Supreme Court dismisses appeal on contract price adjustment claiming error in calculation coefficients.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the Railway Organization's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a contract price adjustment dispute. The appellant argued that the lower court erred in applying specific mathematical coefficients for labor and material costs, claiming a clerical mistake occurred during the tender offer. The court held that the lower court's finding of error was merely an incidental observation to support its primary ruling based on good faith principles, not a substantive legal error warranting review. Consequently, the appeal was dismissed, the costs were shifted to the appellant, and the original judgment regarding the contract coefficients stood.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(a), 559(1)(b), 559(1)(4) of the Code of Civil Procedure; An incidental finding of error in contract calculation coefficients does not constitute a substantive legal error requiring appellate review if the primary judgment rests on independent grounds of good faith.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1294 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1294/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και με το διακριτικό τίτλο "ΟΣΕ ΑΕ", η οποία εδρεύει στην …, εκπροσωπείται νόμιμα και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Μιχελή.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Ν. Κ. ΑΕΒΕ", η οποία εδρεύει στις ..., εκπροσωπείται νόμιμα και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Μπρέγιαννο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-4-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7024/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 5454/2007 του Εφετείου Αθηνών. Με την 1801/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου η τελευταία απόφαση αναιρέθηκε και εκδόθηκε η 3829/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 19-11-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 16-9-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας, δε, την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρία με την από 18-4-2002 αγωγή της κατά της αναιρεσίβλητης εταιρίας, επικαλούμενη ότι ο όρος των μεταξύ αυτής και της εναγομένης συμβάσεων προμηθειών τροχαίου υλικού, σύμφωνα με τον οποίο το συμφωνηθέν τίμημα θα αναπροσαρμόζεται με βάση συγκεκριμένο μαθηματικό τύπο με συντελεστή εργατικών 24% και συντελεστή υλικών 65%, ο οποίος, από πλάνη της ενάγουσας περιελήφθη στην προσφορά της, αντί του ηθελημένου από αυτήν τύπου με ανάστροφους συντελεστές, αντίκειται στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ζήτησε να αναπροσαρμοστούν από το δικαστήριο οι συντελεστές αναπροσαρμογής στο προσήκον μέτρο και να αναγνωριστεί ότι η αναπροσαρμογή υπολογίζεται με συντελεστή εργατικών 65% και συντελεστή υλικών 24% και ότι εντεύθεν, οφείλει να καταβάλει στην εναγομένη τη συμφωνηθείσα αμοιβή, αναπροσαρμοζόμενη ως άνω. Η αγωγή απερρίφθη ως μη νόμιμη, με την υπ’ αριθ.7024/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία επικυρώθηκε με την υπ’ αριθ. 5454/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Η τελευταία απόφαση αναιρέθηκε με την υπ’ αριθ. 1801/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία έκρινε νόμιμη την αγωγή, ως στηριζόμενη στο άρθρο 288 Α.Κ.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία έκρινε νόμιμη την αγωγή και στη συνέχεια, δεχόμενη ότι ο συμφωνηθείς τύπος αναπροσαρμογής της αμοιβής, οφειλόμενος σε πλάνη της ενάγουσας κατά την υποβολή της προσφοράς της, είναι ιδιαίτερα επαχθής για την ενάγουσα και αντίκειται στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, αναπροσάρμοσε την παροχή και όρισε ως συντελεστή εργατικών 65% και συντελεστή υλικών 24%, αναγνωρίζοντας εν τέλει ότι η ενάγουσα οφείλει στην εναγομένη τη συμφωνηθείσα αμοιβή, αναπροσαρμοζόμενη με συντελεστή εργατικών 65% και συντελεστή υλικών 24%. Την αναίρεση της τελευταίας αυτής αποφάσεως ζητεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα με την κρινόμενη αίτηση της.
Με τους πρώτο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους του αναιρετηρίου η αναιρεσείουσα προβάλλει τις εξής αιτιάσεις: 1) με τον πρώτο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο, ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τις ερμηνευτικές των δικαιοπραξιών διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. και δέχθηκε ότι υπήρξε αμφιμερής ομοειδής πλάνη ως προς τους συντελεστές αναπροσαρμογής, ενώ τέτοια πλάνη μπορούσε να έχει μόνο η ενάγουσα, ενώ η αναιρεσείουσα εξέλαβε και αποδέχθηκε ως είχε τη δήλωση της ενάγουσας, 2) με τον τρίτο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγο, αφενός ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν απέρριψε την έφεση της ενάγουσας ως αόριστη, όπως υποστήριξε η αναιρεσείουσα ως εφεσίβλητη με τις προτάσεις της, αφού δεν εκτίθεται στην έφεση από ποία σχετικά έγγραφα και από ποία σημεία τους προκύπτει ότι ο τύπος αναπροσαρμογής ανεγράφη εσφαλμένα, ούτε από ποια σημεία της κατάθεσης των μαρτύρων προκύπτει η εσφαλμένη αναγραφή του ίδιου τύπου και αφετέρου, δεν έλαβε υπόψη του τον άνω ισχυρισμό της περί αοριστίας της έφεσης και δεν απάντησε επ’ αυτού, 3) με τον τέταρτο από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ’ ΚΠολΔ λόγο, ότι το Εφετείο αφενός παρά τον νόμο έλαβε υπόψη ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο και αφετέρου ανακύπτει αμφιβολία αν έλαβε υπόψη του ορισμένα έγγραφα.
Ειδικότερα, προβάλλεται ότι το Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσεως του ότι ο συμφωνηθείς τύπος αναπροσαρμογής είναι εξόφθαλμα λανθασμένος, διότι τα ποσοστά συμμετοχής των επί μέρους συντελεστών (εργατικών και υλικών) τέθηκαν στη σύβαση από προφανή και ευχερώς διαπιστώσιμη παραδρομή: α) παρά τον νόμο έλαβε υπόψη την κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας Κ.
Ψ., ο οποίος αποτελούσε μέλος της διοικήσεως της ενάγουσας εταιρίας και ως ταυτιζόμενος με αυτήν δεν μπορούσε κατά νόμο να εξετασθεί ως μάρτυρας και β) ότι ανακύπτει αμφιβολία αν το Εφετείο για το σχηματισμό της παραπάνω κρίσης του, έλαβε υπόψη και τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα που επικαλέστηκε νόμιμα η αναιρεσείουσα και 4) με τον πέμπτο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγο, ότι το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι υπήρξε αμφιμερής πλάνη ως προς τη συμμετοχή στον τύπο της αναπροσαρμογής της αμοιβής των συντελεστών εργατικών και υλικών.
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι, προεχόντως, διότι δεν αφορούν ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ζητήματα, αφού η κρίση περί πλάνης της ενάγουσας δεν αποτελούσε στοιχείο του πραγματικού του κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 288 Α.Κ. που εφαρμόστηκε και συνεπώς αναγκαία για τη διάγνωση της αντίθεσης ή μη της συμφωνηθείσης παροχής (τύπου αναπροσαρμογής της αμοιβής) στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, αλλά εκφράστηκε εκ περισσού και προς ενίσχυση της κρίσης του δικαστηρίου περί συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 288 Α.Κ.
Το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αποκλειστικά στην ανέλεγκτη παραδοχή ότι οι συμφωνηθέντες συντελεστές είναι ιδιαίτερα επαχθείς για την ενάγουσα και δεν συνομολογούνται σε παρόμοιες συμβάσεις, γι’ αυτό και επιβάλλεται η αναπροσαρμογή τους σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.
Με τον δεύτερο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή, αφενός για το λόγο ότι απαραδέκτως σωρεύτηκαν στο ίδιο δικόγραφο αιτήματα για αλλαγή του τύπου αναπροσαρμογής της αμοιβής δύο συμβάσεων, οι οποίες, όμως, αφορούν διαφορετικά αντικείμενα και για τις οποίες έχουν υποβληθεί διαφορετικές προσφορές και αφετέρου για το λόγο ότι εισήχθη ως αναγνωριστική, χωρίς την επίκληση της έννομης σχέσης της οποίας ζητείται η αναγνώριση, περαιτέρω δε απαραδέκτως εισήχθη και ως διαπλαστική. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι η σώρευση στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής αιτήματος αναπροσαρμογής της παροχής δύο συμβάσεων ουδέν απαράδεκτο δημιουργεί, δεδομένου ότι το αναγνωριστικό αίτημα αφορούσε την αμφισβητούμενη από τη εναγομένη έννομη σχέση του ύψους της οφειλόμενης αμοιβής και το διαπλαστικό την με απόφαση του δικαστηρίου διαμόρφωση (διάπλαση) της παροχής κατά τις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, αφού η αίτηση απορρίπτεται (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 προσετέθη με το άρθρο 12 παρ.2 του ν. 4055/2012) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19 Νοεμβρίου 2014 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." για αναίρεση της υπ’ αριθ. 3829/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Οκτωβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ