για να καταρτισθεί δικαιοπραξία, που είχε ως αντικείμενο τη διάθεση του ακινήτου, αλλά για την εξυπηρέτηση άλλης συμβάσεως και συγκεκριμένα, της συμβάσεως δανείου, που κατάρτιζε η αναιρεσίβλητη με βάση τον ως άνω έλεγχο με τους πελάτες της.

Κατόπιν αυτών και ενόψει του ότι ο αναιρεσείων δεν εκθέτει στην αγωγή του ότι η αμοιβή, που έλαβε από την αντίδικό του με βάση το προαναφερόμενο ιδιωτικό συμφωνητικό, υπολείπεται των ελαχίστων ορίων αμοιβής, που προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 64 του ανωτέρω Κώδικα, το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αγωγή είναι νόμω αβάσιμη και στη συνέχεια απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του ενάγοντος, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που απέρριψε την αγωγή ομοίως.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις ή ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονας προτάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση, ως μη νόμιμη ή ως αόριστη (Ολ. Α.Π. 44/1990). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή, ως νόμω αβάσιμη. 'Ετσι, ο πέμπτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης και περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί. Επίσης, οι λοιποί λόγοι της αναιρέσεως, που φέρονται να στηρίζοναι στους αριθμούς 8, 11 και 17 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθούν ως αόριστοι, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίστανται οι συγκεκριμένες πλημμέλειες, που προσδιορίζονται μόνο από τους αριθμούς των άνω διατάξεων, χωρίς να γίνεται επίκληση των περιστατικών, που τις θεμελιώνουν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14-1-2004 αίτηση του Χ για αναίρεση της αριθ. 7186/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων είκοσι (420) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαϊου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Ιουνίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ