Supreme Court allows appeal against bank's dismissal of early retirement compensation claim based on public sector status.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Court of Appeal's dismissal of a claim for reduced severance pay upon early retirement. The plaintiff argued the bank was part of the wider public sector, entitling her to a statutory cap on compensation, while the bank contended it was a private entity. The Court found the lower court violated substantive law by failing to verify the bank's public sector status through specific factual findings regarding its share ownership.
Legislator headnote
AI generatedArt. 8 para. 1 of Law 3198/1955; Art. 2 para. 2 of Law 173/1967: The court must verify if a bank falls under the wider public sector to apply the reduced severance cap, requiring specific factual findings on share ownership rather than mere assertions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1294 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1294/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Πετρόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κων/νο Λένη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-8-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1625/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 4847/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-6-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 15-4-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή ως βασίμων των πρώτου και δεύτερου κατά το ένα τμήμα του δεύτερου (υπό το στοιχείο β') μέρους του, που κρίθηκαν βάσιμοι, και την απόρριψη όλων των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 8 εδ. α' του ν. 3198/1955, μισθωτοί, που συνδέονται με σχέση εργασίας διάρκειας αόριστου χρόνο εφόσον συμπληρώσουν δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη με την έννοια του άρθρου 6 παρ.1 του ν.2112/1920 ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας, σε περίπτωση δε ελλείψεως τέτοιου ορίου το 65ο έτος της ηλικίας τους και αποχωρήσουν από την υπηρεσία με τη συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το μισό της οριζόμενης από το ν.2112/ 1920, όπως τροποποιήθηκε μεταγενεστέρως, ή το β.δ.
της 16/18-7-1920 αποζημιώσεως για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, που υπολογίζεται με βάση το άρθρο 5 παρ. 1 και 2 του ίδιου νόμου (3193/1955). Η ως άνω διάταξη αναφέρεται σε συμβάσεις αόριστου χρόνου και αποβλέπει στη διευκόλυνση της πρόωρης συνταξιοδοτήσεως των μισθωτών για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, με την παροχή στους αποχωρούντες, υπό τους διαλαμβανόμενους σ' αυτήν όρους, μειωμένης αποζημιώσεως.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του α.ν.173/1967 "εις ας περιπτώσεις εργοδότης τυγχάνει το Δημόσιον ή Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου ή Τράπεζαι ή Επιχειρήσεις και οργανισμοί κοινής ωφέλειας (Δ.Ε.Η, Ο.Τ.Ε., Εταιρεία Υδάτων κ.λ.π") ή Επιχειρήσεις επιχορηγούμενοι υπό του Κράτους, η υπό του ν. 2112/1920, ως ούτος ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, οφειλόμενη αποζημίωσις, δεν δύναται να υπερβαίνει εις πάσαν περίπτωσιν το ποσόν των 240.000 δραχμών, καταργούμενης πάσης αντιθέτου ειδικής διατάξεως νόμου ή συμβάσεως οιασδήποτε μορφής ή τυχόν υπάρχοντος εθίμου".
Το με την ως άνω διάταξη καθοριζόμενο ποσό αυξήθηκε μεταγενεστέρως σε 1.500.0ΟΟ δραχμές με το άρθρο 33 του ν. 1876/1990. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 παρ.1 του ν.δ.618/1970, "τα υπό των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 2 και του άρθρου 3 του α.ν. 173/1967... τιθέμενα ανώτατα όρια αποζημιώσεως ισχύουν δια πάσαν περίπτωσιν οφειλόμενης, δυνάμει γενικής η ειδικής διατάξεως νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως, αποζημιώσεως εις τους αποχωρούντας, απομακρυνομένους ή απολυομένους υπαλλήλους και εργάτας του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, Τραπεζών, Επιχειρήσεων Κοινής Ωφελείας ή Επιχειρήσεων επιχορηγουμένων υπό του Κράτους, εφ' οιαδήποτε σχέσει εργασίας μετ' αυτών συνδεομένων, καταργουμένης πάσης αντιθέτου γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου, κανονισμού, συμβάσεως οιασδήποτε μορφής και εθίμου".
Οι ως άνω διατάξεις, ως εκ του σκοπού της θεσπίσεως τους, που, προδήλως, έγκειται στον περιορισμό, για λόγους γενικότερου συμφέροντος, των αποζημιώσεων των άνω μισθωτών για την οικονομική ανακούφιση του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των άλλων οργανισμών και επιχειρήσεων, δεδομένου ότι οι σχετικές δαπάνες επιβαρύνουν τελικώς τους φορολογουμένους και στις περιπτώσεις των τραπεζών το κόστος των παρεχόμενων στους πελάτες τους υπηρεσιών τους (πρβλ.
ΟλΑΠ 20/2006, 10/1998, 33-34/1997), αποτελούν κατά την έννοια του άρθρου 7 παρ.3 του ν.1876/1990 διατάξεις αναγκαστικού δίκαιου με αμφιμερή ενέργεια, αφού τείνουν τελικά σε προστασία και των πολιτών (βλ. σχ. ΟλΑΠ 20/2006). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του κατά το έτος 2001, ο ευρύτερος δημόσιος τομέας καθορίζεται κάθε φορά από το νόμο.
Με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 6 περ. ε' του ν.1256/1982 ορίστηκε ότι η αληθινή έννοια της παρ. 1 του άρθρου 9 ν.1232/1982 είναι ότι στο δημόσιο τομέα περιλαμβάνονται "... ε) οι τραπεζικές και άλλες ανώνυμες εταιρείες, στις οποίες είτε τα κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις νομικά πρόσωπα έχουν το σύνολο ή την πλειοψηφία των μετοχών του εταιρικού κεφαλαίου, είτε έχουν κρατικό προνόμιο ή κρατική επιχορήγηση, όπως...
η Εθνική Τράπεζα...". Ενώ με τη διάταξη του άρθρου 51 του ν.1892/1990 (όπως αυτό συμπληρώθηκε με το άρθρο 4 παρ.6 του ν.1943/1991) και με τίτλο "επαναοριοθέτηση του δημοσίου τομέα", ορίστηκε ότι "ο κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 6 του ν.1256/1982 (δηλαδή την προηγούμενη διάταξη) δημόσιος τομέας περιλαμβάνει μόνο:... δ) Τις τράπεζες που ανήκουν στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου, είτε στο σύνολό τους είτε κατά πλειοψηφία...".
Με βάση τη γραμματική διατύπωση των ανωτέρω διατάξεων του α.ν.173/1967 και του ν.δ.618/1970, καταλείπεται, εκ πρώτης όψεως, η εντύπωση ότι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής τους, και συνεπώς υπόκεινται στο θεσπιζόμενο από αυτές ανώτατο όριο αποζημιώσεως, οι μισθωτοί όλων ανεξαιρέτως των τραπεζών, αφού οι διατάξεις αυτές δεν διακρίνουν μεταξύ των τραπεζών του ιδιωτικού και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, κατά την έννοια του άρθρου 51 παρ.1 περ.
δ' του ν.1892/1990.
Όμως, ενόψει του σκοπού και του πραγματικού νοήματος των εν λόγω διατάξεων, επιβάλλεται τελολογική συστολή του γράμματος αυτών, ώστε να εφαρμόζονται μόνο στις τράπεζες του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΟλΑΠ 39/1998), δηλαδή στις τράπεζες, οι μετοχές των οποίων ανήκουν στο σύνολο τους ή, έστω, κατά πλειοψηφία στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου (βλ.
σχ. ΟλΑΠ 39/1998,1/2006, ΑΠ 365/2006). Αντίθετο επιχείρημα δεν μπορεί να αντληθεί από το άρθρο 49Α του Κανονισμού της Βουλής, κατά την παρ. 3 του οποίου η προβλεπόμενη στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου Επιτροπή διατυπώνει γνώμη για την καταλληλότητα των προτεινομένων προς διορισμό, επαναδιορισμό ή ανανέωση θητείας σε θέσεις Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου, Διοικητή ή Διευθύνοντος Συμβούλου ή Γενικού Διευθυντή αν δεν υπάρχει Διευθύνων Σύμβουλος των αναφερόμενων όταν παρ. 5 (ήδη παρ. 6) του ίδιου άρθρου δημοσίων επιχειρήσεων, τραπεζών κ.λ.π, μεταξύ των οποίων μνημονεύεται ειδικώς η αναιρεσίβλητη "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε".
Ενώ και από το άρθρο 29 του ν.2937/2001, που ορίζει ότι από την ισχύ του (26-7-2001) δεν απαιτείται γνώμη της ανωτέρω Επιτροπής της Βουλής για την καταλληλότητα των προτεινομένων για διορισμό ή επαναδιορισμό στις ως άνω θέσεις της διοικήσεως της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, δεν μπορεί να συναχθεί ότι η τελευταία υπαγόταν άνευ ετέρου στον ευρύτερο δημόσιο τομέα μέχρι την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού.
Και τούτο διότι ο δημόσιος τομέας καθορίζεται μόνο από τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 51 παρ.1 του ν.1892/1990 (βλ. σχ. Ολ.ΑΠ 1/2006, ΑΠ 365/2006), δεδομένου ότι η με την παρ. 1 του άρθρου 14 του ν.2190/1994 (σύστημα προσλήψεως στο Δημόσιο), όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 1 του ν.2527/1997, παραπομπή στην εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 49Α του Κανονισμού της Βουλής αφορά την εφαρμογή των διατάξεων των κεφαλαίων Α', Β' και Γ' του ν.2190/ 1994, μεταξύ άλλων, και στις τράπεζες στις οποίες ο διορισμός Προέδρου του Δ.Σ.
κ.λ.π, υπάγεται στις διατάξεις του άρθρου 49Α του Κανονισμού της Βουλής αναφορικά με τις προσλήψεις προσωπικού. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχτηκε, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, μεταξύ άλλων, και τα εξής, που ενδιαφέρουν εδώ: Η αναιρεσείουσα, η οποία γεννήθηκε στις 27-6-1948,στις ... προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη Τράπεζα (Ε.Τ.Ε.) ως δόκιμος υπάλληλος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και εξελίχθηκε βαθμολογικά μέχρι το βαθμό του Υποτμηματάρχη από 1-7-1994.
Με την από 5-3-2001 εξώδικη δήλωσή της, που κοινοποιήθηκε την ίδια ημέρα στην αναιρεσίβλητη, παραιτήθηκε και αποχώρησε από την υπηρεσία αυτής, η οποία με την από 26-3-2001 έγγραφη απάντηση της δήλωσε στην αναιρεσείουσα ότι δεν αποδέχεται την παραίτηση. Δέχτηκε δε το Εφετείο ότι ο κατά το άρθρο 26 του οργανισμού της αναιρεσίβλητης όρος "ότι σύμβαση εργασίας λύεται και προ του προβλεπομένου ορίου ηλικίας και δια καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας κατά τα υπό της εργατικής νομοθεσίας οριζόμενα", καταλαμβάνει και την περίπτωση της λύσεως με αποχώρηση του μισθωτού "τη συγκαταθέσει" του εργοδότη κατά το άρθρο 8 παρ.
α' του ν. 3198/1955 και ότι η συγκατάθεση του εργοδότη στη δηλωθείσα αποχώρηση του μισθωτού ενυπάρχει δεσμευτικώς για τον εργοδότη στην καταρτισθείσα με βάση τον ισχύ νόμου έχοντα οργανισμό της αναιρεσίβλητης, ως εκ των προτέρων εκφρασθείσα δήλωση βουλήσεως αυτής και έτσι, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, αναιρεσείουσα δικαιούται την κατά το άρθρο 8 εδ.
α' του ν.3198/1955 αποζημίωση του ν. 2112/1920 κατά το ήμισυ. Ειδικότερα, συντρέχουν οι προϋποθέσεις: α) της δήλωσης αποχώρησης της αναιρεσείουσας από την υπηρεσία της αναιρεσίβλητης, που εκφράστηκε με την από 5-3-2001 παραίτησή της και τη μετατροπή της συμβάσεως εργασίας της σε τέτοια αόριστου χρόνου, β) της προϋπάρχουσας κατά τον οργανισμό της αναιρεσίβλητης συγκατάθεσης αυτής από την κατάρτιση της συμβάσεως εργασίας με την αναιρεσείουσα, παρά την άρνηση της αναιρεσίβλητης κατά το χρόνο της αποχώρησης, γ) της συμπλήρωσης δεκαπενταετούς υπηρεσίας στην αναιρεσίβλητη και δ) μη συμπλήρωσης στις 5-3-2001 του 54ου έτους της ηλικίας της αναιρεσείουσας (άρθρο 26 παρ. 2γ του οργανισμού).
Δέχτηκε δε το Εφετείο ότι η οφειλόμενη στην αναιρεσείουσα αποζημίωση με βάση τον τελευταίο μηνιαίο μισθό της ανέρχεται μεν σε 4.548.588 δραχμές, πλην όμως λόγω της υπαγωγής της αναιρεσίβλητης Τράπεζας στον ευρύτερο δημόσιο τομέα πρέπει τελικά η εν λόγω κατά το άρθρο 8 εδ. α' του ν. 3198/1955 οφειλόμενη αποζημίωση να περιοριστεί στο ποσό του 1.500.000 δραχμών.
Κρίνοντας έτσι- το Εφετείο, το οποίο τελικά με την προσβαλλόμενη απόφαση του απέρριψε κατ' ουσίαν την αντέφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ'αριθ.1625/2002 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου. Και συγκεκριμένα:
α) Παραβίασε ευθέως τις εν λόγω διατάξεις εφόσον έκρινε ότι ο περιορισμός του ύψους της οφειλόμενης αποζημιώσεως ίσχυε και για την αναιρεσίβλητη Τράπεζα, ως υπαγόμενη άνευ ετέρου στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, χωρίς να εξετάσει και αν ήδη κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο οι μετοχές αυτής ανήκαν στο σύνολό τους ή έστω, κατά πλειοψηφία στο νομικό πρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, οπότε και μόνο, σύμφωνα με τα παραπάνω, η αναιρεσίβλητη θα υπαγόταν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, απαιτώντας έτσι για την εφαρμογή των προαναφερόμενων ουσιαστικών διατάξεων λιγότερα από τα αναγκαία στοιχεία (πρβλ.
ΟλΑΠ 39/1998). Και β) στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση αναφορικά με το αμέσως πιο πάνω ζήτημα της υπαγωγής της αναιρεσίβλητης Τράπεζας στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, αφού οι αιτιολογίες που έχει διαλάβει επί του ζητήματος τούτου είναι ανεπαρκείς, εφόσον δεν καθορίζονται στην απόφασή του αυτή συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να μπορεί να προκύψει ότι πράγματι κατά τον παραπάνω κρίσιμο χρόνο η αναιρεσίβλητη υπαγόταν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα λόγω του ότι οι μετοχές της ανήκαν στο σύνολο τους ή, έστω, κατά πλειοψηφία στο νομικό πρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, αρκεσθείσα στην εκδοχή ότι, για τους αναφερόμενους (διαφορετικούς όμως) λόγους πράγματι υπαγόταν στον τομέα αυτόν, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων (βλ.
σχ. ΑΠ 365/2006). Επομένως, τόσο ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της ευθείας παραβιάσεως των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, όσο και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το ένα τμήμα του δεύτερου (υπό το στοιχείο β'), από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, μέρους του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της ελλείψεως νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών επί του ζητήματος που αναφέρεται πιο πάνω υπό το στοιχείο β,' πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι.
Έτσι πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τους αμέσως πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, που κρίθηκαν βάσιμοι και, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ, η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την εν λόγω απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρουμένη αυτήν απόφαση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4847/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ