Supreme Court allows appeal against dismissal of employer's claim for damages due to construction defects and insurance contributions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of the employer's claim for damages regarding construction defects and unpaid insurance contributions. The court found the lower court's reasoning insufficient to support the rejection of the employer's specific arguments regarding the contractor's liability. Consequently, the appeal was granted in part, and the case was remanded to the Court of First Instance for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 561, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews the sufficiency of the lower court's reasoning but does not re-evaluate the assessment of evidence, allowing an appeal when the lower court fails to provide adequate justification for dismissing a claim based on specific contractual or statutory grounds.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1294 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1294/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Λέκκα, Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Μ. του Α., κατοίκου ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Αρβανίτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Π. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Χορταρέα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/7/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 19/1/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χίου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 45/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6/2016 του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5/7/2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, 6/2016 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Βορείου Αιγαίου, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την από 18-7-2011 έφεση του εναγομένου - ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της 45/2014 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χίου.
Με την τελευταία αυτή απόφαση, αφού συνεκδικάσθησαν, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, α) η από 18-7-2011 αγωγή του αναιρεσείοντος, ως εργοδότη, κατά του αναιρεσιβλήτου, ως εργολάβου, για καταβολή, αποζημιώσεως, λόγω ελαττωμάτων και ελλείψεως συνομολογηθεισών ιδιοτήτων οικοδομικού έργου, καταπεσούσης συμφωνημένης ποινικής ρήτρας, και αποζημιώσεως ένεκα μη καταβολής ασφαλιστικών εισφορών στο ΙΚΑ, που, κατά τα επικαλούμενα στην σύμβαση, βάρυναν τον εναγόμενο και β) η από 19-1-2012 αγωγή του τελευταίου κατά του πρώτου, για επιδίκαση του οφειλόμενου υπολοίπου, συμφωνηθείσης εργολαβικής αμοιβής του, απερρίφθη, εν μέρει, ως αόριστη και, κατά τα λοιπά, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η πρώτη αυτών (από 18-7-2011 αγωγή του αναιρεσείοντος εργοδότη), ενώ έγινε δεκτή, ως κατ' ουσίαν βάσιμη, η δεύτερη αυτών (αγωγή του αναιρεσιβλήτου εργολάβου) και υποχρεώθηκε ο με αυτήν εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων να καταβάλει, νομιμοτόκως, στον αντίδικό του αναιρεσίβλητο το με αυτήν την αγωγή αιτούμενο ποσό.
Η υπό κρίση αίτηση, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Σε κάθε, όμως, περίπτωση η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναιρέσεως σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου, ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και, ειδικώς, δεν αφορά τη δημόσια τάξη.
Ο ισχυρισμός για αοριστία της αγωγής, προτεινόμενος ή επαναφερόμενος ενώπιον του Εφετείου, δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά, που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού δικαιώματος, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 223 και 295 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι ο ενάγων μπορεί να περιορίσει το αίτημα της αγωγής και ότι ο περιορισμός αυτός συνιστά μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, κατά το αίτημα που περιορίστηκε, το οποίο θεωρείται από την αρχή ότι δεν ασκήθηκε.
Με την παραίτηση, όμως, δεν πρέπει να προκαλείται αοριστία, ως προς το υπόλοιπο τμήμα της αγωγής, που εμποδίζει τη συγκεκριμενοποίηση της διαφοράς, η οποία έχει αχθεί σε δικαστική κρίση. Όταν το αγωγικό αίτημα συντίθεται από περισσότερα κονδύλια, ο περιορισμός του επιχειρείται παραδεκτά μόνον εφόσον διευκρινίζεται σε ποιά κονδύλια αφορά ή όταν περιορίζεται αναλόγως κατά ποσοστό του εν λόγω αιτήματος και επέρχεται έτσι αντίστοιχη μείωση όλων των κονδυλίων (ΟλΑΠ 3/2008).
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 681 ΑΚ, με τη σύμβαση του έργου ο ένας συμβαλλόμενος, αποκαλούμενος εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση εκτελέσει το έργο, και ο έτερος, αποκαλούμενος εργοδότης να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή. Κατά την εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως από δικονομική άποψη, με την έννοια του ορισμένου, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, της αγωγής, ο ενάγων, για την καταβολή της αμοιβής, εργολάβος οφείλει να επικαλεστεί στο δικόγραφο αυτής την σύμβαση, το έργο που συμφωνήθηκε, το είδος και το ύψος της αμοιβής και ότι εκτέλεσε προσηκόντως την υποχρέωση, που τον βαρύνει με την παράδοση του έργου.
Ο ακριβής χρόνος καταρτίσεως της εργολαβικής συμβάσεως δεν είναι αναγκαίο, κατ' αρχήν, να αναφέρεται στο δικόγραφο της αγωγής. Η αμοιβή του εργολάβου μπορεί να ορίζεται κατά την κατάρτιση της συμβάσεως κατ' αποκοπή, κατά μονάδα, επί τη βάσει προϋπολογισμού, απολογιστικώς, χρονικώς, με ποσοστά ή και να καταλείπεται ακαθόριστη ως προς το ποσό και τον τρόπο υπολογισμού της.
Κατά το σύστημα καθορισμού της αμοιβής απολογιστικώς η αμοιβή του εργολάβου υπολογίζεται σε ποσοστό επί του αθροίσματος των πραγματικών εξόδων του έργου (ΑΠ 257/2009). Περαιτέρω, όταν η αμοιβή του εργολάβου καταλείπεται ακαθόριστη, ως προς το ποσό και τον τρόπο υπολογισμού, ο καθορισμός αυτής θα γίνει είτε κατά τα άρθρα 371 - 373 ΑΚ, είτε με αντικειμενικά στοιχεία, όπως με τις τυχόν ισχύουσες διατιμήσεις ή την ειθισμένη αμοιβή, αυτή δηλαδή η οποία συνηθίζεται υπό τις ίδιες συνθήκες τόπου, χρόνου κλπ.
να καταβάλλεται σε εργολάβους της ίδιας κατηγορίας για όμοιες εργασίες (ΑΠ 941/2002).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του σχετικού, με τον εν προκειμένω ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, περιεχομένου του δικογράφου της από 18-7-2011 αγωγής του κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου, ο αναιρεσείων ισχυρίσθηκε, εκτός άλλων, ότι, με το από 21-9-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό, καταρτίσθηκε σύμβαση μεταξύ τους, δυνάμει της οποίας ανέθεσε στον εναγόμενο και ο τελευταίος ανέλαβε, έναντι συμφωνηθείσης αμοιβής την κατασκευή της θεμελιώσεως, των υποστυλωμάτων, των τοιχίων, των δοκών, των πλακών, των εξωστών και των σκαλιών, διώροφης, με υπόγειο, οικοδομής.
Ότι στην σύμβαση αυτή περιελήφθη ειδικός όρος, σύμφωνα με τον οποίον ο ίδιος (ενάγων και ήδη αναιρεσείων), ως βαρυνόμενος με την καταβολή στο ΙΚΑ των σχετικών με το έργο ασφαλιστικών εισφορών, θα κατέβαλε αυτές (ασφαλιστικές εισφοράς), που αναλογούσαν μόνον σε 150 ημερομίσθια, ενώ τις αναλογούσες πέραν των ημερομισθίων αυτών ασφαλιστικές εισφορές, θα κατέβαλε για λογαριασμό του (ενάγοντος) ο εναγόμενος εργολάβος.
Ότι μέχρι του μηνός Ιανουαρίου 2006, σε εκτέλεση του συμβατικού αυτού όρου, κατέβαλε στο ΙΚΑ ασφαλιστικές εισφορές ποσού 49,50 ευρώ για έκαστο ημερομίσθιο και συνολικά, για πραγματοποιηθέντα, μέχρι τότε, 213 ημερομίσθια, κατέβαλε 10.470 ευρώ, ήτοι 3.097,50 ευρώ πλέον εκείνων (150), για τα οποία με βάση την σύμβαση υπεχρεούτο να καταβάλει τις ανάλογες αυτές εισφορές.
Ότι, παρά την ανωτέρω συμβατική υποχρέωσή του, ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος, ενεργώντας υπαιτίως, άλλοτε δεν κατέβαλε καθόλου τις οφειλόμενες ασφαλιστικές εισφορές και άλλοτε δεν κατέβαλε εγκαίρως επ' ονόματί του (ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος) τις σχετικές καταστάσεις ασφαλίσεως των απασχολουμένων στο εκτελούμενο από αυτό ως άνω οικοδομικό έργο, με συνέπεια το ΙΚΑ, με τις αναφερόμενες στην αγωγή, κατά ποσό και χρόνο ασφαλίσεως, ποσά προσαυξήσεως και προστίμων, λόγω εκπροθέσμου υποβολής της οικείας περιοδικής καταστάσεως, ΠΕΕ, να του καταλογίσει, ως υπόχρεο προς πληρωμή τους, το ποσό των 10.857,25 ευρώ για οφειλόμενες ασφαλιστικές εισφορές και ποσό 4.665,16 ευρώ για προσαυξήσεις και πρόστιμα.
Ότι κατόπιν ρυθμίσεως του χρέους του αυτού με το ΙΚΑ, κατέβαλε στο τελευταίο, για τις ανωτέρω αιτίες, το συνολικό ποσό 14.141,58 ευρώ, το οποίο τελικά και ζημιώθηκε, όπως στο ποσό αυτό περιόρισε, κατά την πρωτόδικη στο ακροατήριο συζήτηση της αγωγής, την οφειλόμενη σε υπαιτιότητα του αντιδίκου του ζημία του από την ανωτέρω αιτία.
Με βάση δε το ιστορικό αυτό, ζήτησε, εκτός των άλλων καταψηφιστικών αιτημάτων του, την καταψήφιση του εναγομένου, στην καταβολή και του ποσού αυτού για την ως άνω αιτία. Το Εφετείο, κατά την πλειοψηφήσασα σε αυτό γνώμη, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, όπως από την επισκόπησή της, προκύπτει, δέχθηκε τα εξής: "....το τρίτο αγωγικό αίτημα περί καταβολής αποζημίωσης για τις ασφαλιστικές εισφορές, που φέρεται ότι αναγκάστηκε ο ενάγων να καταβάλει, λόγω της μη καταβολής τους από τον εναγόμενο και για τα πρόστιμα και τις προσαυξήσεις, λόγω της καθυστέρησης ή της μη καταβολής τους από τον εναγόμενο, αφενός διότι δεν προσδιορίζεται αναλυτικώς, κατά τρόπο ειδικό και σαφή, στην αγωγή ο ακριβής αριθμός των ημερομισθίων και των βάσει αυτών καταβλητέων ασφαλιστικών εισφορών προς το ΙΚΑ, που του καταλογίστηκαν, επειδή ο υπόχρεος (για τις εισφορές άνω των 150 συμφωνημένων ημερομισθίων) εναγόμενος δεν τις κατέβαλε στο ΙΚΑ ή τις κατέβαλε εν μέρει μόνο, ούτε ο αριθμός των ημερομισθίων και το ποσό των καταβλητέων ασφαλιστικών εισφορών που κατέβαλε εκπρόθεσμα, με συνέπεια την επιβολή των προστίμων και των προσαυξήσεων σε βάρος του ως κυρίου του έργου, ούτε ποια από τα ημερομίσθια αυτά πραγματοποιήθηκαν στην αρχικώς συμφωνηθείσα χρονική περίοδο εκτέλεσης του έργου, με βάση το από 21-9-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό τους, ήτοι από την έναρξη του στις 26-9-2005 μέχρι την περαίωση και παράδοσή του στις 30-1-2006, και ποια έγιναν μεταγενέστερα εκτός του πλαισίου του ιδιωτικού συμφωνητικού κατά τη χρονική περίοδο από 31-1-2006 μέχρι και τέλη Ιανουαρίου 2007, που εν τέλει περαιώθηκε και παραδόθηκε το επίδικο έργο κατόπιν των διαδοχικών προτάσεων που συμφωνηθήκαν μεταξύ τους, περιστατικά που είναι κρίσιμα για να ερευνηθούν από το Δικαστήριο η ευθύνη εκάστου των συμβαλλομένων, (συμβατική και εκ του νόμου), για τη συγκεκριμένη ζημία των πρόσθετων ασφαλιστικών εισφορών και των επ' αυτών προσαυξήσεων και προστίμων του ΙΚΑ, που επικαλείται ο ενάγων.
Αφετέρου δε, το συγκεκριμένο αίτημα καθίσταται έτι αόριστο, όπως ορθώς επισημαίνεται και από τον εναγόμενο, μετά τον περιορισμό στον οποίο προέβη πρωτοδίκως δια του πληρεξουσίου του ο ενάγων με τις προτάσεις του και με δήλωσή του στα πρακτικά της δίκης, συλλήβδην και ασαφώς, δίχως διάκριση για τις επιμέρους περιπτώσεις και αιτίες πρόκλησης αυτής της ζημίας σε βάρος του, ήτοι περιορίζοντας το αίτημά του από το ποσό των 10.857,25 ευρώ για τα ημερομίσθια που υπερβαίνουν τη δική του συμβατική υποχρέωση για κάλυψη μόνο των 150 ημερομισθίων και το ποσό των 4.665,16 ευρώ για τις προσαυξήσεις και τα πρόστιμα που επωμίστηκε ως κύριος του έργου για την καθυστέρηση εκπλήρωσης της παρεπόμενης συμβατικής υποχρέωσης του εργολάβου για τις ασφαλιστικές εισφορές προς το ΙΚΑ πέραν των 150 ημερομισθίων, σε ποσό εν γένει 14.141,58 ευρώ, το οποίο δεν προσδιορίζει από ποιες επιμέρους ως άνω αιτίες προκύπτει.
Συνεπεία τούτων, ούτε το Δικαστήριο δύναται να ελέγξει τη νομιμότητα του αγωγικού αυτού κονδυλίου, ούτε ο εναγόμενος να αντικρούσει και να αντιτάξει αμυντικούς ισχυρισμούς. Γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αόριστο, αυτεπαγγέλτως και κατά παραδοχή του ισχυρισμού του εναγομένου.". Ακολούθως, δεχόμενο, όπως και το πρωτοβάθμιο, Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια και, ως εκ τούτου, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τον νόμο, απέρριψε ως αβάσιμο τον πρώτο λόγο εφέσεως, με τον οποίον ο ενάγων εκκαλών και ήδη αναιρεσείων παρεπονείτο για την τοιαύτη απόρριψη από το πρωτοδίκως δικάσαν δικαστήριο του ως άνω αιτήματος της αγωγής του.
Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, απορρίπτοντας, ως αόριστη, την αγωγή του αναιρεσείοντος, κατά το ανωτέρω αίτημά της. Τούτο δε διότι σε αυτήν διελαμβάνοντο, όλα τα απαραίτητα για το ορισμένο του κονδυλίου αυτού στοιχεία και ειδικότερα, ότι οι οφειλόμενες ασφαλιστικές εισφορές αφορούσαν τις αναλογούσες στα, πέραν των 150, ημερομίσθια, οι οποίες, κατά την σύμβαση βάρυναν τον ίδιο (ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα), το χρονικό διάστημα, στο οποία ανάγονταν οι οφειλόμενες από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο εισφορές αυτές, οι προσαυξήσεις και τα πρόστιμα αυτών, ήτοι των μηνών Ιανουάριου 2006 έως Σεπτεμβρίου 2006, και τα ποσά αυτών κατά περίπτωση και είδος (εισφοράς, προσαυξήσεως, προστίμου).
Δεν ήσαν δ' αναγκαία στοιχεία αυτής, ο ακριβής αριθμός των ημερομισθίων και των, βάσει αυτών, καταβλητέων εισφορών, ούτε ο αριθμός των ημερομισθίων, οι εισφορές για τα οποία κατεβλήθησαν εκπροθέσμως, ούτε ποια ημερομίσθια πραγματοποιήθηκαν εντός του συμφωνηθέντος χρόνου εκτελέσεως του έργου ή στη συνέχεια μέχρι την παράδοσή του, αφού το τελευταίο τούτο δεν αποτελούσε, κατά το επισκοπούμενο δικόγραφο της αγωγής, περιεχόμενο της σχετικής συμφωνίας των διαδίκων.
Ενόψει δε του ότι το ανωτέρω αγωγικό ποσό συναπαρτιζόταν από ομοειδή κονδύλια, προερχόμενα από την ίδια νομική και πραγματική αιτία, δεν ήταν αναγκαίο, κατά τον γενόμενο περιορισμό του αιτήματος αυτού, να διαλαμβάνεται ο κατά ποσό ή ποσοστό περιορισμός εκάστου των συμποσουμένων ως άνω ποσών, διότι εκτίθεται ότι ο περιορισμός αυτός ήταν αποτέλεσμα της ρυθμίσεως του χρέους του ενάγοντος προς το ΙΚΑ και όχι αποτέλεσμα μερικής αυτοβούλου παραιτήσεως του διαδίκου αυτού από την αγωγική αυτή αξίωσή του.
Επομένως, ο σχετικός, κατ' εκτίμηση από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και από τον αριθ. 1), πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίον ο αναιρεσείων προβάλει την σχετική προς τα ανωτέρω αιτίαση, είναι βάσιμος. Ο ίδιος αυτός λόγος με τον οποίον ο αναιρεσείων προβάλει αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 11 και 12 ΚΠολΔ, επικαλούμενος ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την 2251/2010 απόφαση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Χίου περί ρυθμίσεως της ανωτέρω οφειλής του και παρεβίασε την αποδεικτική δύναμη αυτής, είναι απαράδεκτος γιατί το Εφετείο προκειμένου να απορρίψει την αγωγή του αυτή ως προς το ανωτέρω αιτούμενο ποσό, δεν ερεύνησε την ουσία της υποθέσεως, αλλ' απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας της.- Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της από 19-1-2012 αγωγής του ενάγοντος εργολάβου και ήδη αναιρεσιβλήτου, περί καταβολής σ' αυτόν από τον εναγόμενο εργοδότη και ήδη αναιρεσείοντα του εξ 21.707 ευρώ υπολοίπου της εργολαβικής αμοιβής του, σαφώς σ' αυτή αναφέρεται η σύμβαση της κατασκευής του σκελετού από οπλισμένο σκυρόδεμα διωρόφου κτιρίου με υπόγειο, περιγράφεται το συμφωνηθέν, εκτελεσθέν και παραδοθέν προσηκόντως έργο αυτό και η συμφωνηθείσα αμοιβή, κατ' αποκοπή, καθ' όσον αφορά τις εργασίες εκσκαφών των θεμελίων και των επιχώσεων, κατ' είδος και μονάδα μετρήσεως, καθ' όσον αφορά τις ειδικά αναφερόμενες στην αγωγή περαιτέρω εργασίες και, απολογιστικά, καθ' όσον αφορά τις επίσης ειδικά εκτιθέμενες εργασίες, της αγοράς και μεταφοράς με τα χέρια 10 κ.μ.
χαλικιού και εργασίας, των εργατικών και των υλικών για επίστρωση νοβοπάν πλάκας υπογείου, της αγοράς και τοποθετήσεως 32 μέτρων φαλτσογωνίες δοκών υπογείου, της αγοράς και τοποθετήσεως 30 μέτρων φαλτσογωνίες δοκών ισογείου, της αγοράς και τοποθετήσεως 80 μέτρων φαλτσογωνίες δοκών - κρεμαστών δοκών, των εργατικών και υλικών για επένδυση με νοβοπάν πλάκας και δοκαριών ισογείου, της αγοράς και εργασίας για ρητίνες κρεμ/της βεράντας και της αγοράς και εργασίας για ρητίνες για αγκύρωση πλάκας δεξαμενής και ράμπας αναπήρων.
Με βάση τις ανωτέρω νομικές παραδοχές η, με το προαναφερόμενο, ως προς τα ανωτέρω στοιχεία, περιεχόμενο, αγωγή του ενάγοντος αναιρεσιβλήτου είναι επαρκώς ορισμένη, ως περιέχουσα, τα παραπάνω απαιτούμενα, από τα άρθρα 681, 694 ΑΚ, 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, στοιχεία, χωρίς να απαιτείται η παράθεση, περαιτέρω, της ποσότητας και της, κατά μονάδας εργασίας, συμφωνηθείσης αμοιβής για την εκτέλεση των εργασιών εκσκαφών των θεμελίων και των επιχώσεων της οικοδομής αφού, όπως συνάγεται από τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η αμοιβή είχε συμφωνηθεί κατ' αποκοπή.
Επίσης, δεν απαιτείται η παράθεση του αριθμού, της ειδικότητας, των ημερών απασχολήσεως και του ημερομισθίου του προσωπικού, που απασχολήθηκε στις εργασίες, ούτε η ποσότητα, η τιμή μονάδας και το είδος των υλικών, που αγόρασε για τις εργασίες αυτές ο αναιρεσίβλητος, για τις οποίες, κατά τα ανωτέρω, η εργολαβική αμοιβή ζητείται απολογιστικά.
Επομένως, η προσβαλλόμενη ορθώς απέρριψε τον δεύτερο λόγο εφέσεως, με τον οποίον ο αναιρεσείων επανέφερε στο Εφετείο τον πρωτοδίκως προβληθέντα και απορριφθέντα ως αβάσιμο ισχυρισμό του, περί αοριστίας, κατά τα ανωτέρω αιτήματά της, της αγωγής του αναιρεσιβλήτου. Κατά συνέπεια ο δεύτερος, κατά σειρά λόγος αναιρέσεως, με αναφορά στο άρθρο 559 αριθ. 1 και 8 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Με την διάταξη του άρθρου 681 του ΑΚ, καθορίζονται τα ουσιώδη στοιχεία της συμβάσεως μισθώσεως έργου, τα οποία είναι η συμφωνία των συμβαλλομένων, το έργο και η αμοιβή, η οποία μπορεί να συνίσταται και σε είδος. Καταβάλλεται δε η αμοιβή σύμφωνα με το άρθρο 694 του ίδιου κώδικα, κατά την παράδοση του έργου, εκτός αν η παράδοση τούτου συμφωνήθηκε κατά τμήματα, οπότε καταβάλλεται με την παράδοση κάθε τμήματος.
Ως παράδοση, νοείται η πλήρης εκπλήρωση της κύριας υποχρεώσεως του εργολάβου με την προσπόριση του έργου στον εργοδότη, δηλαδή την περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσιάσεως του τελευταίου, το οποίο όμως πρέπει να είναι το προσήκον, δηλαδή να μην είναι εντελώς διαφορετικό από εκείνο που συμφωνήθηκε, γιατί αλλιώς δεν θεωρείται ότι ο εργολάβος εκπλήρωσε πρώτος την βαρύνουσα αυτόν υποχρέωση.
Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 688, 689, 690, και 694 ΑΚ προκύπτει ότι ένα έργο θεωρείται περατωμένο ή εκτελεσμένο, έστω και αν έχει ελλείψεις συμφωνημένων ιδιοτήτων ή πραγματικά ελαττώματα, ακόμη και ουσιώδη, που το καθιστούν άχρηστο. Στην περίπτωση αυτή ο κύριος του έργου έχει, υπό προϋποθέσεις, ορισμένα δικαιώματα, όπως εκείνο της αναστροφής της συμβάσεως ή της μειώσεως της αμοιβής ή εκείνο της αποζημιώσεως, ενώ δεν έχει ούτε τις κατά τις γενικές διατάξεις ενστάσεις της μη εκπληρώσεως ή της μη προσήκουσας εκπληρώσεως της συμβάσεως (άρθρ. 374 ΑΚ), ούτε τα δικαιώματα από τα άρθρα 380 επ. 383 επ.
σε συνδυασμό με τα άρθ. 337, 343 παρ. 2, 384, 386 και 387 ΑΚ για τις περιπτώσεις της αδυναμίας ή της υπερημερίας του εργολάβου σχετικά με τη μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής του, άρα ούτε απαλλαγής του από την αντιπαροχή (καταβολή της αμοιβής του εργολάβου), εκτός αν α) εξαιτίας της ελλείψεως ιδιοτήτων ή των ελαττωμάτων το έργο που παραδόθηκε ή προσφέρθηκε είναι εντελώς διαφορετικό από εκείνο που συμφωνήθηκε ως εκτελεστέο, αφού τότε δεν υπάρχει εκπλήρωση της παροχής και ο εργολάβος δεν δικαιούται να αξιώσει την αμοιβή του, ή β) έχει συμφωνηθεί μεταξύ κυρίου του έργου και εργολάβου αντίθετη της πιο πάνω ρυθμίσεως.
Τούτο γιατί οι διατάξεις για έλλειψη ιδιοτήτων ή ελαττωμάτων του έργου και οι σχετικές εξ αυτών ρυθμίσεις έχουν χαρακτήρα διατάξεων ενδοτικού δικαίου (ΑΠ 1565/2017, ΑΠ 877/2013). Στην περίπτωση δε, κατά την οποία οι ελλείψεις του εκτελεσθέντος και παραδοθέντος έργου, ανάγονται τόσον σε ουσιώδη ή επουσιώδη ελαττώματα, όσον και σε συμφωνημένες ιδιότητες, οφείλονται σε υπαιτιότητα του εργολάβου, ο εργοδότης δικαιούται, αντί αναστροφής ή μειώσεως της αμοιβής, να απαιτήσει αποζημίωση για κάθε ζημία, η οποία προήλθε από το γεγονός, ότι ο εργολάβος υπαιτίως δεν ανταποκρίθηκε στις από την σύμβαση υποχρεώσεις του να κατασκευάσει έργο που να φέρει τις συμφωνημένες ιδιότητες και χωρίς ελαττώματα (ΑΠ 2116/2014, ΑΠ 403/2000).
Στην περίπτωση αυτή, την απαιτούμενη για την ευθύνη του εναγομένου εργολάβου, προς αποζημίωση, ένεκα ελλείψεων του εκτελεσθέντος έργου, υπαιτιότητά του, δεν υποχρεούται, να επικαλεσθεί και αποδείξει ο ενάγων εργοδότης, αλλά να αποκρούσει ο εναγόμενος εργολάβος, επικαλούμενος έλλειψη υπαιτιότητάς του, προς απαλλαγή του από την υποχρέωση αποζημιώσεως (ΑΠ 360/2011, ΑΠ 1271/2003).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 692 ΑΚ, μετά την έγκριση του έργου από τον εργοδότη ο εργολάβος απαλλάσσεται από κάθε ευθύνη για τις ελλείψεις του, εκτός αν αυτές δεν μπορούσαν να διαπιστωθούν με κανονική εξέταση όταν έγινε η παραλαβή του έργου ή αν ο εργολάβος τις απέκρυψε με δόλο. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η έγκριση προϋποθέτει πραγματική παράδοση του έργου, μπορεί δε να είναι ρητή, με την έννοια ότι ο εργοδότης δήλωσε ότι το έργο εκτελέστηκε σύμφωνα με τους όρους και τις προδιαγραφές της εργολαβικής συμβάσεως που κατάρτισε με τον εργολάβο, ή σιωπηρή, που μπορεί να συναχθεί από την ανεπιφύλακτη ή χωρίς διαμαρτυρία παραλαβή του έργου από τον εργοδότη.
Παρά, όμως, την έγκριση του εργοδότη ο εργολάβος ευθύνεται για τις ελλείψεις του έργου, αν αυτές δεν μπορούσαν να διαγνωσθούν με κανονική εξέταση αυτού κατά την παραλαβή του και μάλιστα είτε έγινε η "κανονική" εξέταση είτε όχι (ΑΠ 1197/2017) ή αν ο εργολάβος τις απέκρυψε με δόλο. Δόλια απόκρυψη, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, υπάρχει όταν ο εργολάβος, κατά τον χρόνο μεταθέσεως του κινδύνου στον εργοδότη, δηλαδή, κατά τον χρόνο της παραδόσεως του πράγματος στον εργοδότη και της παραλαβής αυτού από τον τελευταίο, αν και γνωρίζει ή βασίμως υποπτεύεται την ύπαρξη των ελλείψεων (ουσιωδών ή επουσιωδών ελαττωμάτων ή ελλείψεων συμφωνημένων ιδιοτήτων-άρθρα 689 και 534 του ΑΚ), δεν τα γνωστοποιεί στον αγνοούντα αυτά εργοδότη, παρά την υποχρέωσή του προς τούτο από την συναλλακτική καλή πίστη (ΑΠ 177/2012, ΑΠ 243/2009).
Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 15/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι, το Εφετείο, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, αναφορικά με τον εν προκειμένω ερευνώμενο τρίτο λόγο της αιτήσεως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "....Περαιτέρω, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι το έργο εκτελέστηκε, περαιώθηκε και παραδόθηκε στα τέλη Ιανουαρίου 2007 από τον εργολάβο στον εργοδότη, ο οποίος το παρέλαβε ανεπιφύλακτα, δίχως να εκφράσει αντιρρήσεις ή επιφυλάξεις για τυχόν κακοτεχνίες, πραγματικά ελαττώματα ή έλλειψη συμφωνημένων ιδιοτήτων.
Άλλωστε, όπως ήδη σημειώθηκε, το μείζον τμήμα του έργου είχε εκτελεστεί και παραδοθεί σταδιακά και μέχρι τον Οκτώβρη του 2006, χρόνο κατά τον οποίο ο εργοδότης, καίτοι δεν είχε προσέλθει για επιμέτρηση εργασιών, ως ώφειλε με βάση τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα, κατέβαλλε στον εργολάβο αυθαίρετα και κατά βούληση, ποσά εργολαβικής αμοιβής, γεγονός από το οποίο συνάγεται ότι είχε αποδεχθεί την ποιότητα και ποσότητα των εκτελεσθεισών εργασιών και των παραδοθέντων τμημάτων του έργου, εκπληρώνοντας τη δική του υποχρέωση, εν μέρει, για καταβολή του εργολαβικού ανταλλάγματος, ανεξαρτήτως του ότι δεν είχε τηρήσει την προβλεπόμενη συμβατική διαδικασία επιμέτρησης των εργασιών.
Όμως, δεν είχε προβάλει ενστάσεις ή τους ισχυρισμούς που εκ των υστέρων εκθέτει στην αγωγή του περί ζημίας του λόγω πλημμελούς και καθυστερημένης εκτέλεσης του έργου. Τη δε πρώτη αγωγή του άσκησε μετά την άσκηση της ένδικης εδώ αγωγής του εργολάβου για την καταβολή του υπόλοιπου ποσού της εργολαβικής του αμοιβής.
Ούτε, όμως, άσκησε και τα νόμιμα δικαιώματά του από τον νόμο και από τη σύμβαση έργου για την πλημμελή εκπλήρωση ή υπερημερία στην εκτέλεση του έργου, με βάση τις διατάξεις περί σύμβασης έργου (ΑΚ 686-691) ή περί ανώμαλης εξέλιξης των αμφοτεροβαρών συμβάσεων, που βρίσκουν εφαρμογή συμπληρωματικά και στην προκειμένη περίπτωση (ΑΚ 382-387).
Αντιθέτως, μάλιστα ο εναγόμενος εργοδότης εξακολουθούσε μέχρι τον Οκτώβριο του 2006 και παρά την καθυστέρηση στην περαίωση του έργου σε σχέση με τον συμφωνημένο χρόνο να παραλαμβάνει τμήματα αυτού και να καταβάλλει - κατά βούληση - ποσά εργολαβικής αμοιβής έναντι των εργασιών που εκτελούνταν από τον εργολάβο, ενώ καθόλου δεν είχε γίνει λόγος εκ μέρους του, ακόμη και στα εξώδικα που απέστειλε προς αυτόν, για πλημμελή εκτέλεση έργου, για ελαττώματα και για έλλειψη συμφωνημένων ιδιοτήτων, τα οποία σαφώς έπρεπε να είχε διαπιστώσει, διότι και το έργο παραλάμβανε σταδιακά και δικό του επιβλέποντα μηχανικό είχε ορίσει, ενώ και ο ίδιος, κατά μεγάλα χρονικά διαστήματα, βρισκόταν στη … και επόπτευε τις εργασίες, έχοντας μάλιστα τροποποιήσει επανειλημμένως τα σχέδια της οικοδομής και έχοντας απαιτήσει πρόσθετες εργασίες στη μελέτη του έργου, οι οποίες και εκτελέστηκαν από τον εργολάβο, αυξάνοντας φυσιολογικά και το κόστος των εργασιών και του έργου.
Τούτο, δε ανεξαρτήτως του ότι δεν αποδείχθηκε ότι τα επικαλούμενα στην αγωγή του πραγματικά ελαττώματα και ελλείψεις συμφωνημένων ιδιοτήτων ήταν ουσιώδη, ή επουσιώδη, για το σύνολο της αξίας και της λειτουργίας του εκτελεσθέντος έργου, δεδομένου ότι η κατασκευή του σκελετού από οπλισμένο σκυρόδεμα της διώροφης οικοδομής είχε σχεδόν ολοκληρωθεί μέχρι τον Οκτώβρη του 2006 χωρίς αντιρρήσεις του εργοδότη για την ποιότητα του έργου, που του είχε παραδοθεί, απέμεναν δε ελάχιστες εργασίες συμπληρωματικές και παρεπόμενες, που δεν μπορεί να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τα οικεία συναλλακτικά ήθη, λαμβάνοντας υπόψη και την αρχή της καλής πίστης και την αρχή της αναλογικότητας, ότι η έλλειψη αυτών καθιστούσε το έργο άχρηστο ή υποβαθμισμένο.
Η αποκοπή δε των "φουρκετών" (σιδερένιων προεξοχών) από τα καλούπια που συγκρατούν τον σκελετό της οικοδομής, η αποκατάσταση των τεσσάρων στρογγυλών κολωνών στη σύνδεσή τους με τα δοκάρια, χωρίς να εξηγείται επαρκώς σε τι συνίσταται ως προς αυτές η πλημμέλεια που επικαλείται ο εργοδότης, αφού δεν επηρεάζεται η δομική στατικότατα του κτηρίου, η παράλειψη σοβατίσματος στο εμφανές μπετόν της πλάκας του υπογείου, η υποθεμελίωση της εξωτερικής σκάλας της οικοδομής και η παράλειψη καθαρισμού της οικοδομής, πέραν του ότι πρόκειται για εργασίες που γίνονται κατά το πέρας του έργου, είναι δευτερεύουσας σημασίας και δεν ασκούν αρνητική επιρροή στην παράδοση του κυρίου έργου από τον εργολάβο, ώστε αυτή να θεωρείται ως μη προσήκουσα.
Αναφορικά δε, με την απόθεση των χωμάτων από τις εκσκαφές σε διπλανό χώρο και τον κίνδυνο, λόγω βροχοπτώσεων, για την πρόκληση κατολισθήσεων, που ανάγκασε τον εργοδότη να υποβληθεί σε δαπάνη κατασκευής αντηρίδων με μαδέρια και σιδηροδοκούς περιμετρικά στην οικοδομή για λόγους προστασίας της, δεν συνιστά ελάττωμα ή έλλειψη ιδιότητας του έργου, αλλά εργασία, που εκτελέστηκε και για την οποία ουδόλως προέβαλε αντιρρήσεις ο εργοδότης ως κύριος του έργου, ο δε κίνδυνος αυτός οφείλεται σε αστάθμητους παράγοντες.
Άλλωστε, από το ιδιωτικό συμφωνητικό δεν προκύπτει υποχρέωση του του εργολάβου να επωμιστεί ο ίδιος τη δαπάνη αυτή. Για τη μειονεκτική θέση της οικοδομής με τους βράχους ύπερθεν της οικοδομής, τις ρωγμές τους, την αστάθεια του εδάφους, τον κίνδυνο κατολισθήσεων, την κατηφορική κλίση της θέσης της οικοδομής και την κάθοδο των υδάτων πρέπει να μεριμνήσει και να δαπανήσει ανάλογα ποσά για προφύλαξη ο κύριος του έργου και όχι ο εργολάβος, στον βαθμό που αυτό δεν εμπίπτει στις υποχρεώσεις του και τα μέτρα ασφαλείας και επιμέλειας που ορίζονται ή προκύπτουν από την εργολαβική σύμβαση και δη σε βάρος του εργολάβου (ΑΚ 173, 200, 288).
Από κανένα δε στοιχείο, δεν προέκυψε ότι την απόφαση για την τοποθέτηση των μπαζών από τις εκσκαφές στο σημείο αυτό εγγύς της οικοδομής, την έλαβε ο εργολάβος, ενώ ο εργοδότης που επέβλεπε τις εργασίες εκτέλεσης του έργου θα μπορούσε να του είχε υποδείξει, μεταξύ τόσων άλλων, και την απομάκρυνση αυτών ή τη λήψη μέτρων ασφαλείας, πράγμα που ουδόλως έπραξε, ώστε να δεν μπορεί να του καταλογίζει υπαιτιότητα για την πλημμελή εκτέλεση του έργου.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, ακόμη και οι λοιπές εργασίες που δεν είχαν εκτελεσθεί, μέχρι τον Οκτώβριο του 2006, εκτελέστηκαν μέχρι το χρόνο παράδοσής τους στα τέλη Ιανουαρίου 2007, γεγονός που δεν αμφισβητείται από τον εργοδότη. Όσα δε επικαλείται ως ελαττώματα ή ελλείψεις συμφωνημένων ιδιοτήτων μόνο ως επουσιώδη ελαττώματα μπορούν να θεωρηθούν και πάντως ευχερώς αποκαθίστανται, αφορώντας σε παρεπόμενες εργασίες δεν αφορούν το σύνολο του εκτελεσθέντος και παραδοθέντος έργου.
Εν προκειμένω, ο εργοδότης ουδέν των δικαιωμάτων του άρθρου 686 ΑΚ άσκησε. Θα μπορούσε δηλ. ο εργοδότης, αφού κατέβαλε την οφειλόμενη υπόλοιπη εργολαβική αμοιβή, να ζητήσει από τον εργολάβο τη διόρθωση των επικαλουμένων ελαττωμάτων μέσα σε εύλογη προθεσμία, εφόσον δεν απαιτούνταν δυσανάλογες δαπάνες, άλλως να επιμετρήσει τις εργασίες που δεν εκτελέστηκαν και να υπολογίσει τη ζημία που υπέστη εξαιτίας των ως άνω ελαττωμάτων του έργου, προκειμένου να ζητήσει τη μείωση της αμοιβής του, πλην όμως δεν το έπραξε.
Σε κάθε περίπτωση, αφού το έργο εκτελέστηκε συνολικά και παραδόθηκε στα τέλη Ιανουαρίου 2007 και ο ίδιος το παρέλαβε ανεπιφύλακτα και το ενέκρινε, όφειλε κατ' άρθρα 692 και 694 ΑΚ, κατόπιν επιμέτρησης των εργασιών μέσω του επιβλέποντος μηχανικού του, να προσέλθει σε γενικό απολογιστικό λογαριασμό με τον εργολάβο και να του καταβάλει την οφειλόμενη αμοιβή και το υπόλοιπο ποσό, συνυπολογίζοντας όλα τα επιμέρους ποσά που μέχρι τότε κατά βούληση του είχε καταβάλει κατά τη διάρκεια εκτέλεσης και σταδιακής παράδοσης και τα ελαττώματα (επουσιώδη).
Η παράδοση δε εκάστου τμήματος του έργου, γεννούσε αξίωση του εργολάβου για καταβολή αμοιβής από τον εργοδότη (ΑΚ 694), κατόπιν δε επιμέτρησης, σύμφωνα με το μεταξύ τους ιδιωτικό συμφωνητικό. Το γεγονός ότι ο εναγόμενος εργοδότης δεν προσήλθε σε επιμέτρηση των εργασιών και κατέβαλλε αυθαιρέτως χρηματικά ποσά εν γένει, συνιστά μη καταβολή της οφειλόμενης συμβατικής αμοιβής με ευθύνη αυτού και όχι του εργολάβου για την ανώμαλη εξέλιξη της μεταξύ τους συμβατικής σχέσης, αφού, ενώ εκείνος είχε εκτελέσει το μείζον τμήμα του έργου, δεν είχε λάβει την αντίστοιχη εργολαβική αμοιβή κατά τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα, ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών.
Ουδόλως δε απέδειξε ο εργοδότης ότι δεν μπορούσε να διαπιστώσει τα επικαλούμενα ελαττώματα ή τις ελλείψεις του έργου, δεδομένου ότι και ο ίδιος είχε εποπτεία και επιβλέποντα μηχανικό είχε ορίσει προς τούτο και άλλωστε το μεγαλύτερο μέρος του έργου του είχε παραδοθεί σε προγενέστερο της περαίωσής του χρόνο, το είχε παραλάβει ανεπιφύλακτα και αναντίρρητα, το είχε εγκρίνει και κατέβαλε ποσά εργολαβικής αμοιβής προς τούτο (ΑΚ 692).
Επομένως, αβάσιμος προβάλλεται ο ισχυρισμός του περί μη προσήκουσας εκτέλεσης και προσφοράς του έργου, καθόσον το έργο εκτελέστηκε πλήρως, οποιαδήποτε δε ελαττώματα αυτού, και δη επουσιώδη, δεν αναιρούν το δικαίωμα του εργολάβου στη λήψη της οφειλόμενης αμοιβής, αφού το έργο παραδόθηκε και εγκρίθηκε ανεπιφύλακτα από τον κύριο αυτού.
Παρέχονται δε άλλου είδους δικαιώματα στον εργοδότη, τα οποία ο εναγόμενος δεν μερίμνησε να ασκήσει εγκαίρως και προσηκόντως, και δεν δικαιούται να αρνηθεί την καταβολή του υπολοίπου της εργολαβικής αμοιβής που οφείλεται, ενώ και η μείωση αυτής, προϋπέθετε την προηγούμενη προσέλευσή του για επιμέτρηση των εργασιών και την κατάρτιση απολογιστικού λογαριασμού, σύμφωνα με τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα.".
Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, ακολούθως, έκρινε ότι είναι κατ' ουσίαν αβάσιμη η αγωγική αξίωση του ενάγοντος εργοδότη (και ήδη αναιρεσείοντος) για την καταβολή από τον εναγόμενο εργολάβο (ήδη αναιρεσίβλητο) του ποσού των 23.075 ευρώ προς αποζημίωσή του ένεκα ελαττωμάτων του εκτελεσθέντος και παραδοθέντος από τον δεύτερο στον πρώτο, έργου και απέρριψε, ως αβάσιμο, τον τρίτο λόγο της εφέσεώς του (ενάγοντος εργοδότη), με το πρώτο μέρος του οποίου παρεπονείτο για την ίδια απορριπτική κρίση του πρωτοδικείου.
Έτσι που έκρινε, το Εφετείο, και ειδικότερα με τις παραδοχές, που αυτοτελώς στηρίζουν το απορριπτικό του ανωτέρω αιτήματος της αγωγής του αναιρεσείοντος διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεώς του, ότι, σε κάθε περίπτωση, ο αναιρεσίβλητος εργολάβος εξετέλεσε το συμφωνηθέν έργο και το παρέδωσε στον αναιρεσείοντα ενάγοντα εργοδότη στα τέλη Ιανουαρίου 2007, ότι ο τελευταίος παρέλαβε ανεπιφύλακτα το έργο, δίχως να εκφράσει αντιρρήσεις ή επιφυλάξεις για τυχόν κακοτεχνίες, πραγματικά ελαττώματα ή έλλειψη συμφωνημένων ιδιοτήτων και το ενέκρινε και ότι ο ενάγων εργοδότης, παρ' ότι μπορούσε, πριν από την παραλαβή και έγκριση του έργου, να διαπιστώσει τα επικαλούμενα και, όντα επουσιώδη, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, ελαττώματα, δεδομένου ότι, και ο ίδιος και με τον επιβλέποντα μηχανικό, που είχε ορίσει προς τούτο, είχε εποπτεία αυτού (έργου) και έτσι μπορούσε να μη το παραλάβει και να μη το εγκρίνει, δεν έπραξε τούτο, διέλαβε στην απόφαση του, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της, σημειωτέον επικληθείσας από τον αναιρεσίβλητο εργολάβο, ανεπιφύλακτης, άνευ αντιρρήσεων και επιφυλάξεων, παραλαβής και εγκρίσεως του επιδίκου έργου από τον αναιρεσείοντα και της, κατά τα ανωτέρω, δυνατότητάς του (αναιρεσείοντος), να διαπιστώσει, με κανονική εξέταση τα επικαλούμενα ελαττώματα του έργου και να μη το παραλάβει, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 690 και 692 ΑΚ, τις οποίες, συνεπώς, δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με το πρώτο μέρος του οποίου, ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, υποστηρίζει τα αντίθετα προς τα ανωτέρω, είναι αβάσιμα. Ο ίδιος αυτός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση για ελλειπείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τις παραδοχές του αυτού κεφαλαίου της, ότι ο αναιρεσείων δεν άσκησε τα νόμιμα δικαιώματά του για αποζημίωσή του ένεκα κακοτεχνιών του έργου, λόγω πλημμελούς εκπληρώσεως της παροχής του εργολάβου ή από την υπερημερία του, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 686-691 ΑΚ, μη προσελθών σε επιμέτρηση των εργασιών του έργου, όπως είχε συμφωνηθεί, ούτε σε απολογιστικό λογαριασμό, για να καταβάλει την οφειλόμενη στον ενάγοντα εργολάβο και ήδη αναιρεσίβλητο, αμοιβή του και να τιμολογήσει τις ελλείψεις και τα επουσιώδη ελαττώματα του έργου, είναι αλυσιτελής, αφού το διατακτικό της, κατά τα προαναφερόμενα, στηρίζεται αυτοτελώς στην προαναφερόμενη επάλληλη αιτιολογία, η οποία, κατά εκτεθέντα, δεν πλήττεται αποτελεσματικά και η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 1/2008), δεν απαιτείται όμως η απόφαση να αξιολογεί ειδικώς τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα, προσδιορίζοντας τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό μέσο και ποιον ισχυρισμό στηρίζει.
Εφ' όσον, συνεπώς, προκύπτει από την απόφαση, ότι το δικαστήριο άντλησε την κρίση του από αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκομίσθηκαν με επίκληση, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως, ούτε βέβαια ελέγχεται με το λόγο αυτό η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο το δικαστήριο κατέληξε και ως προς το οποίο η κρίση του είναι γενικώς ανέλεγκτη αναιρετικά, εκτός και αν πρόκειται για ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών της απόφασης, οπότε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1348/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση του, αφού έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα της υποθέσεως (ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα ενώπιόν του, προς άμεση απόδειξη και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τις φωτογραφίες της οικοδομής και του περιβάλλοντος αυτήν χώρου), σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα του, ότι ο αναιρεσείων παρέλαβε ανεπιφύλακτα το έργο, δίχως να εκφράσει αντιρρήσεις ή επιφυλάξεις για τυχόν κακοτεχνίες, πραγματικά ελαττώματα ή έλλειψη συμφωνημένων ιδιοτήτων και το ενέκρινε.
Επομένως, το Εφετείο, δεν δέχτηκε παρά το νόμο πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη τον αυτοτελή ισχυρισμό του εναγομένου εργολάβου, ότι παρέλαβε (ο ενάγων αναιρεσείων) το έργο ανεπιφύλακτα και το ενέκρινε, ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ως εκ τούτου ο, από το άρθρο 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ, αντίθετος τρίτος λόγος της αιτήσεως, κατά το οικείο σκέλος του, είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος αυτός τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά το οικείο τρίτο σκέλος του, με τον οποίον ο αναιρεσείων επιχειρεί να πλήξει πράγματι την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, ως προς την ουσία της υπόθεσης, (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι απαράδεκτος.- Οι αντιφατικοί, μεταξύ αλλήλων λόγοι αναιρέσεως, που ασκούνται σωρευτικά απορρίπτονται ως απαράδεκτοι, γιατί αντιφάσκουν λογικά μεταξύ τους και αποκλείονται αμοιβαίως.
Στην περίπτωση αυτή υπάγονται οι λόγοι αναιρέσεως, όταν με τον ένα πλήττεται η απόφαση διότι δεν έλαβε υπόψη έγγραφο και με τον άλλο ότι το παραμόρφωσε, δηλαδή λόγοι από το άρθρο 559 αριθ. 11 και 20 ΚΠολΔ, αντίστοιχα (ΑΠ 757/2015, ΑΠ 1270/2013, ΑΠ 537/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, με το τέταρτο μέρος του τρίτου λόγου της κτήσεως προβάλλεται η πλημμέλεια από τον αρ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχομένου της εκθέσεως του μηχανικού Κ.
Φ.. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως κατά το τέταρτο μέρος του, είναι απαράδεκτος διότι δεν συνιστά έγγραφο κατά την έννοια των άρθρων 339, 432-449 ΚΠολΔ (ΑΠ 1276/2017, 86/2015), η ανωτέρω υπόθεση. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα", κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ), που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, οι οποίοι αποκρούονται ή γίνονται δεκτοί με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ο όρος "επιδίκασε" πρέπει να νοηθεί υπό ευρεία έννοια δηλαδή και όταν το δικαστήριο της ουσίας αποφάνθηκε σε αίτημα, που του υποβλήθηκε, με καταψηφιστική ή και αναγνωριστική διάταξη.
Ως αίτημα, νοείται κάθε αίτημα, που εισάγεται με αυτοτελή αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, όπως είναι η αγωγή, η ανταγωγή, η κύρια παρέμβαση, η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, κάθε ένδικο μέσο, η ανακοπή και η τριτανακοπή, όχι όμως κατά κανόνα η ένσταση και η αντένσταση.
Εξαίρεση υπάρχει μόνο υπέρ των γνήσιων ενστάσεων που στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα (π.χ. ένσταση συμψηφισμού ως προς την ανταπαίτηση που προτείνεται σε συμψηφισμό- ΑΠ 81/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, με το πέμπτο μέρος, του αυτού ως άνω τρίτου λόγου αναιρέσεως, ο αναιρεσείων με την επίκληση των αναιρετικών λόγων από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 9 ΚΠολΔ, προβάλει τις αιτιάσεις, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και άφησε αδίκαστο το αίτημα - ένσταση, που υπέβαλε πρωτοδίκως και επανέφερε ενώπιόν του με τον τρίτο λόγο της εφέσεώς του, περί συμψηφισμού των αγωγικών απαιτήσεών του για αποζημίωσή του λόγω πραγματικών ελαττωμάτων του έργου ποσού 23.075 ευρώ και λόγω μη καταβολής στο ΙΚΑ των ασφαλιστικών εισφορών, ποσού 14.141,58 ευρώ, από τον, κατά την εργολαβική σύμβαση, υπόχρεο προς τούτο αναιρεσίβλητο, με εκείνες της αγωγικής απαιτήσεως του τελευταίου κατ' αυτού (αναιρεσείοντος) για καταβολή του υπολοίπου της εργολαβικής αμοιβής του, ποσού 21.707 ευρώ.
Ο λόγος αυτός της αιτήσεως είναι αβάσιμος, διότι με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, το Εφετείο, την μεν αγωγική απαίτησή του αναιρεσείοντος για καταβολή αποζημιώσεως λόγω πραγματικών ελαττωμάτων του έργου την απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσία, κατά τα σχετικώς προαναφερθέντα, την δε τοιαύτη, για καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών, που ο ίδιος κατέβαλε, ενώ ήταν υποχρεωμένος κατά τη σύμβαση, να καταβάλει ο αναιρεσίβλητος, την απέρριψε ως αόριστη, επίσης κατά τα σχετικώς προαναφερόμενα.
Επομένως, από τις παραδοχές του αυτές, προκύπτει ότι, το Εφετείο, εκ του πράγματος απέρριψε το αίτημα αυτό του αναιρεσείοντος, αφού δεν υπήρχαν επιδικαζόμενες απαιτήσεις αυτού, που μπορούσαν να συμψηφισθούν με την επιδικασθείσα απαίτηση του αναιρεσιβλήτου.
Συνεπώς οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.- Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι στο δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1(α) ΚΠολΔ) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.
Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Εξ άλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ), πρέπει στο αναιρετήριο, πλην των παραπάνω, να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως, κατά το πρώτο μέρος του, ο αναιρεσείων υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, προβάλει τη αιτίαση, ότι το Εφετείο, με παντελώς ανεπαρκή αιτιολογία ήχθη στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι οφείλει στον αντίδικό του το ποσό των 21.707 ευρώ, ως εργολαβική αμοιβή για πρόσθετες εκτελεσθείσες εργασίες, αντιγράφοντας την αγωγή, ότι οι λογαριασμοί επιμέτρησης, που ο εναγόμενος - ήδη αναιρεσίβλητος - επικαλέσθηκε και αυτό (Εφετείο) δέχθηκε, δεν προκύπτουν από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, ότι στα τιμολόγια, που απετέλεσαν την βάση του αποδεικτικού συλλογισμού του, δεν αντιστοιχίζεται η κοστολόγηση και περιγραφή της εργασίας σε σχέση με τα υλικά, ήτοι δεν εξειδικεύεται ότι τα τιμολόγια αυτά αντιστοιχούν σε συγκεκριμένες απολογιστικές εργασίες και επιμετρήσεις, όπως αυτές αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του είναι απαράδεκτος ως αόριστος, γιατί δεν αναφέρεται ποιες επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η προσβαλλομένη απόφαση. Κατά τα λοιπά σκέλη του είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της πλημμέλειας από τον ανωτέρω επικαλούμενο αναιρετικό λόγο, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 8(β) του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989), θα πρέπει δε οι ισχυρισμοί αυτοί να προτάθηκαν παραδεκτώς στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 12/2000) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα.
Για να ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, πρέπει σε κάθε περίπτωση ο κρίσιμος ισχυρισμός, που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, να προτάθηκε εκεί ευθέως ως ισχυρισμός του ίδιου του αναιρεσείοντος και δεν αρκεί, αντίθετα, να συνάγεται έμμεσα από τα προσκομιζόμενα απ' αυτόν με επίκληση έγγραφα.
Συνακολούθως, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως ούτε η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (ΟλΑΠ 2/1989) ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης, ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.
Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, όμως τον απέρριψε, ρητώς ή και σιωπηρώς, για οποιονδήποτε τυπική ή ουσιαστική αιτία (ΟλΑΠ 12/1991). Εξ άλλου κατά την διάταξη του άρθρου 461 ΚΠολΔ, "αν η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο, μπορεί να προταθεί σε οποιαδήποτε στάση της δίκης, με κύρια ή παρεμπίπτουσα αγωγή ή με τις προτάσεις ή και προφορικά όταν η υποβολή προτάσεων δεν είναι υποχρεωτική, όπως και με τους τρόπους που προβλέπει ο κώδικας ποινικής δικονομίας".
Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 463 του αυτού Κώδικα, "όποιος προβάλλει ισχυρισμούς για την πλαστότητα εγγράφου είναι ταυτόχρονα υποχρεωμένος να προσκομίσει τα έγγραφα που αποδεικνύουν την πλαστότητα και να αναφέρει ονομαστικά τους μάρτυρες και τα άλλα αποδεικτικά μέσα, αλλιώς οι ισχυρισμοί του είναι απαράδεκτοι".
Η τελευταία αυτή διάταξη είναι ενταγμένη στο κεφάλαιο της αποδείξεως και συνιστά, ενόψει της θέσεως της, κανόνα της αποδεικτικής μόνον διαδικασίας, ο εισαγόμενος δε με αυτή περιορισμός, τείνει στην ανατροπή της στρεψοδικίας και της παρελκύσεως της εκκρεμούς δίκης (ΟλΑΠ 23/1999). Ενόψει τούτων, η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 463 ΚΠολΔ αναφέρεται είτε σε δημόσια είτε σε ιδιωτικά έγγραφα, είτε αυτά προσκομίζονται προς άμεση είτε προς έμμεση απόδειξη, αρκεί ο ισχυρισμός περί πλαστότητας να προβάλλεται κατ' ένσταση ή με παρεμπίπτουσα αγωγή.
Ο κατ' ένσταση δε προβαλλόμενος ισχυρισμός, χωρίς την προσκομιδή των αποδεικτικών της πλαστότητας εγγράφων και την αναφορά του προσώπου, στο οποίο αποδίδεται η πλαστογραφία (άρθρο 461), των μαρτύρων και των άλλων αποδεικτικών μέσων, είναι απαράδεκτος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της από 2-10-2014 εφέσεώς του, ο ενάγων εργοδότης (και ήδη αναιρεσείων) το πρώτον ισχυρίσθηκε, ενώπιον του Εφετείου, ότι τα τιμολόγια που επικαλέσθηκε και προσκόμισε πρωτοδίκως και με επίκληση επαναπροσκομίζει και ενώπιόν του ο αντίδικός του εναγόμενος εργολάβος (και ήδη αναιρεσίβλητος), προς απόδειξη της δαπάνης αγοράς μπετόν για την κατασκευή του επιδίκου έργου, είναι "εικονικά" και τα είχε εκδώσει η εταιρεία "...", προφανώς, για να εξυπηρετήσει τον εναγόμενο αναιρεσίβλητο πελάτη της στη δίκη αυτή και συνεπώς, ως εκ της "εικονικότητάς" τους αυτής, ήσαν ανεπίτρεπτα αποδεικτικά μέσα, με περαιτέρω συνέπεια, να μη μπορούν, να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο προς απόδειξη του επικαλούμενου από τον αναιρεσίβλητο συνόλου της ποσότητας μπετόν, που αγοράσθηκε και χρησιμοποιήθηκε, ούτε σε ποιο τμήμα του έργου χρησιμοποιήθηκε η εκάστοτε ποσότητα.
Υπ' αυτό και μόνον περιεχόμενο, ο ισχυρισμός αυτός, ο οποίος, κατ' ορθή εκτίμηση του νοηματικού περιεχομένου του, συνιστά ένσταση πλαστότητας των εν λόγω τιμολογίων και χωρίς περαιτέρω ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων να επικαλείται την προσκόμιση αποδεικτικών της πλαστότητας μέσων, τυγχάνει απαράδεκτος και επομένως δεν γεννά υποχρέωση του δικαστηρίου να απαντήσει.
Επομένως, το Εφετείο, που με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, όπως από την επισκόπησή της προκύπτει, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και τα τιμολόγια αυτά, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αναιρετικού λόγου από τον αριθ. 8(β) του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11(γ) ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νομίμως είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφ' όσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, εάν προκύπτει από την απόφαση, ότι ελήφθησαν υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως εκάστου καθενός, εφ' όσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της αποφάσεως, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπ' όψη του αποδεικτικού μέσου.
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, εάν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι έχει τούτο, εφ' όσον η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 569/2017, ΑΠ 188/2017). Εξ άλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για παράβαση των ορισμών του νόμου σχετικώς προς την δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικώς ορίζει γι' αυτό ο νόμος και όχι στην περίπτωση, που το δικαστήριο έχει την εξουσία, συμφώνως προς τον κανόνες των άρθρων 340 και 390 ΚΠολΔ, να εκτιμήσει ελεύθερα, αντιστοίχως, τις μαρτυρικές καταθέσεις, η εκτίμηση της αξιοπιστίας των οποίων εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο δεν είναι υποχρεωμένο να εκθέσει στην απόφασή του τους λόγους της γενομένης εκτιμήσεως του (ΑΠ 907/2006, ΑΠ 419/2004) και τις, μη συνιστώσες ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, γνωμοδοτήσεις προσώπων, που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσάγονται από αυτόν, οι οποίες δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλ' έγγραφο (ΟλΑΠ 11/2005).
Με το τρίτο μέρος του τρίτου και του τετάρτου λόγου της αιτήσεως, ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 11 (γ) ΚΠολΔ, προβάλει την αιτίαση ότι, το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη, προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, όσον αφορά το αίτημα της αγωγή του αναιρεσιβλήτου για καταβολή του υπολοίπου της οφειλόμενης από αυτόν (αναιρεσείοντα) αμοιβής του, "σωρεία αποδεικτικών στοιχείων", μεταξύ των οποίων την τεχνική έκθεση του μηχανικού Φ., τις επιμετρήσεις του επιδίκου έργου, του μηχανικού αυτού και επίσης του μηχανικού Κ.
Α., που με αίτηση του ιδίου συντάχθηκαν και με επίκληση προσκόμισε ενώπιόν του και επίσης την κατάθεση, ως μάρτυρα, του τελευταίου (μηχανικού Κ. Α.) στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, από τα οποία (αποδεικτικά αυτά μέσα) αποδεικνύονται οι εργασίες, που έχουν εκτελεσθεί, οι ελλείψεις του και η ανερχόμενη σε 60.000 ευρώ συνολική κοστολόγηση του εκτελεσθέντος έργου.
Ο λόγος αυτός, καθ' ο μέρος αφορά την επικαλούμενη "σωρεία αποδεικτικών στοιχείων" είναι απαράδεκτος, ως αόριστος, διότι δεν εκτίθενται τα αποδεικτικά μέσα, που δεν ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο. Καθ' όσον δ' αφορά την μη λήψη υπόψη των ανωτέρω επιμετρήσεων των μηχανικών Φ. και Κ. Α. και την κατάθεση του τελευταίου στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, είναι αβάσιμος, διότι από τη ρητή βεβαίωση, που υπάρχει στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως - ότι ελήφθησαν υπ' όψη οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του, καθώς και όλα τα νομίμως από τους διαδίκους προσκομισθέντα έγγραφα, - αλλά και από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, και δη από τις σκέψεις και παραδοχές της, που αφορούν στους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, για την απόδειξη των οποίων επικαλείται τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπ' όψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, που διαλαμβάνονται στον κρινόμενο λόγο της αναιρέσεως, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός, καθορίζοντας τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα.
Περαιτέρω, με το τέταρτο μέρος του αυτού τετάρτου λόγου της αιτήσεως, ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, προβάλει την αιτίαση ότι, το Εφετείο, παρεβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη των επικληθεισών και προσκομισθεισών ενώπιόν του ανωτέρω τεχνικής εκθέσεως και επιμετρήσεων των προαναφερομένων μηχανικών, με το να μη προσδώσει σε αυτές, λόγω της ιδιαίτερης βαρύτητάς τους, ως προερχόμενες από επιστήμονες που έχουν ειδική γνώση και αρμοδιότητα για τα θέματα αυτά, αυξημένη αποδεικτική δύναμη.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το σκέλος του αυτό, είναι απαράδεκτος, διότι οι εν λόγω έκθεση και επιμετρήσεις, ως συνιστώσες γνωμοδοτήσεις των ανωτέρω προσώπων, κατά τα προαναφερόμενα, εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο της ουσίας. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, η οποία ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, κατά την προεκτεθείσα έννοια, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα "πράγματα" αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την -απόδειξη γι' αυτά.
Δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (ΟλΑΠ 3/1997).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το τέταρτο μέρος του τετάρτου λόγου της αιτήσεως, ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, προβάλει την αιτίαση ότι, το Εφετείο, υπέπεσε στην πλημμέλεια του αναιρετικού αυτού λόγου, καθ' όσον, με το να δεχθεί, ότι "......από τα προσκομιζόμενα από τον εργολάβο απολογιστικά έγγραφα επιμέτρησης και λογαριασμών, που δεν αμφισβητούνται ειδικώς από τον εργοδότη.....", δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, δεδομένου, όπως επί λέξει επικαλείται, ότι "αμφισβήτησα κατ' επανάληψη, ειδικώς εντόνως και σε κάθε διαδικαστική πράξη και έγγραφό μου όλα τα προσκομιζόμενα από τον αντίδικό μου απολογιστικά έγγραφα επιμέτρησης και λογαριασμών.
Προς τούτοις μάλιστα προσκόμισα μετ' επικλήσεως τόσο την τεχνική έκθεση του μηχανικού κ. Φ., όσο και την τεχνική έκθεση, αλλά κυρίως από την ένορκη κατάθεση επ' ακροατηρίω του μηχανικού Κ. Α., ο οποίος προσδιορίζει το κόστος του έργου σε 60.000". Ο λόγος αυτός της αιτήσεως, ενόψει του ό,τι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται, ούτε από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως μπορεί να συναχθεί, ότι υπό την ανωτέρω παραδοχή το Εφετείο συνήγαγε ομολογία του (αναιρεσείοντος), κατά το άρθρο 261 ΚΠολΔ, περί του ότι το ύψος της δαπάνης του επιδίκου έργου ανήλθε σε 101.707 ευρώ, ως επίσης και ενόψει του ότι ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται, ειδικώς, κατά ποιο τρόπο αμφισβήτησε τα αποδεικτικά αυτά έγγραφα (π.χ.
ως μη γνήσια ή πλαστά), είναι αόριστος και εξ αυτού του λόγου απαράδεκτος. Σε κάθε δε περίπτωση, είναι επίσης απαράδεκτος, γιατί υπό την επίφαση της πλημμέλειας του αναιρετικού αυτού λόγου, πλήττεται, η ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο.- Με τη διάταξη του άρθρου 404 ΑΚ ορίζεται ότι: "Ο οφειλέτης μπορεί να υποσχεθεί στο δανειστή ως ποινή χρηματικό ποσό ή κάτι άλλο (ποινική ρήτρα), για την περίπτωση που δεν θα εκπλήρωνε ή που δεν θα εκπλήρωνε προσηκόντως την παροχή" ενώ κατά το άρθρο 405 ΑΚ: "Η ποινή καταπίπτει αν ο οφειλέτης αδυνατεί υπαίτια να εκπληρώσει την παροχή ή αν περιέλθει σε υπερημερία.
Η κατάπτωση της ποινής επέρχεται και αν ακόμη ο δανειστής δεν έχει υποστεί καμιά ζημία". Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 342 ΑΚ ορίζεται ότι: "Ο οφειλέτης δεν γίνεται υπερήμερος, αν η καθυστέρηση της παροχής οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη", η δε διάταξη του άρθρου 336 ΑΚ ορίζει ότι: "Ο οφειλέτης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση εξαιτίας αδυναμίας να εκπληρώσει την παροχή, αν αποδείξει ότι η αδυναμία οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη.
Οφείλει, όμως, αμέσως, μόλις μάθει την αδυναμία για εκπλήρωση, να ειδοποιήσει το δανειστή". Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται, ότι την έλλειψη της υποκειμενικής προϋποθέσεως της ευθύνης του, πρέπει σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις των άρθρων 336, 342 ΑΚ, να επικαλεστεί και να αποδείξει ο οφειλέτης, όπως άλλωστε συμβαίνει και στην περίπτωση της υπερημερίας, που επέρχεται κατ' άρθρο 341 παρ. 1 ΑΚ και με την παρέλευση της δήλης ημέρας που συμφωνήθηκε, κατά την οποία ο οφειλέτης καταλύει τις στηριζόμενες στην υπερημερία του απαιτήσεις του δανειστή, με την ένσταση, ότι η καθυστέρηση της παροχής του οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη (ΑΠ 1011/2010).
Γεγονός, για το οποίο δεν έχει ευθύνη ο οφειλέτης, είναι κάθε εύλογη αιτία, λόγω της οποίας δικαιολογείται η μη εκπλήρωση ή η μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής του, εφόσον όμως δεν μπορεί να αποδοθεί σε δόλο ή αμέλειά του, όταν δηλαδή την ίδια καθυστέρηση θα επεδείκνυε κάθε επιμελής άνθρωπος ευρισκόμενος υπό τις ίδιες συνθήκες, καταβάλλοντας την συνήθη προσπάθεια (ΑΠ 1967/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, σχετικά με τον εν τον εν προκειμένω ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, τα εξής: "Ο ενάγων-εναγόμενος Γ. Μ., ως εργοδότης, και ο εναγόμενος - ενάγων Ι.
Π., ως εργολάβος συνήψαν το από 21-9-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο ανατέθηκε στον δεύτερο έναντι εργολαβικής αμοιβής η θεμελίωση του σκελετού από οπλισμένο σκυρόδεμα διώροφης οικοδομής με υπόγειο, επιφάνειας 200 τ.μ. επί οικοπέδου ιδιοκτησίας του πρώτου, κείμενου στον οικισμό ... του Δήμου …, καθώς επίσης και η κατασκευή υποστυλωμάτων, τοίχων, δοκών, πλακών και εξωστών του υπογείου, ισογείου και ορόφου, των απαιτούμενων κλιμάκων, μίας μπαζωμένης βεράντας με σκάλες και ράμπα, ελαφρώς οπλισμένων δαπέδων και των απαραίτητων τοιχίων του περιβάλλοντος χώρου, σύμφωνα με την εγκεκριμένη στατική και αρχιτεκτονική μελέτη βάσει της …5/2002 οικοδομικής άδειας της Πολεοδομίας της Ν.Α.
…, με σκοπό τη δημιουργία καταλυμάτων για επαγγελματική εκμετάλλευση Ο εργολάβος που θα διέθετε το κατάλληλο εργατικό δυναμικό για την εκτέλεση του έργου, συμφωνήθηκε ότι θα υπακούει στις οδηγίες του επιβλέποντος μηχανικού του εργοδότη για την εφαρμογή των εγκεκριμένων σχεδίων της μελέτης. Επίσης, συμφωνήθηκε ότι ο ιδιοκτήτης δεν θα έχει το δικαίωμα να τροποποιεί τα σχέδια της μελέτης και ότι θα ευθύνεται αποκλειστικά για οτιδήποτε προκύψει και κάθε τροποποίηση θα γίνεται με τη σύμφωνη γνώμη του επιβλέποντος μηχανικού.
Σε περίπτωση διαπίστωσης από τον εργοδότη ή τον επιβλέποντα μηχανικό κακοτεχνιών στο έργο ή παράβασης των οδηγιών του τελευταίου, ο εργολάβος θα απομακρύνεται από το εργοτάξιο, αφού εξοφληθεί για τις μέχρι τότε εκτελεσθείσες εργασίες και επιβαρυνθεί με το κόστος αποκατάστασης των κακοτεχνιών και τις διαφορές στις τιμές που θα προκόψουν από το συνεργείο που θα συνεχίσει το έργο.
Ειδικότερα, η θεμελίωση και τα τοιχία του υπογείου θα σκυροδετούνταν σε μια φάση με τις ακόλουθες τιμές προσφοράς: α) για εκσκαφές θεμελίων και επιχώσεις ποσό 4.500 ευρώ, β) για οπλισμένο σκυρόδεμα C20/25 ποσό 218 ευρώ/κ.μ., γ) για ελαφρώς οπλισμένο σκυρόδεμα C 20/25 ποσό 150 ευρώ/κ.μ., δ) για άοπλο σκυρόδεμα C 15/18 ποσό 94 ευρώ/κ.μ., ε) για σκάλες, το ποσό του σκυροδέματος ανά κ.μ.
και για κάθε σκαλοπάτι επιπλέον ποσό 20 ευρώ, στ) για κολώνες στρογγυλές, το ποσό του σκυροδέματος ανά κ.μ. και επιπλέον ποσό 80 ευρώ, ζ) για κορνίζες ποσό 10 ευρώ/μ. Τα υλικά των κορνιζών (φελιζόλ) θα επιβάρυναν τον εργοδότη, καθώς και τα υλικά μόνωσης πλακών, δοκαριών, υποστυλωμάτων. Εάν απαιτούνταν επιπλέον εργασίες, συμφωνήθηκε ότι θα ίσχυαν οι ίδιες τιμές.
Για την πληρωμή συνομολόγησαν ότι ως προκαταβολή θα καταβληθεί ποσό 20.000 ευρώ που θα συμψηφιζόταν στην πρώτη επιμέτρηση, ότι το υπόλοιπο ποσό θα καταβάλλεται τμηματικά ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών και μετά από επιμέτρηση του επιβλέποντος, προσκομίζοντας τα τιμολόγια αγοράς του σκυροδέματος, που θα εξοφλούνταν κατά ποσοστό 80% και αμέσως μετά την αποπεράτωση του έργου, αφού προσκομίζονταν όλες οι επιμετρήσεις, θα εξοφλούνταν και η αξία του υπολοίπου ποσού εντός μηνός.
Το έργο συμφωνήθηκε να ξεκινήσει στις 26-9-2005 και να αποπερατωθεί στις 30-1-2006, με την υποχρέωση του εργολάβου να απομακρύνει όλα τα μπάζα και τα ξύλα και να καθαρίσει το κτίριο. Τέλος, συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης εκτέλεσης του έργου για κάθε ημέρα υπέρβασης της ορισθείσας προθεσμίας, θα παρακρατείται από τον εργολάβο ως ποινική ρήτρα ποσό 150 ευρώ.
Η εκτέλεση του έργου ξεκίνησε στον χρόνο που συμφωνήθηκε. Ο εργοδότης έδωσε προκαταβολή ποσού 20.000 ευρώ, ήτοι 5.000 ευρώ στις 23-9-2005 και 15.000 ευρώ στις 28-9-2005. Εν συνεχεία, στις 18-11-2005 κατέβαλε ποσό 10.000 ευρώ και στις 20-12-2005 ποσό 10.000 ευρώ. Το έργο δεν περατώθηκε εν τέλει στις 30-1-2006, αλλά ένα έτος αργότερα, στα τέλη Ιανουαρίου 2007.
Για την καθυστέρηση αυτή δεν αποδείχθηκε ότι ευθύνεται ο εργολάβος, παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς του εργοδότη. Ο εργολάβος δεν είχε λόγο να καθυστερεί την εκτέλεση του έργου και ο εργοδότης κάνει απλώς λόγο για βραδείς ρυθμούς, χωρίς να δικαιολογεί τον ισχυρισμό του περί υπαίτιας καθυστέρησής του (υπερημερίας στην εκπλήρωση της παροχής του).
Ειδικότερα, προέκυψε ότι η καθυστέρηση οφείλεται στο γεγονός ότι ο εργοδότης προέβη σε συνεχείς αλλαγές στα εγκεκριμένα σχέδια της οικοδομικής άδειας, που είχε εκδοθεί από την Πολεοδομία …, ζητώντας την τροποποίηση των σχεδίων της οικοδομής, όπως λ.χ. την αλλαγή του ύψους της θεμελίωσης - πεδιλοδοκών, του ύψους των τοιχίων του υπογείου, του ύψους του ισογείου και του ορόφου, του ύψους των κορνιζών, την τοποθέτηση νοβοπάν στην πλάκα του υπογείου και στα δοκάρια ισογείου, του ορόφου των βεραντών, καθώς επίσης, και την προσθήκη νέων τμημάτων και την εκτέλεση επιπρόσθετων εργασιών που δεν περιλαμβάνονταν στο αρχικώς συμφωνηθέν έργο, όπως λ.χ.
την κατασκευή δεξαμενής κάτω από τη βεράντα και σκάλας υπογείου, η οποία προϋπέθετε την κατασκευή τοιχίων και βάσεων τοιχίων. Συνεπεία των απαιτήσεών του αυτών, χρησιμοποιήθηκαν μεγαλύτερες ποσότητες σκυροδέματος, σχεδόν διπλάσιες από αυτές που προβλέπονταν στον προϋπολογισμό και τα σχέδια της αρχικής μελέτης της οικοδομής.
Ο εναγόμενος, μάλιστα, μόνιμος κάτοικος ΗΠΑ, απουσίαζε για μεγάλο χρονικό διάστημα, από τον Φεβρουάριο του 2006 έως τον Ιούνιο του 2006, με αποτέλεσμα, επειδή ήθελε να είναι παρών και να επιβλέπει την εκτέλεση των εργασιών και να εγκρίνει την πρόοδό τους, παρά τον ορισμό επιβλέποντος μηχανικού, και επειδή μετέβαλε τις παραγγελίες του και τα σχέδια της μελέτης, να καθυστερήσει η περαίωση του έργου.
Κατά δική του δε εντολή είχαν τοποθετηθεί τα μπάζα των εκσκαφών της οικοδομής στη βόρεια πλευρά της, με συνέπεια, λόγω της κακοκαιρίας και των ισχυρών βροχοπτώσεων, σε συνδυασμό με τη φύση του ευπαθούς εδάφους, να υποχωρήσουν και λόγω των κατολισθήσεων, να επιπέσουν εντός των θεμελίων της οικοδομής, γεγονός που ευλόγως καθυστέρησε την πρόοδο των εργασιών, όχι όμως από υπαιτιότητα του εργολάβου.
Δεν αποδείχθηκε ότι εκείνος είχε λόγο να τοποθετήσει σε αυτό το σημείο τα μπάζα και μάλιστα να επιμείνει προς τούτο, ενώ η εμβάθυνση των θεμελίων της οικοδομής και η ανύψωση των ορόφων έγινε προφανώς κατ' απαίτηση του κυρίου του έργου, προκειμένου ακριβώς να αποφύγει τέτοια επικίνδυνα φαινόμενα στο μέλλον, λόγω της φύσεως του εδάφους, του κινδύνου κατολισθήσεων όγκων χωμάτων από τη διπλανή πλαγιά, αλλά και το γεγονός ότι η οικοδομή είχε ανεγερθεί σύμφωνα με τη μελέτη κάτω από το επίπεδο του κοινόχρηστου δρόμου που διερχόταν βορείως αυτής.
Παρά τις παλινωδίες και τις συνεχείς μεταβολές και προσθήκες των σχεδίων της οικοδομής εκ μέρους του εργοδότη, το έργο εν τέλει προχώρησε και μέχρι τον Οκτώβριο του 2006 είχε εκτελεστεί το μεγαλύτερο και σημαντικότερο τμήμα όχι μόνον των συμφωνηθεισών αλλά και των προσθέτων εργασιών. Συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι μέχρι τότε είχαν πραγματοποιηθεί οι εκσκαφές, οι θεμελιώσεις και οι κατασκευές από σκυρόδεμα του υπογείου, του ισογείου και του πρώτου ορόφου της οικοδομής και της βεράντας με την κάτω από αυτή δεξαμενή, που δεν περιλαμβανόταν στο αρχικό συμφωνηθέν έργο και έγιναν κατά παραγγελία του εργοδότη, όπως αυτά συνομολογούνται ρητώς στην αγωγή του (ΚΠολΔ 352).
Υπολείπονταν η κατασκευή κλιμάκων και ραμπών, σύμφωνα με τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα. Σημειωτέον ότι ο εργοδότης όχι απλώς συμφώνησε στην παράταση της εκτέλεσης των εργασιών του επίδικου έργου, μη θέτοντας οποιοδήποτε ζήτημα καθυστέρησης ή κακοτεχνιών έναντι του εργολάβου, συνεπώς και υπαιτιότητάς του στη μη περαίωση και παράδοσή του στο συμφωνηθέντα χρόνο (30-1-2006), ασκώντας τα προβλεπόμενα από τον νόμο και τη μεταξύ τους σύμβαση δικαιώματά του, αλλά ακόμη περισσότερο, συνηγόρησε στη μετάθεση της ημερομηνίας περαίωσης και παράδοσης του έργου με νεότερες επιμέρους συμφωνίες (ΑΚ 361) για αρκετούς μήνες αργότερα, όπως και στην ένδικη αγωγή του εκθέτει, συνομολογώντας ότι δεν αναγνώριζε υπαιτιότητα του εργολάβου ως προς την καθυστέρηση, έχοντας εν γνώσει του υπερβεί τον αρχικό χρόνο εκτέλεσης του έργου και μάλιστα συνεχίζοντας να παραλαμβάνει επιμέρους τμήματα αυτού, ανεπιφύλακτα, και να πληρώνει ποσά εργολαβικής αμοιβής, ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών, όπως εξ αρχής με το εργολαβικό συμφωνητικό τους, αλλά και στη συνέχεια, είχε συμφωνηθεί.
Συγκεκριμένα, κατέβαλε στον εργολάβο: στις 16-1-2006 ποσό 10.000 ευρώ, στις 8-2-2006 ποσό 10.000 ευρώ, στις 28-6-2006 ποσό 5.000 ευρώ και στις 6-7-2006 ποσό 5.000 ευρώ.
Συνεπώς, και μετά την υπέρβαση του αρχικώς συμφωνηθέντος χρόνου περάτωσης του έργου (30-1-2006), εξακολουθούσε να αναγνωρίζει την ύπαρξη της σύμβασης έργου μεταξύ τους, να παραλαμβάνει ανεπιφύλακτα τμήματα του έργου και να καταβάλλει επιμέρους ποσά εργολαβικής αμοιβής, χωρίς τα εκ των υστέρων επικαλούμενα εκ μέρους του περί καθυστέρησης του έργου και πλημμελούς εκτέλεσής του, δεδομένου μάλιστα ότι είχε συνεχή εποπτεία της οικοδομής, αφού είχε διορίσει εξ αρχής δικό του επιβλέποντα μηχανικό.
Με την από 22-9-2006 εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία του ο εργοδότης του έθεσε νέα προθεσμία για την περαίωση το έργου μέχρι και τις 10-10-2006, υπενθυμίζοντάς του ότι σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης εκτέλεσής του θα όφειλε να καταβάλει κατά τη συμφωνία του το ποσό των 150 ευρώ ως ποινική ρήτρα. Εντούτοις, και μετά την παρέλευση αυτής της ταχθείσας προθεσμίας,, δεν άσκησε τα νόμιμα και συμβατικά δικαιώματά του, αλλά εξακολούθησε να παραλαμβάνει, ανεπιφύλακτα, τμήματα του έργου που περαίωνε και του παρέδιδε ο εργολάβος, και να του καταβάλλει αναλόγως της προόδου των εργασιών ποσά εργολαβικής αμοιβής, και συγκεκριμένα, στις 23-10-2006 ποσό 5.000 ευρώ, και στις 26-10-2006 ποσό 5.000 ευρώ.
Μέχρι τότε του είχε καταβάλει συνολικό ποσό 80.000 ευρώ ως αμοιβή του. Εν συνεχεία, με την από 9-1-2007 εξώδικη πρόσκληση - όχλησή του προς τον εργολάβο, που του κοινοποιήθηκε στις 11-1-2007 (βλ. …2/11-1-2007 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Χίου Α. Κ.), αφού επιβεβαιώνει ότι μέχρι τον Οκτώβριο του 2006 είχαν εκτελεστεί οι από σκυρόδεμα κατασκευές του ισογείου και του πρώτου ορόφου της οικοδομής και της βεράντας με την κάτω από αυτή δεξαμενή, η οποία μάλιστα αποτελούσε πρόσθετο τμήμα του αρχικού έργου, του προσάπτει ότι έκτοτε δεν εκτέλεσε εργασίες για την κατασκευή της ράμπας ΑΜΕΑ, της σκάλας που ενώνει το υπόγειο με το ισόγειο και τον πρώτο όροφο και της σκάλας από το έδαφος (αυλής) προς τον ισόγειο όροφο, καίτοι είχε τοποθετήσει τον ξυλότυπο (καλούπια), καθώς επίσης και τις εργασίες κατασκευής ράμπας αυτοκινήτων προς το υπόγειο με τον τοίχο αντιστήριξης, της σκάλας από το έδαφος (αυλής) προς το υπόγειο με τους τοίχους αντιστήριξης, της προεξοχής της καμινάδας και των επιχώσεων στον περιβάλλοντα χώρο.
Εξαιτίας τούτων, έταξε στον εργολάβο νέα προθεσμία περαίωσης των εργασιών σκυροδέματος στα τμήματα αυτά και στα υπόλοιπα ανεκτέλεστα τμήματα του έργου μέχρι τις 25-1-2007, και δήλωσε ότι ειδάλλως, με την παρέλευση αυτής θα ασκούσε πλέον τα νόμιμα και συμβατικά δικαιώματά του λόγω της υπερημερίας του στην εκπλήρωση της παροχής, για την αποκατάσταση των πάσης φύσεως ζημιών του.
Επ' αυτών, ο εργολάβος του απέστειλε στις 15-1-2007 την από 12-1-2007 εξώδικη πρόσκληση - διαμαρτυρία (βλ. την …0Γ/15-1-2007 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Χίου Π. Τ.), με την οποία, αφού αρνούνταν κάθε υπαιτιότητά του για την καθυστέρηση περαίωσης του έργου, αποδίδοντάς την στους ανωτέρω λόγους που αφορούν το πρόσωπο του εργοδότη, του επισήμαινε ότι ο κύριος λόγος της μη εκτέλεσης των λοιπών εργασιών που επικαλείται αποδίδεται σε δική του υπαιτιότητα, επειδή δεν είχε μέχρι τότε προσέλθει διά του επιβλέποντος μηχανικού του στις επανειλημμένες προσκλήσεις του για σταδιακή επιμέτρηση των εργασιών που είχαν εκτελεστεί και παραδοθεί εκ μέρους του, προκειμένου να πληρώνεται ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών κατά τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα, καίτοι ο ίδιος είχε τηρήσει το προαναφερόμενο ιδιωτικό συμφωνητικό τους και έχει προσκομίσει τα τιμολόγια αγοράς σκυροδέματος για τον σκοπό αυτόν.
Κατόπιν τούτου, όπως περαιτέρω ο εργολάβος με την ίδια εξώδικη πρόσκληση δήλωσε, δεν μπορεί να γίνει ακριβής υπολογισμός των ποσών που δικαιούται βάσει της προόδου των εργασιών του έργου, με συνέπεια να έχει λάβει λιγότερα ποσά σε σχέση με αυτά που δικαιούται ως αμοιβή σε σχέση και με την αξία του έργου που του είχε παραδώσει και μάλιστα κατόπιν πιέσεών του.
Τον καλούσε δε, εντός δέκα ημερών να συμπράξει σε αναλυτική επιμέτρηση των εργασιών που έχουν εκτελεσθεί, ώστε να γίνει απολογιστικός λογαριασμός, για να λάβει όσα δικαιούται ως εργολαβική αμοιβή, προκειμένου να ολοκληρώσει το έργο, κατά τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα. Δεδομένου μάλιστα ότι το έργο είχε προχωρήσει σε σημαντικό βαθμό και απέμεναν ελάχιστες εργασίες πριν την περαίωσή του, εδικαιούτο να λάβει το μεγαλύτερο μέρος της αμοιβής του πριν την ολοκλήρωση των εργασιών με τα εναπομείναντα δευτερεύοντα τμήματα αυτού, για τα οποία άλλωστε θα απαιτούνταν ελάχιστος πλέον χρόνος.
Μέχρι τότε ο εργολάβος είχε πληρωθεί για μέρος του έργου ποσό κατώτερο από την αξία του εκτελεσθέντος και παραδοθέντος εκ μέρους του τμήματος του έργου προς τον εργοδότη, με συνέπεια να έχει χρεωθεί για εργασίες που είχε μεν εκτελέσει και δεν είχε λάβει το συμφωνηθέν εργολαβικό αντάλλαγμα. Πράγματι, έχοντας κατασκευάσει το μεγαλύτερο και σημαντικότερο μέρος του συμφωνηθέντος έργου, δεν είχε λόγο να καθυστερεί την περαίωσή του, προκειμένου να πληρωθεί για το σύνολο της αξίας του.
Η δε αδράνεια που του καταλόγιζε ο εργοδότης δεν αποδείχθηκε ότι οφειλόταν σε δική του υπαιτιότητα, αλλά σε ευθύνη του ίδιου να προσέλθει σε επιμέτρηση, προκειμένου να καταβάλει τα μέχρι ούτε οφειλόμενα ποσά εργολαβικής αμοιβής, τα οποία ο ενάγων εργολάβος εδικαιούτο και δεν είχε λάβει, γεγονός που ο εναγόμενος δεν αρνείται ούτε στα εξώδικα που του απέστειλε, ούτε στην παρούσα δίκη κατά τρόπο ρητό και σαφή ΚΠολΔ 352).
Κατόπιν τούτου, τον καλούσε σε επιμέτρηση, ειδάλλως τον προειδοποιούσε ότι θα ασκούσε τα νόμιμα δικαιώματά του για την είσπραξη της οφειλόμενης υπόλοιπης εργολαβικής αμοιβής του. Τέλος, με την από 14-6-2007 εξώδικη πρόσκληση - διαμαρτυρία του που κοινοποιήθηκε στον εργοδότη στις 15-6-2007 (βλ. την 3556Γ/15-6-2007 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χίου Π.
Τ.), ο εργολάβος τόνισε ότι έχει παρέλθει άπρακτη η προθεσμία που είχε τάξει στον εργοδότη να προσέλθει για επιμέτρηση των εργασιών και υπολογισμό της οφειλόμενης εργολαβικής αμοιβής, ότι ο ίδιος, σε ένδειξη καλής πίστης, προσήλθε και περαίωσε τις εναπομείνασες εργασίες στα υπόλοιπα τμήματα του έργου που είχαν συμφωνηθεί, παρότι δεν είχε πληρωθεί, και ότι εντούτοις ο εργοδότης δεν έδειξε το ίδιο πνεύμα συνεργασίας, μη εκπληρώνοντας τις συμβατικές του υποχρεώσεις, μολονότι είχαν παρέλθει πέντε μήνες έκτοτε, με σκοπό να αποφύγει την πληρωμή της οφειλόμενης υπόλοιπης εργολαβικής αμοιβής.
Μάλιστα, ο ενάγων εργολάβος του απέστειλε αναλυτικό λογαριασμό με εργασίες που είχαν εκτελεσθεί και την κοστολόγησή τους, βάσει του μεταξύ τους από 21-9-2005 ιδιωτικού συμφωνητικού, αιτούμενος ως υπόλοιπο εργολαβικής αμοιβής το ποσό των 24.509 ευρώ, χωρίς να λάβει οποιαδήποτε απάντηση από τον εναγόμενο εργοδότη, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του.
Δεν έσφαλε επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ότι ο εναγόμενος εργολάβος δεν κατέστη υπερήμερος ως προς την εκτέλεση και παράδοση του έργου και ως εκ τούτου δεν οφείλει την συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα και ο πέμπτος λόγος της έφεσης, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.".
Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσίαν τον πέμπτο λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος, με τον οποίον παρεπονείτο για την απόρριψη κατ' ουσίαν από το Πρωτοδικείο του αιτήματος της αγωγής του, με το οποίο ζητούσε την καταβολή από τον εναγόμενο αναιρεσίβλητο του ποσού των 54.750 ευρώ, για καταπεσούσα ποινική ρήτρα, που είχε συμφωνηθεί, για την περίπτωση της μη εγκαίρου περατώσεως του επιδίκου έργου από τον τελευταίο (αναιρεσίβλητο εργολάβο).
Με αυτά, που δέχθηκε το Εφετείο και ειδικότερα από τις μερικότερες παραδοχές του, ότι η μη παράδοση του επιδίκου έργου από τον εργολάβο (αναιρεσίβλητο) στις 30-1-2006, αλλά στις 30 Ιανουαρίου 2007, οφείλεται στο ότι ο ενάγων εργοδότης (ήδη αναιρεσείων) προέβη σε συνεχείς αλλαγές και μεταβολές στα εγκεκριμένα σχέδια της μελέτης και της οικοδομικής άδειας, που είχε εκδοθεί από την Πολεοδομία Χίου, ζητώντας την τροποποίηση των σχεδίων της οικοδομής, ότι, ως μόνιμος κάτοικος ΗΠΑ, απουσίαζε για μεγάλο χρονικό διάστημα και δη από τον Φεβρουάριο του 2006 έως τον Ιούνιο του 2006, ότι ήθελε να είναι παρών για να επιβλέπει την εκτέλεση των εργασιών και να εγκρίνει την πρόοδό τους, παρά το ότι είχε ορίσει προς τούτο επιβλέποντα μηχανικό, ότι συμφώνησε στην παράταση της εκτέλεσης των εργασιών του επίδικου έργου και συνηγόρησε στη μετάθεση της αρχικής ημερομηνίας περαιώσεως και παραδόσεως του έργου με νεότερες επιμέρους συμφωνίες του με τον εναγόμενο για αρκετούς μήνες αργότερα και ειδικότερα αρχικά μέχρι τις 10-10-2006 και εν συνεχεία μέχρι του χρόνου που ο εναγόμενος εργολάβος του παρέδωσε το έργο και ότι δεν προσήρχετο σε επιμετρήσεις του έργου, ώστε να βεβαιώνονται οι εκτελεσθείσες μερικότερες εργασίες του έργου, να προσδιορίζεται έτσι η αμοιβή γι' αυτές του εργολάβου εναγομένου και έτσι να συνεχίζεται προσηκόντως η εκτέλεση του έργου, προκύπτει, ότι το Δικαστήριο, δέχθηκε, ότι ο εναγόμενος εργολάβος, κατά τον ανωτέρω επίδικο χρόνο (30-1-2006 έως 30-1-2007), δεν είχε καταστεί υπερήμερος και επομένως δεν ευθύνετο στην καταβολή, ως καταπεσούσης, της ποινικής αυτής ρήτρας, διότι είχε συμφωνηθεί μετά του αντιδίκου του αναιρεσείοντος, συνεπεία των ανωτέρω περιστατικών καθυστερήσεως περατώσεως του έργου, παράταση του χρόνου παραδόσεως αυτού (έργου), μέχρις εκείνου, που τούτο παραδόθηκε, κατά τα ανωτέρω.
Με τις παραδοχές δ' αυτές, το Εφετείο, διέλαβε στην απόφαση του αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της ευθύνης του αναιρεσιβλήτου ως προς την καταβολή υπ' αυτού της συμφωνηθείσης ποινικής ρήτρας, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 404 και 405 ΑΚ, τις οποίες, επομένως, δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου.
Συνεπώς, τα αντίθετα, που υποστηρίζει ο αναιρεσείων με το πρώτο μέρος του πέμπτου λόγου της αιτήσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα. Εξ άλλου, με το δεύτερο μέρος του πέμπτου λόγου της αιτήσεως, ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 11 (γ) ΚΠολΔ, προβάλει την αιτίαση ότι, το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη, προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, τις από 22-9-2006 και 9-1-2007 Εξώδικες Δηλώσεις Διαμαρτυρίες του, τις οποίες με επίκληση προσκόμισε ενώπιόν του, από τις οποίες προκύπτει η αποκλειστική ευθύνη του αναιρεσιβλήτου για τις καθυστερήσεις στην εκτέλεση του έργου και η υποχρέωσή του προς καταβολή της αιτούμενης ποινικής ρήτρας.
Ο λόγος αυτός, είναι αβάσιμος, διότι από τη ρητή βεβαίωση, που υπάρχει στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως - ότι ελήφθησαν υπ' όψη οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του, καθώς και όλα τα νομίμως από τους διαδίκους προσκομισθέντα έγγραφα, - αλλά και από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, στο οποίο ρητώς αναφέρονται οι εξώδικες αυτές δηλώσεις, επίσης δε από τις σκέψεις και παραδοχές της, που αφορούν στους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, για την απόδειξη των οποίων επικαλείται τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι το Εφετείο κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπ' όψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, που διαλαμβάνονται στον κρινόμενο λόγο της αναιρέσεως, χωρίς να είναι υποχρεωμένο, να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός, καθορίζοντας τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα.
Τέλος, όλες οι λοιπές αιτιάσεις, που περιέχονται στους ίδιους ως άνω λόγους αναιρέσεως, αναφέρονται αποκλειστικά και μόνο στην εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Συνεπώς, οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως, κατά το αντίστοιχο μέρος τους, είναι απαράδεκτοι. Κατ' ακολουθίαν, δε των προαναφερομένων, πρέπει, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της αιτήσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το κεφάλαιο, που αφορά την απόρριψη, ως αόριστης, της από 18-7-2011 αγωγής του αναιρεσείοντος για καταβολή από τον αναιρεσίβλητο του ποσού των 14.141,58 ευρώ, ως αποζημίωσή του (αναιρεσείοντος) από την μη καταβολή ή μη έγκαιρη υπ' αυτού (αναιρεσιβλήτου) καταβολή στο ΙΚΑ των οφειλομένων ασφαλιστικών εισφορών για το επίδικο έργο και να παραπεμφθεί την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρεθείσα απόφαση. Επίσης, πρέπει, να διαταχθεί, συμφώνως προς το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα αυτό και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 6/2016 απόφαση του Εφετείου Βορείου Αιγαίου, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το ίδιο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρεθείσα απόφαση.- Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα αυτό.-
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.- .
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και νυν Πρόεδρος Αρείου Πάγου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιουλίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ