Supreme Court remands case to Court of Appeals for retrial due to distortion of evidence and procedural errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Court of Appeals' final decision regarding a property dispute. The appellants argued that the lower court distorted a power of attorney document and relied on unproven facts, violating procedural rules. The court found these allegations valid, specifically regarding the manipulation of the document's content, and ordered a retrial before a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 580, 581 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may remand a case to the same Court of Appeals for retrial if the lower court distorted evidence or relied on facts not properly proven, provided a different judge can be constituted.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1294 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1294/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γ. Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 15 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Δ. του Γ., 2) Α. Δ. του Κ., 3) Γ. Δ. του Κ., 4) Ε. συζ. Κ. Δ., το γένος Λ., κατοίκων ..., 5) Ι. Κ. του Θ., κατοίκου ..., 6) Ε. συζ. Α. Δ., το γένος Θ. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Κοντογιάννη, και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Μ. Μ. του Μ. ή Μ. Μ., κατοίκου ..., 2) Π. Γ. Μ. του Μ. ή Μ. Μ., κατοίκου ..., 3) Μ. Α. Μ., κατοίκου ..., 4) Λ. Μ. Μ., κατοίκου ..., 5) Μ. Α. Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σοφία Μερκούρη, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-2-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Γυθείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28/2014 του ίδιου Δικαστηρίου, που κήρυξε εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την αγωγή προς εκδίκαση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου, 46/2017 οριστική του τελευταίου Δικαστηρίου και 146/2019 του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6-2-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινομένη από 06.02.2020 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 146/06.11.2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, το οποίο απέρριψε την από 20.09.2017 έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 46/10.07.2017 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου, το οποίο είχε κάνει δεκτή την από 18.07.2012 διεκδικητική αγωγή ακινήτου αγωγή των αναιρεσιβλήτων.
Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§3, 566§1 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 του Κ.Πολ.Δ.). Η αναιρεσιβαλλομένη τελεσίδικη απόφαση υπήρξε, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.), για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:
Ο Μ. ή Μ. Μ. του Π. και της Τ., τον οποίο, θανόντα, διαδέχθηκαν στη δικονομική του θέση οι πρώτος και δεύτερος των ήδη αναιρεσιβλήτων, και οι λοιποί τούτων (ήδη αναιρεσιβλήτων) ήγειραν κατά των ήδη αναιρεσειόντων την από 19.07.2012 διεκδικητική ακινήτου αγωγή, την οποία απηύθηναν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Γυθείου.
Η αγωγή συζητήθηκε, ενώπιον του άνω Δικαστηρίου, κατά την τακτική διαδικασία και κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων εκδόθηκε δε η υπ' αριθμ. 28/01.09.2014 οριστική (ως προς το κριθέν υπ' αυτής ζήτημα) απόφαση του Δικαστηρίου, με την οποία αυτό κρίθηκε αναρμόδιο καθ' ύλην προς εκδίκαση της αγωγής, προσδιόρισε ως καθ' ύλην αρμόδιο το Μονομελές Πρωτοδικείο Γυθείου και παρέπεμψε σ' αυτό προς εκδίκαση την αγωγή.
Ακολούθως, η αγωγή εισήχθη προς συζήτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου, συζητήθηκε κατά την τακτική διαδικασία και κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, εκδόθηκε δε η υπ' αριθμ. 46/10.07.2017 οριστική απόφαση με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν με την από 20.09.2017 έφεσή τους, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, οι ήδη αναιρεσείοντες.
Η έφεση συζητήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας κατά την τακτική διαδικασία και κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, εκδόθηκε δε η υπ' αριθμ. 146/06.11.2019 οριστική (τελεσίδικη) απόφαση αυτού (Δικαστηρίου), με την οποία η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι αναιρεσείοντες με την από 06.02.2020 αίτησή τους και ζητούν την αναίρεσή της για τους περιεχομένους στο αναιρετήριο λόγους.
Οι παραδοχές του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, στις οποίες αυτό στήριξε την εκφερθείσα κρίση του έχουν, κατ' αντιγραφήν, ως ακολούθως: "Το έτος 1920 ο Μ. Μ. του Π., μετέβη και εγκαταστάθηκε στην Αμερική με το γιό του Π. Μ., ηλικίας τότε 17 ετών, ενώ ο άλλος γιός του Τ. Μ., ηλικίας 21 ετών, παρέμεινε στην Ελλάδα, προκειμένου να φροντίζει και να επιστατεί την πατρική περιουσία, καθώς δεν ήταν βέβαιο ότι η οικογένεια θα κατόρθωνε να εγκατασταθεί οριστικά στην αλλοδαπή.
Αποτελούσε δε σύνηθες φαινόμενο, για τα δεδομένα της εποχής εκείνης η μετανάστευση σε χώρες του εξωτερικού για την ανεύρεση καλύτερης ποιότητας ζωής, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι όσοι μετανάστευαν απέκοπταν τους δεσμούς με την πατρίδα τους. Η οικογένεια Μ. αποφάσισε να μεταναστεύσει στην Αμερική και επειδή προφανώς υπήρχε σκοπός επανόδου στην Ελλάδα, ο άλλος γιός Τ.
Μ. έμεινε πίσω για να επιμεληθεί της πατρικής περιουσίας. Μεταξύ των ακινήτων που ανήκαν στην εν λόγω οικογένεια περιλαμβανόταν και ένα οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο, κείμενο εντός του οικισμού Καραβοστασίου του πρώην Δήμου Οιτύλου και ήδη σήμερα Δήμου Ανατολικής Μάνης, Δημοτικής Ενότητας Οιτύλου, Περιφερειακής Ενότητας Λακωνίας της Περιφέρειας Πελοποννήσου, όπως εμφαίνεται με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα Α-Β-Γ...Δ1-Ε1-Α στο από Μαΐου 2012 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ι.
Κ. Γ., που είναι προσαρτημένο στην υπ' αριθμ. ...-2012 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της Συμβ/φου Αθηνών Κ. Α. και το οποίο φέρει την υπό του Ν. 651/1977 υπεύθυνη δήλωση του ως άνω μηχανικού ότι το οικόπεδο αυτό δεν είναι τμήμα μεγαλύτερης ιδιοκτησίας του ιδίου ιδιοκτήτη, και είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις.
Έχει δε έκταση, σύμφωνα με το ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα, τρεις χιλιάδες εκατόν τριάντα ένα τετραγωνικά μέτρα και 0,86 (3.131,86), συνορεύει δε περιμετρικά σε συνολική τεθλασμένη πλευρά Α,Β,Γ ...Μ μήκους μέτρων Α-Β δεκαπέντε και 0,95 (15,95), Β- Γ τρία και 0,89 (3,89), Γ-Δ έξι και 0,34 (6,34), Δ-Ε ένδεκα και 0,30 (11,30), Ε-Ζ οκτώ και 0,11 (8,11), Ζ-Η τέσσερα και 0,04 (4,04), Η-Θ τέσσερα και 0,96 (4,96), Θ-Ι τρία και 0,35 (3,35), Ι-Κ οκτώ και 0,32 (8,32), Κ-Λ οκτώ (8,00), Λ-Μ ένδεκα και 0,91 (11,91) με δημοτική οδό, σε συνολική πλευρά Μ,Ν,Ξ ...Σ, μήκους μέτρων Μ-Ν δώδεκα και 0,42 (12,42), Ν-Ξ δεκαεπτά και 0,01 (17,01), Ξ-0 είκοσι ένα και 0,22 (21,22), Ο-Π έξι και 0,04 (6,04), Π-Ρ έξι και 0,17 (6,17) και Ρ-Σ οκτώ και 0,25 (8,25) με ιδιοκτησία Π.
Γ., σε συνολική τεθλασμένη πλευρά Σ,Τ,Υ,Φ ...Α μήκους μέτρων Σ-Τ εννέα και 0,50 (9,50), Τ-Υ τρία και 0,42 (3,42), Υ-Φ πέντε και 0,19 (5,19), Φ-Χ οκτώ και 0,76 (8,76), Χ-Ψ έξι και 0,96 (6,96), Ψ-Ω επτά και 0,46 (7,46), Ω - Α1 τέσσερα και 0,56 (4,56), Α1-Β1 πέντε και 0,84 (5,84), Β1-Γ1 δεκαοκτώ και 0,20 (18,20), Γ1-Δ1 εννέα και 0,87 (9,87), Δ1-Ε1 επτά και 0,03 (7,03) και Ε1-Α επτά και 0,28 (7,28) με δημοτική οδό.
Το περιγραφόμενο ανωτέρω ακίνητο νεμόταν ως αληθής κύριος ο πατέρας Μ. Μ. του Π., ο οποίος από τον 19° αιώνα και πλέον εικοσαετίας ασκούσε επ' αυτού όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του διακατοχικές πράξεις, μεταβίβασε στα παιδιά του Π. και Τ. Μ. , κατά ποσοστό 4 εξ αδιαιρέτου στον καθένα από αυτούς, με άτυπη δωρεά το έτος 1940, όπως προκύπτει από τις νομίμως μεταγραφείσες υπ'αριθμ. ...
και ...-2012 πράξεις αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Α. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι το ανωτέρω οικόπεδο μεταβιβάστηκε από τον Μ. Μ. αποκλειστικά στο γιό του Τ., επειδή ήταν το αδικημένο τέκνο της οικογένειας, το οποίο και λόγω ενός προβλήματος υγείας που αντιμετώπιζε, έμεινε στην Ελλάδα, πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται αβάσιμος και τούτο διότι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, όσοι αναγκάζονταν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους προς αναζήτηση καλύτερης τύχης στο εξωτερικό αντιμετωπίζοντας τις δυσκολίες που συνεπάγεται η μετεγκατάστασή τους δε μπορούν να θεωρηθούν περισσότερο ευνοημένοι από αυτούς που παρέμεναν στην πατρίδα τους και μάλιστα ξενιτεύονταν με πρόθεση παραίτησής τους και από τα περιουσιακά τους δικαιώματα στην Ελλάδα, μάλιστα η διατήρηση της πατρικής περιουσίας στην πατρίδα, η οποία αποτελεί έναν συνεκτικό δεσμό με αυτή, με απώτερο σκοπό να καταφέρουν να επιστρέψουν σε αυτή, είναι όνειρο και επιδίωξη κάθε μετανάστη.
Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο Μ. Μ. είχε σκοπό οριστικής εγκατάστασης του ιδίου και του γιού του Π. στην Αμερική, με σκοπό να αποξενωθούν εντελώς από την περιουσία τους στην Ελλάδα. Εξάλλου αυτό δεν συνάδει με τους ισχυρισμούς των εναγομένων ότι ο Τ. Μ. ήταν επιπόλαιος νέος, γεγονός το οποίο θα απέτρεπε τον πατέρα του να του μεταβιβάσει άτυπα το σύνολο της πατρικής περιουσίας.
Παρέμεινε λοιπόν ο Τ. Μ. στην Ελλάδα για να επιμεληθεί της πατρικής περιουσίας και νεμόταν έκτοτε το όλο ακίνητο τόσο για λογαριασμό του ιδίου όσο και για λογαριασμό του αδερφού του Π., ασκώντας επ' αυτού όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του διακατοχικές πράξεις και συγκεκριμένα το καλλιεργούσε, το μίσθωνε, το επέβλεπε, το συντηρούσε και το επόπτευε, ως συννομέας και συγκύριος και εξουσίαζε το όλο ακίνητο και για λογαριασμό του αδελφού του.
Δεν αποδείχτηκε ότι έλαβε χώρα κτήση αυτοτελούς νομής εκ μέρους του Τ. Μ., καθώς αυτό θα απαιτούσε γνωστοποίηση είτε ρητή είτε συναγόμενη από τις πράξεις του, της άσκησης της αποκλειστικής νομής στο πράγμα, ούτε ότι ο Π. Μ. έλαβε γνώση της αντιποίησης της νομής του από αυτόν (άρθρο 982 ΑΚ). Επίσης δεν αποδείχτηκε ότι το έτος 1929 ή μεταγενέστερα ο Τ.
Μ. μεταβίβασε άτυπα λόγω δωρεάς το ποσοστό του επί του οικοπέδου (1/2 ή 16/32 εξ αδιαιρέτου) στη σύζυγο του Δ., απορριπτομένου του ισχυρισμού των εναγομένων περί μεταβιβάσεως της όλης περιουσίας σε αυτήν. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται από παρακάτω δημόσια έγγραφα, στα οποία ο Τ. Μ. αναγνωρίζεται ως μοναδικός κύριος του επιδίκου: 1) το υπ'αριθμ. ...-2004 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αρεόπολης Σ.
Κ., όπου εμφαίνεται ότι τα μεταβιβασθέντα με αυτό αγροτεμάχια <<περιήλθαν εξ ατύπου αγοράς από τον Τ. Μ. προ του έτους 1960", 2) το υπ'αριθμ. ...-1991 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Σπάρτης Π. Α., στο οποίο στην περιγραφή των μεταβιβασθέντων με αυτό ακινήτων αναφέρεται ότι συνορεύουν "νοτίως με ιδιοκτησία κληρονόμων Τ.
Μ.", 3) το υπ'αριθμ. ...-1986 συμβόλαιο διανομής ακινήτων της συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Π., όπου αναφέρεται για το υπ'αριθμ. 2 διανεμηθέν ακίνητο ότι συνορεύει "ανατολικά με ιδιοκτησία Τ. Μ.", 4) την υπ'αριθμ. 17/1984 απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου Οιτύλου, αποτελούμενου από τους Ι. Ζ., Κ. Π., Ε. Α., Ε. Κ., Α. Δ., Ε. Γ. και Λ.
Π., απάντων κατοίκων της περιοχής, οι οποίοι γνώριζαν τα τοπικά ζητήματα για τη διάνοιξη του κοινοτικού δρόμου, όπου αναφέρεται ότι για τη διάνοιξη του κοινοτικού δρόμου αναμένεται η συγκατάθεση των εξ ΗΠΑ διαμενόντων κληρονόμων του Τζ. Μ.". Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω δεν αποδείχτηκε ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι περί μεταβιβάσεως της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου εκ μέρους της Δ.
Μ. προς τον 5° και 6η των εναγομένων το έτος 1969 ή σε μεταγενέστερο ή προγενέστερο χρόνο, δυνάμει άτυπης δωρεάς, καθόσον όπως προεκτέθηκε η Δ. Μ. ουδέποτε απέκτησε την κυριότητα του ανωτέρω ακινήτου. Αντίθετα μέχρι το χρόνο του θανάτου του Τ. Μ. το έτος 1976, ο τελευταίος νεμόταν το επίδικο ακίνητο ενεργώντας επ' αυτού όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του διακατοχικές πράξεις, τόσο για λογαριασμό του ιδίου όσο και για λογαριασμό του συννομέα αδελφού του Π., καθώς και των εξ αδιαθέτου κληρονόμων του τελευταίου μετά το θάνατο του το έτος 1971, δηλαδή τη σύζυγο του Τ.
Μ. και τα δύο τέκνα του Μ. και Γ., οι οποίοι από το θάνατο του κληρονομούμενοιυ Π. Μ. θεωρούνται κατά πλάσμα δικαίου ως συννομείς του επιδίκου ακινήτου, διαδεχόμενοι ολόκληρη τη σχέση της συννομής και τα εξ αυτής απορρέοντα δικαιώματα κατά το λόγο της κληρονομικής μερίδας εκάστου και ειδικότερα κατά ποσοστό 4/32 η σύζυγος του και κατά ποσοστό 6/32 καθένα από τα τέκνα του.
Με προσμέτρηση και του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου συζύγου και πατέρα τους, την οποία ασκούσε δια του αντιπροσώπου αδερφού του Τ., δηλαδή από το έτος 1940 έως 1971 οπότε και απεβίωσε, απέκτησαν με έκτακτη χρησικτησία τη συγκυριότητα του επιδίκου ακινήτου, κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά ο καθένας.
Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι την ...-1976 απεβίωσε ο Τ. Μ., ο οποίος δεν κατέλειπε διαθήκη, όπως προκύπτει από το υπ'αριθμ. 15734/1997 πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Αθηνών. Ενόψει του ότι το έτος 1975 είχε προαποβιώσει η σύζυγος του Δ. Μ., πλησιέστεροι συγγενείς του ήταν τα τέκνα του Π. Μ. (ανεψιοί του) Μ. και Γ. Μ., όπως προκύπτει από το υπ'αριθμ. 1131/1997 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου Οιτύλου, οπότε έλαβε χώρα εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή του ποσοστού 16/32 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου ακινήτου, το οποίο κατείχε με διάνοια κυρίου από το έτος 1940 έως το θάνατο του, έχοντας καταστεί συγκύριος αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, στα ανωτέρω τέκνα του αδελφού του, κατά ποσοστό 8/32 εξ αδιαιρέτου στον καθένα.
Μετά το θάνατο του Τ. Μ., η σύζυγος του προαποβιώσαντος αδελφού Π., Τ. Μ., επισκέφθηκε το έτος 1977 την Ελλάδα και προέβη στη σύνταξη του υπ'αριθμ. ...-1977 πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Γυθείου Θ. Λ., με το οποίο διορίζει πληρεξούσιο και αντίκλητο της τον Π. Π. του Δ., πρώτο εξάδελφο του συζύγου της και του Τ. Μ., στον οποίο χορηγεί την εντολή και το δικαίωμα να διαχειρίζεται και να νέμεται τα ακίνητά της, τα οποία βρίσκονται στο Καραβοστάσι Οιτύλου, τα οποία προέρχονται από κληρονομιά του θανόντος συζύγου της Π., να τα καλλιεργεί και να συλλέγει τους καρπούς τους, να προσλαμβάνει εργάτες, να εκμισθώνει αυτά και γενικά να λαμβάνει κάθε αναγκαίο μέτρο για τη συντήρησή τους, δίνοντας με τον τρόπο αυτό εντολές για τη διενέργεια πράξεων νομής, όπως άτυπα είχαν δοθεί παρόμοιες εντολές στον Τ.
Μ. για την άσκηση πράξεων νομής. Η επιλογή του προσώπου του Π. Π. καταδεικνύει ότι ο σύζυγος της Π. Μ. διατηρούσε άρρηκτη συναισθηματική σχέση με το ευρύτερο συγγενικό περιβάλλον της οικογένειας Μ., πολλώ δε μάλλον με τον αδελφό του Τ.. Μάλιστα η σύζυγος του Π. Μ., αμέσως μετά το θάνατο του, έχουσα πλήρη ενημέρωση από το σύζυγο της για την πατρική περιουσία έσπευσε να προβεί σε νομικές ενέργειες για την προστασία της.
Ο Π. Π. μέχρι το θάνατο του το έτος 1983 ενημερώνει τακτικά την Τ. Π. για την περιουσία της, όπως προκύπτει από την επιστολή του γιού του Δ. Π. προς τον Μ. Μ. το έτος 1984, ο οποίος αναλαμβάνει άτυπα μετά το θάνατο του πατέρα του Π. Π. να συνεχίσει το ρόλο αυτού σχετικά με την εποπτεία και επιμέλεια της περιουσίας της οικογένειας Μ.
από κοινού με την μητέρα του Π. Π. Με την ίδια επιστολή τον ενημερώνει για την πατρική του περιουσία, ότι κατέχει κάποια χρηματικά ποσά ύψους 53.000 δραχμών και 220 δολλαρίων, αλλά και το δαχτυλίδι του θείου του Τ., το οποίο ο τελευταίος κατέλειπε ως οικογενειακό κειμήλιο στους ανεψιούς του Μ. και Γ., γεγονός (η παράδοση του δαχτυλιδιού στον Δ.
Π. προκειμένου να το αποκτήσουν οι ανεψιοί του) το οποίο καταδεικνύει τόσο ότι ο τελευταίος ήταν πρόσωπο εμπιστοσύνης όσο ότι και ότι έτρεφε αισθήματα αγάπης για τους ανεψιούς του, καθόσον ο ίδιος δεν απέκτησε τέκνα. Επίσης με την ίδια επιστολή τον ενημερώνει για το επικείμενο κοινοτικό σχέδιο διαπλάτυνσης των οδών πλησίον του επιδίκου ακινήτου και για το εάν ο ίδιος και ο αδελφός του, ως συγκύριοι του ακινήτου επιτρέπουν να παραχωρήσουν 2-3 μέτρα για την επίτευξη του έργου αυτού.
Το έτος 1980 απεβίωσε τη Τ. Μ. και το ποσοστό αυτής επί του επιδίκου ακινήτου (4/32 εξ αδιαιρέτου) καταλείπεται στα τέκνα της Μ. και Γ. Μ., κατά ποσοστό 2/32 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, δυνάμει εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής. Έτσι οι τελευταίοι καθίστανται συγκύριοι του ακινήτου κατά ποσοστό 16/32 εξ αδιαιρέτου ο καθένας.
Το έτος 1987 αντηλλάγησαν επιστολές μεταξύ του Δ. Π. και Μ. Μ. στα πλαίσια της ενημέρωσής του για την πατρική περιουσία, γεγονός το οποίο επίσης επιβεβαιώνει το ζωηρό ενδιαφέρον του τελευταίου για τη διατήρηση της περιουσίας του και τη διατήρηση των σχέσεων με τους συγγενείς του στην Ελλάδα. Το έτος 1989 ο Μ.
Μ. επισκέπτεται την Ελλάδα και την περιουσία του στο Οίτυλο. Το έτος 1995, με την από 11-11-1995 επιστολή του ο Δ. Π. ενημερώνει για πρώτη φορά τον Μ. Μ., ότι κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας με την μητέρα του Π. Π., η οποία κατοικεί στο Οίτυλο και έχει άμεση επίβλεψη του επιδίκου, ο 5ος εναγόμενος Ι. Κ., ανεψιός της θείας του Δ.
Μ., τοποθέτησε πινακίδες, αναγράφοντας ότι είναι ιδιοκτήτης του επιδίκου ακινήτου καθώς και σε άλλο οικόπεδο, πλησίον αυτού, όπου βρισκόταν και η οικία του θείου τους Τ., ενώ ο ίδιος έδωσε άδεια να ανοιχτεί ο δρόμος παραχωρώντας τμήμα του επιδίκου ακινήτου, προκειμένου να εξυπηρετηθεί η οικογένεια Γ. και άλλοι γείτονες.
Ακολουθεί στις 30-9-1996 και άλλη επιστολή του ιδίου, στην οποία ενημερώνει τον Μ. Μ. και για άλλες διαταρακτικές πράξεις του 5ου εναγόμενου επί του επιδίκου και συγκεκριμένα ότι δύο μάρτυρες κατέθεσαν ενώπιον του Δασαρχείου ότι το επίδικο και το έτερο κτήμα αποτελούν ιδιοκτησία του, ενώ στις 22-7-1997 τον ενημερώνει με νέα επιστολή ότι ο Ι.
Κ. έχτισε τοίχο στο επίδικο και τον καλεί να προβεί άμεσα στην αποδοχή κληρονομιάς, καθ'υπόδειξη δικηγόρου τον οποίο συμβουλεύτηκε. Πράγματι το έτος 1997 ο Μ. Μ. επισκέφθηκε την Ελλάδα και με το υπ'αριθμ. ...-1997 ειδικό πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Γυθείου Θ. Λ. διόρισε γενικούς και ειδικούς πληρεξουσίους, αντιπροσώπους και αντικλήτους του τον Γ.
Μητσάκο και Στυλιανή Μπιρμπάκου δικηγόρους Γυθείου, τον Δ. Π. του Π., τον Δ. Π. του Χ. και τον Κ. Π., μεταξύ άλλων να αποδεχτούν τις κληρονομιές που απέκτησε από τον πατέρα του Π. Μ., το θείο του Τ. Μ., τη μητέρα του Τ. Μ. καθώς και για λογαριασμό των παραπάνω κληρονομουμένων. Έπραξε δε το ίδιο και για λογαριασμό του αδελφού Γ.
με το υπ'αριθμ. ...-1997 ειδικό πληρεξούσιο του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, όπως και πράγματι έγινε. Μετά από αυτές τις ενέργειες ο Μ. Μ. θεωρεί ότι έχει προβεί σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για την προάσπιση της περιουσίας του και ζητεί από τον Δ. Π. να τον ενημερώνει για οτιδήποτε συμβεί σχετικά με την περιουσία του, όπως και συμβαίνει με αλλεπάλληλες επιστολές που ανταλλάσσονται μεταξύ τους, στις οποίες ο τελευταίος τον ενημερώνει αναλυτικά για τις δικαστικές ενέργειες στις οποίες έχει προβεί ο δικηγόρος του (κατάθεση δηλώσεων αποδοχής κληρονομιάς στις εφορίες Αθηνών και Αρεόπολης, σύνταξη αγωγής κατά του 5ου εναγόμενου, κατάθεση αυτής και ορισμός δικασίμου για τη συζήτησή της) και έτσι ο Μ.
και Γ. Μ. επαναπαύονται ότι έχουν πλέον διευθετηθεί τα ζητήματα που αφορούν την περιουσία τους στο Οίτυλο. Όπως όμως προκύπτει από το υπ'αριθμ. πρωτ. 3372/2012 απαντητικό έγγραφο της Δ Ο Υ Γυθείου από το έτος 1996 έως το έτος 2012 δεν έχουν κατατεθεί από τους πληρεξουσίους δικηγόρους δηλώσεις κληρονομιάς επ' ονόματι Μ.
και Γ. Μ. για τους κληρονομούμενους Π., Τ. και Τ. Μ., ενώ όπως προκύπτει από το από 7-2-2011 πιστοποιητικό της Υποθηκοφύλακα Οιτύλου έως την 6-2-2011 καμία μερίδα ιδιοκτησίας δεν έχει σημειωθεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Οιτύλου επ' ονόματι Μ. Μ. Επίσης από το από 4-2-2011 έγγραφο του δικηγόρου Γ. Μητσάκου προς τον Δ.
Δέδε φαίνεται ότι δεν έχει λάβει χώρα αποδοχή κληρονομιάς ούτε και κατάθεση αγωγής κατά του 5ου εναγόμενου. Ακολούθως δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ'αριθμ. ...- 2006 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Γυθείου Μ. Σ.- Β., η 6η εναγόμενη συμβλήθηκε με τους 1°, 2° , 3 η και 4° εξ αυτών, με τους οποίους συνήψε σύμβαση πώλησης ακινήτου, κατά την οποία η 6η εναγόμενη δήλωσε ότι έχει στην άμεση, πλήρη και αποκλειστική της κυριότητα ένα οικόπεδο, το οποίο βρίσκεται εντός του Οικισμού Καραβοστάσι του Δήμου Οιτύλου του Ν.
Λακωνίας, με εμβαδόν 1.085,85 τ.μ., εμφαινόμενο με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Α στο από Απριλίου 2004 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Κ. Δ., το οποίο συνορεύει, σύμφωνα με το ως άνω τοπογραφικό περιμετρικά σε πλευρές Α-Β μήκους 11,66μ. και Β-Γ μήκους 9,00μ. με δημοτική οδό, σε πλευρά Γ-Δ μήκους 37,50μ.
με ιδιοκτησία Ι. Κ., σε πλευρές Δ-Ε μήκους 12μ., Ε-Ζ μήκους 15,71 μ. και Ζ-Η μήκους 8,61 μ. με δημοτική οδό, σε, πλευρές Η-Θ μήκους 22,00μ,, Θ-Ι μήκους 10,00 μ. και Ι-Α μήκους 39,50μ. με ιδιοκτησία Ι. Κ.
Στη συνέχεια, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ'αριθμ. ...-2006 συμβολαίου της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, ο 5ος εναγόμενος συμβλήθηκε με τους ιδίους ως άνω εναγόμενους, με τους οποίους συνήψε σύμβαση πώλησης ακινήτου, στην οποία δήλωσε ότι έχει στην άμεση, πλήρη και αποκλειστική του κυριότητα :α) ένα οικόπεδο που βρίσκεται εντός του Οικισμού Καραβοστάσι του Δήμου Οιτύλου του Ν.
Λακωνίας, με εμβαδόν 1.081.15 τ.μ., εμφαινόμενο με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Ο-Ι-Α στο από Απριλίου 2004 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Κ. Δ., το οποίο συνορεύει, σύμφωνα με το ως άνω τοπογραφικό περιμετρικά σε πλευρές Α-Β μήκους 11,91 μ. και Β-Γ μήκους 8,00μ. με-δημοτική οδό, σε πλευρές Γ-Δ μήκους 39,50μ., Δ-Ε μήκους 10,00 μ.
και Ε-Ζ μήκους 22,00μ. με ιδιοκτησία Ε. Δ. σε πλευρά Ζ-Η μήκους 9,50μ. με δημοτική οδό, σε πλευρές Η-Θ μήκους 19,50μ., Θ-Ι μήκους 21,27μ. και Ι-Α μήκους 29,29μ. με ιδιοκτησία Π. Γ. και β) ένα οικόπεδο, που βρίσκεται εντός του Οικισμού Καραβοστάσι του Δήμου Οιτύλου του Ν. Λακωνίας, με εμβαδόν 820,43 τ.μ., εμφαινόμενο με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Α στο από Απριλίου 2004 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Κ.
Δ., το οποίο συνορεύει, σύμφωνα με το ως άνω τοπογραφικό περιμετρικά σε πλευρές Α-Β μήκους 8, 11 μ., Β-Γ μήκους 17,60μ. και Γ-Δ μήκους 19,67μ. με δημοτική οδό, σε πλευρές Δ-Ε μήκους 5,78μ., Ε-Ζ μήκους 13,01 μ.και Ζ-Η μήκους 30,00μ. με δημοτική οδό και σε πλευρά Η-Α μήκους 37,50μ. με ιδιοκτησία Ε. Δ.
Σύμφωνα με τα παραπάνω συμβόλαια τα παραπάνω ακίνητα περιήλθαν στον 5° και 6η των εναγομένων δυνάμει άτυπης δωρεάς εν ζωή από τη Δ. σύζ. Τ. Μ. το έτος 1969, άλλως δυνάμει έκτακτης χρησικτησίας, εφόσον, κατά δήλωσή τους, νέμονταν και κατείχαν αυτά συνεχώς και αδιαλλείπτως με διάνοια κυρίου πλέον της 20ετίας, οι δε 1ος 2ος , 3ος και 4ος εκ των εναγομένων παρέλαβαν αυτά κοινά, αδιαίρετα και κατ'ισομοιρία και συγκεκριμένα κατά ποσοστό 25% έκαστος.
Και τα τρία παραπάνω μεταβιβασθέντα ακίνητα, αδιαμφισβήτητα αποτελούν ως σύνολο το ενιαίο επίδικο ακίνητο, γεγονός το οποίο δεν αμφισβητείται από τους εναγόμενους. Όμως, όπως προεκτέθηκε η Δ. Μ., σύζυγος Τ., ουδέποτε απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, ο δε ισχυρισμός των εναγόμενων ότι ο 5ος και η 6η εξ αυτών ασκούν πράξεις νομής στο επίδικο με διάνοια κυρίου από το έτος 1969 κρίνεται αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος και τούτο διότι:
Η πρώτη διαταρακτική πράξη της νομής των εναγόντων εκ μέρους του 5ου εναγόμενου έλαβε χώρα το έτος 1995, όταν για πρώτη φορά ενημερώνεται η οικογένεια Μ. από τον Δ. Π. Αν ο τελευταίος είχε παρατηρήσει οποιαδήποτε προηγούμενη αξιοσημείωτη πράξη ανάλογου περιεχομένου θα είχε μετά βεβαιότητας ενημερώσει το Μ.
Μ. σε μία από τις επιστολές που του απέστελλε και με τυπικότητα και σχολαστικότητα τον ενημέρωνε σχετικά με την περιουσία του, ούτε βέβαια αποδείχτηκε ότι ο Δ. Π. επιδεικνύοντας τη συμπεριφορά αυτή αποσκοπούσε στην αποκόμιση οποιουδήποτε οφέλους, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι εναγόμενοι.
Εξάλλου αν είχαν τοποθετηθεί πινακίδες ήδη από το έτος 1980, όπως καταθέτουν οι μάρτυρες Ι. Μ. και Ν. Σ., όταν το έτος 1989 ο Μ. Μ. επισκέφθηκε το Οίτυλο (βλ. υπ'αριθμ. ...-1989 απόδειξη του I. Ναού Αγίου Ιωάννου Οιτύλου) είναι βέβαιο ότι θα τις είχε παρατηρήσει. Επίσης αν πράγματι είχαν τοποθετηθεί πινακίδες στο επίδικο ακίνητο και στο όμορο αυτού οικόπεδο, η κοινότητα θα είχε ζητήσει από τον 5° εναγόμενο, ο οποίος φαινόταν στις πινακίδες ως ιδιοκτήτης, την άδεια για τη διάνοιξη του δρόμου και όχι τους διαμένοντες στις ΗΠΑ κληρονόμους του Τ.
Μ., δηλαδή τα τέκνα του αδελφού του Π., Μ. και Γ., ενώ καμία ρητή συγκατάθεση δεν προέκυψε ότι ζητήθηκε από τον 5° εναγόμενο, σύμφωνα με την υπ'αριθμ. ...-2013 βεβαίωση του Δήμου Ανατολικής Μάνης, τοπικής κοινότητας Οιτύλου, στην οποία χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι "μετά από έρευνα που πραγματοποιήθηκε στο αρχείο μας δεν βρέθηκε κανένα στοιχείο από το οποίο να φαίνεται ότι ο Ι.
Κ. έδωσε ρητή συγκατάθεση για τη διάνοιξη του δρόμου έμπροσθεν της ιδιοκτησίας του Μ. Μ., στη θέση Αγιος Νικόλαος στον οικισμό Καραβοστάσι Οιτύλου Λακωνίας". Όπως δε εμφαίνεται στο με αριθμό 42/1996 πρακτικό συμβιβασμού, το οποίο επικυρώθηκε από το Ειρηνοδικείο Γυθείου, και ο ίδιος ο 50ς εναγόμενος βρισκόταν σε σύγχυση σχετικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επιδίκου ακινήτου, καθόσον όπως συνάγεται από αυτό "Οι Π.
Κ., Ι. Κ. και Ε. Δ. αναγνωρίζουν ότι η Β. Κ. είναι συγκυρία μετ' αυτών κατά 50% ιδανικά εξ αδιαιρέτου μερίδια των κάτωθι περιγραφομένων ακινήτων: 1) ενός οικοπέδου μετά παλαιάς οικίας στο Καραβοστάτι Οιτύλου που συνορεύει γύρωθεν με δημόσιο δρόμο και ιδιοκτησία Β. Γ. και Π. Γ. και 2) ενός οικοπέδου στο Καραβοστάσι Οιτύλου που συνορεύει γύρωθεν με δρόμο και ιδιοκτησία Π.
Γ. (επίδικο). Αντίστοιχα η Β. Κ. αναγνωρίζει ότι ο Π. Κ., Ι. Κ. και Ε. Δ. και η απολειπόμενη Ε. Ρ. είναι συγκύριο κατά το έτερο 50% ιδανικό μερίδιο των ανωτέρω περιγραφομένων ακινήτων". Με βάση το έγγραφο αυτό απορριπτέος κρίνεται ως ουσιαστικά αβάσιμος ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι περί άτυπης διανομής του επιδίκου από την Δ.
συζ. Τ. Μ. στον 5° εναγόμενο, αφού ο ίδιος με το παραπάνω πρακτικό αναγνωρίζει και άλλους συνιδιοκτήτες αυτού, για τους οποίους ουδεμία μνεία γίνεται ούτε στις έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου και του παρόντος δικαστηρίου ούτε και στις ένορκες βεβαιώσεις οι οποίες ελήφθησαν με επιμέλεια των εναγομένων.
Ακολούθως δυνάμει της νομίμως μεταγραφείσας υπ'αριθμ. ...-2012 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Α. , η 3η , 4η και 5η των εναγόντων αποδέχτηκαν την επαχθείσα σε αυτές κληρονομιά του αποβιώσαντος συζύγου και πατέρα τους αντίστοιχα Γ. Μ., ο οποίος απεβίωσε την ...-2000 χωρίς να αφήσει διαθήκη, προβαίνοντας συνάμα και στην αποδοχή για λογαριασμό του τελευταίου και της επαχθείσας σε αυτόν κληρονομιάς του προαποβιώσαντος το έτος 1971 πατέρα του Π.
Μ., του προαποβιώσαντος το έτος 1976 θείου του Τ. Μ. και της προαποβιώσασας το έτος 1980 μητέρας του Τ. Μ. με τρόπο ρητά και ανεπιφύλακτο, υπεισερχόμενες και τυπικά στην έννομη θέση αυτού, δεδομένου ότι κατά τον ενδιάμεσο χρόνο είχαν προβεί σε πράξεις συνιστάμενες σε διαχείριση της κληρονομιάς, από τις οποίες τεκμαίρεται η σιωπηρή αποδοχή της κληρονομιάς του Γ.
Μ. Επίσης δυνάμει της νομίμως μεταγραφείσας υπ'αριθμ. ...-2012 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου ο Μ. Μ. προέβη σε αποδοχή της επαχθείσας σε αυτόν κληρονομιάς τόσο του αποβιώσαντος πατέρα του το έτος 1971 Π. Μ., όσο και της αποβιώσασας το έτος 1980 μητέρας του Τ. Μ. και για λογαριασμό της τελευταίας στην αποδοχή της επαχθείσας σε αυτήν κληρονομιάς του προαποβιώσαντος συζύγου της Π.
Μ., με τρόπο ρητό και ανεπιφύλακτο υπεισερχόμενος και τυπικά στην έννομη θέση αυτού, δεδομένου ότι κατά τον ενδιάμεσο χρόνο είχε προβεί σε πράξεις συνιστάμενες σε διαχείριση της κληρονομιάς, από τις οποίες τεκμαίρεται η σιωπηρή αποδοχή της κληρονομιάς των παραπάνω αποβιωσάντων προσώπων. Τέλος με τη νομίμως μεταγραφείσα υπ'αριθμ. ...-2012 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της αυτής ως άνω συμβολαιογράφου ο Μ.
Μ. προέβη σε αποδοχή της επαχθείσας σε αυτόν κληρονομιάς τόσο του αποβιώσαντος το έτος 1976 θείου του Τ. Μ., με τρόπο ρητό και ανεπιφύλακτο υπεισερχόμενος και τυπικά στην έννομη θέση αυτού, δεδομένου ότι κατά τον ενδιάμεσο χρόνο είχε προβεί σε πράξεις συνιστάμενες σε διαχείριση της κληρονομιάς, από τις οποίες τεκμαίρεται η σιωπηρή αποδοχή της κληρονομιάς του παραπάνω αποβιώσαντος προσώπου.
Όπως δε προκύπτει από την υπ'αριθμ. ...-2015 βεβαίωση της Κοινοπολιτείας της Μασαχουσέτης, η οποία συνοδεύεται από την επίσημη σφραγίδα της Χάγης, ο Μ. Μ., ο οποίος απεβίωσε στις 13-9-2014, κατέλειπε εκ διαθήκης κληρονόμους του σε ισότιμα μερίδια τα τέκνα του Π. Μ. και Α. Μ. και ως εκ τούτου οι τελευταίοι, οι οποίοι υπεισήλθαν στη δικονομική θέση του αρχικώς ενάγοντα Μ.
Μ., έχουν καταστεί συγκύριοι μεταξύ άλλων και του επιδίκου ακινήτου κατά ποσοστό 8/32 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, η τρίτη ενάγουσα κατά ποσοστό 4/32 εξ αδιαιρέτου και η τέταρτη και πέμπτη κατά ποσοστό 4/32 εξ αδιαιρέτου η καθεμία. Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ο 5ος εναγόμενος κατείχε το επίδικο από το έτος 1995 και έκτοτε έναντι των δικαιοπαρόχων των εναγόντων, αντιποιούμενος τη νομή των τελευταίων, μέχρι το θάνατο τους, έκτοτε δε έναντι των εναγόντων, καθόσον όπως αποδείχτηκε ουδέποτε η Δ.
Μ. του μεταβίβασε με άτυπη δωρεά τη νομή του επίδικου ακινήτου και μάλιστα από το έτος 1969. Ο διαδραμών χρόνος μέχρι την άσκηση της αγωγής (8-3-2013) δεν μπορεί να του προσπορίσει κυριότητα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, διότι δεν συμπληρώνεται ο απαιτούμενος χρόνος της 20ετίας για την κτήση της, απορριπτομένου ως ουσιαστικά αβάσιμου του προβαλλόμενου από τους εναγόμενους ισχυρισμού περί παραγραφής της του δικαιώματος των εναγόντων το οποίο ασκείται με την ένδικη αγωγή, διότι δεν παρήλθε χρόνος πλέον της 20ετίας από την πρώτη πράξη προσβολής της κυριότητάς τους επί του επιδίκου ακινήτου, ο οποίος επαναφέρεται και ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου με ειδικό λόγο έφεσης.
Το πρωτοβάθμιο επομένως δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του κατέληξε στην ίδια κρίση ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένου ως ουσιαστικά αβάσιμου του σχετικού περί του αντιθέτου λόγου της κρινόμενης έφεσης. Επίσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και η ένστασή τους περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των εναγόντων, η οποία επαναφέρεται και ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου με ειδικό λόγο έφεσης, καθόσον από όσα εκτέθηκαν ανωτέρω οι τελευταίοι δεν αδράνησαν καθόλου στην προάσπιση του δικαιώματος κυριότητας επί του επιδίκου και δεν δημιούργησαν έτσι την πεποίθηση στους εναγόμενους ότι δεν πρόκειται να ασκήσουν οποιοδήποτε δικαίωμα είχαν επί αυτού καθόσον, όπως ήδη προεκτεθεί, από το έτος 1977 η δικαιοπάροχος τους Τ.
Μ. προέβη στη σύνταξη του προαναφερομένου πληρεξουσίου με το οποίο διορίζει πληρεξούσιο και αντίκλητο της τον Π. Π., προκειμένου να λαμβάνει κάθε αναγκαίο μέτρο για τη διαφύλαξη της περιουσίας της, μεταξύ της οποίας και του επιδίκου ακινήτου, το έτος 1977 ο Μ. Μ. επισκέπτεται το Οίτυλο και με το προαναφερόμενο πληρεξούσιο διορίζει γενικούς και ειδικούς πληρεξουσίους και αντικλήτους του τα αναφερόμενα σε αυτό πρόσωπα για να αποδεχτούν, μεταξύ άλλων τις κληρονομιές που απέκτησε από τον πατέρα του Π.
Μ., το θείο του Τ. Μ. και τη μητέρα του Τ. Μ. καθώς και για λογαριασμό των παραπάνω κληρονομουμένων, το ίδιο δε πράττει και για λογαριασμό του αδελφού του Γ. Επίσης δίνει στην πληρεξούσια δικηγόρο Στυλιανή Μπιρμπάκου το ποσό των 75.000 δραχμών για τρεις δηλώσεις στη Δ Ο Υ και 50.000 δραχμές για δύο αποδοχές κληρονομιάς και έξοδα μεταγραφής του Υποθηκοφυλακείο".
Από τις διατάξεις των άρθρων 118§4, 562§2, 566§1, 577§3 και 578 του Κ.Πολ.Δ, συνάγεται ότι, αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ, η οποία μπορεί να συντελεσθεί και με τη μη εφαρμογή διατάξεων που ήσαν εφαρμοστέες, δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, οι διατάξεις που φέρεται ότι παραβιάσθηκαν, η έννοια που αποδίδει σ' αυτές ο αναιρεσείων και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει, επιπλέον, να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως), αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατή, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η στοιχειοθέτηση των σχετικών λόγων αναιρέσεως, διότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο 578 του Κ.Πολ.Δ., από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου.
Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενό του αν η αποδιδομένη στην απόφαση παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό ή αν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά γεγονότα που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και άνευ αντιφάσεων στην απόφαση, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και ακολούθως της ορθότητας του διατακτικού.
Εξάλλου δεν επιτρέπεται συμπλήρωση του αναιρετηρίου με την προσβαλλομένη απόφαση ή άλλα διαδικαστικά έγγραφα (Ολ.Α.Π. 27/1998, Ολ.Α.Π. 32/1996, Α.Π. 1720/2008). Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως προσάπτονται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1α και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., των αναιρετικών αυτών πλημμελειών συνισταμένων στο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 974, 1046 και 1051 του Α.Κ.
Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας, και, τούτο, διότι, καίτοι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε την υπόθεση επί της ουσίας, δεν περιλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναιρέσεως πλήρως και αυτουσίως οι παραδοχές αυτού (δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου), οι οποίες επιστηρίζουν το διατακτικό του, αλλά παρατίθενται αυτές είτε κατά την οπτική των αναιρεσειόντων (πρώτος λόγος αναιρέσεως) είτε αποσπασματικώς (δεύτερος λόγος αναιρέσεως).
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής κτλ ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από τον νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 240 του Κ.Πολ.Δ., για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγουμένη συζήτηση στο ίδιο ή κατώτερο δικαστήριο αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγουμένης συζητήσεως που τους περιέχουν· οι προτάσεις της προηγουμένης συζήτησης προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο.
Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι η τοιαύτη αναφορά πρέπει να είναι σαφής και ορισμένη σε τρόπο, ώστε να προκύπτει από αυτήν ο εκ νέου επικαλούμενος ισχυρισμός, ο οποίος είχε προβληθεί κατά την προηγούμενη συζήτηση και επαναλαμβάνεται κατά τη νέα με την αναφορά στις προτάσεις της προηγουμένης συζητήσεως (Α.Π. 1351/2010).
Ειδικότερα αν ο διάδικος είχε νικηθεί πρωτοδίκως, η νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, μόνο με λόγο περιεχόμενο στο δικόγραφο της εφέσεως ή σε δικόγραφο προσθέτων λόγων πρέπει να γίνεται (Α.Π. 1351/2010). Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της αναιρετικής πλημμελείας συνισταμένης στο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αγνόησε ένσταση των αναιρεσειόντων η οποία είχε προβληθεί ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επαναφέρθηκε παραδεκτώς ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, και, τούτο, διότι δεν αναφέρεται σαφώς στο αναιρετήριο ότι η επαναφορά της απορριφθείσης πρωτοδίκως ενστάσεως έγινε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο εφέσεως και όχι με άλλο τρόπο.
Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335 και 338 έως 340 και 346 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς την αλήθεια ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (Ολ.Α.Π. 8/2016, Α.Π. 365/2017).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Κατά την αληθινή έννοια της παραπάνω διατάξεως ως αποδείξεις που δεν λήφθηκαν υπόψη νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Τέτοιες αποδείξεις είναι, μεταξύ άλλων, η εξέταση των μαρτύρων που περιέχονται στο σχετικό πρακτικό συνεδριάσεως αυτού (Α.Π. 477/2006, Α.Π. 528/1993). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός θα πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) ποιες είναι οι αποδείξεις, των οποίων έγινε νόμιμη επίκληση, τις οποίες δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας και ποιο είναι το περιεχόμενό τους, β) ο ισχυρισμός, για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις κρίσιμες αποδείξεις και γ) η επίδραση που είχαν αυτές στο διατακτικό της αποφάσεως.
Για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας του πιο πάνω αναιρετικού λόγου είναι αναγκαία η προσκομιδή του αποδεικτικού μέσου, στο οποίο αφορά η αποδιδομένη πλημμέλεια, προκειμένου να διακριβωθεί το περιεχόμενό του, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί ότι δεν λήφθηκε πράγματι υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 365/2017).
Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, και κατ' ορθή εκτίμηση αυτού, προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της αναιρετικής πλημμελείας συνισταμένης στο ότι δεν προκύπτει ανενδοιάστως ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα πρακτικά της συζητήσεως στο ακροατήριο μετά την οποία (συζήτηση) εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ. 28/01.09.2014 και 46/10.07.2017 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γυθείου και του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου, αντιστοίχως.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, καθόσον μεν αφορά την αμφιβολία περί λήψεως ή μη υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο των πρακτικών της συζητήσεως της αγωγής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γυθείου είναι απαράδεκτος, και, τούτο, διότι δεν προσκομίζεται ενώπιον του δικαστηρίου τούτου αντίγραφο αυτών (πρακτικών) προκειμένου να διακριβωθεί το περιεχόμενό του, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί ότι δεν λήφθηκε πράγματι υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, καθόσον δε αφορά την αμφιβολία περί λήψεως ή μη υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο των πρακτικών της συζητήσεως της αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου είναι αβάσιμος και, τούτο, διότι από την επισκόπηση αντιγράφου αυτών, που περιέχεται στον φάκελο της υποθέσεως, προκύπτει ότι ουδέν στοιχείο χρήσιμο στην απόδειξη ισχυρισμού των αναιρεσει όντων περιλαμβάνεται.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 270§2 εδάφ. α' (όπως ίσχυε πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 και έχει, εν προκειμένω, εφαρμογή, ως εκ του χρόνου ασκήσεως της αγωγής πριν την 01.01.2016), 432, 443, 445, 457§§ 1, 2, 3 και 460 του Κ.Πολ.Δ., συνάγονται τα ακόλουθα: α) το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στην περίπτωση που δικάζει κατά την τακτική διαδικασία, για να σχηματίσει δικανική πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, λαμβάνει υπόψη του συμπληρωματικά και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία όμως εκτιμά ελευθέρως, χωρίς να υποχρεούται να ακολουθήσει ορισμένους κανόνες ως προς την αποδεικτική τους ισχύ.
Έτσι λαμβάνονται υπόψη στη διαδικασία αυτή και έγγραφα ανυπόγραφα, μη φέροντα βέβαιη χρονολογία ή ακόμη και αχρονολόγητα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ' αποδεικτικό τύπο, ανεπικύρωτα, αλληλοαναιρούμενα, εκδοθέντα και υπό αυτών των διαδίκων, εξαιρουμένων των πλαστών και μη γνησίων, β) τα ιδιωτικά έγγραφα, σε αντίθεση με ότι συμβαίνει επί δημοσίων εγγράφων (άρθρο 455 του Κ.Πολ.Δ.) δεν έχουν το τεκμήριο της γνησιότητας.
Η επίκληση και προσκομιδή ιδιωτικού εγγράφου προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού εμπεριέχει, εντεύθεν, τον ισχυρισμό του διαδίκου περί της γνησιότητάς του, ο δε αντίδικος τούτου έχει το βάρος της δηλώσεως περί αρνήσεως της γνησιότητας και ο πρώτος της αποδείξεως αυτής, όταν αμφισβητηθεί, και γ) εφόσον το ιδιωτικό έγγραφο είναι ενυπόγραφο, αδιαφόρως εάν φέρει την υπογραφή εκείνου κατά του οποίου προσάγεται ή τρίτου, το παραγόμενο από τη μη αμφισβήτηση της γνησιότητας υπογραφής αμάχητο τεκμήριο περί της γνησιότητας του υπερκειμένου περιεχομένου του εγγράφου, που καλύπτεται από την υπογραφή, ανατρέπεται μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού (Α.Π. 1701/2022, Α.Π. 622/2018), του επικαλουμένου την πλαστότητα βαρυνομένου με την απόδειξή της (άρθρο 463 του Κ.Πολ.Δ.), η οποία μπορεί να αφορά νόθευση του περιεχομένου γνησίου εγγράφου.
Για την απόδειξη αυτή μπορούν να χρησιμοποιηθούν όλα τα μέσα αποδείξεως, ιδίως αυτοψία, πραγματογνωμοσύνη και μάρτυρες (άρθρο 458 του Κ.Πολ.Δ.). Η απόδειξη δε της γνησιότητας των εγγράφων από τον προσκομίσαντα διάδικο, εφόσον αυτή αμφισβητήθηκε από τον αντίδικό του, επιβάλλεται όχι μόνο αν γίνεται χρήση αυτών για άμεση απόδειξη, αλλά και όταν από αυτά συνάγονται δικαστικά τεκμήρια.
Και αν μεν αποδειχθεί κατά τη διαδικασία, κατά την οποία εκδικάζεται η υπόθεση και προσάγονται τα έγγραφα, η μη γνησιότητα αυτών, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο, ενώ αν προκύψει ότι αυτά είναι γνήσια τότε πρέπει να ληφθούν υπόψη. Αν όμως το δικαστήριο στην περίπτωση αυτή, χωρίς να εξετάσει την άρνηση της γνησιότητας αυτών ή δεν ερευνήσει παραδεκτώς προβληθέντα ισχυρισμό περί πλαστότητας αυτών, λάβει υπόψη αυτά, τότε υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 11α' του Κ.Πολ.Δ., αφού εκτιμά ή δεν εκτιμά έγγραφο πριν διαπιστώσει, ως οφείλει, αν εμπίπτει στα επιτρεπόμενα ή μη επιτρεπόμενα από τον νόμο αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 1701/2022, Α.Π. 584/2019, Α.Π. 1764/2012, Α.Π. 825/2010, Α.Π. 72/2008) υπό την προϋπόθεση ότι το έγγραφο που δεν επιτρεπόταν να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο δεν προσκομίσθηκε από τον αναιρεσείοντα (Ολ.Α.Π. 58/1978, Α.Π. 1678/2008).
Τέλος, η άρνηση της γνησιότητας κάθε ιδιωτικού εγγράφου, πρέπει να είναι ρητή, σαφής και ειδική, χωρίς ενδοιαστικές ή υποθετικές εκφράσεις και να γίνει κατ' αυτή τη συζήτηση κατά την οποία προσκομίζεται αυτό, εάν δε αυτό δεν γίνει, θεωρείται ότι αναγνωρίσθηκε σιωπηρώς η γνησιότητα αυτού και τυχόν αμφισβήτηση της γνησιότητάς του σε μεταγενέστερη συζήτηση είναι απαράδεκτη (Α.Π. 622/2018, Α.Π. 1304/2013).
Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται (κατ' εκτίμηση των διαλαμβανομένων στο αναιρετήριο) στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της αναιρετικής πλημμελείας συνισταμένης στο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο περιέλαβε στο αποδεικτικό υλικό έγγραφο και συγκεκριμένα επιστολή του Δ.
Π. προς τον Μ. Μ., μετά της σχετικής αποδείξεως καταθέσεως συστημένου των Ελληνικών Ταχυδρομείων προσκομισθέν από αυτούς (αναιρεσείοντες), αλλά και από τους αναιρεσιβλήτους, για το οποίο είχε υποβληθεί ισχυρισμός περί πλαστότητάς του από τους ιδίους, χωρίς ο ισχυρισμός αυτός να εξετασθεί. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως παραδεκτώς προβάλλεται και είναι βάσιμος, εφόσον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων των αναιρεσιβλήτων, και αυτοί προσκόμισαν με νόμιμη επίκληση το σχετικό έγγραφο.
Κατά το άρθρο 281 του Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια του άρθρου 281 του Α.Κ., για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.Α.Π. 8/2018, Ολ.Α.Π. 8/2001, Ολ.Α.Π. 7/2002).
Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου, ακόμη και αν δημιούργησε στον οφειλέτη ή τον προσβολέα την πεποίθηση ότι αυτός δε θα ασκήσει το δικαίωμά του, δεν καθιστά τη μεταγενέστερη άσκησή του καταχρηστική, υπό την ειδικότερη μορφή της αποδυναμώσεως του δικαιώματος, εκτός αν συνοδεύεται από ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, που συνδέονται με προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της καταστάσεως που έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί οπότε δεν είναι απαραίτητο να προκαλούνται στον υπόχρεο αφόρητες ή υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες, αλλά αρκεί να επέρχονται δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεις.
Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και, συνεπώς, καταχρηστική και απαγορευμένη (Ολ.Α.Π. 8/2001).
Περαιτέρω, ειδικότερη μορφή καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος συνιστά η αποδυνάμωση δικαιώματος. Στην περίπτωση αυτή το δικαίωμα, αποδυναμώνεται και, άρα, δεν μπορεί να ασκηθεί, όταν ο δικαιούχος, αφενός αδράνησε επί μακρόν και, αφετέρου δημιούργησε με τη συμπεριφορά του εύλογα στον υπόχρεο την πεποίθηση ότι δεν επιθυμεί να ασκήσει πλέον το δικαίωμά του, υπό τις συνθήκες δε αυτές η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος από τον δικαιούχο, εφόσον συνεπάγεται δυσμενείς - επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, αποτελεί ενέργεια ασυμβίβαστη προς την προγενέστερη συμπεριφορά του δικαιούχου και αντίκειται, προφανώς, στις αρχές της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών της Α.Κ. 281 είναι, δηλαδή, καταχρηστική (Α.Π. 502/2021, Α.Π. 200/2018, Α.Π. 496/2014, Α.Π. 831/2013).
Ενόψει τούτων, για να είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς ορθή ή μη υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στο άρθρο 281 του Α.Κ. από το δικαστήριο της ουσίας απαιτείται να παρατίθενται στην απόφαση του σαφώς και ορισμένως ότι συνέτρεξαν στη δικαζομένη υπόθεση όλες οι ως άνω περιστάσεις και συνθήκες (Α.Π. 1875/1999).
Η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως μπορεί να αντιταχθεί και κατά διεκδικητικής ή αναγνωριστικής δικαιώματος κυριότητας επί ακινήτου, έχει δε εφαρμογή και επί ασκήσεως δικαιωμάτων που απορρέουν από κανόνες δημοσίας τάξεως. Απαιτείται, τέλος, οι πράξεις του υποχρέου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου (Ολ.Α.Π. 10/2012).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 10 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται ως αληθινά γεγονότα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση, χωρίς να εκθέτει ούτε γενικώς από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη, χωρίς να απαιτείται να αξιολογεί τα επι- μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα (Α.Π. 1592/2008).
Τέλος, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επόμ. του Κ.Πολ.Δ., εγγράφου, δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δέχθηκε δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.
Παραμόρφωση εγγράφου, κατά την έννοια του παραπάνω αναιρετικού λόγου, συνιστά και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υποθέσεως (Α.Π. 1440/2002). Δηλαδή για να θεμελιώνεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε κατά το περιεχόμενό του. Δεν αρκεί έτσι ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξάλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 1/1999, Α.Π. 1627/2010, Α.Π. 832/2009, Α.Π. 402/2004, Α.Π. 627/2003).
Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως για να είναι ορισμένος θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζονται α) το αληθινό περιεχόμενο του φερομένου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σε αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμορφώσεως του εγγράφου (Α.Π. 194/2005, Α.Π. 1315/1993).
Με τους έκτο και έβδομο λόγους αναιρέσεως προσάπτονται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 8α', 10 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., των αναιρετικών πλημμελειών συνισταμένων στο ότι αφενός μεν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραμόρφωσε το έγγραφο, για το οποίο έγινε λόγος στο πλαίσιο του πέμπτου λόγου αναιρέσεως, αφετέρου δε το αυτό δικαστήριο, κατά την εκφορά κρίσεως επί ενστάσεώς τους από το άρθρο 281 του Α.Κ., αξιολόγησε το υπ' αριθμ. ....1977 πληρεξούσιο και εξήγαγε συμπέρασμα, λαμβάνοντας, παρά τον νόμο, υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα που είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη επιπλέον δε παραμόρφωσε το περιεχόμενο του άνω πληρεξουσίου δεχθέν ότι από το περιεχόμενό του προκύπτουν πραγματικά περιστατικά που όμως δεν προκύπτουν.
Ο έκτος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και, τούτο, διότι η επικαλουμένη αναιρετική πλημμέλεια αφορά στο περιεχόμενο που προσέδωσε σε αυτό η προσβαλλομένη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, ενώ ο έβδομος λόγος αναιρέσεως, και ως προς τα τρία σκέλη του, είναι αβάσιμος και, τούτο, διότι όσα δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι προκύπτουν από το άνω πληρεξούσιο δεν αφορούν "πράγματα", περαιτέρω δε δεν παραμόρφωσε το δημόσιο αυτό έγγραφο επειδή ερμήνευσε διαφορετικά από τους αναιρεσείοντες το περιεχόμενό του.
Μετά από αυτά, λόγω της παραδοχής του πέμπτου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580§3 του Κ.Πολ.Δ., στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνην που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρο 495§3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189§1, 191§2 του Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 146/06.11.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο (Εφετείο Καλαμάτας) που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700,00€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Σεπτεμβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης, και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ