Supreme Court dismisses appeal on contract law grounds, ruling supplementary work claims fall under contract not unjust enrichment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's rejection of his claim for unpaid contract work. The appellant argued that since the contract was void, he should be paid under unjust enrichment, but the court found this argument inadmissible because the contract's validity was already established. The court held that the supplementary work was covered by the original contract, making the enrichment lawful and the appeal without merit.
Legislator headnote
AI generatedArticles 681 and 694 of the Civil Code; The claim for supplementary work falls under the contract of work, not unjust enrichment, when the work was originally covered by the contract.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1293 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1293/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Γ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Οδυσσέα Καραγιαννακίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ
Του αναιρεσίβλητου: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Αγροτικός Συνεταιρισμός Σπαραγγοπαραγωγών Ερατεινού" και το διακριτικό τίτλο "Paradise", που εδρεύει στο Ερατεινό του Δήμου Νέστου και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Πάπαρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 47/2016 μη οριστική, 180/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 331/2021 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31-05-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 31.5.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, με αριθμό 331/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, το οποίο αφού εξαφάνισε τη με αριθμό 180/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, το οποίο είχε κάνει δεκτή ως εν μέρει βάσιμη από ουσιαστική άποψη την από 10.12.2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος με την οποία ο τελευταίος ζητούσε την καταβολή του υπολοίπου της εργολαβικής αμοιβής του, καθώς και αμοιβή για πρόσθετες εργασίες την εκτέλεση των οποίων του ανέθεσε ο αναιρεσίβλητος αγροτικός συνεταιρισμός, κυρίως με βάση τις διατάξεις της σύμβασης έργου και επικουρικά αυτές του αδικαιολογήτου πλουτισμού, διακράτησε την υπόθεση προς εκδίκαση και απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη στο νόμο ως προς την επικουρική της βάση και κατ' ουσίαν ως προς την κύρια. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ), και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Α. Κατά το άρθρο 681 ΑΚ, με τη σύμβαση του έργου ο μεν εργολάβος αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο, ο δε εργοδότης να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή, ενώ κατά το άρθρο 694 παρ. 1 του ιδίου κώδικα η αμοιβή του εργολάβου καταβάλλεται κατά την παράδοση του έργου και αν συνίσταται σε χρήματα και δεν πιστώθηκε είναι τοκοφόρα από την παράδοση του έργου.
Ως έργο νοείται κάθε τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και δραστηριότητας του εργολάβου στο οποίο απέβλεψαν τα μέρη της σύμβασης, ενώ ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κύριας υποχρέωσης του εργολάβου, που συνίσταται στην εκτέλεση του έργου και στην προσπόρισή του στον εργοδότη, δηλαδή η περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσίασης του εργοδότη, με την προϋπόθεση ότι το έργο είναι αυτό που συμφωνήθηκε και όχι εντελώς διαφορετικό, διότι τότε δεν θεωρείται ότι ο εργολάβος προεκπλήρωσε την παροχή του (ΑΠ 585/2013, ΑΠ 1410/2011), ώστε να δικαιούται κατά το άρθρο 694 ΑΚ της συμφωνημένης αμοιβής του.
Η αμοιβή του εργολάβου μπορεί να καθορίζεται κατά την κατάρτιση της συμβάσεως με πολλούς τρόπους: κατ' αποκοπή, κατά μονάδα έργου, επί τη βάσει προϋπολογισμού, απολογιστικά, χρονικά, με ποσοστά ή και να καταλείπεται ακαθόριστη ως προς το ποσό και τον τρόπο υπολογισμού (ΑΠ 959/2024, ΑΠ 786/2019, ΑΠ 119/2014, ΑΠ 682/2010).
Στη περίπτωση της αμοιβής βάσει προϋπολογισμού, τα άρθρα 696-697 του ΑΚ ρυθμίζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συμβαλλομένων, όταν το ύψος της εργολαβικής αμοιβής καθορίσθηκε επί τη βάσει προϋπολογισμού, ο οποίος ως εκ τούτου αποτελεί περιεχόμενο της συμβάσεως. Η διαφορά έγκειται στο ότι στην πρώτη περίπτωση (696 ΑΚ) ο εργολάβος εγγυήθηκε ρητά την ακρίβεια του προϋπολογισμού, ενώ στη δεύτερη (697 ΑΚ) ο εργολάβος συνέταξε απλώς ενδεικτικό προϋπολογισμό και δεν εγγυήθηκε την ακρίβεια αυτού.
Ο προϋπολογισμός είναι πίνακας (συνήθως έγγραφος, αλλά μπορεί να είναι και προφορικός) που καταρτίζεται πριν από την εκτέλεση του έργου και περιέχει υπολογισμό του κόστους αυτού, λεπτομερή έκθεση των εργασιών που πρέπει να εκτελεσθούν και των υλικών που θα χρησιμοποιηθούν για την κατασκευή του έργου και καθορίζει τις κατ' ιδίαν τιμές αυτών σε συμβατικά καθορισμένες κατηγορίες μονάδων μήκους, επιφάνειας, όγκου, κ.λπ.
Στις αξίες αυτές περιλαμβάνονται τόσο οι δαπάνες, όσο και η καθαρή αμοιβή του εργολάβου. Η συνολική εκτίμηση για το κόστος του έργου δεν αρκεί και δεν συνιστά προϋπολογισμό κατά την έννοια των άνω διατάξεων (ΑΠ 786/2019, ΑΠ 316/2014, ΑΠ 1773/2006).
Περαιτέρω, στην εργολαβία με κατ' αποκοπή καθοριζόμενη αμοιβή, το εργολαβικό αντάλλαγμα καθορίζεται εκ των προτέρων σε ένα πάγιο ποσό, το οποίο αντιστοιχεί στο σύνολο του έργου και συναρτάται με την ολοκλήρωσή του. Έτσι, στη περίπτωση αυτή, ενδεχόμενες αποκλίσεις μεταξύ του προϋπολογισθέντος και του πραγματικού κόστους των εργασιών δεν επιδρούν καταρχήν στο ύψος του εργολαβικού ανταλλάγματος.
Τούτο σημαίνει, ότι, υπό την επιφύλαξη της περί απρόβλεπτης μεταβολής των συνθηκών διάταξης του άρθρου 388 ΑΚ, η κατ' αποκοπή καθορισθείσα αμοιβή είναι σταθερή και παραμένει αμετάβλητη, μη δυνάμενη να αυξομειωθεί, ανεξαρτήτως αν, κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης του έργου, οι τιμές των αναγκαίων υλικών ή τα ημερομίσθια του εργατοτεχνικού προσωπικού του εργολάβου μεταβλήθηκαν ή αν απαιτήθηκε εργασία περισσότερη ή πιο επίπονη ή ακόμα και αν εκτελέστηκαν τελικά και πρόσθετες εργασίες, πέρα από εκείνες που είχαν προβλεφθεί αρχικά.
Υπό την έννοια αυτή τον κίνδυνο (του ορθού καθορισμού της αμοιβής) του έργου αναλαμβάνει ο εργολάβος, ο οποίος δεν δικαιούται να ζητήσει αύξηση της αμοιβής του ακόμα και αν αυξηθεί το κόστος της εκτέλεσης του έργου μετά τη συνομολόγηση της σύμβασης (AΠ 1454/2022, ΑΠ 1184/2021, ΑΠ 1506/2017). Αυτή η μέθοδος καθορισμού της εργολαβικής αμοιβής προϋποθέτει ειδική και κατά κανόνα ρητή συμφωνία, επιλέγεται δε, όταν είναι ήδη κατά το χρόνο σύναψης της εργολαβικής σύμβασης δυνατή η ακριβής εκτίμηση των εργασιών που θα απαιτηθούν, όπως και η συναφής δαπάνη.
Από την πλευρά του εργολάβου η συνομολόγηση κατ' αποκοπή ανταλλάγματος προϋποθέτει ότι το αντικείμενο της παροχής του, δηλαδή το εκτελεστέο έργο, έχει από πριν μελετηθεί και επακριβώς προσδιοριστεί, ώστε να είναι σε θέση να υπολογίσει το κόστος της κατασκευής και το περιθώριο του κέρδους του και, στη συνέχεια, πριν την κατάρτιση της σύμβασης, να προτείνει στον εργοδότη ένα συγκεκριμένο ποσό ως αμοιβή του, το οποίο προδήλως αποτελεί το άθροισμα της οικονομικής αποτίμησης όλων των ανωτέρω συντελεστών (εργασία, υλικά, γενικές δαπάνες), επί καθενός των οποίων, όμως, δεν θα απαιτηθεί ξεχωριστή συμφωνία για τη σύναψη της εργολαβικής σύμβασης, αφού ο εργοδότης ενδιαφέρεται μόνο για το συνολικό ύψος της παροχής του (αμοιβής) που θα συμφωνηθεί και δεν το συναρτά με τους παράγοντες που θα λάβει υπόψη του ο εργολάβος για τη διαμόρφωση της οικονομικής προσφοράς του, επί της οποίας θα επέλθει ακολούθως η συμφωνία, αφού, όπως προαναφέρθηκε, το σχετικό κίνδυνο φέρει ο εργολάβος.
Επομένως, με δεδομένο ότι η διαμόρφωση οικονομικής προσφοράς εκ μέρους του τελευταίου, στην οποία προσδιορίζεται συγκεκριμένα το ποσό της προτεινόμενης αμοιβής του, προϋποθέτει τη δυνατότητά του να προβλέψει το τελικό κόστος εκτέλεσης του έργου, η υποβολή της σε συνδυασμό με τη συμφωνία του εργοδότη επί του συγκεκριμένου αυτού ποσού της εργολαβικής αμοιβής αποτελεί ακαταμάχητη ένδειξη περί συμβατικής επιλογής της αποκοπής ως μεθόδου καθορισμού της εργολαβικής αμοιβής.
Περαιτέρω, από την έννοια της κατ' αποκοπή αμοιβής προκύπτει ότι το εργολαβικό αντάλλαγμα αντιστοιχεί στις συμφωνημένες εργασίες και ως τέτοιες νοούνται οι απολύτως αναγκαίες για την άρτια εκτέλεση του συμφωνημένου έργου ή εκείνες στις οποίες απέβλεψαν τα μέρη κατά τις διαπραγματεύσεις, έστω και αν δεν τις κατονόμασαν ρητώς.
Όλες αυτές οι εργασίες θεωρούνται συμβατικές, καλυπτόμενες από την υποβληθείσα οικονομική προσφορά και ο εργολάβος δεν δικαιούται πρόσθετης αμοιβής για την εκτέλεσή τους. Αντιθέτως, αν ζητηθούν από τον εργοδότη, σε χρόνο μεταγενέστερο της κατάρτισης της σύμβασης και συμφωνηθεί να εκτελεστούν πρόσθετες εργασίες, πέραν εκείνων που αρχικώς συμφωνήθηκαν, ο εργολάβος δικαιούται πρόσθετης αμοιβής, αφού αυτές, ως μη συμπεριλαμβανόμενες στην κατ' αποκοπή συμφωνία, θα αποτιμηθούν και θα αμειφθούν ξεχωριστά, ακόμα και με άλλο τρόπο υπολογισμού του εργολαβικού ανταλλάγματος, αφού οι τρόποι αυτοί μπορούν να συνδυαστούν , ώστε οι τυχόν εργασίες, τις οποίες ο εργολάβος δεν εκτέλεσε βάσει των συμφωνηθέντων και τις οποίες εκτέλεσε εκ των υστέρων για την ολοκλήρωση του συμφωνηθέντος έργου, να μην θεωρούνται πρόσθετες για τις οποίες αυτός δικαιούται μεγαλύτερη αμοιβή, αλλά ως αμοιβή αυτού να θεωρείται η αρχικώς συμφωνηθείσα με τη σύμβαση των συμβαλλομένων μερών, εκτός αν οι εργασίες αυτές δεν είχαν προβλεφθεί ή καθορισθεί με την αρχική σύμβαση, αλλά προέκυψαν εκ των υστέρων και εκτελέστηκαν από τον εργολάβο μετά από συμφωνία των μερών, οπότε αυτές θεωρούνται πρόσθετες και ο εργολάβος δικαιούται διαφορετικής αμοιβής, που είτε καθορίζεται με συμφωνία των συμβαλλομένων, είτε προκύπτει εκ των πραγμάτων, αναλόγως του είδους και του κόστους τους, η αμοιβή δε αυτή είναι ανεξάρτητη της ορισθείσας αρχικής τοιαύτης, η οποία δεν αφορούσε τις εργασίες αυτές (ΑΠ 1142/2019, ΑΠ 728/2017).
Στη προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: " Ο ενάγων πολιτικός μηχανικός ο οποίος δραστηριοποιείται ως εργολάβος δημοσίων και ιδιωτικών έργων συνήψε με τον νόμιμο εκπρόσωπο του εναγομένου αγροτικού συνεταιρισμού και πρόεδρο αυτού Γ.
Λ., στη Χρυσούπολη ΠΕ Καβάλας, την από 11.1.2008 έγγραφη σύμβαση έργου, με την οποία αυτός (ενάγων) ανέλαβε να εκτελέσει με δικές του δαπάνες την κατασκευή των κτιριακών (εγκαταστάσεων) στο έργο "Επέκταση-εκσυγχρονισμός μονάδος επεξεργασίας σπαραγγιών Ερατεινού-Νέστου- Ο ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ" αντί αμοιβής 600.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ, η οποία θα καταβαλλόταν τμηματικά κατά τη διάρκεια εξέλιξης του έργου και σύμφωνα με τις πιστοποιήσεις του επιβλέποντος μηχανικού του έργου (άρθρα 3 και 4 της σύμβασης) ενώ καταληκτική ημερομηνία αποπεράτωσης όλων των εργασιών ορίστηκε η 3.12.2008.
Επιπλέον δε, ορίστηκε ότι το έργο θα κατασκευασθεί υπό την επίβλεψη του ορισθέντος από τη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών επιβλέποντος μηχανικού (άρθρο 5 της σύμβασης), πλην όμως, τέτοιος επιβλέπων μηχανικός δεν ορίστηκε ποτέ, αντίθετα σύμφωνα με την εκδοθείσα για το έργο αυτό με αριθμό 1/2008 οικοδομική άδεια, επιβλέπων μηχανικός ορίστηκε ο ίδιος ο ενάγων.
Με το έγγραφο που επιγράφεται "τεχνική περιγραφή οικοδομικών εργασιών" εκδόσεως του ενάγοντος, όπως συνομολογείται από αυτόν, ο ενάγων ανέλαβε να εκτελέσει κτιριακές εργασίες στη μονάδα επεξεργασίας σπαραγγιών στην οποία υφίσταντο κατά τον χρόνο υπογραφής της σύμβασης πέντε (5) κτίρια και δη το κτίριο 1 εμβαδού 378 τ.μ.
που χρησιμοποιούνταν ως χώρος εργασίας, το κτίριο 2 εμβαδού 256 τ.μ. στο οποίο υπήρχε ο θάλαμος πρόψυξης, καθώς και δύο θάλαμοι ψύξης, το κτίριο 3 εμβαδού 710 τ.μ. το οποίο χρησιμοποιούνταν ως αποθηκευτικός χώρος, το κτίριο 4 εμβαδού 600 τ.μ. το οποίο χρησιμοποιούνταν προσωρινά ως αποθηκευτικός χώρος και το κτίριο 5 εμβαδού 220 τ.μ.
το οποίο χρησιμοποιούνταν ως χώρος παραλαβής των προϊόντων. Ειδικότερα ο ενάγων με το έγγραφο "τεχνική περιγραφή εργασιών" ανέλαβε να εκτελέσει τις κάτωθι εργασίες... Το γεγονός ότι ο ενάγων ανέλαβε να εκτελέσει τις ανωτέρω εργασίες προκύπτει από την προπεριγραφείσα "τεχνική περιγραφή οικοδομικών εργασιών" την οποία μάλιστα κατέθεσε στη Διεύθυνση Αγροτικής Ανάπτυξης και φέρει την υπογραφή της Γεωπόνου Α.
Κ., βάσει της οποίας εγκρίθηκε το σχέδιο αναγνώρισης της Ο.Π. ΑΣΣ Ερατεινού, με ημερομηνία έγκρισης την 3.4.2007 (βλ. έγγραφο τεχνικής περιγραφής εργασιών που επισυνάπτεται στην προσκομιζόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης). Περαιτέρω το ανωτέρω έργο εντάχθηκε σε πρόγραμμα χρηματοδότησης-επιχορήγησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (σχέδιο σταδιακής αναγνώρισης Ομάδας Παραγωγών) διάρκειας πέντε ετών, με ποσοστό ενίσχυσης του προγράμματος το οποίο καθορίστηκε σε 70% επί του συνολικού κόστους των επενδύσεων, το ύψος δε, των επενδύσεων του εναγομένου συνεταιρισμού, που εγκρίθηκαν στα πλαίσια του προγράμματος αυτού, ανερχόταν αρχικά στο ποσό των 2.842.390 ευρώ και διαμορφώθηκε μεταγενέστερα, μετά από τροποποιήσεις του αρχικού σχεδίου αναγνώρισης στο συνολικό ποσό των 3.706.868,80 ευρώ, ενώ λόγω της ανωτέρω ένταξης στο πρόγραμμα χρηματοδότησης της ΕΕ συγκροτήθηκε πενταμελής επιτροπή παρακολούθησης και ελέγχου της οργάνωσης και λειτουργίας του εναγομένου συνεταιρισμού.
Η αξία του έργου που ανέλαβε να εκτελέσει ο ενάγων ανερχόταν, σύμφωνα με την με αριθμό ΑΠ 287581/3.4.2007 έγκριση σχεδίου οργάνωσης ομάδας παραγωγών ΑΣΣ Ερατεινού, στο ποσό των 610.000 ευρώ (χωρίς ΦΠΑ) και επιμεριζόταν ως εξής: 50.000 ευρώ για ασφαλτόστρωση επιφάνειας 3.400 τ.μ., 60.000 ευρώ για διαρρύθμιση δύο κτιρίων με μεταλλικό σκελετό, 450.000 ευρώ για αντικατάσταση φέροντος οργανισμού και 50.000 ευρώ για κτιριακή επέκταση, στην πορεία δε, και δη στις 12.2.2009 εγκρίθηκε επί πλέον και το ποσό των 20.000 ευρώ για κατασκευή μιας ράμπας φορτοεκφόρτωσης στην εξωτερική πλευρά του κτιρίου 1.
Κατά τη διάρκεια εκτέλεσης του έργου, ο ενάγων προέβαινε σε εργασίες και ακολούθως συνέτασσε προς πληρωμή λογαριασμούς που αποτελούνταν από τεχνική έκθεση, αναλυτική επιμέτρηση και λογαριασμό, οι οποίοι υποβάλλονταν προς έγκριση στη Διεύθυνση Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων Καβάλας, με βάση τους οποίους γινόταν η σταδιακή εκταμίευση των ποσών που αφορούσαν στις κτιριακές εργασίες.
Ο πρώτος λογαριασμός αφορούσε ... ο δεύτερος... και ο 7ος... Το συνολικό κόστος των εργασιών σύμφωνα με τους επτά (7) αυτούς λογαριασμούς που συνέταξε ο ενάγων ανήλθε στο ποσό των 624.831,71 ευρώ (χωρίς ΦΠΑ). Οι λογαριασμοί υποβλήθηκαν από τον ενάγοντα στις διαχειριστικές αρχές του επενδυτικού προγράμματος και εγκρίθηκαν από τις ελεγκτικές επιτροπές της επιβλέπουσας υπηρεσίας.
Μάλιστα, το έργο παραδόθηκε στον εναγόμενο τον Απρίλιο του έτους 2009, πιστοποιήθηκε δε, από τριμελή επιτροπή της Διεύθυνσης Αγροτικής Ανάπτυξης συνεπικουρούμενη από τρεις τεχνικούς υπαλλήλους και συντάχθηκαν η από 29.7.2008 έκθεση ελέγχου για το χρονικό διάστημα εφαρμογής της επένδυσης από 3.4.2007 έως 2.4.2008, και το πρακτικό ελέγχου για το χρονικό διάστημα από 3.4.2008 έως 2.4.2009, οι οποίες διαπίστωσαν ότι πραγματοποιήθηκε η επένδυση κατά τα οριζόμενα στο σχέδιο αναγνώρισης.
Οι επιμετρηθείσες από την επιβλέπουσα υπηρεσία εργασίες είναι:... Το σύνολο των επιμετρηθεισών εργασιών ανέρχεται σε 624.831,71 ευρώ. Επί πλέον, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι εκτέλεσε εργασίες καθαίρεσης επικεραμώσεων ποσού 3.736,95 ευρώ (889,75 τ.μ. Χ 4,20 ευρώ/τ.μ.) καθαίρεσης φέροντος οργανισμού ξύλινης στέγης, προμήθεια και μεταφορά αμμοχάλικου ποσού 1.332,60 ευρώ (22,21 κ.ε.
Χ 60 ευρώ/κ.ε.), για μεταφορά αμμοχάλικου ποσού 3.219,44 ευρώ, ήτοι συνολικά 8.288,99 ευρώ, για κατασκευή στηθαίων από σκυρόδεμα ποσού 3.192,48 ευρώ (16/20 21,60 κ.ε. Χ 147,80 ευρώ/κ.ε.) για ξυλότυπους συνήθων χυτών κατασκευών 8.139, 24 ευρώ (77,03 κ.ε. Χ 108 ευρώ/κ.ε.) για δομικά πλέγματα Β500c ποσού 1303,88 ευρώ (1133,81 κιλά Χ 1,15 ευρώ) ήτοι 12.815,60 ευρώ για κατασκευή ελαφρού βιομηχανικού δαπέδου 16.621,20 ευρώ (769,50 τ.μ.
Χ 21,60 ευρώ /τ.μ.) για αποξήλωση μεταλλικών φύλλων επιστέγασης ποσού 1403,51 ευρώ (519,82 τ.μ. Χ 2,70 ευρώ/τ.μ.) για πετάσματα πλαγιοκάλυψης τύπου σάντουϊτς ποσό 500 ευρώ, για επιχρίσματα θρυπτά ή πατητά 2.721,18 ευρώ (13,30 ευρώ /τ/μ. Χ 204,60 τ.μ.) ήτοι συνολικά 3.221,68 ευρώ , για υπόβαση οδοστρωσίας μεταβλητού πάχους Π.Τ.Π. 0-150 (11,20 ευρώ /κ.ε.
Χ 284,70 ευρώ - 3.188,64 ευρώ) βάση οδοστρωσίας πάχους 0,10 μ. Π.Τ.Π. -155 (2,60 ευρώ /τ.μ. Χ 632,69 τ.μ.= 1.644,99 ευρώ) ασφαλτικά προεπάλειψη (1,10 ευρώ /τ.μ. Χ 632,69 τ.μ. = 695,96 ευρώ) και ασφαλτική στρώση κυκλοφορίας πάχους 0,05 τ.μ. (Π.Τ.Π. Α 265) με χρήση κοινής ασφάλτου (6 ευρώ ανά τ.μ. Χ 632,69 τ.μ. - 3.796,14 ευρώ )ήτοι 9.325,73 ευρώ καθώς και ποσό 5.124 ευρώ για απολογιστικά, ήτοι το σύνολο των προσθέτων πέραν των επιμετρηθεισών εργασιών κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος ανέρχεται στο ποσό των 56.800,72 ευρώ.
Ο εναγόμενος, όπως συνομολογείται από τον ενάγοντα, έναντι της συμφωνηθείσας αμοιβής ποσού 600.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ κατέβαλε τμηματικά το συνολικό ποσό των 594.249,49 ευρώ πλέον ΦΠΑ, ενώ η επιβλέπουσα υπηρεσία Αγροτικής Ανάπτυξης επιμέτρησε κατόπιν υποβολής λογαριασμών από τον ενάγοντα εργασίες συνολικού ποσού 624.831,71 ευρώ, με αποτέλεσμα αυτός να ζητεί την διαφορά ποσού 30.582,22 ευρώ (624.831,71 - 594.249,49) καθώς και τις προαναφερθείσες εργασίες αξίας 56.800,72 ευρώ.
Τα ανωτέρω όμως ποσά ο ενάγων δεν δικαιούται διότι η συνολική αμοιβή του ενάγοντος εργολάβου συμφωνήθηκε επακριβώς εκ των προτέρων σε ορισμένο πάγιο (εφάπαξ) ποσό, ήτοι αυτό των 600.000 ευρώ αναλαμβάνοντας έτσι ο ενάγων τον κίνδυνο του ακριβούς υπολογισμού του κόστους του έργου, καθώς και την περίπτωση ανάγκης διενέργειας προσθέτων εργασιών σε σχέση με εκείνες που αρχικά προβλέφθηκαν από τη σύμβαση και την τεχνική περιγραφή οικοδομικών εργασιών.
Άλλωστε αποδείχθηκε, ότι οι προαναφερθείσες εργασίες συνολικού ποσού 624.831,18 ευρώ, που πιστοποιήθηκαν από την επιβλέπουσα υπηρεσία καθώς και αυτές ποσού 56.800,72 ευρώ, οι οποίες αφορούσαν σε μεταφορές με αυτοκίνητο, εκσκαφή θεμελίων και τάφρων με χρήση μηχανικών μέσων... προβλέπονταν ρητά από την από 11.1.2008 έγγραφη σύμβαση έργου και την προαναφερθείσα "τεχνική περιγραφή οικοδομικών εργασιών", που υπέβαλε ο ενάγων προς την επιβλέπουσα υπηρεσία προς έγκριση του σχεδίου αναγνώρισης και ήταν αναγκαίες για την εκτέλεση του προαναφερομένου έργου και μπορούσαν βέβαια να προβλεφθούν από τον ενάγοντα, ο οποίος είναι εργολήπτης δημοσίων και ιδιωτικών έργων και γνώστης των αναγκών και λεπτομερειών ενός οικοδομικού έργου.
Για τις ανωτέρω προαναφερθείσες εργασίες που ο ενάγων προσδιορίζει στην αγωγή κατά μονάδα μέτρησης (κυβικό μέτρο, τετραγωνικό μέτρο, χιλιόγραμμο) αποδείχθηκε, ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ του ενάγοντος και του νομίμου εκπροσώπου του εναγομένου κατά την διάρκεια εκτέλεσης του έργου από τον μη να Φεβρουάριο 2008 έως την αποπεράτωσή του τον Απρίλιο του έτους 2009.
Στην κρίση του αυτή άγεται το Δικαστήριο από το γεγονός, ότι η δαπάνη για τη σύμβαση έργου καλυπτόταν σε ποσοστό 70% επί του συνολικού κόστους της επένδυσης από την Ευρωπαϊκή Ένωση, το δε ποσοστό της επένδυσης ανερχόταν αρχικά στο ποσό των 2.842.390 ευρώ και εν συνεχεία στο συνολικό ποσό των 3.706.868,80 ευρώ, το οποίο δεν εξήντλησε ο εναγόμενος και επομένως, οποιαδήποτε περαιτέρω συμφωνία μεταξύ των μερών θα έπρεπε να είναι έγγραφη, προκειμένου να καλυφθεί οικονομικά από την επένδυση και όχι προφορική, την οποία ο εναγόμενος θα έπρεπε να καταβάλει εξ ιδίων δαπανών.
Επίσης, το ύψος του αιτουμένου ποσού των προσθέτων εργασιών είναι ιδιαίτερα μεγάλο προκειμένου να γίνει με προφορική συμφωνία, ενώ η διάρκεια εκτέλεσης του έργου ιδιαίτερα μεγάλη (Φεβρουάριος 2008- Απρίλιος 2009) και κατά τη διάρκεια αυτή, θα μπορούσε να συναφθεί έγγραφη συμφωνία που να καθορίζει τις πρόσθετες εργασίες και το ύψος αυτών, η καταβολή των οποίων θα μπορούσε να χρηματοδοτηθεί από την επένδυση.
Μόνη δε η κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, αδελφού του ενάγοντος, χωρίς οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο, δεν μπορεί να οδηγήσει σε κρίση περί υπάρξεως συμφωνίας των διαδίκων για πρόσθετες εργασίες σημειουμένου του γεγονότος ότι ο ενάγων άσκησε αγωγή μετά την παρέλευση τεσσάρων και ημίσεος ετών από την παράδοση του έργου..".
Κατόπιν των ανωτέρω, το Εφετείο κατ' αποδοχή του τρίτου λόγου έφεσης ως βασίμου, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, διακράτησε την υπόθεση και απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη από ουσιαστική άποψη. Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 20 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενο του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή δέχθηκε ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε, και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 41/2024, ΑΠ 129/2024, ΑΠ 1348/2017, ΑΠ 1022/2017, ΑΠ 964/2013).
Η παραμόρφωση του εγγράφου μπορεί να γίνει θετικά, με την εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου ή αρνητικά, με την παράλειψη ανάγνωσης κρισίμων για το αποδεικτέο γεγονός φράσεων αυτού δηλ. φράσεων που μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα. Για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραβιάσθηκε κατά το περιεχόμενο του (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 129/2024, ΑΠ 1745/2022, ΑΠ 612/2020, ΑΠ 433/2020).
Δεν αρκεί έτσι ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενο του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξ άλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 1745/2022, ΑΠ 627/2003, ΑΠ 402/2004, ΑΠ 832/2009, ΑΠ 1627/2010).
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης για να είναι ορισμένος θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το Δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 1447/2017, ΑΠ 194/2005).
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 KΠολΔ ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, την οποία δεν είχε κατά νόμο, ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη αν και την είχε κατά το νόμο και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα.
Για να είναι ορισμένος ο, από το άρθρο 559 αρ. 12 KΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για την παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, πρέπει να αναφέρονται σ` αυτόν και τα εξής: α) ποιά είναι η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση νόμου σε σχέση με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων που έχει εκτιμηθεί, β) προς απόδειξη ποίου ισχυρισμού έγινε επίκληση και προσκομιδή του σχετικού αποδεικτικού μέσου καθώς και ποια επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, γ) ποια ήταν η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε στο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο από την προσβαλλόμενη απόφαση διαφορετική από εκείνη που αποδίδει σ` αυτό ο νόμος και δ) πού έγκειται ως προς το αποδεικτικό μέσο το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 570/2016, ΑΠ 491/2014).
Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη απόδειξης μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος, και δεν θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 KΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία (ΑΠ 1306/2021, ΑΠ 348/2021).
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 340 αριθ.1 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται και στην διαδικασία ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, στις υποθέσεις οι οποίες εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία, λαμβάνονται υπόψη τόσο αποδεικτικά μέσα τα οποία πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική αξία εκάστου, όσο και αποδεικτικά μέσα τα οποία δεν πληρούν τους όρους του νόμου και τα οποία, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ, δηλαδή μόνον εφόσον είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη, εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα, παράλληλα με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα. Έτσι, στην τακτική διαδικασία λαμβάνονται υπόψη, αδιακρίτως πλέον, και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ' αποδεικτικό τύπο, καθώς και ιδιωτικά ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους, γενικά δε κάθε είδους έγγραφα. Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνον, τα πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, διότι δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων και ένορκες βεβαιώσεις, για τις οποίες δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από τον νόμο διαδικασία (ΑΠ 124/2023, ΑΠ 150/2022, ΑΠ 1721/2014, ΑΠ 1423/2012).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 438 του ΚΠολΔ έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο η ότι έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση και ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με προσβολή του εγγράφου ως πλαστού (ΑΠ 1551/2022).
Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης (κατά το πρώτο σκέλος αυτού) ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του αναφερόμενου στο λόγο αυτό εγγράφου, ήτοι της ανυπόγραφης και αχρονολόγητης "τεχνικής περιγραφής οικοδομικών εργασιών", του οποίου το αληθές περιεχόμενο παρατίθεται κατά λέξη στο αναιρετήριο δικόγραφο, όπως εξ άλλου παρατίθεται το από την προσβαλλόμενη απόφαση προσδοθέν περιεχόμενο.
Από τη θεώρηση του εν λόγω εγγράφου και τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτές προπαρατέθηκαν, προκύπτει ότι το Εφετείο δεν προέβη σε εσφαλμένη ανάγνωση του περιεχομένου του ως άνω εγγράφου, δεν δέχθηκε δηλαδή περιστατικά προφανώς διάφορα από το περιεχόμενο του εγγράφου, ούτε εξ άλλου, στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό, που κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος αποτύπωνε απλώς και μόνον την πρότασή του (προϋπολογισμό του έργου) υποβληθείσα προς έγκριση από τον αναιρεσίβλητο συνεταιρισμό, αλλά αφού ανέγνωσε το όλο περιεχόμενό του, όπως αυτό πραγματικά διατυπώνεται, κατέληξε με την συνεκτίμηση και των λοιπών αποδεικτικών μέσων που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και συγκεκριμένα, των ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, της από ....2016 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού Μηχανικού Μ.
Σ., της με αριθμό ....2021 ένορκης βεβαίωσης ενώπιον της συμβολαιογράφου Χρυσούπολης Φ. Δ., καθώς και της καταρτισθείσας εγγράφως από 11.1.2008 σύμβασης έργου μεταξύ των διαδίκων μερών, στο προαναφερόμενο πόρισμα, ότι δηλαδή, οι εργασίες αξίας 56.800,72 ευρώ, δεν υπήρξαν πρόσθετες, καθόσον δεν συμφωνήθηκαν επί πλέον αυτών της από 11.1.2008 σύμβασης έργου, αλλά αντίθετα ήσαν αναγκαίες για την εκτέλεση της τελευταίας και περιλαμβάνονταν σ'αυτή.
Επομένως, το γεγονός, ότι παρά την ορθή ανάγνωση του παραπάνω εγγράφου, η προσβαλλομένη απόφαση συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, δεν μπορεί να θεμελιώσει τον προβαλλόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, αφού πρόκειται για αιτίαση αναγόμενη στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση πραγμάτων, με συνέπεια ο παραπάνω λόγος (κατά το πρώτο σκέλος του) να ελέγχεται αβάσιμος.
Με το δεύτερο σκέλος του ιδίου λόγου ο αναιρεσείων αποδίδει επικουρικά στη προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενος παράβαση σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ισχυριζόμενος : (α) ότι "φαίνεται" ότι το δικάσαν Εφετείο προσέδωσε στο έγγραφο με τίτλο "τεχνική περιγραφή οικοδομικών εργασιών" εκδόσεως του ιδίου του αναιρεσείοντος, πλήρη αποδεικτική δύναμη, εκτιμωμένου ως δημοσίου εγγράφου, για το λόγο ότι αυτό έφερε την υπογραφή της γεωπόνου Α.
Κ., υπαλλήλου δημόσιας υπηρεσίας, ενώ αυτό δεν είχε συνταχθεί από την τελευταία, αλλά έφερε μόνον την υπογραφή της επί του περιθωρίου του ακριβούς αντιγράφου αυτού και (β) ότι "αν ήθελε θεωρηθεί ότι το δικάσαν Εφετείο δεν προσέδωσε ισχύ δημοσίου εγγράφου" στο παραπάνω έγγραφο, εν τούτοις και πάλι παραβίασε την παραπάνω διάταξη (αρ. 12 αρθ. 559 ΚΠολΔ) καθόσον έπρεπε να κάνει χρήση "συμπληρωματικά" με τις λοιπές αποδείξεις, και όχι αποκλειστικά, δεδομένου ότι αυτό υπήρξε ανυπόγραφο και άνευ χρονολογίας, και συνεπώς συνιστούσε έγγραφο που δεν πληρούσε τους όρους του νόμου.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, υπό αμφότερες τις επί μέρους αιτιάσεις αυτού, και τούτο παρεκτός του ότι διατυπώνεται ενδοιαστικά, σε κανένα σημείο της προσβαλλομένης δεν υφίσταται παραδοχή ότι το εν λόγω έγγραφο εκδόθηκε από δημόσια υπηρεσία, αλλά αντιθέτως, ότι επρόκειτο για έγγραφο που συνέταξε ο ίδιος ο αναιρεσείων και ακολούθως ο ίδιος κατέθεσε στην αρμόδια Διεύθυνση Αγροτικής Ανάπτυξης του νομού Καβάλας, από όπου και έλαβε την υπογραφή της αρμοδίας υπαλλήλου Α.
Κ., και τούτο ανεξαρτήτως της επικαλουμένης έλλειψης υπογραφής επ'αυτού, αφού το ανυπόγραφο έγγραφο δεν έχει κατ' αρχήν αποδεικτική ισχύ υπέρ του εκδότη του, αλλά δεν παύει να έχει τα τυπικά χαρακτηριστικά του εγγράφου και να είναι υποστατό ως έγγραφο (ΑΠ 29/2018), ώστε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δεν προσέδωσε στο φέρον την υπογραφή της ανωτέρω δημοσίας υπαλλήλου έγγραφο, επιγραφόμενο ως "τεχνική περιγραφή οικοδομικών εργασιών" αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη από όση δεσμευτικά γι'αυτό ορίζει ο νόμος, δεν απέδωσε δηλαδή σ'αυτό αποδεικτική ισχύ δημοσίου εγγράφου, αλλά έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε αυτό με βάση ελεύθερη απόδειξη, ακόμη και ως έγγραφο μη πληρούν τους όρους του νόμου, δεδομένου ότι στη προκειμένη περίπτωση δεν αποκλείστηκε η εμμάρτυρη απόδειξη.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να εκτιμήσει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση, ότι το πραγματικό γεγονός, για την απόδειξη του οποίου ο διάδικος επικαλείται το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008).
Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί η γενική διαβεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν νομίμως στην κρίση του, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 765/2014).
Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη έγγραφο, αλλά του προσέδωσε αποδεικτική βαρύτητα διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1995/2022, ΑΠ 1047/2018, ΑΠ 569/2017, ΑΠ 967/2015).
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 11γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι δεν έλαβε υπόψη του παρότι είχε γίνει επίκληση και προσκομιδή : (α) της με αριθμό 278243/13.2.2009 απόφασης του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων με τίτλο "Έγκριση Τροποποίησης Σχεδίου Σταδιακής Αναγνώρισης της Ομάδας Παραγωγών ΑΣΣ Ερατεινού ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ του νομού Καβάλας για τα έτη 2007/2008 - 2011/2012" με τον συνημμένο σε αυτή πίνακα και (β) του με αριθμό 147123/20.11.2009 έγγραφο του Οργανισμού Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΟΠΕΚΕΠΕ) και (γ) της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος δυνάμει της με αριθμό 47/2016 μη οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας τεχνικού πραγματογνώμονος Μ.
Σ., από τα οποία με βεβαιότητα προέκυπτε ότι οι εργασίες που αναφέρονταν στη "τεχνική περιγραφή οικοδομικών εργασιών" δεν αποτέλεσαν άπασες αντικείμενο της από 11.1.2008 σύμβασης έργου, καθώς και ότι αυτός (αναιρεσείων) εκτέλεσε εργασίες επί πλέον των προβλεφθεισών με την σύμβαση. Από τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, όπως αυτές προπαρατέθηκαν, προκύπτει το αβάσιμο του ανωτέρω λόγου, καθόσον το Εφετείο ρητώς αναφέρεται στην λήψη υπόψη, της από ....2016 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ....2016 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού Μ.
Σ., από δε τη γενική αναφορά ότι έλαβε υπόψη του, εκτός των ρητώς μνημονευομένων, και όλα τα προσκομιζόμενα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα, για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε συνδυασμό με όσα διαλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση της προσβαλλομένης, δεν γεννάται αμφιβολία ότι ελήφθησαν υπόψη και τα παραπάνω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα για το σχηματισμό της κρίσης του, λαμβανομένου υπόψη και του ότι ως αναλυτικά προεκτέθηκε, από καμία διάταξη δεν επιβάλλεται η ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα.
Το γεγονός ότι το Εφετείο κατέληξε σε παραδοχές τις οποίες ο αναιρεσείων θεωρεί εσφαλμένες και αντίθετες με όσα κατ' αυτόν, προκύπτουν από τα επικαλούμενα έγγραφα, ανάγεται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και δεν οδηγεί στη κρίση ότι αυτά δεν λήφθηκαν υπόψη, ως διαλαμβάνοντα πραγματικά περιστατικά διαφορετικά από εκείνα που δέχθηκε ως αληθή το δικαστήριο της ουσίας και θεμελιώνουν την ουσιαστική βασιμότητα του πορίσματός του.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και επομένως προϋποθέτει έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος από το δικαστήριο της ουσίας. Η διάταξη αυτή αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει δε από αυτήν ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στα πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 796/2023, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 2092/2022, ΑΠ 269/2020, ΑΠ 109/2019, ΑΠ 1420/2013).
Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 1023/2019, ΑΠ 1160/2018, ΑΠ 1340/2017, ΑΠ 765/2014).
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 681 του ΑΚ, ισχυριζόμενος ότι διέλαβε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα του περιεχομένου της επίδικης εργολαβικής σύμβασης, του χαρακτηρισμού συγκεκριμένων εργασιών ως προσθέτων και την εντεύθεν οφειλόμενη σ'αυτόν εργολαβική αμοιβή.
Ειδικότερα, ότι δεν εξηγείται πώς το περιεχόμενο του εγγράφου της τεχνικής περιγραφής οικοδομικών εργασιών συνιστά και το περιεχόμενο του εγγράφου της ένδικης σύμβασης έργου, την οποία αυτή εξειδικεύει, αφού η δεύτερη καταρτίστηκε ένα χρόνο μετά την έκδοση του πρώτου, δεν διευκρινίζεται επαρκώς και σαφώς ποίες από τις εργασίες που εγκρίθηκαν με απόφαση της διοίκησης ήταν αντικείμενο της ένδικης σύμβασης έργου, και ποίες, συνεπώς, συμφωνήθηκε μεταγενεστέρως να εκτελεσθούν ως πρόσθετες.
Με το ανωτέρω περιεχόμενο ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι υπό το πρόσχημα των επικαλουμένων παραβάσεων, πλήττεται, ανεπίτρεπτα, η ουσιαστική περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι οι ανεπάρκειες και αντιφάσεις της αναιρεσιβαλλομένης, που επικαλείται ο αναιρεσείων, για την θεμελίωσή τους, ανάγονται στην ανάλυση, στάθμιση των αποδείξεων, για την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος της προσβαλλομένης.
Σε κάθε δε περίπτωση με τις κρίσεις του αυτές, στις οποίες στήριξε την απόρριψη της ένδικης αγωγής, το Εφετείο διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της υπαγωγής των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στους κατά τα ανωτέρω εφαρμοστέους κανόνες των άρθρων 681 επ.
Πλέον συγκεκριμένα, διέλαβε σαφώς, ότι μεταξύ των διαδίκων μερών καταρτίστηκε η ένδικη σύμβαση έργου, που περιελάμβανε τις εργασίες που αποτυπώνονταν στο έγγραφο που συνέταξε ο αναιρεσείων, ως "τεχνική περιγραφή οικοδομικών εργασιών", ότι η κατ' αποκοπήν αμοιβή του ως εργολάβου συμφωνήθηκε να είναι αυτή των 600.000 ευρώ, και τούτο ανεξαρτήτως του ότι η αξία των τελικώς εκτελεσθεισών και επιμετρηθεισών από την τριμελή επιτροπή της Διεύθυνση Αγροτικής Ανάπτυξης της ΠΕ Καβάλας εργασιών, προσδιορίστηκε στο υπέρτερο ποσό των 624.831,71 ευρώ, ότι, ενόψει του κινδύνου που κατά νόμον αναλαμβάνει ο εργολάβος που συμφώνησε την αμοιβή του καταβλητέα ως "κατ' αποκοπήν", αυτή να παραμένει αμετάβλητη σε περίπτωση αυξομείωσης του κόστους των εργασιών, αυτός δεν εδικαιούτο να αξιώσει την διαφορά μεταξύ του χρηματικού ποσού που έλαβε ως αμοιβή από 594.249,49 ευρώ και αυτού που προσδιορίστηκε ως αξία του τελικού έργου, από 624.831,71 ευρώ, δηλαδή το ποσό των (624.831,71 - 594.249,49=) 30.582,22 ευρώ, και τέλος, ότι δεν καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων μερών, νέα, αυτοτελής συμφωνία για την εκτέλεση πρόσθετων εργασιών συνολικού κόστους 56.800,72 ευρώ, επί πλέον του αρχικά συμφωνηθέντος έργου, αλλά ότι οι ισχυριζόμενες ως "πρόσθετες" εργασίες, όχι μόνον δεν συμφωνήθηκαν, αλλά διαλαμβάνονταν στην από 11.1.2008 επίμαχη σύμβαση έργου, και ήσαν αναγκαίες για την προσήκουσα εκτέλεσή της, της παραδοχής αυτής μη συναπτομένης προς τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για διαφορετικό περιεχόμενο της επίμαχης σύμβασης έργου με αυτό της τεχνικής περιγραφής των εργασιών που το αφορούσαν, ενόψει του ότι ως αναλυτικά προεκτέθηκε, στην περίπτωση της κατ' αποκοπής αμοιβής του εργολάβου αυτός δικαιούται αμοιβή για τις πρόσθετες εργασίες ανεξάρτητης της ορισθείσας αρχικής τοιαύτης, μόνον στη περίπτωση που αυτές διενεργήθηκαν μετά ρητή συμφωνία των συμβαλλομένων μερών, που όμως εν προκειμένω, κατά τις αναιρετικώς ανέλεγκτες κρίσεις του Εφετείου, δεν έλαβε χώρα.
Συνεπώς, ο λόγος αναίρεσης με την αποδιδόμενη στη προσβαλλομένη πλημμέλεια της εκ πλαγίου παράβασης της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 691 ΑΚ είναι αβάσιμος.
Από την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην δίκη, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει στην απόφασή του από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την σχετική αποδεικτική κρίση (ΑΠ 1046/2022, ΑΠ 1139/2020, ΑΠ 1349/2018, ΑΠ 576/2018, ΑΠ 2110/2017).
Με το πρώτο σκέλος του πέμπτου αναιρετικού λόγου αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα, ότι δέχθηκε, χωρίς ουδόλως να αποδεικνύεται, ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ του αναιρεσείοντος και του νομίμου εκπροσώπου του αναιρεσιβλήτου συνεταιρισμού για πρόσθετες εργασίες, διότι η δαπάνη του έργου καλυπτόταν κατά 70% από την Ευρωπαϊκή Ένωση, και συνεπώς θα ήταν δυνατή η κατάρτιση έγγραφης συμφωνίας για τις πρόσθετες εργασίες ώστε να τις επιβαρυνθεί το κονδύλιο της ΕΕ (να ενταχθούν δηλαδή στην ευρωπαϊκή χρηματοδότηση) και όχι ο συνεταιρισμός, και διότι ως εκ του μεγάλου κόστους των προσθέτων εργασιών, η συμφωνία αυτή δεν θα μπορούσε να είναι προφορική όπως ισχυρίστηκε ο αναιρεσείων, αλλά θα έπρεπε να είναι έγγραφη, λαμβανομένης υπόψη και της μεγάλης διάρκειας εκτέλεσης του έργου.
Με αυτό το περιεχόμενο ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν δεν πλήττεται "πράγμα", και συγκεκριμένα, ο αγωγικός ισχυρισμός για την ύπαρξη ξεχωριστής, μεταγενέστερης της επίδικης σύμβασης έργου συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων για την εκτέλεση από τον αναιρεσείοντα προσθέτων εργασιών, στην απόρριψη του οποίου το Εφετείο κατέληξε μετ' εκτίμηση αποδείξεων, αλλά τα κατ' ιδίαν επιχειρήματα που χρησιμοποίησε το Εφετείο για την αιτιολόγηση της ανυπαρξίας αυτής της συμφωνίας και εντεύθεν του αποδεικτικού του πορίσματος.
Εξ ίσου δε, απορριπτέος ως απαράδεκτος, ως πλήττων τα παραπάνω επιχειρήματα του δικαστηρίου, και όχι αιτιολογίες είναι ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, με το οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται εκ πλαγίου παράβαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 681 ΑΚ.
Β. Κατά το άρθρο 904 εδ. α' του ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ενώ κατά το εδ. β' της ίδιας διάταξης, η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε και που δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση, δικαιολογούσα τον πλουτισμό, ούτε σε νόμιμη υποχρέωση.
Κατά την ως άνω διάταξη, προϋποθέσεις αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι: α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας. Από την ίδια διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ προκύπτει ότι, η αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού τόσο από ουσιαστική όσο και από δικονομική άποψη είναι επιβοηθητικής ουσιαστικά φύσης και μπορεί να ασκηθεί μόνον όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός εάν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς) κατ' άρθρο 219 ΚΠολΔ της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία (ΑΠ 174/2024, ΑΠ 16/2008).
Έτσι, λόγω του ως άνω επιβοηθητικού χαρακτήρα της αγωγής του αδικαιολογήτου πλουτισμού, αν αυτή στηρίζεται στα ίδια περιστατικά, στα οποία θεμελιώνεται η αγωγή από σύμβαση ή αδικοπραξία, είναι νομικά αβάσιμη. Τούτο δε, διότι, εφόσον υπάρχει σύμβαση ή αδικοπραξία, ο ενάγων δύναται να θεμελιώσει τις αξιώσεις του σ' αυτές και δεν μπορεί να προσφύγει στην επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού (ΑΠ 2019/2007).
Περαιτέρω, όταν η εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού αξίωση ασκείται υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, αρκεί για την νομική πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσης να γίνεται απλή επίκληση των προαναφερθεισών τεσσάρων προϋποθέσεων με στοιχεία α' έως δ' για τη θεμελίωση της αντίστοιχης αξίωσης στη διάταξη του άρθρου 904 εδ.
α' του ΑΚ, δηλαδή ότι μεσολάβησε παροχή (καταβολή) εκ μέρους του ενάγοντος για την εκπλήρωση οφειλής (αιτίας) ανύπαρκτης, χωρίς να είναι αναγκαία, στη δικονομικώς αυτή ενιαία εκδίκαση της επικουρικής βάσης της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό η επίκληση εκ μέρους του ενάγοντος των προϋποθέσεων ανυπαρξίας των με την κύρια βάση της αγωγής ασκουμένων αξιώσεων από σύμβαση ή αδικοπραξία, αφού αυτές (προϋποθέσεις) θα διαγνωσθούν δικαστικά στην ίδια δίκη, και θα είναι δεδομένες κατά την επακολουθούσα εξέταση της επικουρικής βάσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Είναι όμως αναγκαία στην περίπτωση αυτή να γίνεται στο αγωγικό δικόγραφο απλή, έστω και έμμεση, επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης ή της ανυπαρξίας των με την κύρια βάση της αγωγής ασκουμένων αξιώσεων από αδικοπραξία, χωρίς να απαιτείται και έκθεση των γεγονότων στα οποία οφείλεται, αφού στην εν λόγω περίπτωση η επικουρική βάση, όπως προεκτέθηκε, θα εξετασθεί μόνο αν η κυρία βάση απορριφθεί λόγω ακυρότητας της συμβάσεως ή ανυπαρξίας των με την κύρια βάση της αγωγής ασκουμένων αξιώσεων από αδικοπραξία, η οποία συνεπώς θα είναι δεδομένη, καθόσον πληρούται έτσι και ο σκοπός της διατάξεως του άρθρου 216 του ΚΠολΔ, η οποία απαιτεί τη σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 22/2003, ΑΠ 174/2024, ΑΠ 1372/2022, ΑΠ 408/2020, ΑΠ 1325/2019).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, ο αναιρεσείων αιτιάται ευθεία παράβαση του άρθρου 904 του ΑΚ, καθόσον το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, έκρινε την αγωγή ως μη νόμιμη κατά την επικουρική της βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, με την οποία επιχειρήθηκε να θεμελιωθεί η αξίωση του αναιρεσείοντος για την εκτέλεση προσθέτων εργασιών στο υπόψη έργο, για το λόγο ότι υφισταμένης κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, συμβατικής σχέσης μεταξύ των διαδίκων πλευρών, η αξίωση του αναιρεσείοντος στηρίζεται στα αυτά πραγματικά περιστατικά στα οποία θεμελιώνεται και η αγωγή κατά την κύρια βάση της, που νόμιμο λόγο ευθύνης έχει την σύμβαση έργου.
Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο παραβίασε μεν με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, καθόσον από τη παραδεκτή επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων είχε κάνει απλή επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης ή του αχρεωστήτου, επικαλούμενος ότι "...
σε περίπτωση που θεωρηθεί ότι δεν υπάρχει συμβατική μου αξίωση, ή ότι η μεταγενέστερη σύμβαση για τις επί πλέον εργασίες είναι άκυρη και πάλι διατηρώ αξίωση επικουρικά, για την καταβολή του ποσού αυτού εκ των διατάξεων περί αδικαιολογήτου πλουτισμού", ώστε, η επικουρική βάση της ένδικης αγωγής νομίμως θεμελιωνόταν στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ο λόγος όμως αυτός αναίρεσης, μετά την απόρριψη απάντων των λοιπών λόγων που αφορούσαν στον αναιρετικό έλεγχο της κύριας αγωγικής βάσης, κατέστη αλυσιτελής καθόσον η κρίση της αναιρεσιβαλλομένης περί εγκυρότητος της συμβάσεως κατέστη πλέον αμετάκλητη και συνεπώς δεν πληρούται η ενδοδιαδικαστική αίρεση της ακυρότητος, υπό την οποία τελεί η έρευνα της επικουρικής βάσεως του αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Εξ άλλου η επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού επιχειρήθηκε να θεμελιωθεί και στη περίπτωση εκτέλεσης των προσθέτων εργασιών χωρίς συμβατική πρόβλεψη. Κατά τις αναιρετικώς ανέλεγκτες όμως παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, οι φερόμενες ως πρόσθετες εργασίες αποτέλεσαν αντικείμενο της αρχικής σύμβασης, και συνεπώς ο από την εκτέλεση αυτών προερχόμενος πλουτισμός του αναιρεσιβλήτου συνεταιρισμού δεν παρίσταται ως αδικαιολόγητος, αλλά νόμιμο λόγο έχει την αρχική σύμβαση έργου μεταξύ των διαδίκων.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υφισταμένου άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο (αρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί αυτός λόγω της ήττας του (αρθ. 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) στη πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσιβλήτου, κατά τα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31.5.2022 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 331/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
-ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουλίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ