Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, holding tax certificate requirement is substantive, not procedural. Appeal rejected.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Second Instance Court's decision regarding a tenancy dispute. The appellants argued the lower court erred by proceeding without a tax certificate, claiming this violated procedural law. The court ruled that the tax certificate requirement is substantive, not procedural, and thus does not constitute a ground for appeal under the relevant article.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 1, 14 KPolD; Art. 81 para. 3 of Law 2238/1994: The requirement for a tax certificate in eviction cases is substantive, not procedural, and its absence does not create a procedural inadmissibility for appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1294 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1294/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) ..., 2) ..., 3) ..., 4) ..., ως εξ αδιαθέτου μοναδικών κληρονόμων του αποβιώσαντος την 3/2/2006 αρχικού διαδίκου .... Οι 1η και 4ος των αναιρεσειόντων παραστάθηκαν δια και οι 2η και 3ος μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Γκολφίνου Γκολφινόπουλου και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ..., 2) ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αποβιωσάσης την 10/5/2008 αρχικής ενάγουσας και εκκαλούσας ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Πολυχρονόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/5/2004 αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 330/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 492/2008 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16/7/2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος, ανέγνωσε την από 13/3/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠoλΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8), που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.
Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν αφορά ισχυρισμό, ο οποίος δεν είχε προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, ούτε αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ.ΑΠ 2/1989).
Τέλος, κατά το άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 του ν.δ 490/1974, για την επαναφορά ισχυρισμών που προβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης, που τους περιέχουν και που προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως η επίκληση με τις προτάσεις, που υποβάλλονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυρισμών με γενική αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις, το κείμενο των οποίων ενσωματώνεται στις προτάσεις, ενώπιον του Εφετείου, δεν αρκεί, ούτε είναι νόμιμη.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο και πέμπτο, κατά ένα μέρος, λόγους αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση από το εδάφιο 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ ο πρώτος και από τους αριθ. 8 και 11 του ίδιου άρθρου ο πέμπτος, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του: Α.Π. παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη:
α) τους προβληθέντες πρωτοδίκως με τις έγγραφες προτάσεις τους ισχυρισμούς καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος και αρνήσεως της γνησιότητας της υπογραφής του από 12-6-1992 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως, τους οποίους επανέφεραν ενώπιον του Εφετείου με τις κατατεθείσες σ' αυτό έγγραφες προτάσεις τους, στις οποίες ενσωματώθηκαν και οι πρωτόδικες όπου διαλαμβάνονται και οι προαναφερθέντες ισχυρισμοί, β) τις ένορκες καταθέσεις των ....και ...
ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου από τις οποίες αποδεικνυόνταν η ανυπαρξία μισθωτικής σχέσεως, γ) το μεγάλο ύψος της δαπάνης και την έκταση των επισκευών που έγιναν στο επίδικο διαμέρισμα και που δεν δικαιολογούν σε καμία περίπτωση την εκτέλεση αυτών από μισθωτή, δ) το γεγονός της μη επιστροφής του ποσού των 6.400.000 δρχ.
που είχε καταβληθεί για την αγορά του διαμερίσματος, ε) ότι ο συμψηφισμός που πρόβαλε μονομερώς η αρχική ενάγουσα ήταν απαράδεκτος, και στ) ότι αυτή (αρχική ενάγουσα) από το έτος 1994 έπαυσε να δηλώνει στην εφορία ως μισθωμένο το επίδικο ακίνητο. Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους προαναφερθέντες υπό στοιχ.
Αα ισχυρισμούς είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, τους ως άνω ισχυρισμούς επανέφεραν ενώπιον του Εφετείο κατά τρόπο μη νόμιμο, με απλή ενσωμάτωση των πρωτόδικων προτάσεων τους στις έγγραφες προτάσεις τους που κατέθεσαν ενώπιον του Εφετείου. Περαιτέρω, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως από τους αριθ. 8 και 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ είναι, επίσης, απορριπτέος, και συγκεκριμένα:
α) κατά το μέρος μεν που αφορά τις ως άνω υπό στοιχ. γ', δ' και στ' αιτιάσεις από το εδάφιο 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ ως απαράδεκτος, διότι αυτές δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του νόμου, αλλά επιχειρήματα και συμπεράσματα των αναιρεσειόντων από την εκτίμηση των αποδείξεων κατά το μέρος δε που αφορά την από στοιχ.
ε' πλημμέλεια ως αόριστος διότι οι αναιρεσείοντες δεν ισχυρίζονται με το αναιρετήριο ότι προέβαλαν ενώπιον του Εφετείου ισχυρισμό περί απαραδέκτου της ως άνω ενστάσεως, δοθέντος ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχει καμιά από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, β)καθόσον αφορά την υπό στοιχ.
β πλημμέλεια από το εδάφιο 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ ως αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο αυτής δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο για την κατάρτιση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και τις καταθέσεις των μαρτύρων ... και ..., τις οποίες συνεκτίμησε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία.
II. Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι δυνατόν να έχει ως περιεχόμενο α) την αιτίαση ότι η αγωγή ή η ένσταση, επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά και β) την αιτίαση ότι παραβιάστηκε ορισμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, με αποτέλεσμα η ένδικη αγωγή ή η ένσταση να γίνει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη ή να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 28/1998).
Κατά συνέπεια, ο πιο πάνω λόγος δεν ιδρύεται αν τα σφάλματα, που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν αφορούν την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων ή νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Εξάλλου, κατά το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή αντίφασης των αιτιολογιών, ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει,και πού εντοπίζεται η αντίφαση αντίστοιχα, β) οπραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα πραγματικά περιστατικά, που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του και σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση.
Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι, με το ν' απορρίψει την προβληθείσα από αυτούς ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως ως μη νόμιμη, παραβίασε τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 281 ΑΚ και, ως εκ τούτου, υπέπεσε με την προσβαλλόμενη απόφαση του στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.
Ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε αναληθή προϋπόθεση, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι η προβληθείσα από τους αναιρεσείοντες ως άνω ένσταση δεν απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, αλλά ως απαράδεκτη λόγω μη νομότυπης επαναφοράς της στο εφετείο και, κατά συνέπεια, δεν ιδρύεται στην προκειμένη περίπτωση λόγος αναιρέσεως από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού το Εφετείο δεν έκρινε το νόμω βάσιμο ή την ουσία της ανωτέρω ενστάσεως.
Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες με τους τέταρτο και πέμπτο, κατά ένα μέρος, λόγους αναιρέσεως αποδίδουν στο Εφετείο την αιτίαση από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ισχυριζόμενοι ότι χωρίς επαρκείς, άλλως αντιφατικές αιτιολογίες, δέχτηκε ότι μεταξύ αυτών και των αναιρεσιβλήτων υπήρχε σχέση μισθώσεως, με αποτέλεσμα, ύστερα από παραδοχή της εφέσεως να κάνει δεκτή την αγωγή τους και να διατάξει την απόδοση σ' αυτούς της χρήσεως του επίδικου διαμερίσματος.
Οι πιο πάνω λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αόριστοι, διότι οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν στο αναιρετήριο τη διάταξη του ουσιαστικού νόμου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε εκ πλαγίου και ενώ επικαλούνται ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, δεν εκθέτουν ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να έχει η προσβαλλόμενη απόφαση για να είναι επαρκείς και σε τί συνίσταται η αντίφαση και από ποιές αιτιολογίες προκύπτει.
III. Κατά τη διάταξη του άρθρου 81 παρ. 3 του ν.2238/1994 "Κύρωση του Κώδικα Φορολογίας εισοδήματος" τα δικαστήρια απέχουν να δικάσουν αγωγή για έξωση μισθωτή ακινήτου αν δεν προσκομισθεί το κατά την παρ. 1 πιστοποιητικό του προϊσταμένου της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας από το οποίο να προκύπτει ότι τα μισθώματα του ακινήτου δηλώθηκαν στη φορολογία εισοδήματος κατά την τελευταία διετία κλπ. Η διάταξη αυτή είναι φορολογικής φύσεως και θεσπίσθηκε για να διασφαλισθεί το φορολογικό δικαίωμα του Δημοσίου, η δε παράβασή της δεν δημιουργεί διαδικαστικό απαράδεκτο, ένεκα του οποίου να θεμελιώνεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, που αναφέρεται σε απαράδεκτα που οδηγούν στην απόρριψη του ένδικου βοηθήματος (ΑΠ 205/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι προχώρησε στην εκδίκαση της υπόθεσης για την απόδοση της χρήσης του μίσθιου ακινήτου, παρότι οι αναιρεσίβλητοι δεν προσκόμισαν το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 81 παρ. 3 του ν.2238/1994 πιστοποιητικό της αρμόδιας ΔΟΥ, από το οποίο να προκύπτει ότι δεν δηλώθηκαν τα μισθώματα της τελευταίας διετίας και έτσι με την προσβαλλόμενη απόφαση του υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρθ. 14 ΚΠολΔ. Ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, με βάση τα όσα προεκτέθηκαν, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-7-2008 αίτηση της ... κλπ για αναίρεση της 492/2008 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Απριλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ