1294/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα - Εισηγητή, Δημήτριο Τζιούβα και Νικόλαο Τσάκο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1294/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρ. 333 παρ. 1 ΠΚ όποιος προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή. Το έγκλημα αυτό, που ανήκει στα υπαλλακτικώς μικτό εγκλήματα, προστατεύει το συναίσθημα της ασφαλείας του καθενός για το σχηματισμό ελευθερίας βουλήσεως ή πραγματοποιήσεως αυτής, και με την τέλεση του στρέφεται κατά της προσωπικής ελευθερίας ο δράστης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1294 / 2016 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1294/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα - Εισηγητή, Δημήτριο Τζιούβα και Νικόλαο Τσάκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Απριλίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Ακριτίδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Τ. του Ε., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Καρούτσου, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 1875/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Α. Μ. του Β., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Τσέλιο.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Ιουνίου 2015 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 716/2015.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το αρ.1 παρ.1 του Ν.3500/2006 "Για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας και άλλες διατάξεις" ενδοοικογενειακή βία θεωρείται η τέλεση αξιόποινης πράξης σε βάρος μέλους της οικογένειας, σύμφωνα με τα αρ.6, 7, 8 και 9 του παρόντος και τα αρ.299 και 311 του ΠΚ, κατά την παρ.2 εδ.α’ του ίδιου άρθρου οικογένεια θεωρείται η κοινότητα που αποτελείται από συζύγους ή γονείς και συγγενείς πρώτου και δεύτερου βαθμού εξ αίματος ή εξ αγχιστείας και τα εξ υιοθεσίας τέκνα τους, κατά την παρ.3 θύμα ενδοοικογενειακής βίας θεωρείται κάθε πρόσωπο της προηγουμένης παραγράφου σε βάρος του οποίου τελείται αξιόποινη πράξη κατά τα αρ.6, 7, 8 και 9 του παρόντος.
Κατά δε το αρ. 7 παρ. 2 του Ν. 3500/2006 το μέλος της οικογένειας το οποίο προκαλεί τρόμο ή ανησυχία σε άλλο μέλος της οικογένειας, απειλώντας το με βία ή με άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, τιμωρείται με φυλάκιση. Με αυτή τη διάταξη του νομοθετήματος χαρακτηρίζεται ως ιδιώνυμο έγκλημα η απειλή, όταν δράστες και παθόντες είναι μέλη της ίδιας οικογένειας, όπως αυτή ορίζεται στο άρ. 1 παρ. 2.
Κατά το άρ. 333 παρ. 1 ΠΚ όποιος προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή. Το έγκλημα αυτό, που ανήκει στα υπαλλακτικώς μικτό εγκλήματα, προστατεύει το συναίσθημα της ασφαλείας του καθενός για το σχηματισμό ελευθερίας βουλήσεως ή πραγματοποιήσεως αυτής, και με την τέλεση του στρέφεται κατά της προσωπικής ελευθερίας ο δράστης.
Στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του πλημμελήματος της απειλής είναι όχι η άσκηση βίας αλλά η απειλή ασκήσεως βίας ή τέλεσης άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης, η οποία απειλή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο, ήτοι προφορικώς, εγγράφως, διό νευμάτων ή άλλων απειλητικών κινήσεων, και περαιτέρω η εκδήλωση αυτής της απειλής να περιήγαγε τον άλλον σε τρόμο ή.
ανησυχία, χωρίς να ερευνάται εάν η απειλή είναι γενικώς ικανή να προκαλέσει τούτο, Αν ο απειληθείς δεν περιήλθε σε τρόμο και ανησυχία, διότι δεν την έλαβε σοβαρά υπόψη, η πράξη δεν τελέσθηκε. Για την υποκειμενική υπόσταση απαιτείται γνώση του υπαιτίου ότι η απειλούμενη ενέργεια είναι βία ή άλλη παράνομη πράξη και θέληση του δράστη να προκαλέσει στον παθόντα φόβο ή ανησυχία.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 9 Ν.3500/2006 το μέλος της οικογένειας το οποίο προσβάλλει την αξιοπρέπεια άλλου μέλους της με ιδιαίτερα ταπεινωτικό λόγο ή έργο, που ανάγεται στη γενετήσια ζωή του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών, ενώ με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών τιμωρείται η πράξη αυτή αν ο παθών είναι ανήλικος.
Από τη διάταξη αυτή με σαφήνεια προκύπτει ότι ο νομοθέτης προβλέπει και τυποποιεί τις σοβαρότερες και απεχθέστερες πράξεις προσβολής της αξιοπρέπειας κάποιου μέλους της οικογένειας, αναγνωρίζοντας ακριβώς ότι στις περιπτώσεις αυτές το φαινόμενο της ενδοοικογενειακής βίας παύει πλέον να αφορά το χώρο της συγκεκριμένης κάθε φορά οικογένειας, αλλά αποκτά απαξία που ενδιαφέρει την πολιτεία.
Για το λόγο αυτό στην ανωτέρω διάταξη δεν εντάχθηκαν όλες, ακόμη και οι απλούστερες συμπεριφορές, για τις οποίες συνεχίζουν να ισχύουν οι κοινές διατάξεις του ποινικού κώδικα. Έτσι μεταξύ των διατάξεων του ποινικού κώδικα που αναφέρονται και στα άρθρα 7, 9 Ν.3500/2006 υπάρχει φαινομενική κατ’ ιδίαν συρροή, αφού οι διατάξεις του τελευταίου νόμου υπερισχύουν του ποινικού κώδικα ως ειδικότερες.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ’ αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος.
Όπως επίσης δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε’ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την αναιρεσιβαλλόμενη με αριθμό 1875/2015 απόφασή του, κήρυξε τον αναιρεσείοντα, ένοχο για ενδοοικογενειακή απειλή και ενδοοικογενειακή προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας και του επέβαλε για μεν την πρώτη πράξη ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών και ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών για την δευτέρα ως άνω πράξη και καθόρισε συνολική ποινή φυλακίσεως δεκατεσσάρων (14) μηνών την οποία και ανέστειλε επί τριετίαν.
Όπως προκύπτει στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των κατ’ είδος μνημονευομένων αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθησαν τα εξής περιστατικά: "Οι διάδικοι (πολιτικώς ενάγουσα και κατηγορούμενος) τέλεσαν νόμιμο γάμο στις 10-09-2000, από τον οποίο απέκτησαν ένα θήλυ τέκνο, την Ε., η οποία γεννήθηκε στις 10.10.2001.
Στην αρχή του γάμου τους οι σχέσεις των διαδίκων ήταν καλές, στη συνέχεια, όμως, αυτές διαταράχθηκαν εξαιτίας της προσβλητικής, εξυβριστικής και βίαιης συμπεριφοράς του κατηγορουμένου, που οδήγησε σε οριστική διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης τους, στις 23.08.2009, και τελικώς σε λύση του γάμου τους, με την 4192/2012 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, λόγω διετούς διάστασης, η οποία εκδόθηκε, ερήμην του κατηγορουμένου, επί αγωγής της πολιτικώς ενάγουσας.
Ειδικότερα, σε σχέση με την πρώτη από τις πράξεις για τις οποίες κατηγορείται ο κατηγορούμενος και συγκεκριμένα αυτή της ενδοοικογενειακής απειλής, η οποία αποτελεί το αποκορύφωμα της ανωτέρω αναφερόμενης (προσβλητικής, εξυβριστικής και βίαιης) συμπεριφοράς του, που ξεχείλισε το ποτήρι, αποδείχτηκαν τα εξής:
Στις 23.08.2009 (ημερομηνίας από της οποίας διασπάστηκε οριστικώς η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων), ο Δ. Β. (σύζυγος της αδελφής της πολιτικώς ενάγουσας και μπατζανάκης του κατηγορουμένου), που έμενε (και μένει) στον πάνω όροφο της ίδιας (οικογενειακής) οικοδομής, επειδή στο σπίτι υπήρχε πένθος λόγω του πρόσφατου θανάτου του πατέρα της πολιτικώς ενάγουσας, που επισυνέβη στις 18.08.2009, πήρε τα παιδιά του και την ανήλικη θυγατέρα των διαδίκων και πήγε στο εξοχικό τους στη ...
για να ξεφύγουν τα παιδιά, χωρίς όμως, να το γνωρίζει ο κατηγορούμενος, γιατί την ώρα της αναχώρησης τους αυτός κοιμόταν. Όταν, όμως, ο Δ. Β. γύρισε στο σπίτι, κατά το μεσημέρι, και αφού προηγουμένως ο κατηγορούμενος του είχε τηλεφωνήσει και του είχε ζητήσει το λόγο, γιατί πήρε μαζί του και τη μικρή Ε., δημιούργησε επεισόδιο στη σύζυγό του Α.
Μ. με φωνές και απειλές προς αυτήν με τις φράσεις "κανείς δεν θα σε βγάλει ζωντανή από τα χέρια μου, θα σε κόψω φέτες και θα σε πετάξω σε σκουπιδοτενεκέ", με αποτέλεσμα να περιέλθει η πολιτικώς ενάγουσα σε κατάσταση έντονου φόβου και να διαταραχθεί η ψυχική της ειρήνη. Το ανωτέρω περιστατικό, σε βάρος της πολιτικώς ενάγουσας, επιβεβαιώνουν με τις σαφείς, πειστικές και κατηγορηματικές ένορκες καταθέσεις τους στο Δικαστήριο, εκτός από την ίδια την πολιτικώς ενάγουσα και οι μάρτυρες:
α) Ε. Μ. (αδελφή της πολιτικώς ενάγουσας), η οποία κατέθεσε ότι ήταν μπροστά στο επεισόδιο και άκουσε τον κατηγορούμενο να της λέει ότι θα την κόψει φέτες και θα την πετάξει στα σκουπίδια, β) Α. Μ. (μητέρα της πολιτικώς ενάγουσας), η οποία κατέθεσε ότι, από την ανοιχτή πόρτα του σπιτιού της που βρίσκεται δίπλα σ’ αυτό της κόρης της, άκουσε τον κατηγορούμενο να λέει στην κόρη της ότι θα την κόψει φέτες και θα την πετάξει στον σκουπιδοτενεκέ και ότι μετά η κόρη της βγήκε έξω φανερά φοβισμένη και γ) ο Δ.
Β. ο οποίος κατέθεσε ότι, γυρίζοντας από τη ..., και ενώ ήταν στο parking και καθάριζε το αυτοκίνητο του από την άμμο, άκουσε τον κατηγορούμενο να φωνάζει πολύ δυνατά και να λέει στην πολιτικώς ενάγουσα ότι δε θα την βγάλει κανείς ζωντανή από τα χέρια του και ότι θα την κόψει φέτες και θα την πετάξει στα σκουπίδια.
Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχτηκε επίσης, ότι ο κατηγορούμενος, κατά το χρονικό διάστημα από 12.04.2009 έως 31.05.2009 προσέβαλε επανειλημμένως την αξιοπρέπεια της ανήλικης (8χρονης τότε) θυγατέρας του Ε., με ιδιαίτερα ταπεινωτικό λόγο και έργο που ανάγεται στη γενετήσια ζωή της. Συγκεκριμένα, κατά το άνω χρονικό διάστημα, ο κατηγορούμενος, τουλάχιστον 3-4 φορές, κατέβασε το παντελόνι του και το εσώρουχο του μέχρι τα γόνατα, μπροστά στην ανήλικη κόρη του και κοιτώντας προς το μέρος της και θωπεύοντας τα οπίσθια του, τραγουδούσε "μάκια, μάκια του μπαμπάκα τ’ αρχιδάκια", καλώντας ουσιαστικά, με τον τρόπο αυτό, την ανήλικη κόρη του να κάνει μάκια (φιλήσει) τους όρχεις του.
Για τις εν λόγω πράξεις του κατηγορουμένου, σε βάρος της ανήλικης θυγατέρας του, κατέθεσαν με πειστικό και κατηγορηματικό τρόπο, τόσον η πολιτικώς ενάγουσα (πρώην σύζυγος του) η οποία επιβεβαίωσε τα περιστατικά που αναφέρονται στο κατηγορητήριο, όσον και η μητέρα της τελευταίας Α. Μ. (γιαγιά της ανήλικης), η οποία κατέθεσε χαρακτηριστικά ότι από το Φεβρουάριο μέχρι το Μάϊο του 2009 το παιδί τους έλεγε ότι ο μπαμπάς κατεβάζει τα σώβρακά του και της έδειχνε τα γεννητικά του όργανα τραγουδώντας "μάκια, μάκια του μπαμπάκα τ’ αρχιδάκια" και ότι "το παιδί πέταγε το τραγουδάκι αυτό έτσι ξαφνικά και ότι ο συγχωρεμένος ο άντρας της έπιασε την εγγονή του και της είπε, όχι παιδάκι μου δεν είναι τραγουδάκι αυτό μην το λες.
Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι η Ε., σε ηλικία τρισήμισυ (3 1/2 ) ετών, εκδήλωσε κατά τον ύπνο της κρίσεις επιληψίας (επιληπτικά φαινόμενα ιδιοπαθούς εστιακού συνδρόμου), για την αντιμετώπιση των οποίων παρακολουθείται στο νοσοκομείο παίδων η "Αγία Σοφία" και λαμβάνει καθημερινή φαρμακευτική αγωγή.
Επίσης, όταν αυτή πήγε στα προνήπια εμφάνισε τραυλισμό και προβλήματα συμπεριφοράς με εκδηλώσεις θυμού και άγχους, στο δε δημοτικό εμφάνισε μαθησιακές δυσκολίες, με διάσπαση της προσοχής, που έδειχναν ένα παιδί μελαγχολικό και φοβισμένο εξαιτίας της βίαιης και επιθετικής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου, ο οποίος χειροδικούσε συχνά τόσον σε βάρος της συζύγου του όσον και σε βάρος της ανήλικης Ε., όπως έγινε δεκτό:
α) με την 1140/2011 απόφαση του Μον. Πρωτοδ Αθηνών, με την οποία ανατέθηκε οριστικά η επιμέλεια της ανήλικης στην πολιτικώς ενάγουσα, β) με την 7335/2011 απόφαση του Μον. Πρωτοδ. Αθηνών, που εκδόθηκε ύστερα από σχετική αίτηση ασφαλιστικών μέτρων του κατηγορουμένου, με την οποία ρυθμίστηκε το δικαίωμα επικοινωνίας του, με την ανήλικη θυγατέρα του, που τότε ήταν ηλικίας 10 ετών, κάθε πρώτο και τρίτο Σάββατο κάθε μήνα στην οικία της πολιτικώς ενάγουσας, από ώρα 10.00 έως ώρα 12.00, με την παρουσία κοινωνικής λειτουργού, που επειδή οι δημόσιες υπηρεσίες στις οποίες απευθύνθηκε η πολιτικώς ενάγουσα δήλωσαν αδυναμία να ικανοποιήσουν το σχετικό αίτημα της και κατόπιν εισαγγελικής άδειας προσέλαβε προς τούτο τη Γ.
Α., ιδιώτη κοινωνιολόγο-γραφολόγο, παρουσία της οποίας πραγματοποιήθηκαν, από τις 06.08.2011 έως τις 07.04.2012, δεκαεπτά συναντήσεις του κατηγορουμένου με την κόρη του, γ) με την 950/2012 τελεσίδικη απόφαση του αυτού ως άνω Δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη η από 31.05.2011 αγωγή του κατηγορουμένου για ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας του με την ανήλικη, δ) με την 1263/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη η έφεση του κατηγορουμένου, κατά προαναφερθείσας 950/2012 απόφασης του Μον.
Πρωτ. Αθηνών, με αποτέλεσμα σήμερα ο κατηγορούμενος να μην έχει δικαίωμα επικοινωνίας με την ανήλικη κόρη του, την οποία άλλωστε επικοινωνία μαζί του η κόρη του δεν επιθυμεί. Τέλος, αξιοσημείωτες είναι και οι "σχετικές περικοπές από τις ένορκες καταθέσεις της Α. Μ. (γιαγιάς της ανήλικης) και της κοινωνιολόγου Γ.
Α., από τις οποίες η πρώτη κατέθεσε, πέραν των όσων προαναφέρθηκαν, ότι ο κατηγορούμενος μια μέρα "ζωγράφισε στην κόρη του ένα λύκο, που το γεννητικό του όργανο έφθανε μέχρι το πάτωμα", η δε δεύτερη (Γ. Α.), επιβεβαίωσε τα αναγραφόμενα στις σελίδες 3 και 4 της από 11.04.2012 έκθεσης αξιολόγησης που συνέταξε, ότι ο κατηγορούμενος:
α) στις 20.08.2011, κατά τη διάρκεια επιτραπέζιου παιγνιδιού "..." με την κόρη του που διεξαγόταν παρουσία της, ύστερα από την ανάγνωση μιας κάρτας που ανέφερε: "Στα ρηχά συνάντησες ένα ευκίνητο αρσενικό. Μαζί θα χορέψετε ένα συγκινητικό βαλς και το καλοκαίρι τα αυγά σου θα περιέχουν τα πιο χαριτωμένα χελωνάκια.
Προχώρησε πέντε βήματα", απευθύνθηκε στην κόρη του και της είπε: "να έτσι Ε. μου θα χορέψεις με το μπαμπά και θα σου κάνει αβγουλάκια..." και β) "στις 22.01.2012 έφερε διάφορα δώρα στην Ε., μεταξύ των οποίων και γυναικεία ρούχα, μεγάλων γυναικών (μπλούζες, παντελόνια, κολάν)...Υπάρχει διάσταση ακόμη και αισθητική στο να φέρνεις γυναικεία ρούχα σε ένα παιδί 10 ετών.
Ήταν ένα μικρό παιδάκι και της έφερνε γυναικεία ρούχα. Θεωρώ ότι ο κατηγορούμενος έβλεπε το παιδί σαν γυναίκα...". Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται επίσης, από τα αναφερόμενα στην από 24.03.2011 "παιδοψυχιατρική έκθεση του Κέντρου Ψυχικής Υγιεινής ΙΚΑ/ΕΤΑΜ", στην οποία αναφέρεται: α) ότι η Ε. είπε στους παιδοψυχιάτρους που την εξέτασαν ότι ο μπαμπάς "κατέβαζε τα βρακιά του και γελούσε, μου έδειχνε τον ποπό του, ήμασταν στο κρεβάτι και πιπίλαγε τα τζιτζάκια, τα βυζάκια, μια μέρα μου έδειξε έναν αναπτήρα με μια κοπέλα που δεν φόραγε μαγιό και άναβε ένα φωτάκι στο πιπί της, όταν παίζουμε τους γιατρούς μου έκανε ένεση στον ποσό ψεύτικη ήταν" και β) ότι η πολιτικώς ενάγουσα τους ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος παρενοχλούσε σεξουαλικά την ανήλικη Ε., ότι ο κατηγορούμενος έδειχνε στο παιδί τα γεννητικά του όργανα, ότι της φιλούσε το στήθος και τέλος την ανάγκασε να δεχθεί κλύσμα με πλαστική σύριγγα.
Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από τα αναφερόμενα στην ίδια ως άνω έκθεση ότι τους είπε η Ε. πως, "τον διώξαμε η θεία, ο θείος, η μαμά, μου είπε η θεία να τα πω όλα - να τα πω καλά, να ξεμπερδευτώ από τον μπαμπά, να μην τον βλέπω και να μην του μιλάω στο τηλέφωνο", καθόσον από αυτά ουδόλως συνάγεται ότι τα, ανωτέρω αναφερόμενα αποτελούν αποκυήματα της φαντασίας της πολιτικώς ενάγουσας και ότι αυτή χρησιμοποίησε την ανήλικη κόρη τους, βάζοντας την να πει ψέματα προκειμένου ν’ απαλλαγεί από τον κατηγορούμενο και να του στερήσει το δικαίωμα επικοινωνίας του με την ανήλικη θυγατέρα του, όπως ο τελευταίος (κατηγορούμενος) αβάσιμα ισχυρίζεται, αφού από την άνω παιδοψυχιατρική έκθεση δεν διατυπώνεται ένα τέτοιο συμπέρασμα ούτε καν υπαινιγμός για κάτι τέτοιο αφήνεται.
Ο κατηγορούμενος απολογούμενος αρνήθηκε τις κατηγορίες και ισχυρίστηκε ότι όλα αυτά είναι ψέματα και τα κατασκεύασαν η πρώην σύζυγος του και οι οικείοι της γιατί ήθελε να βλέπει το παιδί. Οι ισχυρισμοί του, όμως, αυτοί δεν επιβεβαιώνονται από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο. Ειδικότερα, οι μάρτυρες υπεράσπισης δεν έχουν προσωπική αντίληψη για την υπόθεση και τα αναφερόμενα από αυτούς αποτελούν γνώμες τους και μόνο, που δεν επιβεβαιώνονται από τα στοιχεία της δικογραφίας, η δε κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης Ι.
Π., ψυχίατρου-καθηγητή Παν/μίου και η από 06.05.2014 "ψυχιατρική γνωμάτευση του", που συντάχθηκε ύστερα από αίτημα του δικηγόρου - συνηγόρου του κατηγορουμένου Ν. Γ., δεν μπορούν από μόνες τους να οδηγήσουν το Δικαστήριο στο σχηματισμό διαφορετικής δικανικής κρίσης, δεδομένου ότι αυτή (η κρίση), ως προς τα ανωτέρω δεκτά γενόμενα περιστατικά, που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, δεν στηρίζεται σε κατάθεση της ανήλικης Ε., αλλά στις σαφείς, πειστικές και κατηγορηματικές καταθέσεις των αυτήκοων μαρτύρων κατηγορίας, που προαναφέρθηκαν, για την αξιοπιστία των οποίων δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία στο Δικαστήριο, οι δε συνωμοσιολογικοί αρνητικοί των κατηγοριών ισχυρισμοί του κατηγορουμένου, ότι δήθεν πρόκειται για επινόηση της πολιτικώς ενάγουσας και των οικείων της κλπ.
δεν βρίσκουν έρεισμα σε κάποιο αποδεικτικό στοιχείο. Περαιτέρω, τα ανωτέρω λόγια και έργα του κατηγορουμένου, προς την 8χρονη(κατά τον κρίσιμο χρόνο, κόρη του Ε., δεν μπορούν να χαρακτηριστούν, ως χωρίς ποινικό ενδιαφέρον ενδεχόμενοι αστεϊσμοί, πάνω στους οποίους βασίστηκε η πολιτικώς ενάγουσα, όπως υπαινίχθηκαν οι μάρτυρες υπεράσπισης, καθόσον τα λόγια αυτά είναι ιδιαίτερα ταπεινωτικά και υπερβαίνουν, σε κάθε περίπτωση, τα ακραία όρια συμπεριφοράς γονέα προς τέκνο, ούτε είναι δυνατόν να δικαιολογηθούν από το γεγονός ότι η Αφροδίτη της Μήλου είναι γυμνή, χωρίς να αισχύνεται κανένας από αυτήν ή από τα γυμνά αγάλματα που υπάρχουν στο κέντρο της Αθήνας, καθώς και από τους γυμνιστές και τις πλαζ γυμνιστών όπου ενήλικοι και ανήλικοι βρίσκονται μαζί στις παραλίες αυτές, χωρίς πρόβλημα, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας Ι.Π., καθόσον δεν πρόκειται περί αυτού".
Κατ’ ακολουθίαν τούτων κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: Στο ... με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα που τιμωρούνται με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές και ειδικότερα: Α. Την 23-8-2009 προκάλεσε σε άλλος μέλος της οικογένειας του τρόμο και ανησυχία απειλώντας το με βία ή άλλη παράνομη πράξη.
Συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο και χρόνο απείλησε τη σύζυγο του Α. Μ. απευθύνοντας της τη φράση "κανείς δεν θα βγάλει ζωντανή από τα χέρια μου, θα σε κόψω φέτες και θα σε πετάξω σε σκουπιδοτενεκέ", εξαγγέλλοντας με τον τρόπο αυτό κακό σε βάρος της ζωής της, με αποτέλεσμα αυτή να περιέλθει σε κατάσταση έντονου φόβου και διατάραξης της ψυχικής της ειρήνης.
Β. Κατά το χρονικό διάστημα από 12-4-2009 έως 31-5-2009 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος με ιδιαίτερα ταπεινωτικό λόγο και έργο προσέβαλε στην αξιοπρέπεια άλλου ανήλικου μέλους της οικογένειας του που ανάγεται στη γενετήσια ζωή του. Συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο και χρόνο επανειλημμένες φορές θώπευε ενώπιον της 8χρονης (γενν. 10-10-2001) θυγατέρας του Ε. Τ. τα οπίσθια του τραγουδώντας της συνάμα "μάκια, μάκια του μπαμπάκα τ’ αρχιδάκια" προσβάλλοντας έτσι βάναυσα την γενετήσια αιδώ και την αγνότητα της παιδικής της ηλικίας".
Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω αξιόποινων πράξεων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 12, 14, 16, 18, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 51, 53, 79, 94, 95, 333 ΠΚ και άρθρα 1, 2, 7, 9 Ν.3500/2006, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ή με άλλον τρόπο.
Ειδικότερα εκτίθενται στην προσβαλλόμενη όλα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρων εγκλημάτων για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, αφού δέχθηκε ότι αυτός: α)απηύθυνε στη σύζυγό του τις ως άνω απειλητικές φράσεις, οι οποίες εμποίησαν σ’ αυτήν φόβο και διατάραξη της ψυχικής της ηρεμίας και β)με τις ενέργειές του και τα ιδιαίτερα ταπεινωτικά λόγια που εκτόξευσε ενώπιον της ανήλικης θυγατέρας του προσέβαλε βάναυσα αντικειμενικά τη δημόσια αιδώ και την αγνότητα της παιδικής της ηλικίας.
Όσον δεν αφορά την ύπαρξη του δόλου δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας να υπάρχουν και ειδικές σκέψεις για το υποκειμενικό στοιχείο, διότι ο δόλος στην προκειμένη περίπτωση ενυπάρχει στη βούληση παραγωγής των ως άνω περιστατικών, της αντικειμενικής υποστάσεως των προαναφερομένων εγκλημάτων.
Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε (και Δ’ κατά περίπτωση) με τους οποίος πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς το δόλο του αναιρεσείοντα και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των αρθρ.7 και 9 του Ν.3500/2000, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 57 παρ.1 ΚΠοινΔ "αν κάποιος έχει καταδικασθεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει η ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ’ αυτή διάφορος χαρακτηρισμός" και παρ.3 "Αν παρά την πιο πάνω απαγόρευση ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.ΣΤ ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να συντρέχουν: α)αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνονται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μια αξιόποινη πράξη, β)ταυτότητα προσώπου ήτοι του κατηγορουμένου, του δικασθέντος από την απόφαση που στηρίζει το δεδικασμένο και γ)ταυτότητα πράξεως ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολό του, που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προεκλήθη από αυτή.
Η "πράξη" κατά το άρθρο 57 νοείται από την έννοια της υλικής ή φυσικής πράξεως του καθημερινού βίου, με οποιοδήποτε νομικό χαρακτηρισμό και αν κρίθηκε κατ’ ουσία, έστω και αν αυτός επιτρεπτά μεταβλήθηκε. Ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεώς του προβάλλει την ύπαρξη του δεδικασμένου.
Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη δέχθηκε στο σκεπτικό της ότι "η ανήλικη κόρη του κατηγορουμένου όταν πήγε στα προνήπια εμφάνιζε τραυλισμό και προβλήματα συμπεριφοράς με εκδηλώσεις θυμού και άγχους, στο δε δημοτικό εμφάνισε μαθησιακές δυσκολίες, με διάσπαση της προσοχής, που έδειχναν ένα παιδί μελαγχολικό και φοβισμένο εξαιτίας της βίαιης και επιθετικής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου, ο οποίος χειροδικούσε συχνά τόσον σε βάρος της συζύγου του όσον και σε βάρος της ανήλικης Ε...." και ότι οι παραδοχές αυτές θεμελιώνουν το αδίκημα της ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης εναντίον της συζύγου του, πράξη, για την οποία αυτός αθωώθηκε με την υπ’ αριθμ.23816/2014 πρωτόδικη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη και ότι, με το να δεχθεί η προσβαλλόμενη τα ανωτέρω, παραβίασε το δεδικασμένο της προαναφερόμενης αποφάσεως.
Από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, για να κριθεί το βάσιμο ή μη του λόγου αναιρέσεως, προκύπτει ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος για την πράξη της ενδοοικογενειακής απειλής εις βάρος της συζύγου του, ενώ με την υπ’ αριθμ.23816/2014 πρωτόδικη απόφαση κηρύχθηκε αθώος για την αξιόποινη πράξη της ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης εις βάρος της συζύγου του.
Ήτοι, ανεξαρτήτως, του ότι οι αιτιολογίες της αποφάσεως δεν παράγουν δεδικασμένο, αλλ’ απλώς μπορούν να χρησιμεύσουν μόνο για την ερμηνεία ή τη διασάφηση του διατακτικού, με τις ανωτέρω δύο αποφάσεις κρίθηκαν πράξεις διαφορετικές κατά τα θεμελιούντα αυτές πραγματικά περιστατικά και τις λοιπές περιστάσεις υπό τις οποίες έλαβαν αυτά χώρα.
Ελλείπει δηλαδή το βασικό στοιχείο της ταυτότητας της πράξεως στις δύο περιπτώσεις επί των οποίων έκριναν οι ανωτέρω δύο αποφάσεις, με αποτέλεσμα να μη συντρέχει περίπτωση δεδικασμένου εκ του άρθρου 57 ΚΠοινΔ.
Επομένως ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, περί υπάρξεως δεδικασμένου είναι αβάσιμος. Απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ.β’ και δ’ ΚΠοινΔ, η οποία δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α επιφέρει και η μεταβολή κατηγορίας γιατί παραβιάζονται οι διατάξεις που καθορίζουν την κίνηση της ποινικής διώξεως από τον εισαγγελέα και την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την ευρωπαϊκή σύμβαση για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα.
Τέτοια μεταβολή υπάρχει, όταν η πράξη για την οποία επήλθε η καταδίκη του κατηγορουμένου, είναι ουσιωδώς διαφορετική από εκείνη για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη, κατά χρόνο, τόπο και λοιπές περιστάσεις, ώστε να αποτελεί αντικειμενικά διαφορετικό έγκλημα. Ο αναιρεσείων με τον τρίτο και τέταρτο λόγο της αναιρέσεως, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι έλαβε υπόψη πρόσθετα πραγματικά περιστατικά, προκειμένου να θεμελιώσει το βάσιμο κατά νόμο της κατηγορίας, παρά το ότι τα περιστατικά αυτά δεν περιέχονται στην κατηγορία για την οποία ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη και για την οποία καταδικάσθηκε πρωτοδίκως.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι τα αναφερόμενα πλεοναστικώς στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης πραγματικά περιστατικά δεν αποτελούν στοιχεία των αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων με την προσβαλλόμενη αλλά αναφέρονται διηγηματικώς στο σκεπτικό ως προκύπτοντα από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία και δεν περιελήφθησαν στο διατακτικό για τη θεμελίωση των αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε.
Επομένως, εφόσον οι αξιόποινες πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων με την προσβαλλόμενη είναι ίδιες με εκείνες για τις οποίες ασκήθηκε ποινική δίωξη από τον εισαγγελέα και καταδικάσθηκε πρωτοδίκως, δεν επήλθε μεταβολή της κατηγορίας ούτε παραβιάσθηκαν τα δικαιώματά του και δεν επήλθε χειροτέρευση της θέσεώς του.
Κατά συνέπεια οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α και Η ΚΠοινΔ λόγοι αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και για υπέρβαση εξουσίας λόγω της επικαλούμενης μεταβολής της κατηγορίας και εντεύθεν της χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορουμένου είναι αβάσιμοι.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, απορριπτομένων των λόγων αναιρέσεως στο σύνολό τους, πρέπει να απορριφθεί και η αναίρεση, και να επιβληθούν εις βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα (αρθρ.583 παρ.1 ΚΠΔ) καθώς και η δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας που παραστάθηκε νομίμως (αρ.176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθμό 97/2-6-2015 αίτηση αναίρεσης του Σ. Τ. του Ε., κατοίκου ..., για αναίρεση της με αριθμό 1875/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιουλίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ