Legislator Case Law & Legislation
1294/2011 AI generated

1294/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1294/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 20/11/2006 και 27/11/2006 αντίθετες αγωγές των ως άνω διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 125/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 161/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24/2/2010 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

1294/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, και για τις διαφορές αυτές έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 652 ΚΠολΔ, κατά την οποία η προθεσμία της έφεσης, αν εκείνος που δικαιούται να την ασκήσει διαμένει στην Ελλάδα, είναι δέκα πέντε (15) ημέρες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1294 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1294/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Αφες Ε. Σ. Ο.Ε." που εδρεύει στην Θήβα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Ε. Σ. του Σ., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Κακόγιανου και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ε. Σ. του Σ., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Κακόγιανου και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Σ. του Φ., 2) Ά. Β. του Γ., 3) Κ. Β. του Γ., 4) Χ. Β. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αστέριο Κουρούπη και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 20/11/2006 και 27/11/2006 αντίθετες αγωγές των ως άνω διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 125/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 161/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24/2/2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λαμπρόπουλος ανέγνωσε την από 24/2/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 24-2-2010 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. 161/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός προέρχεται από παράβαση δικονομικής διατάξεως και όχι ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 902/2008). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 48 του Π/Δ 34/1995 "Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων περί εμπορικών μισθώσεων" κάθε διαφορά από τη μίσθωση που ρυθμίζεται από το παρόν διάταγμα υπάγεται στην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου ή του Ειρηνοδικείου, ανάλογα με το ποσό του καταβαλλόμενου μισθώματος, κατά τις διακρίσεις των άρθρων 14 παρ. 1 εδ β και 16 αρ. 1 ΚΠολΔ.

Στην αρμοδιότητα των ως άνω δικαστηρίων υπάγονται και οι διαφορές από παρεπόμενες συμβάσεις της μίσθωσης, καθώς και εκείνες από το άρθρο 601 ΑΚ και 23 του Ν. 813/1978. Οι διαφορές από τα προηγούμενα εδάφια εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των άρθρων 647 έως 662 ΚΠολΔ. Από τη σαφή έννοια της διάταξης αυτής με την οποία ο νομοθέτης θέλησε να υπαγάγει στην ταχεία και ολιγοδάπανη διαδικασία των διαφορών περί παραδόσεων ή αποδόσεως μισθίου όλες τις διαφορές που πηγάζουν από τις εμπορικές μισθώσεις και τις συναφείς με αυτές συμβάσεις συνάγεται ότι υποβάλλονται στη διαδικασία αυτή και οι διαφορές από τα άρθρα 576, 577 και 584 ΑΚ, αυτές δηλαδή που γεννιούνται αν λείπει κατά τη συνομολόγηση της σύμβαση η συμφωνημένη, ιδιότητα του μισθίου ή αν δεν παραδόθηκε στο μισθωτή ή του παρεμποδίσθηκε η χρήση του μισθίου.

Επομένως, και για τις διαφορές αυτές έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 652 ΚΠολΔ, κατά την οποία η προθεσμία της έφεσης, αν εκείνος που δικαιούται να την ασκήσει διαμένει στην Ελλάδα, είναι δέκα πέντε (15) ημέρες.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε, ως εκπρόθεσμη, την υπό ημερομηνία 20/3/2008 ασκηθείσα έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αρ. 125/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών δεχθέν ότι, από το ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο της εκκαλουμένης, με την επ' αυτού σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκίδος ... και του εφετηρίου, τα οποία είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι εκκαλούντες - εφεσίβλητοι και ήδη αναιρεσίβλητοι, προκύπτει ότι η ως άνω εκκαλουμένη απόφαση είχε επιδοθεί στον πληρεξούσιο δικηγόρο των εκκαλούντων - εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων Λάμπρο Γκάνη, δικηγόρο Χαλκίδος στις 4/3/2008 και η υπό ημερομηνία 20/3/2008 έφεση είχε κατατεθεί στην γραμματεία του εκδόσαντος την εκκαλουμένη απόφαση στις 2/4/2008, ήτοι ασκήθηκε μετά την πάροδο της δεκαπενθήμερης προθεσμίας του άρθρου 652 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Επίσης, ότι η μη ολοκληρωθείσα επίδοση της εκκαλουμένης από τον δικαστικό επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θηβών ... στον δεύτερο πληρεξούσιο των εκκαλούντων - εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων Κων/νο Ζέρβα, δικηγόρο Θηβών, διότι δεν προέκυπτε ημερομηνία επίδοσης, είναι άνευ εννόμου επιρροής, καθόσον οι ανωτέρω με την ως άνω πρώτη επίδοση είχαν κάνει την επιλογή τους, αφού και οι δύο ανώτεροι πληρεξούσιοι είχαν παραστεί ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδος που εξέδωσε την εκκαλουμένη κατά την ως άνω μισθωτική διαδικασία.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, Π1 10 Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη την ως άνω έφεση, των αναιρεσειόντων κατά της ανωτέρω εκκαλουμένης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, που απέρριψε αγωγής τους για καταβολή αποζημιώσεως, κι επίσης απέρριψε, συνεκδικασθείσα αγωγή των αναιρεσιβλήτων για καταβολή μισθωμάτων, λόγω καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης στο δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο, είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δίκαιο που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντας το ως αμάχητη αλήθεια, όσο κι αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο. Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κυρία παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού. Έννομη σχέση κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκε τελεσίδικα και τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απέσβησαν οι έννομες συνέπειες.

Εξ άλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 16 περ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, το οποίο προέβη αυτεπαγγέλτως ή κατά πρότασης κάποιου από τους διαδίκους σε έρευνα για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο.

Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας τόσο για το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και για το αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα, τα οποία προσέδωσε σε αυτό η απόφαση, όσο και η κρίση της συνδρομή ή μη των κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων , κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα ανελέγκτως γίνονται δεκτά, αν επομένως αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και αν αυτό έχει την έκταση και το αποτέλεσμα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα (άρθρο 561 παρ.

α ΚΠολΔ), η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων. Για την εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ που απαγορεύει την άσκηση δικαιώματος, εάν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, απαιτείται, κατ' αρχήν, αδράνεια του δικαιούχου για μεγάλο χρονικό διάστημα και παράλληλα να συντρέχουν κι άλλα περιστατικά ή ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, που να προέρχονται από τη συμπεριφορά του ίδιου, από την οποία, εν όψει και της αδράνεια του δικαιούχου, να δημιουργήθηκε ευλόγως στον οφειλέτη η πεποίθηση της μη ενάσκησης αυτού, οπότε και μόνο η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, η οποία δημιουργήθηκε υπό ορισμένες συνθήκες και διατηρήθηκε για μακρό χρονικό διάστημα αντίκειται προφανώς στην καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ ο προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού η διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Περαιτέρω, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και ιδία αγωγών, εγγράφων προτάσεων και εφετηρίων προκύπτουν τα εξής:

Επί της από 20/11/06 αγωγής των αναιρεσειόντων (μισθωτών) και την από 27/11/06 αγωγής των αναιρεσιβλήτων (εκμισθωτών), οι οποίες συνεκδικάσθηκαν λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, εκδόθηκε η υπ' αρ. 125/2007 απόφαση του μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, το οποίο απέρριψε την μεν πρώτη, ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεχόμενο ότι η σύμβαση μίσθωσης δεν λύθηκε συνεπεία καταγγελίας της μισθώτριας και ότι αυτή δεν εδικαιούτο να ζητήσει αποζημίωση για τις δαπάνης ανακαίνισης του μισθίου ακινήτου (καταστήματος), την δε δεύτερη, με την οποία οι ενάγοντες - εκμισθωτές ζητούσαν καθυστερούμενα μισθώματα, ως ασκηθείσα καταχρηστικά ,δεχόμενο σχετική ένσταση των εναγομένων - μισθωτών και ήδη αναιρεσιβλήτων.

Προς θεμελίωση της ένστασης τους αυτή οι ενιστάμενοι - αναιρεσειόντες επικαλέσθηκαν α) ότι οι αντίδικοί τους εγνώριζον κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης ότι το μίσθιο ακίνητο ήταν υπό απαλλοτρίωση και το απέκρυψαν, ότι εάν αυτό τους ήταν γνωστό δεν θα είχαν συνάψει τη σύμβαση και δεν θα δαπανούσαν το χρηματικό ποσό των 61.813,15 ευρώ για ανακαίνιση του μισθίου καταστήματος του οποίου τελικά δεν έκαναν χρήση και τέλος, ότι παρά τις επιδόσεις εξωδίκων, μετά διαμαρτυριών, δηλώσεων και προσκλήσεων, δημιουργήθηκε, ευλόγως, σε αυτούς η πεποίθηση ότι λύθηκε η μεταξύ τους σύμβαση και συνήψαν νέα τοιαύτη με τρίτους μισθώνοντας παρακείμενο ακίνητο, και β) ότι η καθυστέρηση, επί οκτάμηνο, της δικαστικής διεκδίκησης των μισθωμάτων είναι καταχρηστική, διότι υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Το Εφετείο, στο οποίο μεταβιβάσθηκε η υπόθεση συνεπεία, άσκησης, αντιθέτων εφέσεων των διαδίκων, αφού προηγουμένως απέρριψε, ως εκπρόθεσμη, την ασκηθείσα έφεση των εκκαλούντων - εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων, έκαναν τυπικά και ουσιαστικά δεκτή την έφεση των εφεσιβλήτων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και στη συνέχεια, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη κατά το μέρος που είχε απορρίψει την αγωγή των εκμισθωτών και ήδη αναιρεσιβλήτων, δίκασε την από 27/11/2006 αγωγή αυτών, την οποίαν έκανε ουσιαστικά δεκτή, επιδικάζοντας τα αιτούμενα μισθώματα.

Επίσης, το Εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω δεδικασμένου, που προκύπτει από την απόφαση του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατά το ως άνω πρώτο σκέλος και ως μη νόμιμη κατά το δεύτερο τοιούτο, την ανωτέρω ένσταση των εναγομένων - μισθωτών και ήδη αναιρεσειόντων, περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, την οποίαν το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε κάνει ουσιαστικά δεκτή και συνεπεία τούτου απορρίψει την αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων.

Κατά το κεφάλαιο όμως που αφορούσε την εν λόγω ένσταση, η υπόθεση μεταβιβάσθηκε στο Εφετείο με την έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι παραπονέθηκαν με λόγο εφέσεως για την κατ' ουσίαν παραδοχή της.

Συνεπώς, η απόφαση του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δεν είχε καταστεί τελεσίδικη ως προς το κεφάλαιο αυτό.

Επομένως, το Εφετείο, παρά το νόμο δέχτηκε την ύπαρξη δεδικασμένου και απέρριψε εξαιτίας αυτού την ως άνω ένσταση κατά το πρώτο σκέλος της ως απαράδεκτη. Έτσι, υπέπεσε στην επικαλούμενη, κατ' ορθήν εκτίμηση, από τον αριθμό 16 περ. α του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που έκρινε ότι υπάρχει δεδικασμένο, αναφορικά με την ένσταση καταχρήσεως δικαιώματος των αναιρεσειόντων να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το κεφάλαιο που αφορά την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος στο σύνολό της δηλαδή και κατά το μέρος που αυτή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενόψει του ότι το νόμιμο ή μη της επίμαχης ενστάσεως θα κριθεί από το σύνολο των επικαλούμενων περιστατικών, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αρ. 161/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας).

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως και καταδικάσει του αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Απριλίου 2011. Και,

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22/07/2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ