Supreme Court dismisses appeal against land ownership decision regarding public forest areas and private titles.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the First Instance Court of Western Greece's decision regarding land ownership. The appellants argued that the court improperly reduced the evidentiary weight of a 2013 land registry document proving private ownership since 1868. The court rejected this, finding the appeal inadmissible because it contradicted the lower court's explicit consideration of the same document.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1, 2, 3 of the Decree of 17 November/1 December 1836 on private forests; The appeal is inadmissible when it contradicts the lower court's explicit consideration of a document proving private ownership, thereby challenging the unreviewable substance of the case.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1293 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1293/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 7 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. χήρας Ι. Π., το γένος Α. Κ., 2) Α. Π. του Ι., 3) Ε. Π. του Ι., κατοίκων ..., 4) Σ. Π. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Χαραλάμπη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Χριστίνα Γιωτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-5-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λευκάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 173/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 167/2018 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 10-6-2019 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 1319/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Εκδόθηκε η 53/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-6-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η από 27-06-2022 αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της με αριθμ. 53/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία, εκδικάστηκε, μετά από αναίρεση, με τη με αριθμ. 1319/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου της με αριθμ. 167/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή ως αόριστη, η από 06-09-2016 έφεση κατά της εκκαλούμενης, με αριθμ. 173/2014, απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, με την οποία απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η από 22-05-2012 αγωγή των αναιρεσειόντων. Η παραπάνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. [1] Με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του Β.Δ. της 17.11./1.12.1836 "περί ιδιωτικών δασών", που έχει ισχύ νόμου, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες πριν από την έναρξη του περί ανεξαρτησίας απελευθερωτικού αγώνα ανήκαν σε ιδιώτες. Για την αναγνώριση των τελευταίων ως ιδιωτικών δασών, όφειλαν οι ιδιοκτήτες των δασικών εκτάσεων, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του διατάγματος αυτού, να παρουσιάσουν στη Γραμματεία του Υπουργείου Οικονομικών τους τίτλους ιδιοκτησίας, διαφορετικά θεωρούνται δημόσια δάση.
Έτσι, με τις διατάξεις αυτές του πιο πάνω Β. Δ/τος θεσπίσθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας σε όλα τα δάση, που υπήρχαν πριν την ισχύ του διατάγματος αυτού στα όρια του Ελληνικού Κράτους, τα οποία δεν αναγνωρίσθηκαν νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες. Προϋπόθεση, όμως, εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικούμενου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος (ΑΠ 1071/2023, ΑΠ 1340/2021, ΑΠ 894/2020).
Κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Πανδ (50.14), 2 παρ.20 Πανδ (41.4) 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ.(18.1) και 7 παρ.3 Πανδ (23.3) του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για την απόκτηση κυριότητας όταν τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν άσκησης νομής επ' αυτού με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε, να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία.
Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21/8/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", του ν. ΔΞΗ' /1912 και των διαταγμάτων περί δικαιοστασίου, που εκδόθηκαν βάσει αυτού και του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" συνάγεται ότι, προκειμένου περί δημοσίων κτημάτων, για την κτήση επ' αυτών κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία έπρεπε η τριακονταετής νομή να είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11.9.1915 (ΟλΑΠ 75/1987).
Σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 20, 12 πανδ. (5.8) ν.27 πανδ. (18.1), 10, 15 παρ.3, 17 και 48 πανδ.(41.3), 3 και 5 παρ.1 πανδ. (41.10), 109 πανδ. (50.16) και 2 παρ.7 και 1 πανδ. (51.4) καλή πίστη εθεωρείτο η ειλικρινής πεποίθηση του χρησιδεσπόζοντος, ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου, ενώ προϋπόθεση της συμπλήρωσης της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του μέχρι την 11η-09-1915, για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα (δάσος, χορτολιβαδική έκταση).
Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά την 11η-09-1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις (ΑΠ 1071/2023, ΑΠ 246/2023, ΑΠ 2019/2023). Εφόσον σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, αποκτήθηκε κυριότητα σε δάσος ή σε δασική έκταση με έκτακτη χρησικτησία μέχρι τις 11.9.1915, δεν ασκεί έννομη επιρροή στην κυριότητα που αποκτήθηκε η μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 62 παρ. 1 του ν. 998/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της Χώρας", με την οποία ορίζεται ότι "σε κάθε φύσεως αμφισβητήσεις ή διενέξεις ή δίκες μεταξύ του Δημοσίου και φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο επικαλείται ή αξιώνει οποιοδήποτε δικαίωμα, εμπράγματο ή όχι, επί των δασών, των δασικών εκτάσεων κ.λ.π., το ως άνω φυσικό ή νομικό πρόσωπο οφείλει να αποδείξει την ύπαρξη του δικαιώματος του" (ΑΠ 53/2013, ΑΠ 1780/2022, ΑΠ 946/2021).
Επί αναγνωριστικής ή διεκδικητικής αγωγής ακινήτου ιδιώτη εάν το Ελληνικό Δημόσιο προβάλλει τον ισχυρισμό ότι το επίδικο ακίνητο είναι δημόσιο δάσος περιελθόν σ' αυτό ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου, οπότε τεκμαίρεται ότι έχει επ' αυτού κυριότητα, ο ενάγων μπορεί να αρκεστεί στην άρνηση της ιδιότητας του επίδικου ως δάσους και ως δημόσιου κτήματος, προς απόκρουση του ισχυρισμού της κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου σ' αυτό, πλην όμως, λόγω του υφιστάμενου τεκμηρίου κυριότητας, βαρύνεται με την απόδειξη του αρνητικού του ισχυρισμού ότι το επίδικο δεν φέρει το χαρακτήρα δάσους ή δασικής έκτασης (ΑΠ 1071/2023, ΑΠ 1187/2022, ΑΠ ). [2] Η νομιμοποίηση και το έννομο συμφέρον των διαδίκων αποτελούν ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας και η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου περί συνδρομής ή όχι των προϋποθέσεων αυτών ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 752/2020, ΑΠ 1157/2017) και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής ή της ένστασης δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκηση της αγωγής ή την προβολή της ένστασης (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 709/2023, ΑΠ 131/2023, ΑΠ 1581/2022). [3] Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011, ΟλΑΠ 7/2006).
Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018).
Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία ((ΟλΑΠ 4/2022, ΟλΑΠ 3/2020). [4] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Έλλειψη νόμιμης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004).
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 34/2021).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1033/2023). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ) πρέπει να αναφέρονται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης (ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 1109/2022, ΑΠ 357/2018), ο ισχυρισμός ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών (ΑΠ 608/2007), γ) τα στοιχεία, από τα οποία προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, δ) οι κρίσιμες πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης πλήρως και όχι αποσπασματικά και επιλεκτικά (ΑΠ 1036/2023, ΑΠ 1554/2022, ΑΠ 1109/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, για έλλειψη νόμιμης βάσης, ως προς το ουσιώδες ζήτημα του καταληκτικού πορίσματος της μη κτήσης με έκτακτη χρησικτησίας με άσκηση πράξεων νομής από τους απώτερους δικαιοπαρόχους των αναιρεσειόντων μέχρι την 11-09-1915 επί της δημόσιας δασικής έκτασης, και στη συνέχεια παραγώγως από τους αναιρεσείοντες είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται :
α) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, β) τα στοιχεία, από τα οποία προτάθηκε παραδεκτά ο παραπάνω ισχυρισμός από τους αναιρεσείοντες - ενάγοντες στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο από τους εκκαλούντες - ενάγοντες, και οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης πλήρως και όχι αποσπασματικά και κατά το δοκούν από τους αναιρεσείοντες.
Σε κάθε περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Επίδικο αποτελεί έκταση εμβαδού 5.501,80 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." ..., όπως αυτό εμφαίνεται με τα στοιχεία ...
στο από μηνός Ιουνίου 1981 τοπογραφικό διάγραμμα της Μηχανικού Φ. Μ., που έχει προσαρτηθεί στο με αριθ. ... συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Βόνιτσας Μ. Λ., και συνορεύει κατά τους ενάγοντες, ήδη αναιρεσείοντες, ανατολικά σε πλευρά μήκους 49 μ. με αγροτικό δρόμο πλάτους 6 μ. και πέραν αυτού με αιγιαλό, δυτικά σε πλευρά μήκους 50 μ.
με αγροτικό δρόμο πλάτους 4 μ. και πέραν αυτού με ιδιοκτησία Ε. Κ., βόρεια σε πλευρά μήκους 127 μ. με ιδιοκτησία Ε. Κ. και νότια σε πλευρά μήκους 116,50 μ. με ιδιοκτησία Σ. Κ. και κατά το εναγόμενο, ήδη αναιρεσίβλητο, ανατολικά με θάλασσα, δυτικά με αγροτικό δρόμο και βόρεια και νότια με δασική έκταση. Με την με αριθ. 1910/1987 δήλωση αποδοχής ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Γ.
Β. - Α., που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Βόνιτσας (τ. ... με αυξ. αριθ. ...) οι ενάγοντες, αποδέχθηκαν την κληρονομιά του Ι. Π., συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών, ο οποίος απεβίωσε στις 15-3-1986, στην οποία περιλαμβάνονταν και το επίδικο ακίνητο, το οποίο κληρονόμησαν αυτοί κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας.
Στο προαναφερόμενο συμβόλαιο αναφέρεται ότι η εν λόγω έκταση περιήλθε στον δικαιοπάροχό τους Ι. Π. δυνάμει του με αριθ. ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Βόνιτσας Μ. Λ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα ανωτέρω βιβλία μεταγραφών (τ. ... με αυξ. αριθ. ...), από τον Ε. Κ. του Δ., στον οποίο είχε περιέλθει ως τμήμα μεγαλύτερης εκτάσεως τριάντα (30) στρεμμάτων δυνάμει του με αριθ. ...
δωρητηρίου Συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Βόνιτσας Γ. Α., που μεταγράφηκε νόμιμα στα ίδια ως άνω βιβλία (τ. 51 με αυξ. αριθ. 45). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το επίδικο αποτελεί δημόσια δασική έκταση, η οποία περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, αφού ήταν δάσος κατά το χρόνο ενάρξεως της ισχύος του από 17/29-11-1836 διατάγματος και δεν είχε αναγνωριστεί προηγουμένως η κυριότητα ιδιώτη επ' αυτού, κατά την προβλεπόμενη από το εν λόγω διάταγμα διαδικασία, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι οι απώτατοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, είχαν ασκήσει επί του επιδίκου, πριν από την 11-9-1915 και για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών τουλάχιστον, πράξεις νομής.
Η κρίση αυτή έρεισμα έχει το γεγονός ότι το έδαφος του επιδίκου είναι πετρώδες (ασβεστολιθικό) και ως εκ τούτου ακατάλληλο για γεωργικές καλλιέργειες, δηλαδή η έκταση δεν ήταν δεκτική καλλιέργειας, ενώ δεν προσκομίσθηκε ουδέν αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο για συγκεκριμένες πράξεις νομής επί του επιδίκου κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα.
Ειδικότερα, όπως επιβεβαιώνεται από την υπ' αριθ. ... έκθεση αυτοψίας και φωτοερμηνείας του δασαρχείου Αμφιλοχίας, η εν λόγω έκταση παρουσιάζει κλίσεις εδάφους έως 20%, έχει έδαφος βραχώδες και σύμφωνα με τις αεροφωτογραφίες του έτους 1945 του έτους 1960 και του έτους 1985 δεν καλλιεργείται, παρουσιάζει θαμνώδη βλάστηση αείφυλλων, πλατύφυλλων, όπως πουρνάρια, κουμαριές, φιλίκια, σε βαθμό συγκόμωσης 90-100%, ενώ απουσιάζει κάθε είδους ανθρώπινη δραστηριότητα μέσα σ' αυτή.
Άλλωστε μόλις το έτος 1984, ο άμεσος δικαιοπάροχος των εναγόντων, Ι. Σ. Π., αποψίλωσε το επίδικο και εκδόθηκε σε βάρος του το υπ' αριθ. 14/1984 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής.
Εξάλλου, πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής συντάσσεται και κατά παντός αυτογνωμόνως επιλαμβανομένου οποιουδήποτε κτήματος ανήκοντος στην δημόσια περιουσία του Κράτους, αντικείμενο δε της ανακοπής κατά του πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής είναι αποκλειστικά το κύρος του προσβαλλόμενου πρωτοκόλλου και όχι η αναγνώριση της κυριότητας ή έστω η προσωρινή ρύθμιση της νομής ή άλλα ουσιαστικά δικαιώματα του Δημοσίου ή της Κοινότητος ή οποιουδήποτε άλλου. Όλα αυτά τα ζητήματα εξετάζονται παρεμπιπτόντως αλλά μόνον ως προδικαστικά ζητήματα και όχι ως αντικείμενο της σχετικής δίκης χωρίς να καλύπτονται από το δεδικασμένο. Η απόφαση δημιουργεί δεδικασμένο, μόνον ως προς το κύρος του ανακοπτόμενου πρωτοκόλλου και όχι για τα εκατέρωθεν ουσιαστικά δικαιώματα των διαδίκων και προδικαστικά ζητήματα του κύρους του πρωτοκόλλου. Το προσωρινό δεδικασμένο έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπεται να καταστεί και πάλι επίδικο κατά την ίδια διαδικασία το δικαίωμα που με τον άνω τρόπο κρίθηκε και ν' αμφισβητηθεί η γι' αυτό αξίωση έως την ανατροπή του δεδικασμένου αυτού σε περίπτωση αμφισβήτησης του δικαιώματος του Δημοσίου στο Δικαστήριο της κυρίας δίκης (.....).
Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ' αριθ. 34/1984 απόφαση του Ειρηνοδικείου Βόνιτσας, και μετέπειτα την επί εφέσεως 35/1985 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, με τις οποίες ακυρώθηκε το προσβαλλόμενο πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής δεν επήλθε αναγνώριση του επιδίκου ως ιδιωτικής έκτασης, ούτε αναγνώριση της κυριότητας του δικαιοπάροχου των εναγόντων επ' αυτού, τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα από τους εκκαλούντες-ενάγοντες με τον σχετικό λόγο της έφεσης, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Περαιτέρω, οι αποφάσεις του Δασάρχη και των Επιτροπών Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων, σχετικά με τον χαρακτήρα ορισμένης έκτασης ως δασικής ή μη συνίσταται στη διαπίστωση υφιστάμενης πραγματικής (φυσικής) κατάστασης και των τυχόν προσφάτων αλλοιώσεών της. Η επίλυση της σχετικής δασικής αμφισβήτησης ανάγεται μόνο στον προσήκοντα χαρακτηρισμό ορισμένης έκτασης και δεν εκτείνεται σε θέματα αναγνώρισης της κυριότητας (...).
Εξάλλου η ιδιότητα του αιγιαλού προκύπτει από φυσικά και μόνο φαινόμενα και δεν δημιουργείται με πράξη της Πολιτείας και ο καθορισμός της έκτασης ως αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού, ανήκει στην εκτίμηση όχι της διοίκησης αλλά του τακτικού Δικαστηρίου, το οποίο δεν δεσμεύεται από την έκθεση και το διάγραμμα της επιτροπής καθορισμού του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού, τα οποία και εκτιμά ως δικαστικά τεκμήρια, ο δε αιγιαλός ανήκει κατά νομική επιταγή στο Ελληνικό Δημόσιο (...).
Εν προκειμένω, το με αριθ. πρωτ. ...-2013 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Αιτωλ/νίας σύμφωνα με το οποίο το επίδικο δεν ανήκει σε καταγεγραμμένο δημόσιο κτήμα αν και εμπίπτει τμήμα του στην γραμμή παλιού αιγιαλού, επειδή με απόφαση του Γ.Γ. Π.Δ.Ε. εξαιρείται από αυτόν, δεν ασκεί έννομη επιρροή, καθόσον αυτό δεν εκτείνεται σε θέματα αναγνώρισης της κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου και αφορά χαρακτηρισμό του σε σχέση με τον αιγιαλό που εν μέρει συνορεύει.
Άλλωστε ο χαρακτηρισμός ορισμένης έκτασης ως δασικής ή μη γίνεται από τις αρμόδιες δασικές αρχές και όχι από την Κτηματική Υπηρεσία. Με βάση όλα τα προαναφερόμενα αποδείχθηκε: α) ότι η κυριότητα του επιδίκου ακινήτου ανήκει στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, γιατί ήταν ανέκαθεν δάσος, με συνέπεια να υπάρχει νόμιμο τεκμήριο κυριότητας αυτού επί των δασών που υπήρχαν στα όρια του Ελληνικού Κράτους κατά τον χρόνο ισχύος του β.δ. 17/29.11.1836, β) ότι δεν ζητήθηκε από ιδιώτη η αναγνώριση κυριότητας επ' αυτού με τη διαδικασία του ως άνω βασιλικού διατάγματος και γ) ότι δεν χρησιδεσπόστηκε επί 30ετία τουλάχιστον μέχρι το έτος 1915 από τον απώτατο δικαιοπάροχο της ενάγουσας-εκκαλούσας...".
Με βάση τις παραδοχές το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση κατά της εκκαλούμενης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί ομοίως ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η αγωγή των αναιρεσειόντων, με την οποία ζητούσαν την αναγνώριση της κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου, συμπληρώνοντας το Εφετείο την αιτιολογία της εκκαλούμενης απόφασης.
Ειδικότερα, το Εφετείο έκρινε ότι : 1) Ότι το επίδικο ακίνητο εμβαδού 5.501,80 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." ..., πρώην Δήμου ..., όπως αυτό εμφαίνεται με τα στοιχεία ... στο από μηνός Ιουνίου 1981 τοπογραφικό διάγραμμα της Μηχανικού Φ. Μ., που έχει προσαρτηθεί στο με αριθ. ... συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Βόνιτσας Μ.
Λ., αποτελεί δημόσια δασική έκταση, η οποία περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, αφού ήταν δάσος κατά το χρόνο έναρξης της ισχύος του από 17/29-11-1836 διατάγματος και : 1) δεν είχε αναγνωριστεί προηγουμένως η κυριότητα ιδιώτη επ' αυτού, κατά την προβλεπόμενη από το εν λόγω διάταγμα διαδικασία, 2) δεν αποδείχθηκε ότι οι απώτατοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, είχαν ασκήσει επί του επιδίκου, πριν από την 11-09-1915 και για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών τουλάχιστον, πράξεις νομής, με καλή πίστη, δηλαδή με την άδολη πεποίθηση ότι δεν θίγονται τα δικαιώματα τρίτων και δη του Ελληνικού Δημοσίου. 3) Το έδαφος του επιδίκου είναι πετρώδες (ασβεστολιθικό), ακατάλληλο για γεωργικές καλλιέργειες, δηλαδή η έκταση δεν ήταν δεκτική καλλιέργειας τριάντα έτη πριν από την 11-09-1915 και στις αεροφωτογραφίες του έτους 1945 του έτους 1960 παρουσιάζει θαμνώδη βλάστηση αείφυλλων, πλατύφυλλων, όπως πουρνάρια, κουμαριές, φιλίκια, σε βαθμό συγκόμωσης 90-100%. 4) Ότι μόλις το έτος 1984, ο άμεσος δικαιοπάροχος των εναγόντων, Ι.
Σ. Π., αποψίλωσε το επίδικο ακίνητο. 5) Ότι το ακίνητο δεν περιήλθε στην (συγ)κυριότητα των αναιρεσειόντων, με τη με αριθμ. 1910/1987 δήλωση αποδοχής ενώπιον της συμβ/φου Αθηνών Γ. Β. - Α., που μεταγράφηκε στα βιβλία, με την οποία αποδέχθηκαν την κληρονομία του αποβιώσαντος, στις ..., Ι. Π., συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών αναιρεσειόντων, στον οποίο φέρεται να περιήλθε η κυριότητα με το με αριθμ. ...
συμβόλαιο της συμβ/φου Βόνιτσας Μ. Λ., που μεταγράφηκε νόμιμα, λόγω αγοράς από τον Ε. Κ. του Δ., στον οποίο φέρεται ότι είχε περιέλθει ως τμήμα μεγαλύτερης έκτασης τριάντα (30) στρεμμάτων, με το με αριθμ. ... δωρητήριο συμβόλαιο του συμβ/φου Βόνιτσας Γ. Α., που μεταγράφηκε νόμιμα, διότι τόσο οι αναιρεσείοντες όσο και ο παραπάνω άμεσος και οι ανωτέρω απώτερος και απώτατος δικαιοπάροχοι των αναιρεσειόντων απέκτησαν παρά μη κυρίου.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς την ύπαρξη έννομου συμφέροντος στο αναιρεσίβλητο να προβάλλει την ένσταση ίδιας κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου, δημόσιας δασικής έκτασης, ορθά τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, των άρθρων 1, 2 και 3 του Β.Δ. της 17.11./1.12.1836 "περί ιδιωτικών δασών", 18 και 21 του νόμου της 21/8/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", του ν.
ΔΞΗ' /1912 και των διαταγμάτων περί δικαιοστασίου, που εκδόθηκαν βάσει αυτού και του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", 62 παρ. 1 του ν. 998/1979, και 68 ΚΠολΔ, ερμήνευσε και εφάρμοσε, διότι τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά θεμελιώνουν την ένσταση του αναιρεσιβλήτου και την ύπαρξη έννομου συμφέροντος προβολής της ανωτέρω ένστασης, και, επομένως, ο από τον αρ. 1α (και όχι από τον αρ. 14) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, διότι διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω κανόνων δικαίου καθώς και αυτών των ν 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Πανδ (50.14), 2 παρ.20 Πανδ (41.4) 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ.(18.1) και 7 παρ.3 Πανδ (23.3) του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, ν. 20, 12 πανδ. (5.8) ν.27 πανδ. (18.1), 10, 15 παρ.3, 17 και 48 πανδ.(41.3), 3 και 5 παρ.1 πανδ. (41.10), 109 πανδ. (50.16) και 2 παρ.7 και 1 πανδ. (51.4), άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, 1045, 1710 επ., 11192, 1193, 1195 ΑΚ με αποτέλεσμα να αιτιολογείται η αποδοχή ως κατ' ουσίαν βάσιμης, της ένστασης ίδιας κυριότητας του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, επί της επίδικης έκτασης και, συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το οικείο μέρος αυτού, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι αβάσιμος. [5] Με τη διάταξη του αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδρασή στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται, με την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 14/2021).
Ο ανωτέρω λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 1092/2021, ΑΠ 463/2021, ΑΠ 291/2021) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1032/2023, ΑΠ 1282/2022, ΑΠ 455/2021).
Δεν αποτελούν πράγματα τα επικαλούμενα από τους διάδικους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 883/2021, ΑΠ 514/2021, ΑΠ 989/2018), τα έγγραφα και το περιεχόμενό τους (ΑΠ 226/2016). Ο ισχυρισμός που στηρίζει αυτό το λόγο αναίρεσης πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός και αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 1038/2023, ΑΠ 1026/2022, ΑΠ 816/2021).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο από τον αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα παρακάτω αποδεικτικά μέσα : 1) πρακτικό με τις καταθέσεις των τότε μαρτύρων των αναιρεσειόντων - εναγόντων - τότε ανακοπτόντων, επί δίκης ανακοπής κατά πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής, επί της οποίας εκδόθηκε η 34/1984 απόφαση του Ειρηνοδικείου Βόνιτσας, με την οποία ακυρώθηκε αυτό και διατάχθηκε η επανεγκατάσταση του δικαιοπάροχου των αναιρεσειόντων, και κατέστη τελεσίδικη με την 35/1985 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, 2) την εμπεριεχόμενη, στην παραπάνω 34/1984 απόφαση, έκθεση αυτοψίας της Ειρηνοδίκη που δίκασε την υπόθεση, η οποία επισκέφθηκε το επίδικο και διαπίστωσε τη συνόρευσή του με αγροτικούς δρόμους, και ιδιοκτησίες της οικογένειας Κ., δικαιοπαρόχων των αναιρεσειόντων, και την ύπαρξη λιθιών, λάκκων και την ανάπτυξη θάμνων λόγω μη καλλιέργειας τα τελευταία χρόνια, 3) την 201/2000 απόφαση του Εφετείου Πατρών, τις 32/1984 και 9/1987 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Βόνιτσας, τις 36/1985 και 57/1988 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, από τις οποίες η πρώτη αναγνώρισε την κυριότητα έναντι του δημοσίου, και οι λοιπές ακύρωσαν τελεσιδίκως πρωτόκολλα διοικητικής αποβολής αναφορικά με γειτονικές του επίδικου ιδιοκτησίες ιδιωτών και 4) το με αριθμ.
πρωτ. ....2013 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Αιτ/νίας, με περιεχόμενο ότι το αναιρεσίβλητο δεν προβάλλει δικαίωμα κυριότητας στο επίδικο, διότι δεν ανήκει σε καταγεγραμμένο δημόσιο κτήμα παλαιού αιγιαλού επειδή εξαιρείται απ' αυτόν, ως αναγόμενο σε τίτλους ιδιοκτησίας από το έτος 1868, είναι απαράδεκτος, διότι δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, επειδή τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, δεν αποτελούν πράγματα με την έννοια του παραπάνω αναιρετικού λόγου, και τούτο, ανεξαρτήτως της αοριστίας του ανωτέρω λόγου αναίρεσης, διότι δεν διαλαμβάνονται οι κρίσιμες παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες με τον ίδιο δεύτερο λόγο και οικείο μέρος μέμφονται για πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 8α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενοι ότι, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν με την αγωγή, και, ειδικότερα, συμπεριλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραδοχές περί "δασικού χαρακτήρα", "ορισμού αιγιαλού" και "μη δεδικασμένου" από τις αποφάσεις επί του πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής του άμεσου δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων Ι.
Π., διότι δεν προέβαλαν οι αναιρεσείοντες τέτοιους ισχυρισμούς και ότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς που πρόβαλλαν αυτοί ότι [παρά όλα (έστω) αυτά], αποκτήθηκε η κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με το νομοθετικό καθεστώς, ήτοι τις διατάξεις του βρδ, από τους απώτερους δικαιοπαρόχους τους μέχρι την 11-09-1915 και στη συνέχεια από τους διαδόχους εκείνων και τους αναιρεσείοντες με παράγωγο τρόπο.
Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος που αναφέρεται στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης για τον δασικό χαρακτήρα του επίδικου ακινήτου είναι αβάσιμος, διότι δεν έλαβε, παρά το νόμο, υπόψη το δασικό χαρακτήρα του επίδικου ακινήτου, καθώς, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσιβλήτου στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο προκύπτει ότι το αναιρεσίβλητο προέβαλε την ένσταση ίδιας κυριότητας επ' αυτού ως δημόσιας δασικής έκτασης, για την οποία δεν αναγνωρίστηκε κύριος ιδιώτης αυτής, με τη διαδικασία των άρθρων 1, 2 και 3 του β.δ/τος της 17.11./1.12.1836 "περί ιδιωτικών δασών", και το αναιρεσείον επανέφερε την ένσταση αυτή, ως εφεσίβλητο, με τις προτάσεις του, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος που αναφέρεται στη μη λήψη υπόψη του ισχυρισμού των αναιρεσειόντων περί κτήσης κυριότητας των απώτερων δικαιοπαρόχων τους με τριακονταετή έκτακτη χρησικτησία με καλή πίστη, συμπληρωθείσα μέχρι την 11-09-1915 είναι αβάσιμος, διότι κατά τις παραδοχές η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη αυτόν και τον απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο.
Οι λοιπές παραπάνω αιτιάσεις των αναιρεσειόντων είναι απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας διότι δεν γίνεται επίκληση με το αναιρετήριο από τους αναιρεσείοντες ότι ασκούν ουσιώδη επίδραση στο καταληκτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η επίδικη έκταση είναι δασική έκταση που ανήκει στην κυριότητα του αναιρεσιβλήτου.
Σε κάθε περίπτωση είναι και αβάσιμοι, καθόσον στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι το ανωτέρω καταληκτικό πόρισμα της αγωγής δεν στηρίχθηκε στις λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων (περί ορισμού αιγιαλού, μη δεδικασμένου), αλλά στην παραδοχή ότι η επίδικη έκταση είναι δασική έκταση, επί της οποίας δεν κτήθηκε κυριότητα από τους απώτερους δικαιοπαρόχους των αναιρεσειόντων με έκτακτη χρησικτησία μέχρι την 11-09-1915, ούτε αναγνωρίστηκε ιδιώτης ως κύριος αυτής. [6] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1608/2022) ή κατ` άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη (ΟλΑΠ 14/2005, ΑΠ 1608/2022, ΑΠ 1229/2022), όπως συμβαίνει και στην περίπτωση που το αποδεικτικό μέσο έρχεται σε αντίθεση με τα όσα έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, οπότε το δικαστήριο οφείλει να το αντικρούσει ειδικά (ΑΠ 668/2020, ΑΠ 249/2019, ΑΠ 479/2015).
Ο ίδιος ως άνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία την οποία είχε επικαλεσθεί νομίμως ο διάδικος, για ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με την προϋπόθεση ότι το δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία.
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 339, 352 παρ. 1 και 353 του ΚΠολΔ, δεν αποτελεί δικαστική ομολογία οποιαδήποτε τοιαύτη, αλλά εκείνη που αποσκοπεί στην αποδοχή αμφισβητουμένου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος. Η δικαστική ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο το οποίο δικάζει την υπόθεση, ενός κρίσιμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και απόδειξής του, πρέπει να είναι σαφής και συγκεκριμένη (ΑΠ 558/2023, ΑΠ 675/2021, 478/2021).
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί συναγωγής ή μη εξώδικης ομολογίας από έγγραφα τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αποτελεί κρίση περί τα πράγματα και ως εκ τούτου δεν υπόκειται, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 558/2023, ΑΠ 715/2023, ΑΠ 470/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη αυτών, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη, άλλως δεν καθίσταται, αδιστάκτως, βέβαιο ότι έλαβε υπόψη τη δικαστική ομολογία, που προκύπτει από το με αριθμ.
αριθ. πρωτ. ...-2013 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Αιτωλ/νίας σύμφωνα με το οποίο το επίδικο ακίνητο δεν ανήκει σε καταγεγραμμένο δημόσιο κτήμα αν και εμπίπτει τμήμα του στην γραμμή παλιού αιγιαλού, επειδή με την απόφαση 3377/20-4-2007 του Γ.Γ. Π.Δ.Ε., που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Δ' 253/2007, αν και εμπίπτει τμήμα του στην γραμμή παλαιού αιγιαλού, εξαιρείται απ' αυτόν, ως αναγόμενο σε τίτλους ιδιοκτησίας από το έτος 1868 και ως εκ τούτο το Ελληνικό Δημόσιο δεν προβάλλει δικαιώματα από πλευράς Υπουργείου Οικονομικών, είναι απαράδεκτος, διότι τα επικαλούμενα δεν συνιστούν το αποδεικτικό μέσο της δικαστικής ομολογίας για τη μη λήψη του οποίου αιτιώνται οι αναιρεσείοντες, καθώς, κατά τα εκτιθέμενα στην μείζονα σκέψη, δικαστική ομολογία αποτελεί μόνο η μονομερής σαφής και συγκεκριμένη δήλωση, που απευθύνεται στο δικαστήριο το οποίο δικάζει την υπόθεση, από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και απόδειξής του, η οποία πρέπει να είναι σαφής και συγκεκριμένη, αλλά αποτελεί απλώς βάση δικαστικού τεκμηρίου για το αποδεικτέο ως άνω γεγονός (ΑΠ 816/2022, ΑΠ 81/2022, ΑΠ 403/2017).
Σημειώνεται ότι δεν μπορεί να εκτιμηθεί ούτε ως πλημμέλεια από τον επικαλούμενο αναιρετικό λόγο, περί μη συναγωγής από το παραπάνω έγγραφο εξώδικης ομολογίας, καθόσον η σχετική κρίση αποτελεί κρίση περί τα πράγματα και είναι, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη, σε κάθε περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και το φερόμενο από την αναιρεσείουσα παραπάνω αγνοηθέν απλό ισοδύναμο αποδεικτικό μέσο.
Ο, από τον αυτό παραπάνω αναιρετικό λόγο, δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, με τον οποίο το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενο ότι δεν έλαβε υπόψη τα παραπάνω αναφερόμενα στον από τον αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ με στοιχεία : 1) (το πρακτικό με τις καταθέσεις...), 2) (την εμπεριεχόμενη στην παραπάνω 34/1984...., 3) (την.......), αποδεικτικά μέσα για την απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού της απόδειξης έκτακτης χρησικτησίας από τους απώτατους δικαιοπάροχους των αναιρεσειόντων - εναγόντων - εκκαλούντων επί του επίδικου ακινήτου, για το χρονικό διάστημα τριάντα (30) έτη πριν από την 11-9-1915, και στη συνέχεια από τους απώτερους δικαιοπάροχους των αναιρεσειόντων και των ιδίων των αναιρεσειόντων, τα οποία, ως εκκαλούντες, νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεχόμενο αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα είναι αβάσιμος.
Και, τούτο, διότι από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη ".. τα έγγραφα που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για να χρησιμεύσουν είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων,...", έστω και χωρίς να απαιτείται να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αφού σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα από την αναιρεσείουσα ως αγνοηθέντα αποδεικτικά μέσα, και με την προσβαλλόμενη απόφαση αντικρούεται ο επικαλούμενος ως αποδεικνυόμενος με αυτά ισχυρισμός άσκησης πράξεων νομής διανοία κυρίου, με την παραδοχή ότι δεν ήταν δεκτικό καλλιέργειας, επειδή το έδαφος του επίδικου είναι πετρώδες (ασβεστολιθικό), ανεξαρτήτως 1) της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ακριβής ουσιώδης ισχυρισμός των αναιρεσειόντων, και 2) ότι υπό την επίφαση του ανωτέρω αναιρετικού λόγου πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που είναι ανέλεγκτη αναιρετικά (άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ΑΠ 13/2023, ΑΠ 1324/2022).
[7] Mε τις διατάξεις των άρθρων 8, 9 έως 13 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας δημοσίων κτημάτων", όπως ισχύουν με την τροποποίησή τους με το ν. 2732/1999 καθιερώνεται ενιαίο σύστημα επίλυσης των αμφισβητήσεων που ανακύπτουν μεταξύ Δημοσίου και τρίτων ως προς την κυριότητα τούτου ή εκείνων επί ακινήτων, η περί των οποίων τελική κρίση ανήκει, πάντως, στα πολιτικά δικαστήρια.
Ειδικότερα, θεσπίζεται ειδική διοικητική διαδικασία, με σκοπό την έρευνα και τη διαπίστωση της βασιμότητας των ισχυρισμών φυσικού ή νομικού προσώπου που προβάλλει έναντι του δημοσίου δικαιώματα κυριότητας επί ακινήτων. Η τήρηση της διαδικασίας αυτής τίθεται, μάλιστα, ως προϋπόθεση του παραδεκτού για την έγερση, ενώπιον του αρμοδίου πολιτικού δικαστηρίου, αναγνωριστικής ή διεκδικητικής αγωγής κατά του δημοσίου, αποβλέπει δε στην εξώδικη επίλυση των σχετικών διαφορών και την αποφυγή της δημιουργίας άσκοπων δικών ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων στις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες είναι δυνατή η ευχερής διάγνωση των αξιώσεων κατά του δημοσίου (πρβλ ΑΠ 421/2023, ΑΠ 761/2023). [8] Με τις διατάξεις του Οργανισμού του Υπουργείου Οικονομικών, π.δ. 284/1988, όπως ίσχυε τον κρίσιμο χρόνο, στο άρθρο 1 παρ. 1.
κα ορίζεται ότι Η Κεντρική Υπηρεσία (Κ.Υ) του Υπουργείου Οικονομικών διαρθρώνεται ως εξής: α) ....... κα) Δ10 Διεύθυνση Δημόσιας Περιουσίας...., στο άρθρο 12 με τίτλο "Δ10. ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ" στο άρθρο 1 ορίζεται ότι "Η Δ10 Διεύθυνση Δημόσιας Περιουσίας διαρθρώνεται στα πιο κάτω Τμήματα: α) Τμήμα Δημοσίων Κτημάτων.
β) Τμήμα Αιγιαλού και Παραλίας. γ) Τμήμα Ανταλλαξίμων Κτημάτων. δ) Τμήμα Απαλλοτριώσεων. (παρ. 1), "Η αρμοδιότητα της Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας αναφέρεται στα πιο κάτω θέματα, που κατανέμονται μεταξύ των Τμημάτων της, ως εξής: α) Τμήμα Δημοσίων Κτημάτων. Κατεύθυνση και παρακολούθηση της εφαρμογής της νομοθεσίας, που αναφέρεται στα δημόσια κτήματα.
Μέριμνα για τη λήψη νομοθετικών και διοικητικών μέτρων στα θέματα αυτά. Μέριμνα για κάθε θέμα, που αναφέρεται στη διοίκηση, διαχείριση και προστασία των δημοσίων κτημάτων, των τέως βασιλικών ανακτόρων, καθώς και των κινητών πραγμάτων της τέως βασιλικής περιουσίας, που περιήλθαν από απαλλοτρίωση στο Ελληνικό Δημόσιο, εφόσον για τα θέματα αυτά, η σχετική αρμοδιότητα, δεν ανήκει στην Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου (Κ.Ε.Δ.) ή σε άλλη υπηρεσία.
Κτηματογράφηση και οροσήμανση δημοσίων κτημάτων. Εφαρμογή τίτλων σε διεκδικούμενα από το Δημόσιο ακίνητα. Τακτοποίηση μη άρτιων δημοσίων κτημάτων και συμμετοχή στις εκτιμήσεις αυτών. 'Ελεγχος και συμπλήρωση κτηματογραφήσεων. Μελέτες αξιοποίησης οικοπεδικών εκτάσεων του Δημοσίου. Τεχνική γενικά υποστήριξη των περιφερειακών υπηρεσιών σε θέματα δημοσίων κτημάτων, μετά από εντολές του Υπουργού Οικονομικών.
Τέλος, στο άρθρο 153 παρ. 2 του ιδίου ως άνω πδ/τος ορίζεται ότι " 'Οπου, στα συλλογικά όργανα των άρθρων 98, 99, 100, 101, 103, 104 και 105 του παρόντος Προεδρικού Διατάγματος, προβλέπεται η συμμετοχή προϊσταμένων ή υπαλλήλων Δ.Ο.Υ., από την έναρξη λειτουργίας των Νομαρχιακών Κτηματικών Υπηρεσιών, συμμετέχουν Προϊστάμενοι ή υπάλληλοι των Κτηματικών Υπηρεσιών, αντί των Προϊσταμένων ή υπαλλήλων των Δ.Ο.Υ.".
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, από τον αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία παράβαση των παραπάνω διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 κα, 12 παρ. 1.α, 2.α, 153 παρ.2 του π.δ/τος 284/1988, ως προς το με αριθμ. πρωτ. ...-2013 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Αιτωλ/νίας, με το οποίο απάντησε στο Ν.Σ.Κ.
σχετικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς της ένδικης αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής, με βάση το οποίο δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι το επίδικο ακίνητο "...δεν ανήκει σε καταγεγραμμένο δημόσιο κτήμα αν και εμπίπτει τμήμα του στην γραμμή παλαιού αιγιαλού, επειδή με απόφαση του Γ.Γ.Π.Δ.Ε. [Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος] εξαιρείται από αυτόν", ως αναγόμενο σε τίτλους ιδιοκτησίας από το έτος 1868, "δεν ασκεί έννομη επιρροή, καθόσον αυτό δεν εκτείνεται σε θέματα αναγνώρισης κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου και αφορά χαρακτηρισμό του σε σχέση με τον αιγιαλό που εν μέρει συνορεύει....".
Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης ως προς μέρος αυτού που αναφέρεται σε εξαίρεση τμήματος του επίδικου από τον παλαιό αιγιαλό είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται : α) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) ορισμένος ισχυρισμός ως προς τμήμα του επίδικου, όπως προτάθηκε, παραδεκτά από τον αναιρεσείοντα - ενάγοντα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο από τους εκκαλούντες - ενάγοντες, και γ) οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης πλήρως και όχι αποσπασματικά και κατά το δοκούν από τους αναιρεσείοντες.
Κατά τα λοιπά ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο ορθά τις επικαλούμενες διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε διότι κατά τα δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση γενόμενα η αναγνώριση κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου ανήκει στα πολιτικά δικαστήρια, επειδή η, στα πλαίσια της ειδικής διοικητικής διαδικασίας, προβλεπόμενη, από τις διατάξεις των άρθρων 8, 9 - 13 του ν. 1539/1938 "περί προστασίας δημοσίων κτημάτων", όπως ισχύουν με την τροποποίησή τους με το ν. 2732/1999, έκφραση άποψης από την κατά τόπο Κτηματική Υπηρεσία, δεν αποτελεί αναγνώριση κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου, για την οποία η κρίση ανήκει στο πολιτικό δικαστήριο.
Η επιμέρους αιτίαση με τον αυτό παραπάνω λόγο αναίρεσης, για την αυτή πλημμέλεια, με επίκληση ότι η παραδοχή "Άλλωστε ο χαρακτηρισμός ορισμένης έκτασης ως δασικής ή μη γίνεται από τις αρμόδιες δασικές αρχές και όχι από την Κτηματική Υπηρεσία", είναι αλυσιτελής ως πλεοναστική και δεν θεμελιώνει το διατακτικό της απόφασης, και, συνεπώς, ο ως άνω λόγος δεν ιδρύεται (ΑΠ 1642/2003, ΑΠ 1330/2001). [9] Κατά τη διάταξη του αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης στοιχειοθετεί η παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.
Στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας κατά κανόνα ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445).
Για τα αποδεικτικά μέσα που κατά το νόμο είναι ισοδύναμα εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατ' άρθρο 340 ΚΠολΔ εκτιμηθούν "ελεύθερα". Ο παραπάνω λόγος ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο, ή δεν του απέδωσε αυξημένη δύναμη παρότι την είχε κατά νόμο (ΑΠ 616/2023, ΑΠ 348/2021, ΑΠ 155/2021).
Τέτοια περίπτωση συντρέχει και όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέδωσε στα δημόσια έγγραφα την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που τους προσδίδει ο νόμος (ΑΠ 155/2021, ΑΠ 309/2020). Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός αν το δικαστήριο της ουσίας απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αυτά αποδεικτικά μέσα, αφού τούτο ανήκει στην ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του. (ΟλΑΠ 11/2005, ΑΠ 103/2021, ΑΠ 1091/2019).
Ως ισοδύναμα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα λογίζονται και τα έγγραφα, ακόμη και τα δημόσια, για τα αποδεικτέα γεγονότα, για τα οποία δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη κατά τους ορισμούς των άρθρων 438, 439, 440 και 441 ΚΠολΔ (ΑΠ 617/2023, ΑΠ 563/2020, ΑΠ 1409/2019).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 438 ΚΠολΔ έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση και ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 440 του ίδιου Κώδικα τα έγγραφα που αναφέρονται στα άρθρα 438 και 439 αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σε αυτά την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη. Η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 440 ΚΠολΔ είναι συμπληρωματική της πρώτης και ρυθμίζει τις περιπτώσεις εκείνες που βεβαιώνεται στο δημόσιο έγγραφο ορισμένο γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, οπότε ναι μεν υπάρχει και πάλι πλήρης απόδειξη, πλην όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη, χωρίς να απαιτείται να προσβληθεί το έγγραφο για πλαστότητα, όπως αντιθέτως συμβαίνει επί ενεργειών στις οποίες προέβη εκείνος που συνέταξε το έγγραφο ή περί γεγονότων που έλαβαν χώρα ενώπιον του (ΑΠ 1148/2023, ΑΠ 617/2023, ΑΠ 653/2023).
Στην περίπτωση αυτή είναι επιτρεπτή η ανταπόδειξη, η οποία μπορεί να λάβει χώρα με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο, όπως μάρτυρες, ιδιωτικά έγγραφα, αλλά και δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 361/2004). Η ανταπόδειξη δεν συνιστά κύρια απόδειξη και, κατά συνέπεια, δεν απαιτείται να αποδειχθεί το αντίθετο του αποδεικνυόμενου με το δημόσιο έγγραφο, αλλά αρκεί να κλονισθεί η πεποίθηση του δικαστή για την αλήθεια του περιστατικού (ΑΠ 653/2023, ΑΠ 1551/2022, ΑΠ 678/2022).
[9] Αντιφατικοί προς αλλήλους λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, δεν απορρίπτονται όμως και οι δύο, αλλά μόνον ο δεύτερος από αυτούς (ΑΠ 579/2007). Τέτοια αντίφαση υπάρχει και όταν προβάλλεται αφ' ενός μεν ότι το δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δεν έλαβε υπόψη έγγραφο, δηλαδή προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αφ' ετέρου δε ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, επειδή προσέδωσε στο έγγραφο αυτό μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό καθορίζει ο νόμος, δηλαδή προβάλλεται πλημμέλεια από τον αρ. 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1204/2021, ΑΠ 1551/2021, ΑΠ 1009/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο, από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη το με αριθμ. πρωτ. ...-2013 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Αιτωλ/νίας, σύμφωνα με το οποίο συνορευόμενο με αιγιαλό τμήμα του επίδικου ακινήτου δεν χαρακτηρίστηκε παλαιός αιγιαλός καθώς και το υπόλοιπο του επίδικου, ανάγεται σε τίτλους ιδιοκτησίας από το έτος 1868 και ασκεί ουσιώδη επίδραση στον ισχυρισμό τους ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοί τους ασκούσαν πράξεις νομής διανοία κυρίου για χρόνο μεγαλύτερο της 30ετίας πριν την 11-9-1915, με αποτέλεσμα να έχει εκφύγει της κυριότητας του αναιρεσιβλήτου είναι αβάσιμος. Και, τούτο, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη το παραπάνω έγγραφο, το οποίο μνημόνευσε ειδικώς, και, υπό την επίφαση της ανωτέρω πλημμέλειας πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά ουσία της υπόθεσης.
Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες, με τον, από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση επικαλούμενοι ότι το Εφετείο παραβίασε την αυξημένη αποδεικτική δύναμη του (επικληθέντος και προσκομισθέντος) με αριθμ. πρωτ....-2013 εγγράφου της Κτηματικής Υπηρεσίας Αιτωλ/νίας, το οποίο απαντά σε ερώτημα του ΝΣΚ αναφορικώς με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επίδικου ακινήτου, ως ιδιωτικού από το έτος 1868, με κοινοποίηση στον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, το οποίο ως δημόσιο έγγραφο, που συντάχθηκε από την αρμόδια δημόσια υπηρεσία και κατά τον τύπο της, για τη διαπίστωση ότι δεν ανήκει σε καταγεγραμμένο δημόσιο κτήμα, ως αναγόμενο σε τίτλους ιδιοκτησίας από το έτος 1968, αν και αποτελεί πλήρη απόδειξη ότι ανήκει σε ιδιώτες, με αποτέλεσμα, προσδίδοντας μικρότερη αποδεικτική δύναμη, να δεχθεί τον ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου περί κτήσης κυριότητας επ' αυτού. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι αντιφάσκει με τον προαναφερθέντα, προταχθέντα, από τους αναιρεσείοντες και εξετασθέντα παραπάνω από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, αφού δεν νοείται το Εφετείο να μην έλαβε υπόψη το ως άνω έγγραφο και παράλληλα να προσέδωσε σ' αυτό μικρότερη αποδεικτική δύναμη.
ΙΙΙ. Κατόπιν αυτών, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Τέλος, πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, το οποίο κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχήν του αιτήματος αυτού, στους αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-06-2022 αίτηση των αναιρεσειόντων Χ. χήρας Ι. Π., το γένος Α.. Κ., Α. Ι. Π., Ε. Ι. Π., και Σ. Ι. Π. για αναίρεση της με αριθμ. 53/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Απριλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Σεπτεμβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου