Legislator Case Law & Legislation
1294/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for procedural defects not raised at lower court.

Case Number 1294/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a construction dispute. The appellant raised multiple grounds for appeal, including procedural errors regarding court fees and evidence evaluation, but failed to formally propose the specific procedural defect concerning court fees to the lower court. The court ruled that such a ground is inadmissible because it was not legally presented during the original proceedings, rendering the appeal request without merit.

Legislator headnote

AI generated

Art. 562(2) C.Pol.D; Art. 559(13), (11), (19) C.Pol.D: An appeal ground based on a claim not legally proposed to the court of first instance is inadmissible, and an appeal based on insufficient reasoning is inadmissible if it does not affect the outcome of the case.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal ground procedural defect court fee payment insufficient reasoning chain of reasoning legal proposal Supreme Court review

Cited Legislation

AI generated
Art. 562(2) C.Pol.D
Art. 559(13) C.Pol.D
Art. 559(11) C.Pol.D
Art. 559(19) C.Pol.D
Art. 559(8) C.Pol.D
Art. 227 C.Pol.D
Art. 176 C.Pol.D
Art. 183 C.Pol.D

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1294 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1294/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Nοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χριστόφορο Σαράκη.

Της αναιρεσίβλήτης : Ψ συζ. Ζ, το γένος Χ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παναγιώτη Παπαχρήστου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-4-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλήτης που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 154/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 717/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 2-10-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 2-12-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της απόφασης κατά παραδοχή του έβδομου λόγου αυτής και την απόρριψη των λοιπών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους, στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι, εκτός των αναφερομένων σ' αυτή εξαιρέσεων, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και αν ακόμη ο ισχυρισμός αυτός έπρεπε να εξετασθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Επομένως, για να δημιουργηθεί λόγος αναιρέσεως για τη μη απόρριψη της αγωγής λόγω μη καταβολής δικαστικού ενσήμου, πρέπει η έλλειψη αυτή να προτάθηκε στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι έγινε αυτή η πρόταση, αλλιώς ο σχετικός λόγος είναι απαράδεκτος. Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι δηλαδή το Εφετείο παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της εφέσεως της αναιρεσίβλητης, η οποία ούτε πρωτοδίκως αλλά ούτε και μέχρι τη συζήτηση της εφέσεως είχε καταβάλει το ανάλογο δικαστικό ένσημο για τη συζήτηση της αγωγής της, αλλά το κατέβαλε εκπροθέσμως μετά τη συζήτηση της εφέσεως. Ανεξαρτήτως όμως του ότι η ως άνω εκπρόθεσμη καταβολή ήταν επιτρεπτή, στο πλαίσιο της προβλεπόμενης από το άρθρο 227 ΚΠολΔ ευχέρειας για συμπλήρωση της τυπικής αυτής παράλειψης, ο λόγος είναι απαράδεκτος, προεχόντως, διότι δεν επικαλείται ο αναιρεσείων ότι πρότεινε την έλλειψη αυτή στο Εφετείο.

Όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 529 ΚΠολΔ, στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται οι διάδικοι να επικαλεσθούν και να προσκομίσουν νέα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και οι ένορκες βεβαιώσεις, εκτός αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίζονται πρώτη φορά σ' αυτό ως απαράδεκτα, διότι κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει πρωτοδίκως από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια. Για το παραδεκτό του αποδεικτικού αυτού μέσου το Εφετείο δεν απαιτείται να διαλάβει ειδική αιτιολογία, αν δε το έλαβε υπόψη, σημαίνει ότι απέκρουσε σιωπηρά την περίπτωση προθέσεως στρεψοδικίας. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, καταλογίζεται στο Εφετείο ότι απαραδέκτως έλαβε υπόψη την μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης δοθείσα υπ' αριθμ. 129/7-3-2007 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης Φ, καίτοι η αναιρεσίβλητη είχε τη δυνατότητα να εξετάσει αυτόν κατά την πρωτόδικη δίκη, είναι απαράδεκτος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για την θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης και την από αυτή υποχρέωση του δράστη σε αποζημίωση του παθόντος, απαιτείται, επιπλέον της επελεύσεως ζημίας, να προκλήθηκε αυτή από τον δράστη παρανόμως και υπαιτίως, ήτοι από δόλο ή αμέλεια, η παράνομη συμπεριφορά του να οφείλεται σε πράξη ή παράλειψη αυτού και, τέλος, να υφίσταται πρόσφορη (αιτιώδης) συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για την κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί είτε αρκέσθηκε σε λιγότερα, ενώ αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής της αναιρεσίβλητης, η αγωγή περιέχει όλα τα κατά το άρθρο 216 παρ. 1 και 914 ΑΚ αναγκαία για το ορισμένο αυτής στοιχεία, δηλαδή περιέχει την παράνομη και υπαίτια πράξη του αναιρεσείοντος, συνιστάμενη στο ότι αυτός παρέστησε ψευδώς στην αναιρεσείουσα θεία του, μόνιμη κάτοικο ..., ότι η οικοδομή που θα κατασκεύαζε σε ιδιόκτητο ακίνητό της, σε εκτέλεση καταρτισθείσης μεταξύ τους συμβάσεως έργου θα ήταν πολυτελής, ότι η τελευταία πείσθηκε στις ψευδείς αυτές διαβεβαιώσεις και του κατέβαλε συνολικά μέσω κοινών λογαριασμών στους οποίους κατέθετε χρήματα από την αλλοδαπή αλλά και μέσω συγγενικών της προσώπων το ποσό των 360.968,44 ευρώ, ενώ στην πραγματικότητα ή οικοδομή ήταν συνήθους κατασκευής και κόστους 190.755,68 και ότι συνεπεία της ανωτέρω απατηλής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος ζημιώθηκε κατά το ποσό των 170.212,76 ευρώ και υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά αυτού ηθική βλάβη.

Δεν ήταν δε αναγκαίος για το ορισμένο αυτής ο προσδιορισμός των στοιχείων που επικαλείται ο αναιρεσείων, ήτοι η αναφορά των κοινών λογαριασμών στους οποίους κατέθετε χρήματα η αναιρεσίβλητη το ποσό και ο χρόνος των καταθέσεων αυτών, ο χρόνος και τα επί μέρους ποσά που αναλάμβανε από τους κοινούς λογαριασμούς ο ίδιος (αναιρεσείων), η κατονομασία των συγγενικών προσώπων μέσω των οποίων καταβλήθηκαν σ' αυτόν χρηματικά ποσά, ο χρόνος και τα ποσά αυτών και ο τρόπος κατά τον οποίο προκύπτει το κατά την αναιρεσίβλητη κόστος ανέγερσης της οικοδομής της, ύψους 190.755,68 ευρώ, εφόσον δεν εξαρτάται εκ των ανωτέρω στοιχείων το αγωγικό δικαίωμα της αναιρεσίβλητης.

Επομένως, το Εφετείο που έκρινε ορισμένη την αγωγή, απορρίπτοντας τον περί αοριστίας ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και δεν κήρυξε αυτήν απαράδεκτη, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Με τον τέταρτο λόγο, υπό την επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το ότι δέχθηκε το μη νόμιμο της προσκόμισης και επίκλησης των "αποδεικτικών μέσων" εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή της τελευταίας, "στηριχθέν προφανώς σε αποδεικτικά μέσα", που είχε κρίνει προηγουμένως ότι δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη. Ο λόγος αξιολογείται αρνητικά, ως στηριζόμενος επί αναληθούς από ουσιαστική άποψη προϋποθέσεως, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, όχι όλα γενικώς τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε η αναιρεσίβλητη, αλλά μόνον τα κατονομαζόμενα με τις πρωτοβάθμιες προτάσεις της έγγραφα.

Η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 ΚΠολΔ κατανομή του υποκειμενικού βάρους απόδειξης, που θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 13 Κ.Πολ.Δ λόγο αναίρεσης, προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας απόφασης περί αποδείξεως. Τέτοια όμως απόφαση δεν εκδίδεται μετά την κατάργηση της προδικαστικής με το νόμο 2915/2001 και συνεπώς ο πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 13 ΚΠολΔ, οαναιρεσείων καταλογίζει στο εφετείο εσφαλμένη κατανομή του βάρους αποδείξεως, είναι απαράδεκτος.

Με τον έκτο λόγο, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων ως προς το ποσό που δαπάνησε ο αναιρεσείων για την ανέγερση της επίδικης οικοδομής και συνεπώς ο σχετικός λόγος είναι απαράδεκτος.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς, από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, τα περιστατικά που είναι κατά νόμον αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τον χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικώς αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

Εν προκειμένω, με τον έβδομο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ανεπάρκεια και αντιφατικότητα αιτιολογίας, διότι, ενώ το εφετείο δέχεται ότι η συμφωνηθείσα μεταξύ των διαδίκων αμοιβή του αναιρεσείοντος για την ανέγερση της οικοδομής της αναιρεσίβλητης ανερχόταν σε ποσοστό 7% επί του συνολικού κόστους ανέγερσης της οικοδομής, το οποίο, κατά τις παραδοχές του επίσης, ανήλθε τελικά στο ποσό των 249.100 ευρώ, δεν αφαίρεσε το αναλογούν στο ποσοστό αυτό ποσό της αμοιβής του εκ (249.100 Χ7%) 17.437 ευρώ από το επιδικασθέν τελικά στην αναιρεσίβλητη ως αποζημίωση ποσό των 52.663,85 ευρώ.

Ο λόγος αυτός, εκτιμώμενος ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, είναι αλυσιτελής, αφού πλήττει πλεοναστική αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, μη έχουσα επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεδομένου ότι με αυτή επιδικάσθηκε αποζημίωση από αδικοπραξία. Αλλά και ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ εκτιμώμενος, είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου των κατά την έκκλητο δίκη υποβληθεισών προτάσεων του αναιρεσείοντος, ο τελευταίος δεν υπέβαλε αυτοτελή ισχυρισμό περί συμψηφισμού της ως άνω ληξιπρόθεσμης ανταπαιτήσεώς του προς την απαίτηση της αναιρεσίβλητης.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ενώ καθίσταται πλέον άνευ αντικειμένου το δια των προτάσεων του αναιρεσείοντος υποβληθέν αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της αποφάσεως. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης θα επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2 Οκτωβρίου 2007 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 717/2007 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης εκ χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ