Legislator Case Law & Legislation
1294/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to raise procedural objection in lower court judgment.

Case Number 1294/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellants' request to overturn the Second Instance Court's decision. The appellants argued the lower court failed to address a specific claim regarding abuse of process, but this argument was not raised in the appellate brief. The court ruled that such procedural objections must be explicitly stated in the appeal petition to be considered valid.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 183, 191 para. 2 and 495 para. 4 of the Code of Civil Procedure; An appeal argument must be clearly raised in the appeal petition and referenced in the lower court proceedings to be admissible, otherwise it is inadmissible.

Keywords

AI generated
admissibility of appeal procedural objection abuse of process Code of Civil Procedure failure to raise objection inadmissible appeal legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 15/2000
AP 139/2001
AP 539/2003
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1294 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1294/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Κ. Ρ. του Α., κατοίκου ..., Προέδρου ΔΣ της ως άνω ανώνυμης εταιρείας και 3) Κ. Ρ., συζύγου Κ. Ρ., κατοίκου ..., Διευθύνουσας Συμβούλου και Αντιπροέδρου ΔΣ της ως άνω ανώνυμης εταιρείας, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ναούμ Τζίφρα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Τ. του Χ., 2) Δ. Κ. του Π., 3) Γ. Σ. του Λ., 4) Σ. Ξ. του Π. και 5) Ρ. Β. του Γ., κατοίκων .... Οι 1ος, 2ος, 3ος και 5η αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, ενώ ο 4ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Χατζημιχάλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-10-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και λοιπών σωματείων και εταιρειών που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, η οποία κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2303/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 1402/2015 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-12-2015 αίτησή τους και τους από 29-11-2016 πρόσθετο αυτή λόγο.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης ανέγνωσε την από 5-1-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι (κύριοι και πρόσθετος) της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και του πρόσθετου αυτής λόγου, ο πληρεξούσιος του 4ου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις .../8-9-2016, .../11-3-2016, .../11-3-2016 και .../11-3-2016 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ν. Δ. Τ., και τις ..., .../30-11-2016 εκθέσεις επιδόσεως του αυτού ως άνω δικαστικού επιμελητή, τις οποίες προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι νομότυπα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στους πρώτο, δεύτερο, τρίτο και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και του προσθέτου λόγου, αντίστοιχα, με κλήση για συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (16-1-2017). Οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο. Επομένως, πρέπει να δικασθούν ερήμην, η συζήτηση όμως θα χωρήσει παρά την απουσία τους, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδ. γ’ ΚΠολΔ.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικό ή διεθνούς δικαίου. Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 57 ΑΚ, "Όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον ...

Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται", κατά δε το άρθρο 59 του ίδιου Κώδικα "Στις περιπτώσεις των δύο προηγούμενων άρθρων το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.

Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις". Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι, επί προσβολής της προσωπικότητας και εφόσον αυτή είναι παράνομη, ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος μόνο ως προς την αξίωση για την άρση της προσβολής, ενώ για την αξίωση αποζημίωσης, καθώς και για τη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, εκείνου που έχει προσβληθεί, ο νόμος απαιτεί η προσβολή να είναι παράνομη και υπαίτια.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, "Όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", ενώ κατά το άρθρο 932 του ίδιου Κώδικα, "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του". Περαιτέρω, σύμφωνα με την ΠΚ 361 παρ. 1 "Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 362 και 363), προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται... ".

Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του φυσικού προσώπου. Ο νόμος θεωρεί ως προστατευόμενο αγαθό την τιμή ή την υπόληψη του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητας. Η τιμή του προσώπου θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, η οποία πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις.

Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσεως ακόμη δε και χαρακτηρισμός οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά την ΠΚ 361.

Τέλος, κατά το άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ, το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ.

γ’ και δ’ ). Η τελευταία αυτή διάταξη (ΠΚ 367) για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ. Επομένως, αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη, όπως κατωτέρω, της ΠΚ 367 παρ. 2) αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου.

Έτσι, η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ. 1 του ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος (ένσταση), λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ, και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη, άρα και η υποχρέωσή του προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της ΠΚ 367 παρ. 2, δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως των άρθρων 363 - 362 ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδηλώσεως, ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου.

Η προβολή δε από τον προσβληθέντα περιπτώσεως από την ΠΚ 367 παρ. 2 αποτελεί αντένσταση κατά της εκ της ΠΚ 367 παρ. 1 ενστάσεως (ΑΠ 408/2007). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολομ.

ΑΠ 1/1999). Ωστόσο, δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο της ουσίας προβαίνει ανέλεγκτα, κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς και πλήρως και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το πρώτο ενάγον (μη διάδικο στην παρούσα δίκη) είναι επαγγελματικό σωματείο, με σκοπό ... την ενίσχυση και εξύψωση του κύρους και του έργου των Ι.Ι.Ε.Κ.

για την εκπλήρωση του σκοπού αυτών, καθώς και την προάσπιση των ... συμφερόντων του κλάδου των επί μέρους μελών του. Μέλη του σωματείου αυτού ... είναι οι ιδιοκτήτες - ιδρυτές ... Ι.Ι.Ε.Κ., που λειτουργούν στην Ελλάδα, ... ενώ ... τα μέλη - εκπρόσωποι νομικών προσώπων ορίζονται ... με βάση κατάλογο εκπροσώπων των νομικών προσώπων, ανάλογα με τη δύναμη των καταρτιζομένων. ...

Η πρώτη εναγομένη (και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα) με την επωνυμία ... ... δραστηριοποιείται στο χώρο των ... Κατάρτισης ... ενώ οι δεύτερος και τρίτη των εναγομένων (και ήδη δεύτερος και τρίτη αναιρεσείοντες), αντίστοιχα, είναι Πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου αυτής και αντιπρόεδρος και διευθύνουσα σύμβουλος.

Η επιχείρηση αυτή των εναγομένων υπήρξε μέλος του πρώτου ενάγοντος επαγγελματικού σωματείου διά των νομίμων εκπροσώπων της μέχρι το έτος 2005, που αποχώρησε. Μεταξύ ... της επιχείρησης των εναγομένων και των εναγόντων υφίσταται έντονη αντιδικία, στα πλαίσια της οποίας οδηγήθηκαν κατ’ επανάληψη στα δικαστήρια για παραβάσεις του νόμου περί αθέμιτου ανταγωνισμού ...

με αφορμή τον τρόπο που η πρώτη εναγομένη διαφήμιζε τις παρεχόμενες από την ίδια υπηρεσίες. Στα πλαίσια αυτά, το πρώτο ενάγον, επαγγελματικό σωματείο και άλλα Ι.Ε.Κ. (μη διάδικοι στην παρούσα δίκη) με την από 1-9-2003 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ζήτησαν να απαγορευθεί στην πρώτη εναγομένη η ενέργεια πράξεων αθέμιτου ανταγωνισμού σε βάρος τους, και συγκεκριμένα η παραπλανητική διαφήμιση και κάθε ανάλογη αναγγελία με τα αναφερόμενα στην αίτηση παραπλανητικά στοιχεία.

Η αίτηση αυτή έγινε δεκτή με ... απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, όμως, στη συνέχεια ανακλήθηκε με την ... 77/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία απόφαση κρίθηκε, κατά πιθανολόγηση, ότι οι διαφημίσεις της επιχείρησης της εναγομένης δεν συγκροτούσαν την έννοια του αθέμιτου ανταγωνισμού, αφού αυτές δεν ήσαν αναληθείς, ούτε αποσκοπούσαν στην προσέλκυση πελατών με αθέμιτες μεθόδους και πρόκληση σύγχυσης στην αγορά, αλλά ήσαν συνήθεις στον επαγγελματικό κλάδο των διαδίκων.

Ακολούθως, το πρώτο ενάγον απέστειλε προς τον ... Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου του ..., ο οποίος ήταν η αρμόδια αρχή για να απευθυνθεί ως εποπτεύουσα Αρχή των ιδιωτικών Ι.Ε.Κ., ... την από 14-6-2005 επιστολή, που υπογράφεται από τον Πρόεδρο και το Γενικό Γραμματέα του ΔΣ αυτού ... με την οποία οι τελευταίοι, αφού ανέφεραν ότι έχουν καταγγελίες των μελών τους, ότι το Ιδιωτικό ... (πρώτη εναγομένη), αφού ελέγχθηκε για νέες άδειες λειτουργίας στην Αθήνα, μεταφέρει τον ελεγχθέντα εργαστηριακό εξοπλισμό στη Θεσσαλονίκη, για να πάρει άδειες και εκεί, χρησιμοποιώντας τον ίδιο εργαστηριακό εξοπλισμό, παρεκάλεσαν όπως την ημέρα που θα γίνει ο έλεγχος της Θεσσαλονίκης, να γίνει επανέλεγχος στην Αθήνα και εφόσον διαπιστωθεί η αλήθεια των καταγγελιών, να μη χορηγηθεί καμιά νέα άδεια στο εν λόγω ιδιωτικό ΙΕΚ.

Ακολούθησε έλεγχος από Επιτροπή Έκτακτου Ελέγχου του άνω Οργανισμού (...), κατά τον οποίο διαπιστώθηκε ότι η πιο πάνω καταγγελία ήταν ανακριβής, καθόσον ελέγχθηκαν ταυτόχρονα οι κτιριακές εγκαταστάσεις και ο εργαστηριακός εξοπλισμός της πρώτης εναγομένης στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη και διαπιστώθηκε η επάρκεια και η ύπαρξη των κατάλληλων μηχανημάτων ...

Στη συνέχεια, οι δεύτερος και τρίτη των εναγομένων, υπό τις άνω ιδιότητές τους, συνέταξαν από κοινού την από 19-10-2005 μηνυτήρια αναφορά της πρώτης εναγομένης, που απευθύνεται στον Προϊστάμενο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, την οποία υπογράφει η τρίτη εναγομένη, η οποία και προέβη στην κατάθεση αυτής στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών στις 20-10-2005.

Στη μηνυτήρια αυτή αναφορά περιέλαβαν, μεταξύ άλλων, για τους ενάγοντες, φυσικά και νομικά πρόσωπα, τα εξής: "Τα τελευταία χρόνια τόσο το άνω σωματείο (πρώτο ενάγον) ατομικώς και εξ ιδίου ονόματος, εκπροσωπούμενο κατά το καταστατικό του και ουσιαστικώς από εκπροσώπους των

ΙΙΕΚ, που συνιστούν τα μέλη του, όσο και μεγάλος αριθμός των λοιπών ιδιωτικών

ΙΙΕΚ, ανταγωνιστικών προς εμάς επιχειρήσεων, έχουν συσπειρωθεί και υπό τον συνδικαλιστικό μανδύα του Π.Ε.Ι.Ι.Ε.Κ. και από κοινού έχουν κηρύξει ένα χωρίς όρια πόλεμο εναντίον του ... και μόνο, με χρήση νομιμοφανών αλλά και σκοτεινών μεθόδων, επειδή το τελευταίο εμφανίζει σταθερή ανέλιξη και ανάπτυξη και έχει επαξίως κερδίσει την προτίμηση των σπουδαστών.

Ειδικότερα, τα παρακάτω αναφερόμενα νομικά και φυσικά πρόσωπα κατέθεσαν από κοινού, όπως κατ’ αρχήν είχαν το νόμιμο δικαίωμα, πλην όμως το άσκησαν καταχρηστικά και παραπλανητικά για το Δικαστήριο εναντίον μας, την από 2-9-2003 αίτησή τους (ασφαλιστικών μέτρων) ..., αιτούντες ήσαν το ... πρώτο ενάγον και οι ιδιοκτήτες των οκτώ παρακάτω αναφερόμενων ιδιοκτητών ΙΕΚ, ήτοι: i) ...

Α.Ε. ... (της οποίας εκπρόσωπος κατά την περίοδο εκείνη και μέλος του πρώτου ενάγοντος σωματείου ήταν ο δεύτερος ενάγων (και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος) Γ. Τ.), ii) ..., iii) ... ... (της οποίας εκπρόσωπος και μέλος του ενάγοντος σωματείου ήταν ο τρίτος ενάγων (και ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος) Δ. Κ.), iv) ... ΕΠΕ ... (της οποίας κατά την περίοδο εκείνη μέλος του πρώτου ενάγοντος σωματείου ήταν ο έβδομος ενάγων (και ήδη τέταρτος αναιρεσίβλητος) Σ.

Ξ.), v) ..., vi) ... vii) ... ΑΕΕ ... (της οποίας εκπρόσωπος και μέλος του ενάγοντος σωματείου ήταν ο πέμπτος ενάγων (και ήδη τρίτος αναιρεσίβλητος) Γ. Σ.), viii) Ρ. Β., ιδιοκτήτρια του ... ... (δέκατη ενάγουσα και ήδη πέμπτη αναιρεσίβλητη) ... Στην αίτηση αυτή οι παραπάνω αιτούντες, κάνοντας χρήση και εμπλέκοντας στη σχετική αντιδικία και την ΠΕ

ΙΙΚ, που ουσιαστικά εκπροσωπείται από τους ίδιους αιτούντες ..., δίνοντας έτσι και συνδικαλιστική βαρύτητα στο όλο έωλο και δόλιο εγχείρημά τους ... Οι ίδιοι, ξεπερνώντας κάθε όριο μακιαβελισμού και δολιοφθορών σε βάρος μας, με στόχο την έκθεσή μας σε κινδύνους και την ηθική και επαγγελματική μας εξόντωση, μηχανεύονται διά της διοικητικής οδού λήψη δυσμενών διοικητικών μέτρων σε βάρος μας, προβαίνοντας σε ψευδείς καταγγελίες και αναφορές κατά της εταιρείας μας.

Έτσι, μεταξύ άλλων και του πολέμου φθοράς και λάσπης που έχουν εξαπολύσει εναντίον, προέβησαν στην παρακάτω πρωτοφανή, χαλκευμένη δόλια ενέργεια σε βάρος μας (πρόκειται για την άνω επιστολή προς τον Πρόεδρο του ...) ... Ζητήσαμε τα στοιχεία της εναντίον μας συνομωσίας, την οποία από κοινού αποπειράθηκαν να εξυφάνουν οι αδίστακτοι πολέμιοι μας και σας επισυνάπτουμε τόσο τις καταγγελίες ...

όσο και τις εκθέσεις ελέγχου των αρμοδίων ελεγκτών που μας δικαίωσαν, αποδεικνύοντας, ότι οι αυτοχρησθέντες αντίπαλοι μας ενεργώντας ως παράνομη ομάδα, που έχουν συστήσει κινούνται εναντίον μας, χωρίς αρχές και όρια και με χρήση απαράδεκτων και αξιόποινων μεθόδων και πράξεων, προκειμένου να μας εκθέσουν και εξοντώσουν με παράνομο προσδοκώμενο δικό τους όφελος, την αρπαγή της πελατείας μας ...".

Περαιτέρω, οι εναγόμενοι στην άνω μηνυτήρια αναφορά τους, αναφέρουν και τα εξής: "Κατά το μήνα Νοέμβριο 2004 παρελήφθη στα γραφεία της εταιρίας μας (πρώτης αναιρεσείουσας) φάκελος με την ένδειξη προσωπικό, απευθυνόμενος στην Κ. Ρ. (τρίτη αναιρεσείουσα)... που περιείχε μια λίστα εγγραφών σπουδαστών ακαδ. έτους 2003-2004 για τα ΙΕΚ, με προέλευση τον ..., με ένα βέλος στο όνομα της ...

και ένα χειρόγραφο σημείωμα ...., με το εξής μήνυμα - περιεχόμενο: Τα στοιχεία αυτά είναι επίσημα από τον ... μην τα αμφισβητείτε. Δεν πάει άλλο. Δεν είναι δυνατόν!!. Τι έχετε εσείς, το κοκαλάκι της νυχτερίδας, Θα σας λιώσουμε... Η τρομοκρατική αυτή σε βάρος μας ενέργεια ασφαλώς συνδέεται με τους φανερούς ή κρυφούς ανταγωνιστές μας.

Την 20η Απριλίου 2005, άγνωστος οπλοφόρος έριξε τυφλούς πυροβολισμούς κατά των εγκαταστάσεων του εκπαιδευτηρίου ..., που υπάγεται στον όμιλο ... ... Επειδή το γεγονός αυτό ήταν τυφλή τρομοκρατική ενέργεια απευθυνθήκαμε .... Τα παραπάνω περιστατικά τα ανώνυμα τηλεφωνήματα που κατά καιρούς δεχόμαστε, οι διαρκείς επίσημες και ανεπίσημες καταγγελίες σε βάρος μας από τους ανταγωνιστές μας και η προφανής εκτροπή του σωματείου ΠΕ

ΙΙΤ, από τους ιδρυτικούς και καταστατικούς σκοπούς του, όπως είναι η κατάχρηση των σφραγίδων και εμβλημάτων του εκ μέρους των ανταγωνιστών μας, που το εκπροσωπούν, ως εφαλτήριο των αθέμιτων και παράνομων ενεργειών τους, σε βάρος μας, .Το εν λόγω σωματείο έχει μετεξελιχθεί σε ένα ιδιότυπο όργανο μικρού αριθμού ανταγωνιστών μας, με μοναδική πλέον δραστηριότητα και σκοπό την πρόκληση προβλημάτων και την ανάσχεση της ανάπτυξης της εταιρίας μας ...

Κορύφωση των εναντίον μας δυσφημιστικών, συκοφαντικών, ψευδών και χαλκευμένων καταγγελιών προς τις αρχές ..., στις οποίες προβαίνουν οι ρητώς ως άνω κατονομαζόμενοι ανταγωνιστές μας έρχεται να προστεθεί και μια ακόμη εκβιαστική ενέργεια αυτών ... Συγκεκριμένα οι προαναφερόμενοι ιδιοκτήτες ΙΕΚ και το υποχείριο και ταυτόσημο με τους ίδιους συνδικαλιστικό σωματείο απεύθυναν στον ... ...

την από 31-8-2005 εξώδικη δήλωσή τους, με την οποία καθυβρίζουν, συκοφαντούν ελεεινολογούν και εκθέτουν σε πολλαπλούς κινδύνους την εταιρία μας ... Διακατεχόμαστε από την πεποίθηση ότι οι άνω ανταγωνιστές μας είναι άκρως επικίνδυνοι και χρησιμοποιούν μεθόδους επιλήψιμες και αθέμιτες, .... Αφού συνέστησαν ομάδα για συντονισμό και δράση εναντίον μας, χρησιμοποιούν το σωματείο στα ιδιοτελή συμφέροντά τους, κατά πλήρη εκτροπή του ιδρυτικού του σκοπού και του νόμου και προβαίνουν σε εκβιαστικές και βλαπτικές σε βάρος μας ενέργειες".

Ακολούθως, οι δεύτερος και τρίτη των εναγομένων, συνέταξαν από κοινού και το από 12-5-2006 υπόμνημα της πρώτης εναγομένης, το οποίο υπέγραψε και κατέθεσε στον Πταισματοδίκη του 21ου τμήματος Αθηνών, η τρίτη από αυτούς, στο οποίο αναφέρουν ότι, "οι εκπρόσωποι και υπεύθυνοι των αναφερόμενων προσώπων δρουν ως ομάδα και δεν διστάζουν να προβαίνουν σε άκρως δυσφημιστικές και επικίνδυνες σε βάρος μας ψευδοκαταγγελίες και αναφορές που μας εκθέτουν σε κινδύνους διώξεων και επαγγελματικό αφανισμό μας".

Με βάση την άνω, από 19-10-2005 μηνυτήρια αναφορά της πρώτης εναγομένης, σχηματίστηκε ποινική δικογραφία για τις αξιόποινες πράξεις, α) της. συκοφαντικής δυσφήμησης ανώνυμης εταιρίας (πρώτης

από κοινού και β) της ψευδούς αναφοράς στην Αρχή, μεταξύ άλλων και κατά των, α) Δ. Κ., ήδη τρίτου ενάγοντος, υπό την ιδιότητά του ως εκπροσώπου, αφενός του πρώτου ενάγοντος - σωματείου και αφετέρου της τέταρτης ενάγουσας, ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕΕ" (...), β) Γ. Τ., δεύτερου ενάγοντος, υπό την ιδιότητά του, αφενός ως γραμματέα του πρώτου ενάγοντος - σωματείου και αφετέρου ως νομίμου εκπροσώπου του "...", γ) Σ.

Ξ., έβδομου ενάγοντος, ως νομίμου εκπροσώπου της όγδοης ενάγουσας, εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ΈΠΕ", μετονομασθείσα σε "... ΕΠΕ" (...), δ) Γ. Σ., πέμπτου ενάγοντος, ως νομίμου εκπροσώπου της έκτης ενάγουσας, ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕΕ" (...) και ε) Ρ. Β., δέκατης ενάγουσας, ως νομίμου εκπροσώπου της ανώνυμης εταιρίας "...".

Επιπλέον, η πρώτη εναγομένη υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών και την από 5-9-2005 προγενέστερη έγκληση κατά των, Δ. Κ. (τρίτου ενάγοντος) και Κ. Κ. για τα ίδια όπως παραπάνω αδικήματα, η οποία απορρίφθη ως αβάσιμη στην ουσία της με Διάταξη του Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών. Κατά της Διάταξης ασκήθηκε προσφυγή από την πρώτη εναγομένη, η οποία απορρίφθηκε με διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και η άνω έγκληση τέθηκε στο Αρχείο.

Περαιτέρω, σχετικά με την άνω από 19-10- 2005 μηνυτήρια αναφορά, διενεργήθηκε προκαταρκτική εξέταση και ακολούθως προανάκριση, μετά το πέρας της οποίας, εκδόθηκε το με αριθμό 57/2010 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, ήδη αμετάκλητο. Με το Βούλευμα αυτό, το Συμβούλιο κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη ως προς τον Δ.

Κ., λόγω εκκρεμοδικίας από την προγενέστερη έγκληση, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 57 ΚΠοινΔ, αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία σε βάρος όλων των κατηγορουμένων για την πράξη της ψευδούς αναφοράς στην Αρχή, κρίνοντας ότι δεν αποδείχθηκε ο άμεσος δόλος των άνω κατηγορουμένων και ειδικότερα ότι δεν αποδείχθηκε ότι αυτοί γνώριζαν ότι οι καταγγελίες για μεταφορά εργαστηριακού εξοπλισμού ήταν ψευδείς;

και έπαυσε την ποινική δίωξη ως προς τους λοιπούς, όσον αφορά την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης ανώνυμης εταιρίας από κοινού, λόγω εκπρόθεσμης υποβολής της έγκλησης. Το ίδιο δε Συμβούλιο διέλαβε στο άνω Βούλευμα επάλληλη σκέψη, κατά την οποία, "δεν προέκυψε, ότι οι κατηγορούμενοι με γνώση και ειδικότερα με άμεσο δόλο προέβησαν στους αναφερόμενους στη μηνυτήρια αναφορά ισχυρισμούς για να βλάψουν την εμπιστοσύνη του κοινού στις επιχειρήσεις της εγκαλούσας εταιρίας και ως εκ τούτου δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, αλλά ούτε και αυτό της απλής δυσφήμησης, δεδομένου ότι συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ, αφού οι εγκαλούμενοι απέστειλαν το επίμαχο έγγραφο στον ...

από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, στα πλαίσια εκτέλεσης των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων τους, προς προστασία των συμφερόντων των μελών της ένωσής τους και όχι για να βλάψουν τις επιχειρήσεις και την οικονομική οντότητα της εγκαλούσας εταιρίας, ως και την εμπιστοσύνη του κοινού προς αυτήν", καθώς και ότι, "δεν προέκυψε σκοπός εξύβρισης των εγκαλουμένων, ενόψει του ότι αυτοί δεν είχαν άλλο τρόπο εκδήλωσης, εκτός από το να αναφερθούν στο μόνο αρμόδιο φορέα ..., που εποπτεύει κατά το νόμο την οργάνωση και λειτουργία των ιδιωτικών ΙΕΚ, χωρίς να υπερβούν το επιβαλλόμενο μέτρο έκφρασης".

Περαιτέρω, με βάση και τις ως άνω ουσιαστικές παραδοχές, οι διαλαμβανόμενοι στη μηνυτήρια αναφορά, ισχυρισμοί των δεύτερου και τρίτης των εναγομένων, α) ότι οι ενάγοντες είχαν συσπειρωθεί υπό το συνδικαλιστικό μανδύα του πρώτου ενάγοντος, επαγγελματικού σωματείου και από κοινού έχουν κηρύξει ένα χωρίς όρια και αρχές πόλεμο εναντίον της πρώτης εναγομένης, με χρήση νομιμοφανών μεν, αλλά σκοτεινών μεθόδων, που συνδέονται με την άσκηση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων και β) ότι με την αποστολή του άνω ενημερωτικού εγγράφου προς τον ΟΕΚ, οι ενάγοντες ξεπέρασαν κάθε όριο μακιαβελισμού και δολιοφθορών σε βάρος της πρώτης εναγομένης και ότι ενήργησαν ως παράνομη ομάδα, κινούμενοι χωρίς αρχές και όρια, με χρήση απαράδεκτων και αξιόποινων μεθόδων, αποτελούν ψευδή περιστατικά, καθόσον δεν αποδείχθηκε τέτοια συμπεριφορά των εναγόντων.

Τέτοια συμπεριφορά δεν αποτελεί η άσκηση της άνω αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία τα αναφερόμενα στην αίτηση αυτή πρόσωπα, μεταξύ των οποίων το πρώτο ενάγον, οι τέταρτη και έκτη από τους, ενάγοντες, η όγδοη ενάγουσα, υπό την τότε νομική της μορφή της και η δέκατη ενάγουσα, Ρ. Β., ζήτησαν να απαγορευθεί από την πρώτη εναγομένη, η διαφήμιση αυτής, χαρακτηριζόμενη από τους ίδιους ως ψευδής και παραπλανητική, ασκώντας νόμιμο δικαίωμά τους, ανεξάρτητα από την τελική κρίση του Δικαστηρίου, ως προς το αν ήταν πράγματι παραπλανητική ή ψευδής η διαφήμιση.

Επίσης, τέτοια συμπεριφορά δεν συνιστά η σύνταξη και αποστολή προς τον ..., της άνω από 14-6-2005 επιστολής του πρώτου ενάγοντος, σωματείου, που υπογράφεται από τον τρίτο εναγόμενο και τον Κ. Κ., με τις ιδιότητες του Προέδρου και του Γραμματέα του ΔΣ αυτού, αντίστοιχα, με την οποία οι τελευταίοι, αφού αναφέρονταν σε καταγγελίες των μελών τους, που περιήλθαν σε γνώση τους, για μεταφορά εργαστηριακού εξοπλισμού της πρώτης εναγομένης από την Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη, προκειμένου να λάβει άδεια λειτουργίας ΙΕΚ και εκεί, ζητούσαν ταυτόχρονο έλεγχο για τη διακρίβωση του αληθούς ή μη των καταγγελιών.

Η σύνταξη του άνω εγγράφου, που υπογράφεται από τον Πρόεδρο και το Γενικό Γραμματέα του ΔΣ του πρώτου ενάγοντος, σωματείου, Δ. Κ. (τρίτο εναγόμενο) και Κ. Κ., αντίστοιχα και η αποστολή του προς τον ..., έγινε στα πλαίσια του καταστατικού σκοπού του σωματείου, για την προάσπιση των συμφερόντων των μελών του και αποσκοπούσε αποκλειστικά και μόνο στην ενημέρωση του ..., προκειμένου αυτός ως μόνος αρμόδιος φορέας επιφορτισμένος από το νόμο με το καθήκον της εποπτείας των ιδιωτικών ΙΕΚ, να διαπιστώσει την αλήθεια ή μη των καταγγελλομένων, το περιεχόμενο των οποίων δεν υιοθετήθηκε ως αληθές και όχι με σκοπό την καταδίωξη των νομίμων εκπροσώπων της πρώτης εναγομένης και τη βλάβη της εμπιστοσύνης του κοινού στις επιχειρήσεις της, όπως άλλωστε κρίθηκε και με το παραπάνω Βούλευμα.

Ωστόσο, δεν αποδείχθηκε, ότι οι δεύτερος και τρίτη των εναγομένων, τελούσαν σε γνώση της αναλήθειας των συγκροτούντων τους άνω ισχυρισμούς, γεγονότων. Ειδικότερα, οι δεύτερος και τρίτη των εναγομένων, μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της πρώτης εναγομένης, κατά της οποίας απευθύνθηκε η άνω αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, η οποία τελικά απορρίφθηκε, αλλά και η άνω επιστολή προς τον ..., με καταγγελίες για την εκ μέρους της πρώτης εναγομένης μεταφορά εργαστηριακού εξοπλισμού στη Θεσσαλονίκη, που κρίθηκαν ανακριβείς, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, πίστευαν ότι η διαφήμιση τους δεν ήταν παραπλανητική και ως εκ τούτου δεν έπρεπε να ασκηθεί σε βάρος της πρώτης εναγομένης η άνω αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, ενώ όσον αφορά τις αναφερόμενες στην άνω επιστολή προς τον ..., καταγγελίες, οι ίδιοι (εναγόμενοι) γνώριζαν ότι ήταν ψευδείς, αφού αυτοί δεν είχαν μεταφέρει τέτοιο εξοπλισμό στη Θεσσαλονίκη και πίστευαν ότι τούτο το γνώριζαν και οι ενάγοντες πριν την υποβολή του εγγράφου στον ....

Την πεποίθηση τους δε αυτή ενίσχυσε το γεγονός, ότι το πρώτο ενάγον σωματείο, στο οποίο απευθύνθηκαν με εξώδικη επιστολή, ζητώντας πληροφόρηση για την προέλευση των καταγγελιών, αρνήθηκε να τους ενημερώσει. Έτσι, εξέλαβαν τα πιο πάνω γεγονότα της αίτησης των ασφαλιστικών μέτρων και της επιστολής προς τον ..., ως πόλεμο σε βάρος τους από τους ενάγοντες και το γεγονός της σύμπραξης των τελευταίων, φυσικών και νομικών προσώπων, με το πρώτο ενάγον επαγγελματικό σωματείο, ως παράνομη ομάδα.

Περαιτέρω, στην παραπάνω μηνυτήρια αναφορά, οι εναγόμενοι συνδέουν τους ενάγοντες με χειρόγραφο σημείωμα, με το αναφερόμενο στη μηνυτήρια αναφορά τους, απειλητικό περιεχόμενο, που περιήλθε στα γραφεία τους, το Νοέμβριο του έτους 2004 και με τυφλούς πυροβολισμούς, που έρριξε άγνωστος οπλοφόρος, στις 20-4-2005, κατά των εγκαταστάσεων εκπαιδευτηρίου της πρώτης εναγομένης, στο Μαρούσι Αττικής, αναφέροντας, ότι τα δύο περιστατικά συνδέονται με τον πόλεμο που έχουν κηρύξει εναντίον της πρώτης εναγομένης, τα ως άνω γνωστά ή κινούμενα στο σκότος πρόσωπα, οι ανταγωνιστές της, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες, οι οποίοι αναφέρονται σε προηγούμενο σημείο της μηνυτήριας αναφοράς.

Από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, δεν αποδείχθηκε, ότι οι ενάγοντες συνδέονται με τα πιο πάνω περιστατικά, της απειλητικής επιστολής και των τυφλών πυροβολισμών και επομένως οι σχετικοί ισχυρισμοί των εναγομένων είναι ψευδείς. Από τα ίδια, όμως, παραπάνω, αποδεικτικά στοιχεία, δεν αποδείχθηκε και ότι οι εναγόμενοι τελούσαν εν γνώσει της αναλήθειας των ισχυρισμών αυτών, αντίθετα αυτοί πίστευαν ότι πράγματι οι ενάγοντες βρίσκονται πίσω από τις άνω ενέργειες, ενόψει της σφοδρής αντιδικίας που υπήρχε μεταξύ τους.

Επίσης, αντίστοιχους ισχυρισμούς για δράση των εναγόντων ως ομάδας, που δεν διστάζει να προβαίνει σε άκρως δυσφημιστικές και επικίνδυνες σε βάρος τους ψευδοκαταγγελίες και αναφορές, διέλαβαν οι εναγόμενοι και στο άνω από 12-5-2006 υπόμνημα της πρώτης αυτών, προς τον Πταισματοδίκη του 21ου Τμήματος Αθηνών.

Οι εν λόγω ισχυρισμοί είναι ψευδείς, καθόσον, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν ήδη, δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες γνώριζαν το ψευδές της άνω καταγγελίας προς τον ... πριν την υποβολή της, ούτε και υιοθέτησαν το περιεχόμενο της ως αληθές, ενώ ενήργησαν στα πλαίσια του καταστατικού του σκοπού του πρώτου ενάγοντος, για την προάσπιση των συμφερόντων των μελών του και όχι για να προκαλέσουν την καταδίωξη των νομίμων εκπροσώπων της πρώτης εναγομένης και να βλάψουν την εμπιστοσύνη του κοινού στις επιχειρήσεις της.

Ωστόσο, οι εναγόμενοι, οι οποίοι όπως ήδη εκτέθηκε γνώριζαν ότι οι καταγγελίες ήταν ψευδείς, αφού αυτοί δεν είχαν μεταφέρει εργαστηριακό εξοπλισμό στη Θεσσαλονίκη, είχαν την πεποίθηση, ότι οι ενάγοντες προέβησαν στην άνω καταγγελία προς τον ..., γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι ήταν ψευδής. Επομένως, λόγω της έλλειψης άμεσου δόλου, αναφορικά με τα προαναφερθέντα περιστατικά δεν στοιχειοθετείται υποκειμενικά η αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμήνυσης από το δεύτερο και την τρίτη των.

εναγομένων και της ψευδορκίας μάρτυρα από την τρίτη εναγομένη, ούτε και αυτή της συκοφαντικής δυσφήμησης. Οι άνω, όμως, ισχυρισμοί των, δεύτερου και τρίτης των εναγομένων, μπορούσαν να βλάψουν την τιμή, την υπόληψη και την επαγγελματική υπόσταση των εναγόντων, φυσικών προσώπων. Επίσης, οι ισχυρισμοί των εναγομένων, ότι οι ενάγοντες φυσικά πρόσωπα, "έχουν κηρύξει ένα χωρίς αρχές και όρια πόλεμο με χρήση νομιμοφανών μεν, πλην σκοτεινών μεθόδων", ότι, "ενεργούν ως παράνομη ομάδα", ότι κινούνται "χωρίς αρχές και όρια και με χρήση απαράδεκτων και αξιόποινων μεθόδων και πράξεων", ότι έχουν εξαπολύσει σε βάρος τους "πόλεμο φθοράς και λάσπης", ότι, η αποστολή της επιστολής στον ...

αποτελεί "χαλκευμένη δόλια ενέργεια", ότι "ξεπερνούν κάθε όριο μακιαβελισμού και δολιοφθορών", ότι είναι "αδίστακτοι" καθώς και ότι συνδέονται με την αποστολή της άνω απειλητικής επιστολής και τη ρίψη πυροβολισμών, ομοίως, μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των εναγόντων φυσικών προσώπων. Ειδικότερα, τα παραπάνω περιστατικά και ισχυρισμοί για τους ενάγοντες φυσικά πρόσωπα, που οι εναγόμενοι διέλαβαν στην άνω μηνυτήρια αναφορά και το απολογητικό τους υπόμνημα, του περιεχομένου των οποίων έλαβαν γνώση ο Εισαγγελέας, ο Πταισματοδίκης, οι γραμματείς, αλλά και όσοι ασχολήθηκαν με την υπόθεση, κατ’ αντικειμενική κρίση, μπορούσαν να βλάψουν και πράγματι έβλαψαν την τιμή, την υπόληψη και την επαγγελματική υπόσταση των άνω εναγόντων, οι οποίοι δραστηριοποιούνται επί σειρά ετών, στο χώρο των ιδιωτικών ΙΕΚ.

Και τούτο διότι, τους εμφάνιζαν ως μία παράνομη ομάδα, που λειτουργεί υπό το μανδύα του πρώτου ενάγοντος, σωματείου, χρησιμοποιώντας επιλήψιμες και σκοτεινές μεθόδους, με απειλητικά σημειώματα και πυροβολισμούς. Περιέλαβαν δε τους ισχυρισμούς αυτούς στα άνω έγγραφα, παρά το γεγονός ότι η επίκληση τους δεν ήταν αναγκαία, γνωρίζοντας ότι αυτοί μπορούσαν να βλάψουν την τιμή, την υπόληψη και την επαγγελματική υπόσταση των άνω εναγόντων και ως εκ τούτου στοιχειοθετείται το αδίκημα της απλής δυσφήμησης σε βάρος των εναγόντων αυτών, με το οποίο προσβάλλεται, όπως λέχθηκε, η προσωπικότητα αυτών, με αποτέλεσμα να υπέχουν οι εναγόμενοι υποχρέωση καταβολής στους ενάγοντες αυτούς, χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν.

Οι ισχυρισμοί των εναγομένων, ότι ενήργησαν από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, για τη διερεύνηση της υπόθεσης και την προστασία της επιχείρησης τους, δεν κρίνονται βάσιμοι, καθόσον οι ανωτέρω δυσφημιστικοί ισχυρισμοί υπερβαίνουν στη συγκεκριμένη περίπτωση το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο μέτρο για την ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, καθόσον για την προστασία του αρκούσε η υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς με την αναφορά του γεγονότος της αποστολής του άνω εγγράφου προς τον ...

και του ψευδούς των καταγγελιών, οι λοιποί δε δυσφημιστικοί ισχυρισμοί που συνδέονται με το γεγονός αυτό, δεν εξυπηρετούσαν τον επιδιωκόμενο σκοπό των εναγομένων και συγκεκριμένα την προστασία της επιχείρησης τους, αντίθετα έβλαπταν την τιμή και υπόληψη των εναγόντων φυσικών προσώπων. Σχετικά δε με την τέλεση του αδικήματος αυτού (απλής δυσφήμησης) σε βάρος των εναγόντων, φυσικών προσώπων, από τους δεύτερο και τρίτη των εναγομένων, ομοίως κρίθηκε με τη με αριθμό 76403/22-11-2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.

Ειδικότερα, κατόπιν του 29-5-2006 υπομνήματος παροχής εξηγήσεων, μεταξύ άλλων, του Δ. Κ., τρίτου ενάγοντος και των, άνω φυσικών προσώπων, Γ. Τ., Σ. Ξ., Γ. Σ. και Ρ. Β., ήδη δεύτερου, πέμπτου, έβδομου και δέκατης των εναγόντων προς τον Πταισματοδίκη του 21ου Τμήματος Αθηνών, το οποίο κρίθηκε ότι επέχει θέση έγκλησης, ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος των δεύτερου και τρίτης των εναγομένων, για ψευδή καταμήνυση από κοινού, ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση από κοινού, κατά συρροή και κατ’ εξακολούθηση, αξιόποινες πράξεις, που φέρεται ότι τελέστηκαν με την άνω από 19-10-2005 μηνυτήρια αναφορά, για τις οποίες παραπέμφθηκαν να δικαστούν στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.

Ακολούθως, εκδόθηκε η άνω με αριθμό 76403/22-11-2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, με την οποία οι άνω εναγόμενοι κηρύχθηκαν αθώοι για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδορκίας μάρτυρα και κηρύχθηκαν ένοχοι κατά πλειοψηφία για την αξιόποινη πράξη της απλής δυσφήμησης κατά συρροή, κατά μεταβολή της κατηγορίας από συκοφαντική δυσφήμηση κατά συρροή και τους επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 6 μηνών για κάθε δυσφήμηση και συνολικά ποινή φυλάκισης 24 μηνών στον καθένα.

Κατά του αθωωτικού δε σκέλους της απόφασης αυτής, ασκήθηκε η με αριθμό .../30-12-2011 έφεση του Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, με την 7849/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (Α’ Τριμελούς Πλημ/των), για έλλειψη ειδικής και εμπερισταμένης αιτιολογίας. Κατά της ίδιας απόφασης ασκήθηκαν εφέσεις και από τους δεύτερο και τρίτη των εναγομένων, πλην, όμως, δεν συζητήθηκαν στην ουσία τους, καθόσον με διατάξεις του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, οι επιβληθείσες ποινές, οι οποίες ήταν μέχρι έξι μηνών και δεν είχαν εκτιθεί, παραγράφηκαν υπό όρο και διατάχθηκε η μη εκτέλεσή τους και η θέση της απόφασης στο αρχείο, κατ’ άρθρο 2 παρ. 2 του ν. 4043/2012).

Κατά την άνω δε ποινική διαδικασία παραστάθηκαν από τους παραπάνω ενάγοντες (φυσικά πρόσωπα), οι Δ. Κ., Γ. Τ. και Σ. Ξ., ως πολιτικώς ενάγοντες και επιδικάστηκε σε καθένα από αυτούς, το αιτηθέν ποσό των 40 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, αφού απορρίφθηκε αίτημα των κατηγορουμένων (δεύτερου και τρίτης των εναγομένων) για την αποβολή τους, με την αιτιολογία ότι οι κατηγορούμενοι, με την από 19-10-2005 μηνυτήρια αναφορά τους στράφηκαν κατά των άνω φυσικών προσώπων".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε αφενός μεν ότι οι ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων, όπως αυτοί περιέχονταν στα άνω έγγραφα, μπορούσαν να βλάψουν την τιμή, την υπόληψη και την επαγγελματική υπόσταση των εναγόντων φυσικών προσώπων, γεγονός που το γνώριζαν αυτοί, αφετέρου δε απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό των ιδίων ότι ενήργησαν με τον τρόπο αυτό από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, προκειμένου να προστατεύσουν την επιχείρησή τους, και κατόπιν αυτού απέρριψε τους σχετικούς λόγους εφέσεως κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που, έστω και με ελλιπείς αιτιολογίες, είχε αποφανθεί ομοίως.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ειδικότερα τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 ΑΚ σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 362, 367 παρ. 1 και 2 Π.Κ., διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με τους λόγους της ευθύνης των αναιρεσειόντων με βάση την αδικοπρακτική συμπεριφορά τούτων έναντι των αναιρεσιβλήτων, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, τις οποίες εφάρμοσε, και το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, με σαφήνεια εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση: α) η υπαιτιότητα των αναιρεσειόντων, συνιστάμενη στο ότι στη μηνυτήρια αναφορά και το απολογητικό τους υπόμνημα διέλαβαν περιστατικά και ισχυρισμούς σε βάρος των αναιρεσίβλητων, που μπορούσαν να βλάψουν και πράγματι έβλαψαν την τιμή, την υπόληψη και την επαγγελματική υπόσταση των τελευταίων, δεδομένου ότι τα καταγγελλόμενα ήσαν μεν αληθή ως περιστατικά, αλλά είτε έγιναν κατ’ ενάσκηση νομίμου δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων, είτε ήσαν ψευδή ως προς το πρόσωπό τους, και η επίκληση των συναφών δυσφημιστικών ισχυρισμών δεν ήταν αναγκαία, και β) το αβάσιμο του ισχυρισμού των αναιρεσειόντων ότι ενήργησαν με τον τρόπο αυτό από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, για να διερευνηθεί η υπόθεση ως προς τα γεγονότα, που και η ίδια η απόφαση δέχεται ότι έλαβαν χώρα, προκειμένου να προστατευθεί η επιχείρησή τους.

Πλέον συγκεκριμένα ως προς την κρίση για το ζήτημα αυτό, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι για την προστασία των εννόμων συμφερόντων τους, αρκούσε η υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς με την έκθεση των γεγονότων και του ψευδούς των καταγγελιών, χωρίς τους λοιπούς δυσφημιστικούς ισχυρισμούς που υπερέβαιναν στη συγκεκριμένη περίπτωση το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο μέτρο για την ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, αφού δεν εξυπηρετούσαν τον επιδιωκόμενο εκ μέρους τους σκοπό, δηλαδή την προστασία της επιχειρήσεώς τους, αλλά αντιθέτως έβλαπταν την τιμή και την υπόληψη των αναιρεσιβλήτων.

Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ πρώτος, δεύτερος και έκτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, προβάλλοντας ότι υπάρχει κακή εφαρμογή του νόμου και ταυτόχρονα ανεπάρκεια αιτιολογιών και σε κάθε περίπτωση αντίφαση μεταξύ της παραδοχής ότι τα καταγγελλόμενα εκ μέρους τους στη μήνυση γεγονότα ήσαν αληθή και της κρίσεως ότι αυτά ήσαν προσβλητικά της τιμής των αναιρεσιβλήτων, εφόσον η εκ μέρους τους υποβολή μηνύσεως αποτελούσε και γι’ αυτούς ενάσκηση νομίμου δικαιώματος.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως.

Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ Ολομ. 12/1991), γεγονός που συντρέχει στην τελευταία περίπτωση και όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό, οπότε τον αντιμετωπίζει και τον απορρίπτει εκ των πραγμάτων κατ’ ουσία.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο (από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ) λόγο κατά το πρώτο μέρος του οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό τους για καταχρηστική άσκηση δικαιώματος εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων, με την έννοια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι οι ίδιοι συνέτειναν με τη συμπεριφορά τους στη βλάβη τους, αφού και με το αμετάκλητο υπ’ αρ. 57/2010 απαλλακτικό γι’ αυτούς βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών γίνεται δεκτό ότι ψευδώς οι αναιρεσίβλητοι είχαν καταγγείλει τους αναιρεσείοντες, γεγονός το οποίο είχε ουσιώδη σημασία για την έκβαση της δίκης, αφού, αν το Εφετείο το είχε λάβει υπόψη, θα είχε δεχθεί ότι δικαιολογημένα κατ’ άρθρο 367 παρ. 1 Π.Κ.

είχε υποβληθεί η επίμαχη μήνυση εκ μέρους τους και θα είχε απορριφθεί η αγωγή τους. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι το Εφετείο απέρριψε την ως άνω ένσταση ως μη νόμιμη και κατά συνέπεια έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό. Εξάλλου, ο ίδιος λόγος (από το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ) κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη του το παρεμπίπτον δεδικασμένο από το ως άνω αμετάκλητο βούλευμα ως ισχύον επί της αυτής αστικής διαφοράς, είναι απαράδεκτος, εφόσον οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων, καταδικαστικές ή αθωωτικές αμετάκλητες, μετά την έναρξη ισχύος του ΚΠολΔ (16-9-1968, κατ’ άρθρο 74 ΕισΝΚΠολΔ), δεν αποτελούν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη, ανεξάρτητα του ότι στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο έλαβε υπόψη το εν λόγω βούλευμα, για το οποίο και προβαίνει σε ιδιαίτερη μνεία.

Με τον τέταρτο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο ότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση στους αναιρεσίβλητους, θεωρώντας ότι οι δυσφημιστικοί ισχυρισμοί της μηνύσεως αφορούσαν αυτούς, παρά το ότι οι τελευταίοι δεν ήσαν οι νόμιμοι εκπρόσωποι των νομικών προσώπων που είναι ανταγωνιστές τους, αλλά οι εκπρόσωποι των νομικών αυτών προσώπων στο πρώτο ενάγον σωματείο με την επωνυμία "... ...

Κατάρτισης (Π.Ε.Ι.Ι.Ε.Κ.)", που αποτελεί το συνδικαλιστικό τους όργανο. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι τις αιτιάσεις αυτές των αναιρεσειόντων απέρριψε το Εφετείο δεχόμενο τα ακόλουθα: "Και ναι μεν αυτοί δεν κατονομάζονται στη μηνυτήρια αναφορά, ωστόσο στην αναφορά αυτή αναφέρονται τα νομικά πρόσωπα, τα οποία εκπροσωπούν οι άνω ενάγοντες, με παραπομπή στην αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, και οι εκπρόσωποί τους, μέλη του πρώτου ενάγοντος σωματείου, τους οποίους χαρακτηρίζουν ως ανταγωνιστές τους και στους οποίους αποδίδουν τις αναφερόμενες συμπεριφορές, που αρμόζουν στους ενάγοντες, φυσικά πρόσωπα.

Εξάλλου, σε βάρος των τελευταίων φυσικών προσώπων, μεταξύ άλλων, με βάση την ως άνω μηνυτήρια αναφορά, ασκήθηκε ποινική δίωξη για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς αναφοράς στην Αρχή και της συκοφαντικής δυσφήμησης ανώνυμης εταιρείας, με το αποτέλεσμα που αναφέρθηκε (ενν. το 57/2010 αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών), ενώ κατόπιν έγκλησης και των ίδιων καταδικάστηκαν οι δεύτερος και τρίτη των εναγομένων για την αξιόποινη πράξη της απλής δυσφήμησης σε βάρος τους ...

Ειδικότερα, δε, όσον αφορά τον έβδομο ενάγοντα, Σ. Ξ. (ήδη τέταρτο αναιρεσίβλητο), ανεξάρτητα από τη νόμιμη εκπροσώπηση της όγδοης εναγομένης ... αυτός κατά τον ένδικο χρόνο υπήρξε μέλος του πρώτου ενάγοντος σωματείου, μεταγενέστερα δε με ... απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ... διορίστηκε μέλος της προσωρινής διοίκησης του σωματείου αυτού".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ζήτημα της ενεργητικής νομιμοποιήσεως των αναιρεσιβλήτων κατά των αναιρεσειόντων, εφόσον κατά τρόπο ανέλεγκτο δέχθηκε ότι σε εκείνους αρμόζουν οι συμπεριφορές που τους αποδίδονται με τη μηνυτήρια αναφορά των τελευταίων και ότι για το λόγο αυτό η σχετική ποινική δίωξη για τις πράξεις της ψευδούς αναφοράς στην Αρχή και της συκοφαντικής δυσφήμησης ανώνυμης εταιρείας ασκήθηκε εναντίον τους, αυτοί δε με τη σειρά τους άσκησαν ανάλογη έγκληση κατά των δευτέρου και τρίτης των αναιρεσειόντων.

Συνακόλουθα τούτων δεν έχει έννομη επιρροή στην προκειμένη περίπτωση, αν οι αναιρεσίβλητοι ενήργησαν ως νόμιμοι εκπρόσωποι των νομικών προσώπων που είναι ανταγωνιστές των αναιρεσειόντων ή ως εκπρόσωποι των νομικών αυτών προσώπων στο συνδικαλιστικό τους όργανο. Κατά συνέπεια ο σχετικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως που υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος.

Συναφώς προς τα ανωτέρω οι αναιρεσείοντες με τον πρόσθετο από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως μέμφονται το Εφετείο ότι ειδικότερα για τον τέταρτο αναιρεσίβλητο Σ. Ξ., δεν έλαβε υπόψη ως προς την ενεργητική του νομιμοποίηση, ως δήθεν θιγόμενου από τις δυσφημιστικές εκφράσεις στη μηνυτήρια αναφορά τους, τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, και ειδικότερα τα ΦΕΚ 2988/1995 και 519/2000, από τα οποία προέκυπτε ότι αυτός δεν είναι σχολάρχης του Ι.Ε.Κ.

με την επωνυμία "... ΕΠΕ", που μετονομάσθηκε σε "... ΕΠΕ", ούτε το εκπροσωπεί, ούτε το εκπροσώπησε ποτέ, ασχέτως αν εμφανίζεται με αυτή την ιδιότητα στα δικαστήρια, και κατά συνέπεια και σε κάθε περίπτωση δεν θα έπρεπε να του επιδικασθεί η οποιαδήποτε χρηματική ικανοποίηση. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί από την προσβαλλόμενη απόφαση, και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ’ αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με τις σκέψεις και το σύνολο των αποδεικτικών αναλύσεων που περιέχει στο αιτιολογικό της, και ειδικότερα την παραδοχή ότι και στον εν λόγω αναιρεσίβλητο αρμόζουν οι συμπεριφορές που του αποδίδονται με τη μηνυτήρια αναφορά των αναιρεσειόντων και ότι για το λόγο αυτό η σχετική ποινική δίωξη για τις πράξεις της ψευδούς αναφοράς στην Αρχή και της συκοφαντικής δυσφήμησης ανώνυμης εταιρείας ασκήθηκε και εναντίον του, αυτός δε με τη σειρά του άσκησε ανάλογη έγκληση κατά των δευτέρου και τρίτης των αναιρεσειόντων, δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα πιο πάνω αναφερόμενα έγγραφα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός.

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήρια της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως.

Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι παραδεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο.

Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, (Ολομ. ΑΠ 15/2000 - ΑΠ 139/2001, 539/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ότι ενώ ρητά στην έκκλητη δίκη υποστήριξαν ότι οι ισχυρισμοί τους στη μηνυτήρια αναφορά για ανίερο πόλεμο οφείλονταν όχι μόνο στην ψευδή καταγγελία σε βάρος τους για μεταφορά του εργαστηριακού εξοπλισμού από την Αθήνα στη Θεσσαλονίκη αλλά και στην αίτηση του συνδικαλιστικού οργάνου των αναιρεσίβλητων προς το εποπτικό όργανο των Ι.Ε.Κ.

να μη ανανεωθεί ο διαφημιστικός τους λόγος, το Εφετείο παρέλειψε παντελώς να αποφανθεί επί του ισχυρισμού τους αυτού, που δικαιολογούσε αυτοτελώς τον προταθέντα ισχυρισμό τους ότι οι αναιρεσίβλητοι με την ένδικη αγωγή ασκούν καταχρηστικά το δικαίωμά τους για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως, υποπίπτοντας με τον τρόπο αυτό στην από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, διαφορετικά στην από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, εφόσον περιορίσθηκε να απορρίψει τη σχετική ένσταση με το αιτιολογικό ότι δεν αρκεί για την ευόδωση αυτής μόνη η παρέλευση αρκετού χρόνου.

Ωστόσο, στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ότι οι εναγόμενοι - αναιρεσείοντες επικαλέσθηκαν στο Εφετείο και τον άνω ισχυρισμό ως στοιχείο της καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής των αναιρεσίβλητων. Αντιθέτως, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της εφέσεως των αναιρεσειόντων και ιδίως των προτάσεών τους ενώπιον του Εφετείου, τα ως άνω περιστατικά επικαλέσθηκαν αυτοί ως στοιχείο του αυτοτελούς ισχυρισμού από το άρθρο 367 παρ. 1 Π.Κ.

για την άρση του αδίκου της πράξεώς των με την υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, ενώ προς θεμελίωση της ενστάσεως από το άρθρο 281 ΑΚ είχαν επικαλεσθεί τόσο πρωτοδίκως όσο και κατ’ έφεση μόνο τα περιστατικά που αναφέρθηκαν παραπάνω κατά την έρευνα του τρίτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως.

Κατά συνέπεια ο ως άνω λόγος είναι απαράδεκτος.

Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και ο πρόσθετος λόγος, να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι διάδικοι στη δικαστική δαπάνη του παρισταμένου τετάρτου των αναιρεσίβλητων (άρθρο 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8 Δεκεμβρίου 2015 αίτηση και τον από 29 Νοεμβρίου 2016 πρόσθετο λόγο των 1) "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ", 2) Κ. Ρ. και 3) Κ. Ρ. για αναίρεση της 1402/2015 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του τετάρτου των αναιρεσίβλητων, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο οικείο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 09 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Ιουλίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ