Legislator Case Law & Legislation
1294/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against insurance intermediary contract dismissal, ruling the lower court erred in rejecting the claim's legal basis.

Case Number 1294/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the First Instance Court's dismissal of an insurance intermediary's contract claim. The appellant argued the lower court erred in rejecting the claim as legally unfounded, while the respondent did not appear at the hearing. The court found the appellant's legal arguments sufficient and the lower court's rejection a procedural error, thus overturning the dismissal and remanding the case for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1 of Law 1569/1985; Art. 559(1) of the Code of Civil Procedure: The court established that a claim by an insurance intermediary for non-reimbursement of premiums is legally grounded if the contract of engagement and the underlying insurance policies are proven, and the lower court's rejection of such a claim constitutes a procedural error warranting the appeal's allowance.

Keywords

AI generated
insurance intermediary contract non-reimbursement of premiums procedural error in dismissal appeal against first instance insurance agency law

Cited Legislation

AI generated
Art. 1 of Law 1569/1985
Art. 559(1) of the Code of Civil Procedure
Art. 580(3) of the Code of Civil Procedure
Art. 495(3) of the Code of Civil Procedure
Arts. 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1294 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1294/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου - Εισηγήτρια, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Γεώργιο Αυγέρη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΑΛΦΑ - ΔΕΛΤΑ", που εδρεύει στο 15ο χιλιόμετρο Δ.Ο. Θεσσαλονίκης - Περαίας και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... Ο.Ε". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Βακουφάρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Π. Ι. του Α., κατοίκου Κρύας Βρύσης Νομού Πέλλας, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-08-2014 αγωγή της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "...", που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8480/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 2551/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-5-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1110/2020, ΑΠ 500/2019). Στην προκειμένη περίπτωση από την με αριθμό 3105Α/22-9-2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης με έδρα το Πρωτοδικείο Γιαννιτσών Γ.

Σ., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Ο αναιρεσίβλητος, όμως, δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου και πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 1569/1985 "περί διαμεσολάβησης στις συμβάσεις ιδιωτικής ασφάλισης", όπως η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρου 36 του ν. 2496/1997, τη διαμεσολάβηση στη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού, ασκούν οι ασφαλιστικοί πράκτορες, οι μεσίτες ασφαλίσεων, οι ασφαλιστικοί σύμβουλοι, οι συντονιστές ασφαλιστικών συμβούλων, καθώς και οι ασφαλιστικοί υπάλληλοι.

Κατά το άρθρο 16 παρ. 1 του ως άνω ν. 1569/1985, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 36 παρ.4 του ν. 2496/1997 "1. Ασφαλιστικός σύμβουλος είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο μελετά την αγορά, παρουσιάζει και προτείνει λύσεις ασφαλιστικής κάλυψης των αναγκών των πελατών με ασφαλιστικές συμβάσεις για λογαριασμό των ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή ασφαλιστικών πρακτόρων ή μεσιτών ή συντονιστών ασφαλιστικών συμβούλων για την πρόσκτηση εργασιών.

Η σχέση που συνδέει τον ασφαλιστικό σύμβουλο με τους ως άνω είναι σύμβαση έργου. Ο ασφαλιστικός σύμβουλος δεν έχει δικαίωμα υπογραφής ασφαλιστηρίων ούτε εκπροσώπησης ασφαλιστικής επιχείρησης ή ασφαλιστικού πράκτορα ή μεσίτη. Κάθε αντίθετη συμφωνία είναι άκυρη", ενώ κατά την παράγραφο 2. "Δεν αντίκειται στις διατάξεις του νόμου αυτού συμβατικός όρος, με τον οποίο περιορίζεται το δικαίωμα του ασφαλιστικού συμβούλου να συνάπτει σύμβαση και με άλλες ασφαλιστικές επιχειρήσεις.

Το δικαίωμα αυτό ασκείται από τη συμβαλλόμενη ασφαλιστική επιχείρηση μόνο για τους κλάδους που ασκεί". Εξάλλου, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του ίδιου ως άνω άρθρου "Η ασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να αναθέτει στον ασφαλιστικό σύμβουλο την είσπραξη ασφαλίστρων", οπότε στην περίπτωση αυτή, καταβάλλει σ` αυτόν επιπλέον προμήθεια, το ύψος της οποίας καθορίζεται από τα μέρη με τη σχετική σύμβαση, ο δε ασφαλιστικός σύμβουλος θεωρείται θεματοφύλακας των εισπραττόμενων και οφείλει να τα αποδώσει στην ασφαλιστική επιχείρηση (ΑΠ 768/2021).

Επίσης, κατά το άρθρο 20 παρ. 1 και 3 του ίδιου νόμου "Συντονιστής ασφαλιστικών συμβούλων είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο για λογαριασμό μιας ασφαλιστικής επιχείρησης ζωής ή και μιας μόνο ασφαλιστικής επιχείρησης ασφαλίσεων κατά ζημιών, έναντι προμήθειας διαμεσολαβεί στη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων διαμέσου ομάδας ασφαλιστικών συμβούλων, τους οποίους επιλέγει, εκπαιδεύει και εποπτεύει.

Η σχέση που συνδέει το συντονιστή ασφαλιστικών συμβούλων με την ασφαλιστική επιχείρηση είναι σύμβαση έργου, η οποία καταρτίζεται εγγράφως. Περαιτέρω, το νομικό πλαίσιο της ασφαλιστικής διαμεσολάβησης σε ενωσιακό επίπεδο ρυθμίστηκε καταρχάς με την Οδηγία 2002/92/ΕΚ, η οποία ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το π.δ. 190/2006 (καταργηθέν ήδη από 18-12-2018 με το άρθρο 47 παρ. 1 του ν. 4583/2018), σύμφωνα με το άρθρο 14 του οποίου ο προγενέστερος v. 1569/1985 δεν καταργήθηκε εξ ολοκλήρου, αλλά μόνο οι διατάξεις του που έρχονται σε αντίθεση προς τις διατάξεις του ως άνω π.δ/τος.

Κατά το άρθρο 2 παρ. 3 του π.δ. 190/2006, "ως "ασφαλιστική διαμεσολάβηση" νοείται κάθε δραστηριότητα είτε παρουσίασης, πρότασης, παροχής προπαρασκευαστικών εργασιών για τη σύναψη συμβάσεων ασφάλισης ή σύναψης αυτών ή παροχής συνδρομής κατά τη διαχείριση και την εκτέλεση των εν λόγω συμβάσεων, ιδίως σε περίπτωση επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου", ενώ κατά την παρ. 5 του ίδιου άρθρου "ως "ασφαλιστικός διαμεσολαβητής" νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αναλαμβάνει ή ασκεί με αμοιβή δραστηριότητες ασφαλιστικής διαμεσολάβησης".

Επίσης, στο άρθρο 4 παρ. 1 περ. Α προβλέπεται ότι η ασφαλιστική επιχείρηση μπορεί, με ειδική συμφωνία ν` αναθέτει στον ασφαλιστικό σύμβουλο την είσπραξη ασφαλίστρων, (την οποία, επίσης, μπορεί να αναθέτει και στον ασφαλιστικό πράκτορα), ενώ στην παράγραφο 8 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "Ο πελάτης, καταβάλλοντας καλόπιστα το ασφάλιστρο στον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή, απαλλάσσεται από την υποχρέωσή του προς τον ασφαλιστή και αν ακόμη ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής δεν αποδώσει το ασφάλιστρο στον ασφαλιστή, εκτός αν ο πελάτης, ενεργώντας με δόλο καταβάλει το ασφάλιστρο σε ασφαλιστικό διαμεσολαβητή, ο οποίος δεν έχει εξουσία από την ασφαλιστική επιχείρηση να εισπράττει ασφάλιστρα...".

Από το συνδυασμό των διακρίσεων που εισάγουν, αφενός το π.δ. 190/2006 και αφετέρου ο ν. 1569/1985, συνάγεται ότι οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές μπορεί να είναι οι ασφαλιστικοί πράκτορες, οι ασφαλιστικοί σύμβουλοι, οι συντονιστές ασφαλιστικών συμβούλων και οι μεσίτες ασφαλίσεων. Από τον ως άνω κατά νόμο ορισμό της θέσης, των καθηκόντων και εν γένει της περιγραφής εργασίας του ασφαλιστικού συμβούλου σαφώς προκύπτει ότι αυτός δεν ενεργεί πρακτορεία ή μεσιτεία, αφού για τη διενέργεια αυτών προβλέπονται και υφίστανται άλλα ειδικότερα επαγγέλματα (του ασφαλιστικού πράκτορα και του ασφαλειομεσίτη αντίστοιχα), ωστόσο αναπτύσσει δράση σε αγορά, δηλαδή σε χώρο, όπου μπορεί να συναντηθεί η προσφορά με τη ζήτηση και να συναφθούν συναλλακτικές πράξεις, με διαμεσολάβηση στη παροχή υπηρεσιών (ΑΠ 1376/2021).

Όπως αναφέρθηκε, η έννομη σχέση που συνδέει τον ασφαλιστικό σύμβουλο, αλλά και το συντονιστή ασφαλιστικών συμβούλων, με την ασφαλιστική επιχείρηση, τον ασφαλιστικό πράκτορα, τον μεσίτη, για λογαριασμό των οποίων μπορεί να ενεργεί, έχει εκ του νόμου χαρακτήρα μίσθωσης έργου. Τον ίδιο χαρακτήρα προσλαμβάνει, όμως, και η σύμβαση συνεργασίας, που συνάπτει ο συντονιστής ασφαλιστικών συμβούλων με έτερο ασφαλιστικό σύμβουλο, στον οποίο αναθέτει μέρος του αντικειμένου δραστηριότητάς του, αφού, όπως αναφέρθηκε, ο ασφαλιστικός σύμβουλος μπορεί να ενεργεί και για λογαριασμό συντονιστή ασφαλιστικών συμβούλων.

Ωστόσο, η νομική αυτή φύση της σχέσης του ασφαλιστικού συμβούλου με τα ως άνω πρόσωπα δεν αποκλείει εξ ορισμού την ύπαρξη μεταξύ τους σχέσης εντολής, στην περίπτωση κατά την οποία η ασφαλιστική επιχείρηση αναθέτει στον ασφαλιστικό σύμβουλο και την είσπραξη ασφαλίστρων, οπότε ο ασφαλιστικός σύμβουλος θεωρείται θεματοφύλακας των εισπραττόμενων και οφείλει να τα αποδώσει στην ασφαλιστική επιχείρηση ή τον ασφαλιστικό πράκτορα.

Και τούτο, διότι, το γεγονός ότι τα εισπραττόμενα ασφάλιστρα θεωρούνται παρακαταθήκη και ο ασφαλιστικός σύμβουλος ευθύνεται ως θεματοφύλακας, δεν αναιρεί την ιδιότητά του ως εντολοδόχου της ασφαλιστικής εταιρείας ως προς την είσπραξη για λογαριασμό της και την απόδοση σ' αυτή των ασφαλίστρων, αφού τέτοια υποχρέωση ως θεματοφύλακα μπορεί να συμφωνηθεί επιπρόσθετα και επί κοινής εντολής ως μέρος της κύριας ευθύνης του εντολοδόχου (βλ ΑΠ (Συμβ) 2141/2005, ΑΠ 492/2003 Ποιν).

Κατά συνέπεια, ο ασφαλιστικός σύμβουλος ενέχεται από αδικοπραξία, λόγω υπεξαίρεσης, για τα ασφάλιστρα που εισέπραξε με την ιδιότητά του αυτή και δεν τα απέδωσε, όπως είχε υποχρέωση, στην ασφαλιστική εταιρεία, ακόμη και αν, μετά την είσπραξή τους, λύθηκε η μεταξύ τους σύμβαση (ΑΠ 768/2021). Περαιτέρω, η εκπλήρωση της παροχής από τον εντολοδόχο είναι δυνατή και μέσω τρίτου προσώπου και δη είτε μέσω βοηθού εκπλήρωσης ή μέσω άλλου προσώπου, στο οποίο μεταβιβάζεται, με ενοχική σύμβαση, από τον εντολοδόχο η υποχρέωση εκτέλεσης της εντολής, εν όλω ή εν μέρει, εν ονόματι του εντολέα, βάσει σχετικής πληρεξουσιότητας.

Από τις διατάξεις των άρθρων 715 και 716 ΑΚ προκύπτει ότι ο εντολοδόχος μπορεί και ιδίω ονόματι να προβεί σε μεταβίβαση της παροχής, προκαλώντας ο ίδιος την "υποκατάστασή του" από τρίτο πρόσωπο στην εκτέλεση της εντολής. Η υποκατάσταση διαφέρει από τη χρησιμοποίηση βοηθού για την εκπλήρωση της παροχής. Διότι η πρώτη συνίσταται σε μεταβίβαση από τον εντολοδόχο, με σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, της υποχρέωσης διεξαγωγής της υπόθεσης του εντολέα και, συνεπώς, ο υποκατάστατος αναλαμβάνει να διεξαγάγει την υπόθεση αυτοτελώς, με δική του ευθύνη, στη θέση του εντολοδόχου.

Η υποκατάσταση μπορεί να αφορά και μέρος μόνο της διεξαγωγής από τον αρχικό εντολοδόχο υπόθεσης, αρκεί να μεταβιβάζεται η αυτοτελής και υπεύθυνη διεξαγωγή της υπόθεσης. Αντίθετα, όταν ο εντολοδόχος χρησιμοποιεί απλώς "βοηθό" δεν αναθέτει σε άλλον, αλλά διατηρεί ο ίδιος την εκτέλεση καθώς και την ευθύνη για τη διεξαγωγή της υπόθεσης που του έχει ανατεθεί (ΟλΑΠ 25/1995, ΑΠ 866/2017, ΑΠ 548/2009, ΑΠ 555/1999).

Επομένως, η σύμβαση μεταξύ εντολοδόχου ιδίω ονόματι και τρίτου, κατά την οποία ο εντολοδόχος διατηρεί ακέραια την υποχρέωση εκτέλεσης της εντολής, δεν αποτελεί σύμβαση υποκατάστασης αλλά ιδιαίτερη σύμβαση υπεντολής, επιτρεπτή ή ανεπίτρεπτη, αναλογικά προς τα κριτήρια επιτρεπτής ή ανεπίτρεπτης υποκατάστασης.

Από όλα τα παραπάνω προκύπτει, ότι στην καταρτιζόμενη μεταξύ του ασφαλιστικού συμβούλου (ή του συντονιστή ασφαλιστικών συμβούλων) και της ασφαλιστικής επιχείρησης σύμβαση έργου, εφόσον από την τελευταία ανατέθηκε στον ασφαλιστικό σύμβουλο (ή το συντονιστή ασφαλιστικών συμβούλων) και η είσπραξη ασφαλίστρων, εμπεριέχεται και σύμβαση εντολής, στην περίπτωση δε αυτή, αν παρασχέθηκε από την ασφαλιστική επιχείρηση σχετικό δικαίωμα, ενόψει του χαρακτήρα της εντολής ως σχέσης εμπιστοσύνης, μπορεί ο εν λόγω ασφαλιστικός διαμεσολαβητής να αναθέτει σε έτερο ασφαλιστικό σύμβουλο την εντολή να προβαίνει στην είσπραξη ασφαλίστρων από τους υποδεικνυόμενους πελάτες, οπότε ο τελευταίος ενέχεται από τη σύμβαση υπεντολής (άρθρο 719 ΑΚ) προς απόδοση των εισπραχθέντων ασφαλίστρων στον πρώτο.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).

Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 579 παρ. 1, 580 παρ. 3 και 581 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της αποβάλλει την ισχύ της και δεν αποτελεί δεδικασμένο, οι δε διάδικοι επανέρχονται στην προ αυτής κατάσταση. Επί αγωγής που στηρίζεται σε περισσότερες βάσεις, οι οποίες είναι αμοιβαίως επικουρικές, η αναίρεση της απόφασης για λόγο που αφορά μόνο μία από τις βάσεις αυτές, εκτείνεται και στις διατάξεις αυτής για τις λοιπές βάσεις οι κατά των οποίων λόγοι αναίρεσης είναι μάταιο να εξετασθούν (ΑΠ 282/2020, ΑΠ 1282/2018, ΑΠ 1688/2008, ΑΠ 1608/1991).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα εξής: Η ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... Ο.Ε", η οποία μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία (καθολικός διάδοχος της οποίας κατέστη η αναιρεσείουσα), άσκησε κατά του εναγόμενου Π.

Ι., ήδη αναιρεσίβλητου, την από 18/8/2014 αγωγή, με την οποία εξέθετε, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της, ότι η ίδια είναι εταιρεία ασχολούμενη με ασφαλιστικές διαμεσολαβήσεις με κύριο σκοπό, μεταξύ άλλων, την διαμεσολάβηση μεταξύ ασφαλιστικών εταιρειών και διαμεσολαβούντων στην ασφάλιση φυσικών και νομικών προσώπων η εξεύρεση διαμεσολαβούντων, η σύναψη συνεργασιών με αυτούς και ασφαλιστικές εταιρείες, η εκπαίδευσή τους και η άμεση διαμεσολάβηση και ασφάλιση φυσικών και νομικών προσώπων σε ασφαλιστικές εταιρείες.

Ότι με την εναγόμενο συνήφθη στη Θεσσαλονίκη η από 19/12/2011 σύμβαση ανάθεσης έργου, με την οποία η ενάγουσα του ανέθεσε το έργο της σύστασης δυνητικών πελατών και της άμεσης είσπραξης και απόδοσης σ' εκείνη συγκεκριμένου αριθμού και χρονικής περιόδου ασφαλίστρων. Ότι, σύμφωνα με τους όρους της ανωτέρω σύμβασης, συμφωνήθηκε ότι η εταιρία κάθε μήνα θα εκδίδει λογαριασμό, ο οποίος θα εμφανίζει το υπόλοιπο οφειλής του εναγόμενου μέχρι την ημέρα του λογαριασμού.

Ότι, αντίγραφο του λογαριασμού εις διπλούν θα αποστέλλεται στον εναγόμενο, ο οποίος υποχρεώνεται να επιστρέφει αμέσως και εντός του μήνα, το δεύτερο αντίγραφο, υπογεγραμμένο για το σύμφωνο του λογαριασμού ή με τις τυχόν παρατηρήσεις του, διαφορετικά με την πάροδο του επόμενου μήνα θεωρείται ότι αποδέχεται το υπόλοιπο ως έχει.

Ότι, η απόδειξη του υπολοίπου θα αποδεικνύεται πλήρως είτε από τα υπογεγραμμένα από τον εναγόμενο αντίγραφα του λογαριασμού του, είτε από τα αντίγραφα που θα τηρεί η εταιρία, είτε από απόσπασμα επίσημων στοιχείων της εταιρίας. Ότι, η διάρκεια της σύμβασης ορίστηκε για ένα έτος, αρχόμενη από 19/12/2011. Ότι, ως αμοιβή του εναγόμενου για τις παρεχόμενες υπηρεσίες και αποζημίωσή του για οποιαδήποτε έξοδα πιθανόν αντιμετωπίσει σχετικά με την σύμβαση, καθορίστηκαν ποσοστά επί των καθαρών ασφαλίστρων που θα εισπράττονταν, όπως αναλυτικά αναφέρονται στην αγωγή.

Ότι, σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής, ο εναγόμενος διαβίβασε στην ενάγουσα κι εκείνη εξέδωσε, μεταξύ άλλων, και τα αναλυτικά αναφερόμενα ασφαλιστήρια συμβόλαια, τα οποία παρέδωσε στον εναγόμενο, εκείνος όμως δεν απέδωσε τα οφειλόμενα ασφάλιστρα στην ενάγουσα. Ότι, το ποσό που οφείλει ο εναγόμενος, αφού αφαιρεθεί πρώτα η καθαρή προμήθειά του, ανέρχεται σε 24.384,66 ευρώ, το οποίο αρνείται να της καταβάλει παρά τις συνεχείς προς αυτόν οχλήσεις της και μολονότι έχει αναγνωρίσει την οφειλή του.

Με βάση τα περιστατικά αυτά, η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το ανωτέρω ποσό, επικουρικά δε, με βάση τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, άλλως εκείνες του αδικαιολόγητου πλουτισμού, με το νόμιμο τόκο από 31/3/2012 (εξώδικη όχληση) άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την με αριθμό 8460/2016 απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Κατά της ως άνω απόφασης άσκησε έφεση η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα. Tο Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη με αριθμό 2551/2019 απόφασή του απέρριψε ομοίως την αγωγή ως μη νόμιμη ως προς όλες τις βάσεις της.

Ειδικότερα, το Εφετείο απέρριψε την αγωγή κατά την κύρια βάση αυτής με την ακόλουθη αιτιολογία: "Η επίδικη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση όπως τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της περιγράφονται στην αγωγή, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού τον οποίο προσέδωσαν οι διάδικοι και προσδίδει η ενάγουσα στην αγωγή της, δεδομένου ότι η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στο νομικό κανόνα δικαίου ανήκει στο Δικαστήριο, ήταν σύμβαση ασφαλιστικού συμβούλου.

Σύμφωνα, δε, με όσα προεκτέθηκαν..., κατ' άρθρο 16 ν. 1569/1985, φέρει το χαρακτήρα σύμβασης έργου και ως εκ τούτου, δεν πρόκειται για απλή σύμβαση έργου του ΑΚ, απορριπτομένου του αντιθέτου ισχυρισμού της ενάγουσας εκκαλούσας. Ειδικότερα, όπως ακριβώς διατυπώνεται στην αγωγή, στον εναγόμενο ανατέθηκε από την ενάγουσα το έργο της "σύστασης δυνητικών πελατών", αντί της συμφωνηθείσας κατά κλάδο ασφάλισης "προμήθειας", ενώ εκείνος "διαβίβασε" σε αυτήν "ασφαλιστήρια συμβόλαια", ως εκ τούτου, έργο του εναγόμενου ήταν η επιδίωξη, λήψη και διαβίβαση στην ενάγουσα, ήδη ανώνυμη εταιρία, που διατηρεί επιχείρηση ασφαλιστικής διαμεσολάβησης, του ενδιαφέροντος τρίτων για σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων, η παρουσίαση και πρόταση λύσεων ασφαλιστικής κάλυψης τρίτων με ασφαλιστικές συμβάσεις καθώς και η προπαρασκευή ασφαλιστικών συμβάσεων για λογαριασμό της ενάγουσας ως ασφαλιστικού διαμεσολαβητή (ασφαλιστικού συμβούλου και συντονιστή ασφαλιστικών συμβούλων), χωρίς δικαίωμα υπογραφής ασφαλιστηρίου, ή εκπροσώπησης για την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης, ενώ παράλληλα στον εναγόμενο ανατέθηκε και η είσπραξη ασφαλίστρων για λογαριασμό της ενάγουσας, όπως άλλωστε παρέχεται η δυνατότητα αυτή από το άρθρο 16 παρ. 4 ν. 1569/1985, με αντίστοιχη υποχρέωση της τελευταίας να του αποδώσει την προμήθειά του κατά το αναφερόμενο στην αγωγή ποσοστό επί των εισπραχθέντων ασφαλίστρων Επομένως, με βάση τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο πραγματικά περιστατικά που απαρτίζουν και χαρακτηρίζουν τη συμβατική σχέση των διαδίκων και την ακριβή διατύπωσή τους, ("σύσταση δυνητικών πελατών", "προμήθεια", "διαβίβαση ασφαλιστηρίων συμβολαίων"), η ένδικη σύμβαση ...., ανεξαρτήτως της εγκυρότητάς της, φέρει τα χαρακτηριστικά της σύμβασης ασφαλιστικού συμβούλου.

Ο δε όψιμος, προβαλλόμενος το πρώτον με την έφεσή της, ισχυρισμός της εκκαλούσας ενάγουσας, ότι το έργο που ανατέθηκε στον εναγόμενο περιορίζονταν αποκλειστικά και μόνο στην είσπραξη και απόδοση σ' αυτήν των ασφαλίστρων και ως εκ τούτου ήταν απλή σύμβαση έργου, κρίνεται απορριπτέος. Η ενάγουσα, ωστόσο, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, δεν είναι ασφαλιστική εταιρία, αλλά διαμεσολαβητής συμβάσεων ιδιωτικής ασφάλισης, όπως σαφώς συνάγεται από τον αναφερόμενο στην αγωγή καταστατικό σκοπό της.

Σε κάθε περίπτωση λοιπόν, η ενάγουσα δεν συνάπτει η ίδια στο όνομα και για λογαριασμό της ασφαλιστικές συμβάσεις, αφού ουδόλως επικαλείται κάτι τέτοιο, αλλά στο όνομα και για λογαριασμό ασφαλιστικών εταιριών. Ως εκ τούτου, η μόνη δικαιούχος του ασφαλίστρου είναι η ασφαλιστική επιχείρηση, διότι αυτό είναι το αντάλλαγμα από την ασφαλιστική σύμβαση και εντεύθεν την ασφαλιστική κάλυψη που η ίδια παρέχει, ο δε ασφαλιστικός σύμβουλος που εισπράττει για λογαριασμό της ασφάλιστρα, υποχρεούται να τα καταθέσει στην ίδια, ή σε τράπεζα στο όνομά της, ή στον ασφαλιστικό πράκτορα, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 1 και 2 του π.δ. 298/1996, θεωρούμενος έναντι αυτής ως θεματοφύλακας, ενώ τα ασφάλιστρα που εισπράττει θεωρούνται παρακαταθήκη.

Ανεξάρτητα λοιπόν από την εγκυρότητα ή μη της επίδικης σύμβασης ασφαλιστικού συμβούλου ως τέτοιας και την, στα πλαίσια της σύμβασης αυτής, επίκληση από την ενάγουσα της έννομης σχέσης που τη συνδέει με τον εναγόμενο, βάσει της οποίας αυτός υποχρεούται να εισπράττει και να της αποδίδει τα ασφάλιστρα από τις καταρτισθείσες ασφαλιστικές συμβάσεις, εφ' όσον σε κάθε περίπτωση δικαιούχος του ασφαλίστρου είναι η ασφαλιστική εταιρία και η ενάγουσα είναι μόνο διαμεσολαβήτρια στη σύμβαση ασφαλιστικών συμβάσεων, ο δε εναγόμενος δεν είναι αντιπρόσωπος ή εντολοδόχος της ασφαλιστικής επιχείρησης, θα έπρεπε η ενάγουσα, για τη νομική θεμελίωση της κρινόμενης αγωγής της κατά την κύρια βάση της, να επικαλείται επιπλέον και την έννομη σχέση μεταξύ αυτής και των ασφαλισμένων στα ασφαλιστικά συμβόλαια, που καταρτίστηκαν με τη μεσολάβησή της ή με την αντισυμβαλλομένη τους ασφαλιστική επιχείρηση, η οποία της παρέχει το δικαίωμα να απαιτήσει από τον εναγόμενο τα ασφάλιστρα των οποίων, όπως προεκτέθηκε, δικαιούχος είναι η ασφαλιστική επιχείρηση.

Τέτοια έννομη σχέση (π.χ πρακτοριακή σύμβαση που την καθιστά άμεσο αντιπρόσωπο της ασφαλιστικής εταιρίας, ή σύμβαση μεσιτείας με περιεχόμενο το διορισμό της ως πληρεξουσίου ή εντολοδόχου της ασφαλιστικής εταιρίας....), ουδόλως επικαλείται η ενάγουσα στην αγωγή της, αφού ουδόλως προσδιορίζει τις ασφαλιστικές εταιρίες των οποίων τα συμβόλαια παρέδωσε στον εναγόμενο, ούτε ποια συμβατική σχέση και με ποιό ακριβώς περιεχόμενο τη συνέδεε με αυτές, ή με τους ασφαλιζόμενους (πρακτοριακή σύμβαση, σύμβαση μεσιτείας ασφαλίσεων κ.λ.π.) που να της παρέχει το δικαίωμα να απαιτήσει από τον εναγόμενο τα ασφάλιστρα.

Επομένως, η αγωγή, κατά το μέρος της που στηρίζεται στην ενδοσυμβατική ευθύνη του εναγόμενου (στη μεταξύ των διαδίκων συναφθείσα σύμβαση ασφαλιστικού συμβούλου), ελέγχεται ως μη νόμιμη και πρέπει να απορριφθεί, απορριπτομένου του σχετικού λόγου έφεσης Περαιτέρω αναφορικά με την εκτιμώμενη βάση της αγωγής, περί αναγνώρισης εκ μέρους του εναγομένου της οφειλής του προς την ενάγουσα από την επίδικη σύμβαση, αυτή εκτιμάται από το Δικαστήριο, ....

όχι ως αναιτιώδης, αλλά ως αιτιώδης και δη, όχι ως παράγουσα νέα αυτοτελή ενοχή, αλλά ως επιβεβαιωτική της ήδη υφιστάμενης μεταξύ τους έννομης σχέσης, οπότε η σημασία της είναι απλώς αποδεικτική και εκτιμάται ως εξώδικη ομολογία. Ωστόσο, από αυτήν την αιτιώδη αναγνώριση, η οποία δεν υποβάλλεται σε. συστατικό τύπο, δεν παράγεται αυτοτελής αιτία ενοχής, αφού εξαρτάται από την αναφερομένη αιτία.

Στην περίπτωση αυτή όμως αφού πρόκειται για επιβεβαίωση της σύμβασης ασφαλιστικού συμβούλου και πάλι η αγωγή δεν είναι νόμιμη σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν σχετικά με τη νομιμότητα της ένδικης αξίωσης". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας ως νομικά αβάσιμη την έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο κύρια βάση της αγωγής, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 16 παρ. 1 και 20 παρ. 1 και 3 του ν. 1569/1985, 2 παρ. 3 και 4 παρ. 1 του π.δ. 190/2006, 713, 715, 716, 719 και 681 του ΑΚ, τις οποίες δεν εφάρμοσε απαιτώντας περισσότερα στοιχεία για την εφαρμογή τους, αν και αυτές έπρεπε να εφαρμοστούν στην κρινόμενη υπόθεση, καθόσον, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, συγκροτείται το πραγματικό των εν λόγω διατάξεων και ως εκ τούτου η αγωγή ήταν νομικά βάσιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις αυτές, αφού, κατά την δέουσα εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής, σαφώς εκτίθεται σ' αυτήν:

α) ότι η ενάγουσα είναι εταιρεία ασφαλιστικής διαμεσολάβησης (ασφαλιστική σύμβουλος και συντονιστής ασφαλιστικών συμβούλων), συνεργαζόμενη με ασφαλιστικές επιχειρήσεις και διαμεσολαβώντας μεταξύ αυτών και των ασφαλισμένων, έχοντας λάβει, παράλληλα, από τις ασφαλιστικές εταιρείες και την εντολή είσπραξης των ασφαλίστρων από τους πελάτες αυτών, β) ότι με τον εναγόμενο συνήψε σύμβαση ασφαλιστικού συμβούλου, δυνάμει της οποίας ανέθεσε σ' αυτόν το έργο της σύστασης δυνητικών πελατών, αλλά και της άμεσης είσπραξης και απόδοσης σ' εκείνη συγκεκριμένου αριθμού και χρονικής περιόδου ασφαλίστρων, και συνεπώς στην καταρτισθείσα ως άνω σύμβαση έργου εμπεριέχεται, κατά τη μείζονα σκέψη, και σύμβαση (υπ)εντολής, γ) ότι σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής, ο εναγόμενος διαβίβασε στην ενάγουσα κι εκείνη εξέδωσε, μεταξύ άλλων, και τα αναλυτικά αναφερόμενα ασφαλιστήρια συμβόλαια, τα οποία παρέδωσε στον εναγόμενο, εκείνος όμως, καίτοι εισέπραξε, δεν της απέδωσε τα οφειλόμενα ασφάλιστρα, όπως αυτά αναφέρονται αναλυτικά στην αγωγή.

Επομένως, τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο, αληθή υποτιθέμενα, πληρούν το πραγματικό των ανωτέρω διατάξεων και, άρα είναι επαρκή για την νομική στήριξη του αιτήματος της ενάγουσας, αδιάφορου όντος για τη νομιμότητα της κρινόμενης αγωγής ποιες ασφαλιστικές εταιρείες είχαν εκδώσει τα επίδικα ασφαλιστήρια συμβόλαια.

Κατά συνέπεια, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την έφεση κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, η οποία είχε απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια και, ως εκ τούτου, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτών, κατά παραδοχή του προαναφερόμενου αναιρετικού λόγου, που καθιστά μάταια την εξέταση των λοιπών, οι οποίοι πλήττουν τις αμοιβαίως επικουρικές βάσεις της αγωγής, κατά τα αναφερόμενα στην ως άνω μείζονα σκέψη, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που εξέδωσε την αναιρούμενη, αφού είναι δυνατή η σύνθεση από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).

Τέλος πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα κατά το νόμιμο αίτημά της σε βάρος του αναιρεσίβλητου λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2551/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ