Supreme Court dismisses appeal on handwritten will invalidity due to lack of signature and handwriting by testator.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the final judgment of the Third-Instance Court of Larissa regarding the invalidity of a handwritten will. The lower courts found the will void because it lacked the testator's full handwriting and signature, rejecting the appellant's argument regarding burden of proof distribution. The court ruled the appeal inadmissible as the appellant failed to propose the substantive grounds in the lower instances and the appeal was fundamentally unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1718 and 1721 paragraph 1 alpha of the Civil Code; A handwritten will is void if it has not been written entirely by the testator's hand and signed by them.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1293 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1293/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παρασκευή Καλαϊτζή, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπανδρέου - Εισηγητή, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Σ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Κατσουλάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ιδρύματος με την επωνυμία "ΓΗΡΟΚΟΜΕΙΟ ΒΟΛΟΥ", που εδρεύει στον Άνω Βόλο Νομού Μαγνησίας και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Καραγεώργο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Θεοδώρα Καραχάλιου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-04-1991 αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου και την πρόσθετη παρέμβαση του ήδη δευτέρου αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου και συνεκδικάσθηκαν. Εξεδόθησαν οι αποφάσεις: Π134/1310/232/1992, 611/1996, 128/1998, 454/1999, 428/2000 μη οριστικές, 22/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 109/2019 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-11-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Α) Με την από 20-11-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα 109/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας (τακτικής διαδικασίας), με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεση της αναιρεσείουσας-εναγομένης, κατά της 22/2016 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή του ενάγοντος και πρώτου αναιρεσιβλήτου και αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της από 22-02-1990 ιδιόγραφης διαθήκης του Χ. Κ. του Θ.. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558,564 παρ.3, 566§1, 569 ΚΠολΔ και καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο του Δημοσίου, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 42/29-11-2019 έκθεση κατάθεσης δικογράφου του Γραμματέα του Εφετείου Λάρισας. Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).
Β) Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1718 και 1721 παρ. 1α ΑΚ σαφώς συνάγεται ότι είναι άκυρη η ιδιόγραφη διαθήκη, εφόσον αυτή δεν έχει γραφεί ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη και δεν έχει χρονολογηθεί και υπογραφεί από αυτόν. Ο νόμος απαίτησε την καθ' ολοκληρίαν γραφή της ιδιόγραφης διαθήκης από το χέρι του ίδιου του διαθέτη, που ο ίδιος προσδιορίζει και διευθύνει την κίνηση προς γραφή προερχόμενη από τη δική του σωματική επάρκεια προς διασφάλιση της γνησιότητας και του περιεχομένου της τελευταίας βούλησης αυτού (διαθέτη), μη επιτρέποντας την επέμβαση ξένης χειρός σ' αυτήν, και, εφόσον δεν διακρίνει, απαιτείται να είναι ιδιοχείρως γραμμένη ολόκληρη η διαθήκη απ' αρχής μέχρι τέλους, το οποίο επισημαίνεται με την επίσης ιδιοχείρως γραμμένη υπογραφή του διαθέτη.
Δεν αποτελεί όμως παρέμβαση, που να επηρεάζει το κύρος της διαθήκης, αν τρίτος υποστήριζε το χέρι του διαθέτη, κατά τη διατύπωση της δήλωσης της τελευταίας βούλησής του, ώστε να μπορεί να γράφει πιο άνετα. Η διαθήκη είναι όμως άκυρη όταν ο τρίτος δεν υποστήριζε μόνο το χέρι του διαθέτη, αλλά και το κατεύθυνε, ώστε η γραφική κίνηση να προέρχεται από τον τρίτο και όχι από το διαθέτη, ο οποίος γίνεται άβουλο όργανο του τρίτου.
Το βάρος απόδειξης της γνησιότητας της ιδιόγραφης διαθήκης, έχει αυτός που επικαλείται τη γνησιότητα. (ΑΠ 708/2015). Η ΑΚ 1721 αποτελεί κανόνα δημόσιας τάξης δεν μπορεί δηλαδή η ιδιωτική βούληση να παραμερίσει έστω και κατά το ελάχιστο, τις διατυπώσεις σύνταξης που ορίζει ο νόμος. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 70 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι μπορεί να εγερθεί αναγνωριστική αγωγή για την αναγνώριση της ύπαρξης ή μη ύπαρξης έννομης σχέσης η οποία τελεί σε αβεβαιότητα, εφόσον συντρέχει έννομο συμφέρον.
Γ) Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου, για την επέλευση της εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει "συνοπτικές "αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα, και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνωμένης διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1738/2017).
Αντίφαση στις διαλαμβανόμενες αιτιολογίες -υφίσταται, όταν (εξ αιτίας αυτής) δεν προκύπτουν αναμφιβόλως από την προσβαλλόμενη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η τελευταία ώστε, σε συνδυασμό με το διατακτικό, να κριθεί περαιτέρω αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι απαιτούμενες για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διατάξεως προϋποθέσεις (ΑΠ 1131/2007) ενόψει του ότι το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 2119/2014).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 1093/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ' αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, αναφορικά με την ένδικη από 16-04-1991 (και με αριθ. εκθ. καταθ. 1310/ 232/1991) αγωγή του πρώτου αναιρεσίβλητου κατά της ήδη αναιρεσείουσας, περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της αναφερόμενης σ' αυτή ιδιόγραφης διαθήκης του Χ. Κ. του Θ., κατά το ενδιαφέρον μέρος, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Στις 22-02-1990, απεβίωσε στο Βόλο, ο Χ. Κ. του Θ. και Α., σύζυγος της αρχικής πρώτης εναγομένης και θετός πατέρας της δεύτερης εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας, κάτοικος όσο ζούσε …, συνταξιούχος του ΤΕΒΕ κατά το χρόνο του θανάτου του και προηγουμένως ήταν κομμωτής στο επάγγελμα, ο οποίος κατέλειπε:
α)τη με αριθμό …/6-10-1987 δημόσια διαθήκη, που συντάχθηκε από τον Συμβολαιογράφο Βόλου Ηλία Γ. Φιλιππίδη και δημοσιεύτηκε με τα με αριθ. 169/5-6-1990 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου και
β) την από 22-02-1990 ιδιόγραφη διαθήκη, η οποία δημοσιεύτηκε με τα με αριθ. …/4-9-1990 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου και κηρύχθηκε κυρία με τη με αριθμό 263/4-9-1990 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου (εκουσία δικαιοδοσία).
Δυνάμει των διατάξεων της πρώτης ως άνω δημόσιας διαθήκης, ο προαναφερόμενος διαθέτης εγκαθιστούσε κληρονόμους του τη σύζυγό του Σ. (αρχική πρώτη εναγόμενη), τη θετή του κόρη Σ. (δεύτερη εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα) και το ίδρυμα του Γηροκομείου Βόλου (ενάγον και ήδη πρώτο εφεσίβλητο) ως εξής :
1. τη σύζυγό του Σ. (αρχική πρώτη εναγόμενη) επί του ακινήτου του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου της οικοδομής επί οικοπέδου που βρίσκεται στο … στη διασταύρωση των οδών ... και επίσης σε ένα σεβαστό χρηματικό ποσό που της έδωσε την ημέρα σύνταξης της ως άνω διαθήκης για να καλύψει τις υποχρεώσεις και ανάγκες που αναφέρονται στη διαθήκη,
2. τη θετή του κόρη Σ. (δεύτερη εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα), την οποία αποκατέστησε επαγγελματικώς και προέβη επ'ονόματί της και διά χρημάτων του στην αγορά μίας οικίας επί της οδού ... και κατά την ημέρα σύνταξης της ως άνω διαθήκης της παρέδωσε χρήματα εκ ποσού 500.000 δραχμών και το έτος 1969 της διέθεσε χρηματικό ποσό που υπερέβαινε το ποσό των 400.000 δραχμών για την αιτία που αναφέρεται στη διαθήκη και γενικό κληρονόμο του σε ολόκληρη την υπόλοιπη κινητή και ακίνητη περιουσία του από οτιδήποτε και αν αποτελείται αυτή και οπουδήποτε και αν βρίσκεται αυτή, ο προαναφερόμενος διαθέτης, εγκατέστησε το πρώτο εφεσίβλητο για το σκοπό και με τους όρους που αναφέρονται στη διαθήκη, ανακάλεσε δε κάθε προηγούμενη διαθήκη του (και δη τη με αριθ. …/19-2-1975 δημόσια διαθήκη του ενώπιον του Συμ/φου Βόλου Ηλία Φιλιππίδη που δημοσιεύτηκε με τα με αριθ. …/5-6-1990 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου).
Η ως άνω με αριθ. …/1987 δημόσια διαθήκη δημοσιεύτηκε με τα με αριθ. …/5-6-1990 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου και την ως άνω κληρονομία αποδέχτηκε το πρώτο εφεσίβλητο, δυνάμει της με αριθμό …/11-2-1992 δήλωσης αποδοχής κληρονομίας της Συμ/φου Βόλου Γραμματής Χρήστου Βούλγαρη -Φειδά, που μεταγράφηκε νόμιμα στα Υποθ/κεία Αθηνών (τόμος … και με α.α. …) και Βόλου (τόμος … και αριθ. …).
Περαιτέρω, με τη δεύτερη ως άνω από 22-02-1990 ιδιόγραφη διαθήκη του, ο προαναφερόμενος διαθέτης κατέλειπε όλη του την περιουσία, κινητή και ακίνητη στη σύζυγό του Σ. Κ. κατά το 1/4 και στη θετή κόρη του Σ. κατά τα 3/4. Επίσης, οι εναγόμενες, αποδέχτηκαν την ως άνω κληρονομία εκ της προαναφερόμενης ιδιόγραφης διαθήκης, δυνάμει της με αριθ. …/30-10-1990 δήλωσης αποδοχής κληρονομίας του Συμ/φου Βόλου Κωνσταντίνου Κλαψόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα Υποθ/κεία Αθηνών (τόμος … και με α.α. …) και Βόλου (τόμος … και αριθ. …).
Μετά την άσκηση της αγωγής και την έκδοση των προαναφερόμενων μη οριστικών αποφάσεων και συγκεκριμένα στις 21-03-2006 αποβίωσε η προαναφερόμενη αρχική πρώτη εναγόμενη Σ. χήρα Χ. Κ., η οποία κατέλειπε μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμο της, τη θετή κόρη της, Σ. Χ. του Ε. (δεύτερη εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα), η οποία ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με τη σχετική κλήση, με την οποία επαναφέρθηκε προς συζήτηση η κρινόμενη αγωγή μετά την έκδοση της με αριθμό 428/2000 μη οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, δήλωσε ότι συνεχίζει τη δίκη στο όνομα της αποβιώσασας πρώτης εναγομένης ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος της, προσκομίζοντας τη με αριθμό 1/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου (εκουσία δικαιοδοσία) περί χορηγήσεως σε αυτή κληρονομητηρίου και ως εκ τούτου υπεισήλθε στη δικονομική θέση της αρχικής πρώτης εναγομένης ως καθολική διάδοχος αυτής.
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο προαναφερόμενος διαθέτης (γεννηθείς το έτος 1907), την ημέρα του θανάτου του (22-02-1990), ήταν ηλικίας 83 ετών και είχε μεταφερθεί περί ώρα 5.30 π.μ. στο Γενικό Νοσοκομείο Βόλου "ΑΧΙΛΛΟΠΟΥΛΕΙΟ" εμφανίζοντας μελανές κενώσεις και διαγνώστηκε ότι έπασχε από βαρειά καρδιοαναπνευστική ανεπάρκεια, σακχαρώδη διαβήτη, γαστρορραγία και κολπική μαρμαρυγή και αποβίωσε περί ώρα 10.00 π.μ.
της ίδιας ημέρας. Η αιτία θανάτου του, όπως αναφέρεται στο από 22-02-1990 ιατρικό πιστοποιητικό θανάτου, που συνέταξε η ιατρός του ως άνω Νοσοκομείου, Ελ. Δ., καθώς και στη με αριθ. ... ληξιαρχική πράξη θανάτου που συνέταξε ο Ληξίαρχος Δήμου Βόλου, προήλθε από χρονία αναπνευστική πνευμονοπάθεια, σακχαρώδη διαβήτη, γαστρορραγία και κολπική μαρμαρυγή.
Η προσβαλλόμενη ως άνω ιδιόγραφη διαθήκη, φέρεται κατά τους ισχυρισμούς της εκκαλούσας ότι έχει συνταχθεί από τον θανόντα κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του στο ανωτέρω νοσοκομείο και δη το "πρωί 22 Φεβρουαριυ 1990", όπως η ημεροχρονολογία αυτή αναγράφεται στη διαθήκη, η οποία έχει γραφεί σε διγραμμισμένη κόλλα χαρτιού αποσπασμένη από σχολικό τετράδιο με έντυπα περιθώρια και δεκαεννέα (19) έντυπες οριζόντιες γραμμές και δύο (2) κάθετες, έχει γραφεί με τη χρήση μπλε στυλογράφου, καταλαμβάνει δέκα (10) γραφικούς στίχους εκ των οποίων στους όγδοο, ένατο και δέκατο εξ αυτών φέρει υπογραφή κάτω από την ημεροχρονολογία σύνταξης και κάτω από αυτή με τη χρήση διαφορετικού στυλογράφου, με την ένδειξη "Μάρτυρες", έχουν τεθεί ονομαστικά οι υπογραφές των Δ.
Δ., Ειρ. Δ. και Ν. Π., οι οποίοι στη συνέχεια ενόρκως βεβαίωσαν τη γνησιότητα της γραφής και της υπογραφής του διαθέτη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, κατά τη διαδικασία κήρυξης της διαθήκης αυτής ως κυρίας με την επιμέλεια της αρχικής πρώτης εναγομένης. Το κείμενο της ως άνω διαθήκης αποτελείται από λέξεις, οι οποίες στην πλειοψηφία τους χαράσσονται κατά τρόπο ανορθόγραφο, σε τρεις λέξεις παρατηρείται παράλειψη γραμμάτων και εκτός από τη λέξη "και" οι λοιπές δεν φέρουν σημείο τονισμού, ενώ δεν υπάρχει χρήση σημείων στίξης.
Για τη συγκριτική αντιπαραβολή της υπογραφής που φέρει η υπό κρίση ιδιόγραφη διαθήκη, προσκομίζονται έγγραφα που φέρουν τη γνήσια υπογραφή του διαθέτη και συντάχθηκαν σε ανύποπτους χρόνους και πλησιόχρονους με την υπό κρίση υπογραφή, ωστόσο υπάρχει απουσία εγγράφου φέροντος γραφή και δη συσταθείσα κάτω από ανάλογες συνθήκες τυπικότητας ή επισημότητας με το αντίστοιχο της υπό κρίση διαθήκης, αφού όπως επισημαίνεται σε όλες τις γνωμοδοτήσεις, δεν προσκομίστηκε υλικό με γραφή του διαθέτη ώστε να τεθεί προς αντιπαραβολή με το κείμενο και την ημεροχρονολογία της ιδιόγραφης διαθήκης.
Το πρώτο εφεσίβλητο με την αγωγή αρνείται το κληρονομικό δικαίωμα της συζύγου του διαθέτη και της εκκαλούσας θετής κόρης του ισχυριζόμενο ότι η ανωτέρω ιδιόγραφη διαθήκη είναι άκυρη, διότι, κατά την κύρια βάση της αγωγής αυτής, δεν έχει γραφεί και υπογραφεί με το χέρι του διαθέτη. Σύμφωνα με το πόρισμα της από 15-12-1991 έκθεσης γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του ειδικού δικαστικού γραφολόγου Μ. Μ., που συντάχθηκε κατόπιν αιτήματος του πρώτου εφεσίβλητου, η ως άνω ιδιόγραφη διαθήκη δεν γράφηκε και δεν υπογράφηκε από τον ίδιο και δεν είναι η γνήσια αυτού ιδιόγραφη διαθήκη. Ως συγκριτικά στοιχεία για τη γνησιότητα της γραφής και της υπογραφής του διαθέτη, ο ανωτέρω γραφολόγος, έλαβε υπόψη του φωτοτυπίες:
1. της ως άνω δημόσιας διαθήκης και της από 19-02-1975 προγενέστερης δημόσιας διαθήκης,
2. της ιδιόγραφης διαθήκης,
3. της από 12-04-1968 αίτησης του διαθέτη προς το Ταμείο Ασφαλίσεως,
4. της από 13-07-1988 αίτησης προς την ΕΤΕ,
5. τριών αιτήσεων προς την ΕΤΕ των ετών 1975 -1980 -1981 και
6. δύο επιταγές της ΕΤΕ από 19-09-1989 και 31-10-1989 και από τη σύγκριση και ανάλυση της γραφής των γνησίων υπογραφών του διαθέτη με τη χειρόγραφη γραφή του κειμένου και την υπογραφή που έχει τεθεί στην εν λόγω ιδιόγραφη διαθήκη, διαπιστώθηκε ότι:
α) η γραφή στις γνήσιες υπογραφές στα έτη 1986-1989 εμφανίζεται διστακτική, τρομώδης και άτολμη, αντίθετα η γραφή στο χειρόγραφο κείμενο και η υπογραφή στην ιδιόγραφη διαθήκη που χρονολογείται το έτος 1990, εμφανίζεται ως γραφή χωρίς τρόμο και διστακτικότητα,
β) το μέγεθος της γραφής στις γνήσιες υπογραφές του διαθέτη στα ως άνω έτη δείχνεται μικρό, σε αντίθεση προς το μέγεθος της γραφής στο κείμενο, αλλά την υπογραφή στην ιδιόγραφη διαθήκη που δείχνεται μεγάλο,
γ) οι σχηματισμοί των κατ' ιδία γραμμάτων ως των "Χ", "Κ", "δ", "η" και "ς", που βρίσκονται στη γραφή στις γνήσιες υπογραφές του διαθέτη, δεν είναι όμοιοι με τους αντίστοιχους σχηματισμούς της γραφής του κειμένου και της υπογραφής της ιδιόγραφης διαθήκης και
δ) η σύνθεση των κατ' ιδία γραμμάτων επίσης εμφανίζει διαφορά, απαντώμενη στη γραφή των γνήσιων υπογραφών και απουσιάζουσα από τη χειρόγραφη γραφή και την υπογραφή της ιδιόγραφης διαθήκης.
Ειδικότερα δε από τη σύγκριση των υπογραφών, διαπιστώθηκε α) διαφορά στο σχηματισμό του εναρκτήριου μορφώματος στις γνήσιες υπογραφές των ετών 1986-1989, με αυτό της υπογραφής στην ιδιόγραφη διαθήκη, β) διαφορά στο σχηματισμό του ληκτικού των γνήσιων υπογραφών (ήτοι ως «δης»), με αυτό της υπογραφής στην ιδιόγραφη διαθήκη στην οποία δεν σχηματίζονται ευκρινώς τα τελικά γράμματα και γ) διαφορά στη φυσιογνωμία της γραφής τους, η οποία έπρεπε να παρουσιάζει τρόμο και μάλιστα εντονότερο από εκείνο που παρουσιάζουν οι γνήσιες υπογραφές του διαθέτη των ετών 1987- 1989 (βλ.
σελ. 16-17 της ως άνω έκθεσης γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης). Εξάλλου, στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγουν και οι από 20-12-2012 (αριθ. κατάθ. 10/2013) και 06-01-2013 (αριθ. κατάθ. 12/2013) εκθέσεις γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της Δικηγόρου -ειδικής δικαστικής γραφολόγου Γ. Ν. και της ειδικής δικαστικής γραφολόγου Χ. Σ., αντίστοιχα, που ορίστηκαν (κατ’ άρθρο 378 ΚΠολΔ) δυνάμει της με αριθμό 1298/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) σε αντικατάσταση των αρχικά ορισθέντων (Χ.
Τ. και Μ. Κ.) με τη με αριθμό 428/2000 μη οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου με την οποία, μεταξύ άλλων, διατάχθηκε η διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το συμπέρασμα της πρώτης ως άνω πραγματογνωμοσύνης (βλ. σελ. 48 αυτής), από τη συγκριτική αντιπαραβολή των γνήσιων υπογραφών του διαθέτη με αυτή που τέθηκε στην ως άνω ιδιόγραφη διαθήκη, διαπιστώθηκαν ουσιώδεις και αδικαιολόγητες ανομοιότητες, οι οποίες αφορούν τόσο σε γενικά γραφολογικά χαρακτηριστικά (καλύτερη ποιότητα χάραξης στην υπό κρίση υπογραφή) όσο και στη δομή και επιμέρους πορεία χάραξης μεμονωμένων γραμμάτων και με πιθανότητα που αγγίζει το όριο της βεβαιότητας η υπογραφή στην ιδιόγραφη διαθήκη δεν έχει τεθεί από τον Χ.
Κ., ενώ αναφορικά με το κείμενο δεν διατυπώθηκε συμπέρασμα ελλείψει κατάλληλου συγκριτικού υλικού. Επίσης, σύμφωνα με το συμπέρασμα της δεύτερης ως άνω πραγματογνωμοσύνης (βλ. σελ. 37 αυτής), το κείμενο και η ημεροχρονολογία της ως άνω ιδιόγραφης διαθήκης, κατά υψηλή πιθανολόγηση, που αγγίζει τα όρια της βεβαιότητας, δεν χαράχθηκαν από τον φερόμενο ως διαθέτη, η υπογραφή δε της εν λόγω διαθήκης, με βεβαιότητα, δεν τέθηκε από τον Χ.
Κ., αλλά από τρίτο, άγνωστο στην παρούσα έρευνα, άτομο, με τη μέθοδο της "εκ μνήμης" απομίμησης (βλ. σελ. 37 της δεύτερης ως άνω πραγματογνωμοσύνης). Ειδικότερα, οι ανωτέρω διορισθείσες από το Δικαστήριο πραγματογνώμονες, αφού έλαβαν υπόψη τους ως συγκριτικά στοιχεία δείγματα υπογραφών του διαθέτη και συγκεκριμένα τις υπογραφές του στα εξής έγγραφα:
1. αντίγραφο της αναλυτικής κατάστασης μισθωμάτων οικοδομών γαιών έτους 1988 προς την Εφορία Βόλου,
2. τη με αριθ. …/1-4-1987 απόδειξη είσπραξης ενοικίου (αντίγραφο),
3. την από 13-7-1988 αίτηση-δελτίο ανανεώσεως καταθέσεως προθεσμίας (αντίγραφο),
4. τη με αριθ. .../18-5-1983 τηλεφωνική εντολή πληρωμής της ΕΤΕ (αντίγραφο),
5. την από 13-7-1981 απόδειξη προθεσμιακής κατάθεσης της ΕΤΕ (πρωτότυπο),
6. τη με αριθ. .../30-1-1979 απόδειξη είσπραξης της εταιρίας "..." (πρωτότυπο),
7. τη με αριθ. .../2-9-1979 απόδειξη είσπραξης παροχής υπηρεσιών του ξενώνα "..." (πρωτότυπο),
8. την από 02-11-1976 απόδειξη είσπραξης (αντίγραφο),
9. το με αριθ. .../12-10-1972 γραμμάτιο είσπραξης του Μαιευτηρίου "..." (αντίγραφο),
10. το από 12-06-1971 γραμμάτιο είσπραξης της "ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ" (αντίγραφο),
11. τη με αριθ. …/1-9-1966 απόδειξη είσπραξης ενοικίου (αντίγραφο),
12. τη με αριθ. .../3-12-1964 απόδειξη είσπραξης της εταιρίας ... (πρωτότυπο),
13. το με αριθ. …/1-4-1964 δελτίο πωλήσεως της εταιρίας "...& Σια" (πρωτότυπο),
14. τη με αριθ. …/24-1-1958 απόδειξη είσπραξης της εταιρίας "... Α.Ε." (πρωτότυπο),
15. το από 18-10-1955 ιδιωτικό συμφωνητικό (πρωτότυπο),
16. το από 23-02-1953 προσύμφωνο πώλησης αυτοκινήτου (πρωτότυπο),
17. τα από 05-09-1953 διπλότυπα είσπραξης του Δημοσίου Ταμείου Βόλου (αντίγραφα),
18. το από 18-05-1945 Δελτίο Αστυνομικής Ταυτότητας (πρωτότυπο),
19. τη με αριθ. .../12-1-1981 απόδειξη προθεσμιακής κατάθεσης της ΕΤΕ (πρωτότυπο) και
20. τις προαναφερόμενες διαθήκες (ήτοι τις δύο δημόσιες και την ιδιόγραφη στο πρωτότυπο).
Στην πρώτη ως άνω (από 20-12-2012) έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης επισημαίνεται ότι κατά τη συγκριτική αντιπαραβολή, όσον αφορά την ποιότητα χάραξης του κειμένου της ιδιόγραφης διαθήκης και των γνήσιων υπογραφών του διαθέτη διαπιστώθηκε ότι οι γνήσιες υπογραφές του παρουσιάζουν σταθερή χειροτέρευση της ποιότητας χάραξης με αύξηση των ενδείξεων αστάθειας-δυσκολία στη χάραξη με το πέρασμα των χρόνων, στις δε πιο πρόσφατες με την υπό κρίση διαθήκη γνήσιες υπογραφές, οι ενδείξεις της "παθολογικής" χάραξης, είναι εντονότερες και γίνονται άμεσα αντιληπτές ακόμα και με τη μακροσκοπική εξέταση των υπογραφών.
Αντίθετα, η γραφή στην ιδιόγραφη διαθήκη, αν και χαράσσεται ομοίως με τις πρόσφατες σε αυτή γνήσιες υπογραφές με αργό ρυθμό και εμφανίζει σποραδικά ενδείξεις αστάθειας και δυσκολίας στη χάραξη, αποδίδεται κατά τρόπο ευανάγνωστο και εμφανίζει μία εσωτερική ασυνέπεια όσον αφορά στην ποιότητα χάραξης, η οποία είναι πρόδηλα καλύτερη σε σχέση με την αντίστοιχη των πρόσφατων γνήσιων υπογραφών.
Από την αξιολόγηση δε των ευρημάτων, όπως επισημαίνεται στην ίδια ως άνω πραγματογνωμοσύνη, οι ομοιότητες που διαπιστώθηκαν μεταξύ της υπό κρίση υπογραφής και των γνήσιων υπογραφών του διαθέτη, αφορούν είτε στην απόδοση της δομής γραμμάτων, η οποία δεν παρουσιάζει κανένα ιδιαίτερο βαθμό δυσκολίας, βλ.
γράμμα "Χ", είτε αφορούν χαρακτηριστικά τα οποία παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλομορφία στις γνήσιες υπογραφές, βλ. τελικό γράμμα "ς", ενώ οι ανομοιότητες εντοπίζονται στη δομή του δεξιού τμήματος και της διάταξης του γράμματος "Κ", της δομής του γράμματος "ω", της δομής και των διαστάσεων του γράμματος "ν", των διαστάσεων της διαχωριστικής κεραίας (γραμμής συντόμευσης) σε συνδυασμό με την καλύτερη ποιότητα χάραξης με την οποία αποδίδεται η υπό κρίση υπογραφή σε σχέση με τις πρόσφατες σε αυτή γνήσιες υπογραφές του διαθέτη, δεν μπορούν να δικαιολογηθούν ούτε από την ηλικία του, ούτε από τις ιδιαίτερες συνθήκες γραφής, οι οποίες θα οδηγούσαν σε χειροτέρευση και όχι σε βελτίωση της ποιότητας χάραξης, αλλά αντιθέτως αποτελούν ουσιώδεις ενδείξεις της απομίμησης της υπό κρίση υπογραφής από τρίτο πρόσωπο, το οποίο γνωρίζοντας το γνήσιο υπογραφικό τύπο του διαθέτη προσπάθησε με αργό σχετικά ρυθμό να αποτυπώσει το γνήσιο υπογραφικό τύπο.
Στη δε δεύτερη ως άνω από 06-01-2013 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης κατά τη συγκριτική αντιπαραβολή της υπό κρίση υπογραφής με άλλες του διαθέτη, διαπιστώνονται αποκλίσεις αυτής ως προς τα γραφολογικά χαρακτηριστικά, καθώς και πολυάριθμες διαφορές ως προς τη δομή και γραφική εικόνα και δη α)ως προς το εναρκτήριο γραμματικό σύμπλεγμα "ΧΚ", καθώς και στο βρόχο και τις προεκτάσεις αυτού, β)ως προς το γράμμα "ω" η απόληξη του οποίου στην υπό κρίση υπογραφή δεν είναι ανοδική όπως θα έπρεπε κανονικά, αλλά καθοδική και σημειώνεται με ημιτελές το δεξιό του ημικύκλιο, ενώ σε όλες τις άλλες υπογραφές του διαθέτη το γράμμα αυτό σημειώνεται ολοκληρωμένο, γ) ως προς το γράμμα "ν", το οποίο σε καμία από τις άλλες υπογραφές του διαθέτη δεν ολοκληρώνεται σε τρεις γραφικές κινήσεις, αλλά σε δύο και ποτέ δεν είναι ευθύγραμμες και επιμήκεις οι πλευρές του, αλλά βραχύτερες και τουλάχιστον μία από τις δύο -συνήθως η αριστερή πλευρά του σημειώνεται με άγκιστρο στην έναρξή της, δ) ως προς την πλαγιοδεξιόστροφη γραμμή σύντμησης που ακολουθεί, η οποία στην υπό κρίση υπογραφή είναι ελαφρώς καμπύλη και έντονα επιμήκης καθοδικά, ενώ στις άλλες υπογραφές του διαθέτη είναι σαφώς βραχύτερη, συνήθως ευθύγραμμη και ενίοτε στην απόληξή της σημειώνεται μικροσκοπικό άγκιστρο, ε)ως προς το τελικό γράμμα "ς", το οποίο στην υπό κρίση υπογραφή είναι τεραστίου μεγέθους σε σχέση με τα προηγούμενα μικρά γράμματα "ων" στις λοιπές υπογραφές του διαθέτη το τελικό "ς" σημειώνεται ποικιλοτρόπως.
Διαπιστώνονται επίσης, στην ίδια έκθεση, αδικαιολόγητες -αφύσικες και επιτηδευμένες συνδεσμώσεις ορισμένων γραμμάτων και το κείμενο, η ημεροχρονολογία και η υπογραφή της επίδικης διαθήκης χαράσσονται με αρκετά ρέουσα -ελεύθερη και μέτριας ταχύτητας χάραξη, που ασφαλώς δεν συνάδει με το βαθμό εκφυλισμού της ποιότητας χάραξης του γραφικού νήματος, που είναι διάχυτος στις πρόσφατες υπογραφές του διαθέτη, λόγω γήρατος (βλ.
ιδ. σελ. 28, 33, 44, 45 της ως άνω από 20-12-2012 αριθ. κατάθ. 10/2013 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και σελ. 26, 30-36 της ως άνω από 06-01-2013 αριθ. κατάθ. 12/2013 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης).
Περαιτέρω, στην από 07-01-1999 (αριθ. κατάθ. 8/1999) έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του Δικηγόρου -δικαστικού γραφολόγου Π. Τ., η οποία διατάχθηκε με τη με αριθμό 128/1998 μη οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, αφού λήφθηκαν ως συγκριτικά στοιχεία τα ίδια ως άνω έγγραφα που φέρουν υπογραφές του διαθέτη, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι κατά απλή πιθανότητα η ως άνω ιδιόγραφη διαθήκη γράφτηκε στο σύνολό της και χρονολογήθηκε από αυτόν και ότι η υπογραφή της υπό κρίση διαθήκης τέθηκε με βεβαιότητα από τον ίδιο, αφού εντάσσεται απόλυτα στην υπογραφική του συνήθεια (βλ.
σελ. 16 αυτής). Από την αντιπαραβολή της γνήσιας γραφής του διαθέτη με το κείμενο της υπό κρίση διαθήκης, σύμφωνα με την ως άνω πραγματογνωμοσύνη, διαπιστώνεται ότι υπάρχει ταύτιση γραφολογικών δεδομένων και η υπό κρίση υπογραφή εντάσσεται στη γραφική συνήθεια του διαθέτη. Ειδικότερα, ως προς την υπό κρίση υπογραφή, διαπίστωσε ότι οι πλησιόχρονες γνήσιες υπογραφές του διαθέτη έφεραν ελαφρό γραφικό τρόμο, στοιχεία που παρουσιάζονται και στην υπό κρίση γραφή (σημεία γραφικού τρόμου, κόπωσης, διακοπή του γραφικού ίχνους σε διάφορα γράμματα και δυσχέρεια στις κυκλικές κινήσεις, όπου χαράσσει γωνία αντί καμπύλης), που οφείλονται στο φυσιολογικό γήρας ή και σε παθολογικές εκδοχές και ότι τα προβλήματα γραφικής αστάθειας, γραφικού τρόμου και διακοπής του γραφικού ίχνους που εντοπίζονται στο κείμενο της διαθήκης είναι φυσιολογικά, λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση της υγείας του και ότι είναι συνεχή και κατανεμημένα σε όλο το μήκος και πλάτος του κειμένου της διαθήκης και χωρίς γραφικές ασυνέπειες, στοιχείο που αποτελεί σαφή ένδειξη γνησιότητας του κειμένου της, καθώς και ότι τα στοιχεία αυτά είναι επίσης πολύ δύσκολο να τα απομιμηθεί κάποιος, επειδή προέρχονται από το γραφικό αυτοματισμό και σε περίπτωση απομίμησης είναι εύκολο να γίνει αυτή αντιληπτή από τις γραφικές ασυνέπειες, από την εναλλαγή δηλαδή τρομώδους γραφής με ήρεμη και σταθερή γραφή.
Επίσης, στην υπό κρίση διαθήκη, α)η χάραξη γίνεται με ελαφρά κλίση προς τα δεξιά, όπως υπέγραφε ο διαθέτης, β)η ταχύτητα χάραξης στη γραφή είναι χαμηλή, όπως και στις γνήσιες υπογραφές του διαθέτη και η πίεση στο γραφικό ίχνος είναι το ίδιο ελαφρά και με λίγες εναλλαγές, στοιχείο ένδειξης της παθολογικότητας της γραφής, γ) ταυτίζονται σε δομή οι γραφικές φόρμες των γραμμάτων "δ", "Κ", "ν" και όσον αφορά την αντιπαραβολή των γνήσιων υπογραφών του διαθέτη με αυτή επί της υπό κρίση διαθήκης, επισημαίνεται ότι α) η χάραξη στην υπό κρίση υπογραφή γίνεται με ελαφρά κλίση προς τα δεξιά, όπως υπέγραφε ο διαθέτης, β) η ταχύτητα χάραξης είναι χαμηλή και παρουσιάζεται γραφικός τρόμος (στην αποληκτική παράφα) και διάσπαση της υπογραφικής κίνησης, όπως τα ίδια στοιχεία εμφανίζονται και στις γνήσιες υπογραφές του διαθέτη και κυρίως στις πλησιόχρονες με την υπό κρίση διαθήκη, γ) η δομή της κίνησης στη χάραξη των υπό σύγκριση υπογραφών ταυτίζεται απόλυτα.
Στα ίδια συμπεράσματα κατέληξε και η διορισθείσα από την εκκαλούσα ως τεχνική σύμβουλος, Ε. Α. Δικηγόρος -ειδική δικαστική γραφολόγος, στην από 02-03-2015 (αριθ. κατάθ. 15/2015) τεχνική έκθεση (έκθεση γραφολογικής γνωματεύσεως) και ειδικότερα ότι η επίμαχη υπογραφή στην ιδιόγραφη διαθήκη είναι γνήσια και ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις ότι και το κείμενο αυτής έχει γραφεί από τον διαθέτη (βλ.
σελ. 24, 34 αυτής). Στην αντιπαραβολή των γνησίων υπογραφών του διαθέτη με την υπό κρίση υπογραφή, διαπιστώνεται ότι η υπό κρίση υπογραφή φέρει το μορφότυπο και τα γραφολογικά χαρακτηριστικά των γνήσιων υπογραφών του διαθέτη και ότι μεταξύ των συγκρινόμενων υπογραφών υπάρχει σύμπτωση α)ως προς την κλίση των γραμμάτων που είναι ελαφρώς προς τα δεξιά, β)ως προς την τοποθέτηση των γραμμάτων σε σχέση με την έντυπη γραμμή του χαρτιού στην υπό κρίση υπογραφή όπως σε πολλές από τις γνήσιες υπογραφές του, γ)όλα τα γράμματα δεν εφάπτονται στη γραμμή αλλά τοποθετούνται πάνω από αυτή, δ)η ταχύτητα χάραξης, ομοίως, είναι όμοιας έντασης με αυτή των γνήσιων υπογραφών, ε)η υπό κρίση υπογραφή φέρει τις αυξομειώσεις πίεσης που εντοπίζονται στις γνήσιες υπογραφές του, στ) η υπό κρίση υπογραφή χαρακτηρίζεται από χαρακτική αστάθεια, όπως και οι γνήσιες υπογραφές, ιδίως οι πλησιόχρονες με αυτή.
Ως προς τα ειδικά γραφολογικά γνωρίσματα διαπιστώθηκε ότι α)η δομή του εναρκτηρίου συμπλέγματος των γραμμάτων "ΧΚ" ταυτίζεται με αυτή των γνησίων υπογραφών και οι αναλογίες μεγεθών αυτού εντάσσονται εντός της υπογραφικής του συνήθειας, β) το γράμμα "ω" στην έναρξή του σχηματίζει εσωτερικό άγκιστρο αυτόματα, πράγμα που εντοπίζεται τόσο στις γνήσιες όσο και στην υπό κρίση υπογραφή και το ημιτελές αυτού εντοπίζεται και σε γνήσια υπογραφή του διαθέτη, γ) στο γράμμα "ν" και τη διαχωριστική κάθετο, στην υπό κρίση υπογραφή, είναι εμφανής η αστάθεια και έλλειψη έντασης, συμπτώματα που οφείλονται στην εξασθενημένη υγεία του διαθέτη, καθώς και στη θέση του κατά τη στιγμή που έγραφε και στη βάση την οποία στήριζε το χαρτί, δ) ο τελικός σχηματισμός του "ς" με την παράφα εντοπίστηκε στις περισσότερες γνωστές γνήσιες υπογραφές του διαθέτη και εντάσσεται εντός της υπογραφικής του συνήθειας.
Επίσης, σύμφωνα με την ίδια ως άνω τεχνική έκθεση, από την αντιπαραβολή της γραφής της διαθήκης, με τις λοιπές γνήσιες υπογραφές του διαθέτη, συμπεραίνεται ότι υπάρχουν κοινά γραφολογικά χαρακτηριστικά μεταξύ των δύο γραφών [εντοπίζονται παρόμοια παθολογικά χαρακτηριστικά με αυτά των γνησίων υπογραφών του διαθέτη (γραφική αστάθεια και κατά περιπτώσεις ελαφράς μορφής τρόμος) και ομοιότητα ως προς το βαθμό γραφικής ικανότητας, την ελαφρώς πλάγια προς τα δεξιά κλίση των γραμμάτων, τη χαρακτηριστική "δυσκαμψία" και τη χαμηλή ταχύτητα χάραξης, τον χαμηλό γραφικό ρυθμό, τα γράμματα "δ, Κ, ω, ν, δ, η" και την κυματοειδή τοποθέτηση των γραμμάτων σε σχέση με τις οριζόντιες έντυπες γραμμές του χαρτιού], τα οποία (ως άνω χαρακτηριστικά) αποτελούν αποχρώσες ενδείξεις ότι το κείμενο της επίδικης διαθήκης προέρχεται από το χέρι του διαθέτη, που ενισχύονται από το ότι η ως άνω διαθήκη έχει γραφεί, χρονολογηθεί και υπογραφεί με τον ίδιο στυλογράφο.
Επομένως, υφίσταται διάσταση των απόψεων των ανωτέρω γνωμοδοτησάντων γραφολόγων αναφορικά με το εάν η ως άνω ιδιόγραφη διαθήκη έχει γραφεί και υπογραφεί από το διαθέτη Χ. Κ.. Ειδικότερα, οι δικαστικοί γραφολόγοι Μ. Μ., Γ. Ν., και Χ. Σ., στις από 15-12-1991, 20-12-2012 (αριθ. κατάθ. 10/2013) και 06-01-2013 (αριθ. κατάθ. 12/2013) εκθέσεις γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, κατέληξαν στο συμπέρασμα, ο μεν πρώτος ότι η ως άνω ιδιόγραφη διαθήκη δεν γράφηκε και δεν υπογράφηκε από τον ίδιο τον Χ.
Κ. και δεν είναι η γνήσια αυτού ιδιόγραφη διαθήκη, η δε δεύτερη ότι, με πιθανότητα που αγγίζει το όριο της βεβαιότητας η υπογραφή στην ιδιόγραφη διαθήκη δεν έχει τεθεί από τον Χ. Κ., ενώ αναφορικά με το κείμενο δεν διατύπωσε συμπέρασμα ελλείψει κατάλληλου συγκριτικού υλικού και η τρίτη εκ των ανωτέρω, ότι το κείμενο και η ημεροχρονολογία της ως άνω ιδιόγραφης διαθήκης, κατά υψηλή πιθανολόγηση, που αγγίζει τα όρια της βεβαιότητας, δεν χαράχθηκαν από τον φερόμενο ως διαθέτη, η υπογραφή δε της εν λόγω διαθήκης, με βεβαιότητα, δεν τέθηκε από τον Χ.
Κ., αλλά από τρίτο, άγνωστο στην παρούσα έρευνα, άτομο, με τη μέθοδο της "εκ μνήμης" απομίμησης. Αντίθετα, οι δικαστικοί γραφολόγοι Π. Τ. και Ε. Α., στην από Ιανουαρίου 1999 (αριθ. κατάθ. 8/1999) έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και στην από 02-03-2015 (αριθ. κατάθ. 15/2015) τεχνική έκθεση (έκθεση γραφολογικής γνωματεύσεως), αντίστοιχα, κατέληξαν στο συμπέρασμα, ο μεν πρώτος ότι κατά απλή πιθανότητα η ως άνω ιδιόγραφη διαθήκη γράφτηκε στο σύνολό της και χρονολογήθηκε από αυτόν και ότι η υπογραφή της υπό κρίση διαθήκης τέθηκε με βεβαιότητα από τον ίδιο, αφού εντάσσεται απόλυτα στην υπογραφική του συνήθεια, η δε δεύτερη ότι η επίμαχη υπογραφή στην ιδιόγραφη διαθήκη είναι γνήσια και ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις ότι και το κείμενο αυτής έχει γραφεί από τον διαθέτη.
Από τα προαναφερόμενα όμως αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδεικνύεται ότι η από 22-02-1990 ιδιόγραφη διαθήκη έχει γραφεί, υπογραφεί και χρονολογηθεί από τον διαθέτη Χ. Κ..
Στην κρίση αυτή το Δικαστήριο καταλήγει, αφού λαμβάνει κυρίως υπόψη του τις, προαναφερόμενες, από 20-12-2012 (αριθ. κατάθ. 10/2013) και 06-01-2013 (αριθ. κατάθ. 12/2013) εκθέσεις γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης των δικαστικών γραφολόγων Γ. Ν. και Χ. Σ., οι οποίες κρίνονται ως οι πλέον εμπεριστατωμένες και επιστημονικώς τεκμηριωμένες, έναντι της από Ιανουάριος 1999 (αριθ. κατάθ. 8/1999) έκθεσης γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του δικαστικού γραφολόγου Π. Τ. και της από 02-03-2015 (αριθ. κατάθ. 15/2015) τεχνικής έκθεσης (έκθεσης γραφολογικής γνωματεύσεως) της τεχνικής συμβούλου Ε. Α., αφού με πληρότητα και σαφήνεια επισημαίνουν και εξειδικεύουν σε κάθε γράμμα της υπογραφής και στις συνδεσμώσεις με λεπτομέρεια όλες τις ομοιότητες και τις διαφορές της υπό έλεγχο διαθήκης με το συγκριτικό γραφολογικό υλικό υπογραφών του διαθέτη σε ανύποπτους χρόνους αλλά και πλησιόχρονους της επίδικης διαθήκης, εκτιμώντας μεταξύ άλλων και την ηλικία του διαθέτη και την εξέλιξη της γραφής του με βάση το συγκριτικό υλικό, στηρίζοντας το πόρισμά τους τεκμηριωμένο σε σύγχρονα τεχνολογικά μέσα και μεθόδους (φωτοτεχνικούς πίνακες αντιπαραβολής, φυσική εξέταση, γραφολογική ανάλυση, εξέταση με ψηφιακό μικροσκόπιο, ειδικό στερεοσκοπικό μικροσκόπιο, κ.λ.π.) και αιτιολογημένα.
Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από την από Ιανουάριος 1999 (αριθ. κατάθ. 8/1999) έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του δικαστικού γραφολόγου Π. Τ. και την από 02-03-2015 (αριθ. κατάθ. 15/2015) τεχνική έκθεση (έκθεση γραφολογικής γνωματεύσεως) της τεχνικής συμβούλου Ε. Α., που επικεντρώνονται μονομερώς στην ύπαρξη (κάποιων) ομοιοτήτων των γνήσιων υπογραφών του διαθέτη με τη γραφή και υπογραφή στην υπό κρίση διαθήκη, χωρίς να διερευνώνται, να αξιολογούνται και να αιτιολογούνται οι επιμέρους διαφορές μεταξύ τους.
Ειδικότερα, πέραν των όσων προεκτέθηκαν σχετικά με τις διαπιστώσεις και τα συμπεράσματα σε κάθε έκθεση, σημειώνεται ειδικότερα ότι στην έκθεση του Π. Τ. επισημαίνεται σχετικά με τα χαρακτηριστικά παθολογίας της γραφής, ότι αυτά είναι μη αναστρέψιμα και πολύ δύσκολο να τα απομιμηθεί κάποιος, επειδή προέρχονται από το γραφικό αυτοματισμό και σε περίπτωση απομίμησης είναι εύκολο να γίνει αντιληπτή από τις εσωτερικές ασυνέπειες, από την εναλλαγή δηλαδή τρομώδους γραμμής με ήρεμη και σταθερή γραφή, ωστόσο στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης της Γ.
Ν., επισημαίνεται ότι κατόπιν εξέτασης με το ψηφιακό μικροσκόπιο εντοπίστηκαν ενδείξεις εσωτερικής "ασυνέπειας", υπό τη μορφή διακοπής και προσεκτικής επανένωσης της χάραξης κατά την απόδοση μεμονωμένων γραμμάτων στο κείμενο της υπό κρίση υπογραφής, η "τμηματική" δε αυτή απόδοση των γραμμάτων η οποία γίνεται με αρκετά μεγάλη ακρίβεια δεν συνάδει με τη δυσκολία /αστάθεια στη χάραξη, η οποία εντοπίζεται μακροσκοπικά στης πλησιόχρονες με το υπό κρίση κείμενο γνήσιες υπογραφές του διαθέτη.
Επίσης στην ίδια έκθεση του Π. Τ. σχετικά με την ταχύτητα χάραξης αναφέρεται ότι στην υπό κρίση υπογραφή είναι χαμηλή και παρουσιάζεται γραφικός τρόμος (στην αποληκτική παράφα) και διάσπαση της υπογραφικής κίνησης, όπως και στις γνήσιες υπογραφές του διαθέτη και κυρίες στις πλησιόχρονες με την υπό κρίση διαθήκη, ενώ στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης της Γ.
Ν., επισημαίνεται ότι κατόπιν εξέτασης με το ψηφιακό μικροσκόπιο της υπό κρίση υπογραφής, διαπιστώθηκαν ενδείξεις μερικής αστάθειας στη χάραξη /απόδοση της αποληκτικής παράφας, οι οποίες δεν συνάδουν με τις ενδείξεις γραφικού τρόμου οι οποίες εντοπίζονται σε γνήσιες υπογραφές, εκτιμάται ότι οφείλονται στη μείωση της ταχύτητας χάραξης κατά την απόδοση των γραμμάτων Χ και Σ, ώστε να φέρουν ομοιότητα ως προς τη δομή τους με τα αντίστοιχα γράμματα των γνήσιων υπογραφών.
Ως προς τις ανομοιότητες που διαπιστώνονται στην έκθεση του Π. Τ. σχετικά με τη δομή των γραμμάτων "ω" και "ν" αναφέρεται ότι στη γνήσια υπογραφή στα από 5-9-1953 διπλότυπα είσπραξης του Δημοσίου Ταμείου Βόλου το γράμμα "ω" αποδίδεται ημιτελές ως προς τη δομή του, όπως και στην υπό κρίση υπογραφή, ενώ στην έκθεση της Γ.
Ν. αναφέρεται ότι κατόπιν μακροσκοπικής εξέτασης το γράμμα αυτό δεν αποδίδεται ημιτελές, αλλά δίνεται η εντύπωση αυτή λόγω της ασθενέστερης πίεσης χάραξης στο σημείο αυτό σε συνδυασμό με τη μικρότερη εναπόθεση μελάνης του καρμπόν και της παλαιότητας του εγγράφου, εντύπωση ωστόσο που διαψεύδεται κατά την επιμέρους εξέταση του σημείου χάραξης με το ειδικό στερεοσκοπικό μικροσκόπιο.
Επιπλέον ως προς την ανομοιότητα της δομής του γράμματος "ν" μεταξύ της υπό κρίση υπογραφής και των γνήσιων υπογραφών του διαθέτη, αυτή δικαιολογείται από τον Π. Τ. λόγω της επιβαρυμένης κατάστασης της υγείας του, όπως και στην έκθεση της τεχνικής συμβούλου Ε. Α., ενώ στην έκθεση της Γ. Ν., κατά την εξέταση της ποιότητας χάραξης της υπό κρίση υπογραφής και των γνήσιων υπογραφών του διαθέτη, διαπιστώθηκε καλύτερη ποιότητα χάραξης κατά την απόδοση ως προς τη δομή του γράμματος "ν", οι ανομοιότητες δε που επισημαίνονται κατά τα ως άνω, σε συνδυασμό με την καλύτερη ποιότητα χάραξης με την οποία αποδίδεται η υπό κρίση υπογραφή σε σχέση με τις πρόσφατες σε αυτή γνήσιες υπογραφές του διαθέτη, δεν μπορούν να δικαιολογηθούν ούτε από την ηλικία του, ούτε από τις ιδιαίτερες συνθήκες γραφής, οι οποίες θα οδηγούσαν σε χειροτέρευση και όχι σε βελτίωση της ποιότητας χάραξης, αλλά αντιθέτως αποτελούν ουσιώδεις ενδείξεις της απομίμησης της υπό κρίση υπογραφής από τρίτο πρόσωπο, το οποίο γνωρίζοντας το γνήσιο υπογραφικό τύπο του διαθέτη προσπάθησε με αργό σχετικά ρυθμό να αποτυπώσει το γνήσιο υπογραφικό τύπο.
Η δε ορισθείσα τεχνική σύμβουλος Ε. Α., στην προαναφερόμενη έκθεσή της ως προς τα ειδικά γραφολογικά γνωρίσματα της υπό κρίση υπογραφής αναφέρει ότι ταυτίζονται με αυτά των γνησίων υπογραφών του διαθέτη και ότι εντάσσονται εντός της υπογραφικής του συνήθειας, αποδίδοντας την αστάθεια στο σχηματισμό των γραμμάτων "Χ" και "ν" και της διαχωριστικής καθέτου στην εξασθενημένη υγεία του διαθέτη καθώς και στη θέση του τη στιγμή που το έγραφε, χωρίς να κάνει κάποια αναφορά, ούτε αξιολογεί τις διαφορές που υπάρχουν, αποδίδοντας τις μικρές παραλλαγές της εναρκτήριας χάραξης του "Κ" εντασσόμενες εντός των φυσιολογικών πλαισίων ποικιλομορφίας μιας γνήσιας υπογραφικής χάραξης, ενώ δεν διευκρινίζει τα σημεία βελτίωσης ή χειροτέρευσης της χάραξης της υπό κρίση γραφής και υπογραφής και δικαιολογεί αυτά, χωρίς να τα εξειδικεύει, ότι σύμφωνα με τη γραφολογία εντάσσονται στις γνήσιες υπογραφές σε καταστάσεις παθολογίας.
Επίσης, από τις προαναφερόμενες την από Ιανουάριος 1999 (αριθ. κατάθ. 8/1999) έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του δικαστικού γραφολόγου Π. Τ. και την από 02-03-2015 (αριθ. κατάθ. 15/2015) τεχνική έκθεση (έκθεση γραφολογικής γνωματεύσεως) της τεχνικής συμβούλου Ε. Α., ουδόλως αναιρούνται οι κρίσιμες διαπιστώσεις που περιέχονται στις εκθέσεις των πραγματογνωμόνων Γ.
Ν. και Χ. Σ., σχετικά με τις αδικαιολόγητες -αφύσικες και επιτηδευμένες συνδεσμώσεις ορισμένων γραμμάτων και το κείμενο, η ημεροχρονολογία και η υπογραφή της επίδικης διαθήκης χαράσσονται με αρκετά ρέουσα -ελεύθερη και μέτριας ταχύτητας χάραξη, που ασφαλώς δεν συνάδει με το βαθμό εκφυλισμού της ποιότητας χάραξης του γραφικού νήματος, που είναι διάχυτος στις πρόσφατες υπογραφές του διαθέτη, λόγω γήρατος.
Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των ανωτέρω γνωματεύσεων και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο έφεσης είναι απορριπτέα ως ουσία αβάσιμα. Περαιτέρω, τα παραπάνω δεν αναιρούνται από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων (Ειρ. Δ. και Ελ. Δ.) που εξετάστηκαν με την επιμέλεια της αρχικής πρώτης και της δεύτερης ενάγουσας και της ήδη εκκαλούσας και περιέχονται στην ανωτέρω Εισηγητική έκθεση, οι οποίες δεν κρίνονται αξιόπιστες και αντικειμενικές, καθόσον περιέχουν αντιφάσεις και αναιρούνται μεταξύ τους αλλά και από άλλα αποδεικτικά στοιχεία.
Ειδικότερα, η μάρτυρας Ειρ. Δ., η οποία σύμφωνα με την ένορκη κατάθεσή της βρισκόταν στο Νοσοκομείο και συγκεκριμένα στη Β'Παθολογική, ως συνοδός του από 19-02-1990 νοσηλευόμενου ασθενούς πατέρα της, την ημεροχρονολογία (22-02-1990) εισαγωγής του ανωτέρω διαθέτη στο Νοσοκομείο και στον ίδιο θάλαμο με τον πατέρα της, στον οποίο εισήχθη ο Χ.
Κ. τις πρώτες πρωϊνές ώρες (πριν ξημερώσει) και ότι μετά από ένα τέταρτο της ώρας περίπου τον επισκέφτηκε η γιατρός και είχαν έντονη συνομιλία μεταξύ τους, την οποία περιγράφει η μάρτυρας και κατά την οποία ζήτησε από τη γιατρό να του χορηγήσει κορτιζόνη για τη δύσπνοια και η τελευταία αρνήθηκε λόγω της γαστρορραγίας και ότι στη συνέχεια και ενώ ο ανωτέρω διαθέτης είχε ζητήσει από τα συνοδεύοντα αυτόν πρόσωπα (τις εναγόμενες και τον Δ.
Δ.) να ειδοποιήσουν το Συμβολαιογράφο Φιλιππίδη και αποχώρησαν από το θάλαμο, σε μία στιγμή ο ανωτέρω διαθέτης, που ήταν μόνος του και καθιστός στο κρεβάτι του, της ζήτησε ένα χαρτί για να γράψει τη διαθήκη του, το οποίο του έδωσε από ένα τετράδιο που κατά τύχη είχε μαζί της και μέσα σε δέκα περίπου λεπτά συνέταξε τη διαθήκη του, όπως ο ίδιος την πληροφόρησε και ότι όταν τέλειωνε τη διαθήκη του επέστεψε στο θάλαμο ο Δ.
Δ. και τον πληροφόρησε ότι δεν κατέστη δυνατή η ανεύρεση του Συμβολαιογράφου και κατόπιν ο διαθέτης κάλεσε τους παρευρισκόμενους (τη μάρτυρα, τον Δ. Δ. και ένα τρίτο πρόσωπο, Ν. Π., που ήταν παρών και η μάρτυρας δεν γνώριζε) να υπογράψουν τη διαθήκη και μισή ώρα πριν πεθάνει ο ανωτέρω διαθέτης, του δημιουργήθηκε μεγάλη δύσπνοια και οι γιατροί τους απομάκρυναν από το θάλαμο.
Η κατάθεση της προαναφερόμενης μάρτυρος δεν κρίνεται αξιόπιστη διότι έρχεται σε αντίφαση και αναιρείται από τα εξής αποδεικτικά στοιχεία:
α) η εξετασθείσα επίσης με την επιμέλεια των εναγομένων, ως μάρτυρας, Ελ. Δ., ιατρός, στην ένορκη κατάθεσή της, που περιέχεται στην ως άνω Εισηγητική έκθεση, αναφέρει ότι ο ασθενής Χ. Κ. εισήχη στο Νοσοκομείο περί ώρα 5.30 π.μ. και παρελήφθη στα έκτακτα περιστατικά στην παραλαβή του Νοσοκομείου, όπου τον εξέτασε και συνομίλησε με τον ίδιο για το ιστορικό του για μισή ώρα περίπου και κατόπιν εισήχθη στην Α'Παθολογική, τον εξέτασε εκ νέου και του χορήγησε ένεση για την ανάταξη της ταχείας κολπικής μαρμαρυγής για 20 περίπου λεπτά της ώρας και ο ίδιος της ζήτησε να του χορηγήσει και ένεση κορτιζόνης την οποία αρνήθηκε λόγω της γαστρορραγίας και ότι περί ώρα 8.30-9.00 π.μ. μεταφέρθηκε στη Β'Παθολογική, στην οποία όπως καταθέτει η ως άνω μάρτυρας δεν πήγε καθόλου και επομένως, ο διάλογος που αναφέρει η προηγούμενη μάρτυρας ότι έλαβε χώρα στη Β'Παθολογική μεταξύ του διαθέτη και της ιατρού, αναιρείται από την κατάθεση της ιατρού, η οποία αναφέρει ότι δεν πήγε καθόλου στη Β' Παθολογική, ούτε επίσης ο χρόνος εισαγωγής του ασθενούς στο θάλαμο της Παθολογικής (είτε της Α’ είτε της Β’ Παθολογικής) συμπίπτει με το χρόνο που κατέθεσε η προηγούμενη μάρτυρας, η οποία ανέφερε ότι εισήλθε στο θάλαμο όπου νοσηλευόταν και ο πατέρας της "τις πρώτες πρωινές ώρες, δεν είχε ξημερώσει καλά, ήταν σκοτεινά ακόμη έξω...",
β) η κατάθεση της πρώτης ως άνω μάρτυρος (Ειρ. Δ.) και οι ένορκες καταθέσεις των Δ. Δ. και Ν. Π., που υπέγραψαν στην επίδικη διαθήκη και κατέθεσαν ως μάρτυρες ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου κατά τη διαδικασία κήρυξης της διαθήκης αυτής ως κυρίας, αλληλοαναιρούνται και περιέχουν αντιφάσεις, αφού η πρώτη κατέθεσε ότι ήταν μόνη με τον διαθέτη όταν συνέτασσε τη διαθήκη του και ότι " [...] Την ώρα που μπήκε ο κύριος αυτός, ο οποίος αν θυμάμαι καλά λέγεται [Δ.]Δ., ο αποθανών τελείωνε αυτό που έγραφε. Και άκουσα που του είπε έλα να υπογράψεις. Μετά κάλεσε εμένα να υπογράψω και μετά έναν άλλο κύριο που ήταν μέσα εκεί, τον οποίο δεν γνωρίζω...", ενώ ο δεύτερος (Δ. Δ.) κατέθεσε ότι "Είναι και η δική μου υπογραφή στη διαθήκη, τη συνέταξε ενώπιόν μου." και ο τρίτος (Ν. Π.) κατέθεσε "Αυτό το χαρτί είναι του [Χ.] Κ. . Ήμουν στο Νοσοκομείο την ώρα που το σύνταξε, έχω υπογράψει.",
γ) η ίδια ως άνω μάρτυρας (Ειρ. Δ.) κατέθεσε σχετικά με την κατάσταση της υγείας του διαθέτη καθώς και για την πνευματική του διαύγεια "... όταν τον έφεραν τον κ. [Χ.] Κ. μιλούσε, είχε επαφή με το περιβάλλον, κινητικός, ήταν ένα θεριό ... Ήταν σχεδόν καθιστός ... Η φωνή του ήταν ζωηρή... Τον έφεραν περπατώντας..." και όπως κατέθεσε η δεύτερη ως άνω μάρτυρας (ιατρός), η κατάσταση της υγείας του δεν ήταν σοβαρή, όταν εισήχθη στο νοσοκομείο και δεν ενέπνεε ανησυχία, ωστόσο, δεν δίνεται καμία πειστική εξήγηση για ποιο λόγο ο διαθέτης ζήτησε την προσέλευση του Συμβολαιογράφου και ακόμη περισσότερο για πιο λόγο δεν ανέμενε την προσέλευσή του και συνέταξε την υπό κρίση διαθήκη πριν πληροφορηθεί τη μη ανεύρεση του Συμβολαιογράφου και σε χρόνο που σύμφωνα με τις ως άνω καταθέσεις η κατάσταση της υγείας του δεν ενέπνεε ανησυχία,
δ) δεν δίνεται επίσης καμία εξήγηση για ποιο λόγο ο στυλογράφος με τον οποίο τέθηκαν οι υπογραφές των ως άνω τριών μαρτύρων που υπέγραψαν κάτω από το κείμενο αυτής με την ένδειξη "Μάρτυρες", είναι διαφορετικός (βλ. σελ. 13 της από 20-12-2013 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης) με αυτόν που γράφτηκε το κείμενο της διαθήκης και η υπογραφή αυτής και ενώ η πρώτη ως άνω μάρτυρας κατέθεσε ότι ο διαθέτης χρησιμοποίησε στυλογράφο που του είχε δώσει η ίδια, ε) από κανένα σημείο της κατάθεσης της προαναφερόμενης μάρτυρος (Ελ.
Δ.), ούτε από άλλο αποδεικτικό μέσο, δεν προκύπτει η παράδοση της διαθήκης, ήτοι από ποιον και σε ποιο πρόσωπο παραδόθηκε η διαθήκη αυτή και πότε, την οποία ούτε οι εναγόμενες επικαλέστηκαν, μέχρι το χρόνο δημοσίευσής της (04-09-1990), ήτοι έξι (6) και πλέον μήνες μετά το θάνατο του διαθέτη, με την επιμέλεια της αρχικής πρώτης εναγομένης.
Επομένως, οι ανωτέρω ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της εκκαλούσας δεν αναιρούν το πόρισμα των ανωτέρω πραγματογνωμόνων (Γ. Ν., Χ. Σ. και Μ. Μ.) ότι η επίδικη διαθήκη δεν έχει γραφεί και υπογραφεί από τον Χ. Κ., το οποίο (πόρισμα) κρίνεται ότι είναι ασφαλέστερο και πιο αξιόπιστο αποδεικτικό μέσο έναντι των αντιφατικών και αλληλοαναιρούμενων καταθέσεων των ως άνω μαρτύρων, αφού οι πραγματογνώμονες έχουν την ευχέρεια να διακριβώσουν ευρήματα πλαστότητας με επιστημονικές μεθόδους και με τη χρήση κατάλληλων οργάνων του γραφολογικού εργαστηρίου.
Για τους ίδιους λόγους το συμπέρασμα των πραγματογνωμόνων δεν αναιρείται και από τις καταθέσεις των μαρτύρων, οι οποίοι εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου κατά την κήρυξη της επίδικης διαθήκης κυρίας. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως σχετικά με τις μαρτυρικές καταθέσεις και την αξιοπιστία αυτώ, ουδόλως έσφαλε ως προς την εκτίμηση αυτών και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με το δεύτερο λόγο έφεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Εξάλλου, όπως αποδεικνύεται από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, ο διαθέτης είχε εκφράσει τη βούλησή του να καταστήσει μοναδικό κληρονόμο του το ενάγον-πρώτο εφεσίβλητο, ήδη από το έτος 1975, δυνάμει της με αριθμό …/19-2-1975 δημόσιας διαθήκης που συντάχθηκε από τον Συμ/φο Βόλου Ηλία Φιλιππίδη και δημοσιεύτηκε με τα με αριθμό 168/5-6-1990 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, η οποία ανακλήθηκε, ως προεκτέθηκε με τη μεταγενέστερη δημόσια διαθήκη του που συντάχθηκε το έτος 1987, από το έτος δε 1975 μέχρι το χρόνο θανάτου του (1990) δεν προέκυψε μεταβολή της βούλησης αυτής του διαθέτη ο οποίος, όπως προκύπτει από τις ως άνω δημόσιες διαθήκες, επέλεξε να εκφράσει τη βούλησή του υπό συνθήκες της τυπικότητας και επισημότητας της δημόσιας διαθήκης ενώπιον Συμβολαιογράφου και ως εκ τούτου η σύνταξη ιδιόγραφης διαθήκης και δη υπό τις συνθήκες που αναφέρει η ως άνω μάρτυρας (Ειρ.
Δ.) δεν συνάδει με την προηγούμενη συμπεριφορά του διαθέτη. Επομένως, η εκκαλούσα, η οποία, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, έχει το βάρος απόδειξης της επικαλούμενης από αυτή γνησιότητας, δεν απέδειξε ότι η επίδικη διαθήκη έχει γραφεί, υπογραφεί και χρονολογηθεί από το διαθέτη.
Αντίθετα, από το σύνολο των ανωτέρω αποδειχθέντων περιστατικών αποδεικνύεται ότι η επίδικη από 22-02-1990 ιδιόγραφη διαθήκη, η οποία δημοσιεύτηκε με τα με αριθ. 260/4-9-1990 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου και κηρύχθηκε κυρία με τη με αριθμό 263/4-9-1990 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου (εκουσία δικαιοδοσία), είναι άκυρη, ως μη γνήσια διαθήκη του αποβιώσαντος Χ.
Κ., λόγω μη γραφής και υπογραφής αυτής με το χέρι του διαθέτη, το δε πρώτο εφεσίβλητο - ενάγον νομιμοποιείται να επικαλεσθεί την ακυρότητα αυτή και έχει άμεσο έννομο συμφέρον να ζητήσει την αναγνώρισή της, καθόσον είναι τετιμημένος κληρονόμος του με την προγενέστερη έγκυρη με αριθ. …/6-10-1987 δημόσια διαθήκη του, που δημοσιεύτηκε με τα με αριθμό 169/5-6-1990 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, την κληρονομία δε αυτή αποδέχτηκε το πρώτο εφεσίβλητο, δυνάμει της με αριθμό …/11-2-1992 δήλωσης αποδοχής κληρονομίας της Συμ/φου Βόλου Γραμματής Χρήστου Βούλγαρη -Φειδά, που μεταγράφηκε νόμιμα.
Κατά το κεφάλαιο δε της εκκαλουμένης απόφασης με το οποίο ανακλήθηκε εν μέρει η με αριθμό 428/2000 μη οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, δεν προβάλλεται σχετικός λόγος έφεσης και δεν εκκαλείται κατά τούτο. Κατόπιν των ανωτέρω η αγωγή αποβαίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη κατά την κύρια βάση της και πρέπει συναφώς να γίνει δεκτή η πρόσθετη παρέμβαση που ασκήθηκε από τον δεύτερο των εφεσίβλητων υπέρ του ενάγοντος και ήδη πρώτου εφεσίβλητου, ως ασκούντος την εποπτεία επί των υπέρ κοινωφελών σκοπών και ευαγών ιδρυμάτων καταλειπομένων περιουσιών (άρθρα 95, 96, 97, 126 του ΑΝ 2039/1939 και ήδη -μετά την κατάργησή του με το άρθρο 82 παρ. 8 α ν. 4182/2013- άρθρα 2 παρ. 3 και 4, 69, 82 παρ. 4, 8 α, 9 ν. 4182/2013), ως ουσία βάσιμη.
1. Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε ότι η από 22-02-1990 ιδιόγραφη διαθήκη του Χ. Κ. του Θ., δεν είναι γνήσια διαθήκη του, διότι δεν έχει γραφεί και υπογραφεί με το χέρι αυτού, και για το λόγο αυτόν είναι άκυρη, ακολούθως δε απέρριψε την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας-εναγομένης κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο, κρίνοντας ομοίως, είχε δεχθεί ως βάσιμη την αγωγή του πρώτου αναιρεσίβλητου για αναγνώριση της ακυρότητας της πιο πάνω διαθήκης για το λόγο που προαναφέρθηκε. Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της γνησιότητας της επίμαχης διαθήκης κατά τον κρίσιμο χρόνο σύνταξης αυτών, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1718 και 1721 ΑΚ, που εφάρμοσε (ΑΠ 616/2016). Επομένως, οι περί του αντιθέτου πέμπτος και τρίτος, κατά το δεύτερο μέρος, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, είναι και απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
2. Εξάλλου με τον πρώτο λόγο, της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και η αιτίαση ότι το Εφετείο αναφορικά με το ανωτέρω ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα του κύρους της ιδιόγραφης διαθήκης διέλαβε στην απόφασή του αντιφατικές αιτιολογίες, σχετικά με την κατάσταση της υγείας του διαθέτη κατά την εισαγωγή του στο νοσοκομείο (πρώτο μέρος) και διότι, ενώ γίνεται δεκτό από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπάρχει απουσία εγγράφου φέροντος γραφή (του διαθέτη) στη συνέχεια αποφαίνεται ότι η επίμαχη διαθήκη δεν έχει γραφεί και, υπογραφεί και χρονολογηθεί από τον διαθέτη βασιζόμενο μάλιστα στις εκθέσεις γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης των γραφολόγων Γ. Ν. και Χ. Σ. που μάλιστα δεν επιβεβαιώνουν το συμπέρασμα αυτό (δεύτερο μέρος). Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η παραπάνω αιτίαση αναφέρεται αποκλειστικά στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
3. Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1β ΚΠολΔ προκύπτει ότι η παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την ανεύρεση, με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως, όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες δηλ.
για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς (ΑΠ 1622/2010, ΑΠ 1239/2009, σχετ. ΟλΑΠ 8/2005) ή ακόμη για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν (ΑΠ 208/2011).
Όμως η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας τα οποία πρέπει να καθορίζονται ιδρύει λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς (ΑΠ 1652/2009). Ειδικότερα, η παραβίαση ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να εξειδικεύσει τις αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό, όχι όμως όταν τα διδάγματα αυτά χρησίμευσαν προς έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή για την εκτίμηση αποδεικτικών μέσων που προσκομίζονται από τους διαδίκους (ΟλΑΠ 9-13/2005, ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1662/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο, κατά το πρώτο μέρος, λόγο της αναίρεσης, με την επίκληση της διατάξεως του αριθμού 1εδ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι η πλημμέλεια ότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας και ειδικότερα, επειδή θεώρησε ότι αντιφάσκουν οι μαρτυρικές καταθέσεις των μαρτύρων Ειρ.
Δ. και Ελ. Δ. και Ε. και Δ. Δ. και Ν. Π. εντοπίζοντας τις εν λόγω αντιφάσεις. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του γιατί δεν εξειδικεύει ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν, δεν αναφέρονται πραγματικά περιστατικά που να συγκροτούν την έννοια των διδαγμάτων της κοινής πείρας, με την έννοια που προαναφέρεται, και επιπλέον η επικαλούμενη παραβίασή τους, αορίστως, δεν αφορά την ερμηνεία και εφαρμογή συγκεκριμένων κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, αλλά την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.
4.Το δικαστήριο της ουσίας, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11 γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 774/1996, 70/2008, 222/2008) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 105/2005, 1874/2008), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο).
Για την πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να εξειδικεύονται τα αποδεικτικά μέσα που ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και να προσδιορίζεται το αποδεικτικό περιεχόμενο καθενός από αυτά, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έγινε η επίκληση και η προσκομιδή των αποδεικτικών μέσων και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 627/2018).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 226 παρ. 2 και 270 παρ. 2 εδάφ. β' του ΚΠολΔ, όπως αυτά ίσχυαν πριν αντικατασταθούν, με τα άρθρα 5 και 12, αντιστοίχως, του ν. 2915/2001 και τα οποία έχουν εφαρμογή στην προκειμένη υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 2 του αυτού νόμου, προκύπτει ότι στην τακτική διαδικασία ενώπιον του πολυμελούς πρωτοδικείου, εφόσον εκδίδεται προδικαστική απόφαση και η απόδειξη διεξάγεται σύμφωνα με το άρθρο 341 του ΚΠολΔ, όπως επίσης αυτό ίσχυε πριν καταργηθεί με το άρθρο 14 παρ. 1 του ιδίου ν. 2915/2001, δεν είναι παραδεκτές, ως αποδεικτικά μέσα, ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον ειρηνοδίκου ή συμβολαιογράφου. (ΑΠ 468/2019, 548/2011, 771/2012, 311/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η εναγομένη -αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο, κατά την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής του πρώτου αναιρεσιβλήτου δεν έλαβε υπόψη του τη με αριθμ…./25-1-1994 ένορκη βεβαίωση της μάρτυράς της Ελ.
Δ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μ. Γ. -Ε., την οποία είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει αυτή (εναγομένη-εκκαλούσα - νυν αναιρεσείουσα) με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και ενώπιον του του Εφετείου με το σκεπτικό ότι «...αποτελεί η ως άνω ένορκη βεβαίωση ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο και για τη διαδικασία ενώπιον του Εφετείου, αφού η υπόθεση, υπαγόμενη στην τακτική διαδικασία κατ'εφαρμογή του άρθρου 341 ΚΠολΔ είχε εισαχθεί ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, πριν την έναρξη ισχύος του Ν.2915/2001 δηλαδή προ της 01-01-2002 και πριν την έναρξη ισχύος του Ν.2207/1994 (έναρξη ισχύος την 25-04-1994 κατ' άρθρο 14 Ν.2207/19940) και εκδόθηκε η ως άνω με αριθμ.
Π134/1310/232/1992 πράξη του ως άνω Δικαστηρίου για την διεξαγωγή αποδείξεων και με μάρτυρες, οπότε ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον Ειρηνοδίκη ή Συμβολαιογράφου, ληφθείσες για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικό μέσο στη δίκη αυτή δεν λαμβάνονται υπόψη, ως μη παραδεκτά αποδεικτικά μέσα, ούτε στον πρώτο ούτε στον δεύτερο βαθμό) ουδέ για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, δεν καθίσταται δε επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο ούτε κατ' εφαρμογή του άρθρου 529 ΚΠολΔ που προδήλως αναφέρονται σε επιτρεπόμενα κατά το Νόμο αποδεικτικά μέσα καθόσον οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή Συμβολαιογράφου κατά το άρθρο 270 παρ.2 ΚΠολΔ είναι επιτρεπόμενο αποδεικτικό στην τακτική διαδικασία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου μόνο όταν η συζήτηση είναι προφορική υπό τους όρους και προϋποθέσεις του άρθρου 270 παρ.1 ΚΠολΔ, όχι δε και όταν σύμφωνα με αυτό, εφαρμόζεται το άρθρο 341 του ιδίου Κώδικα, ως εν προκειμένω...».
Με την κρίση της αυτή, ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, ότι η προσβαλλόμενη δεν έλαβε υπόψη το αποδεικτικό μέσο που νόμιμα επικαλέσθηκε και προσκόμισε, ενώ, αν είχε λάβει υπόψη και την με αριθμό …/25-1-1994 ένορκη βεβαίωση της Ελ. Δ., έπρεπε να απορρίψει την αγωγή του αντιδίκου εναντίον της. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος, διότι η ένδικη αγωγή με αριθμ. κατάθ. Π1310/232/1991 εκδικάσθηκε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, κατά την τακτική διαδικασία και εκδόθηκε η με αριθμό Π134/1310/232/1992 μη οριστική απόφαση που διέταξε αποδείξεις και εν συνεχεία συντάχθηκε η με αριθμ.67/1993 Εισηγητική Έκθεση αποδείξεις, με βάση δε το ισχύον κατά το χρόνο εκδίκασής της νομικό καθεστώς, η προδιαληφθείσα ένορκη βεβαίωση ήταν μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο και δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη ούτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, επιπλέον ο εν λόγω αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του γιατί η αναιρεσείουσα δεν προσδιορίζει το αποδεικτικό περιεχόμενο της ως άνω ένορκης βεβαίωσης, ούτε τον ισχυρισμό προς απόδειξη του οποίου έγινε η επίκληση και η προσκομιδή του ως άνω αποδεικτικού μέσου και τους λόγους για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
5. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1721 παρ. 1 ΑΚ η ιδιόγραφη διαθήκη γράφεται ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη, χρονολογείται και υπογράφεται απ' αυτόν και από τη χρονολογία πρέπει να προκύπτει η ημέρα, ο μήνας και το έτος. Επομένως ο επικαλούμενος τη διαθήκη δεν αρκεί να αποδείξει τη γνησιότητα της σ' αυτή υπογραφής, αλλά πρέπει να αποδείξει ότι και όλο το περιεχόμενο γράφτηκε ιδιοχείρως από το διαθέτη.
Η κήρυξη ως κυρίας της ιδιόγραφης διαθήκης δεν παράγει τεκμήριο γνησιότητας υπέρ του επικαλουμένου αυτήν. Τότε μόνο αποτελεί τεκμήριον, μέχρις ανταποδείξεως, όταν από τη δημοσίευση της διαθήκης παρήλθε πενταετία, χωρίς στο μεταξύ να αμφισβητηθεί η γνησιότητα της διαθήκης σε δίκη μεταξύ κάποιου, που αντλεί δικαιώματα από αυτήν και κάποιου από τους βλαπτομένους (άρθρ. 1777 ΑΚ).
Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση της αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής περί ακυρότητας της διαθήκης, λόγω της μη ιδιοχείρου γραφής και υπογραφής αυτής, όπως και η ένδικη, όπου αρκεί μόνον η με αυτήν (αγωγή) αντιτασσομένη γενική άρνηση του ενάγοντος κατά του προβαλλομένου, από τη διαθήκη, δικαιώματος του εναγομένου.
Στην περίπτωση, δηλαδή, αυτή δεν είναι υποχρεωμένος ο ενάγων να αποδείξει την αναλήθεια των πραγματικών περιστατικών, που στηρίζουν το δικαίωμα του εναγομένου αλλά ο τελευταίος (εναγόμενος) υποχρεούται να αποδείξει την αλήθεια των περιστατικών αυτών, ήτοι την ιδιόχειρη, από το διαθέτη, γραφή και υπογραφή της διαθήκης..
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος αποδείξεως.
Αποδεικτικό δε βάρος είναι το βάρος αποδείξεως από υποκειμενική άποψη. Με τη μορφή αυτήν το βάρος αποδείξεως προσδιορίζει ποιος από τους διαδίκους έχει το καθήκον να συντελέσει με δική του πρωτοβουλία στην προσαγωγή του αποδεικτικού υλικού, σε αντίθεση με την μορφή του αποδεικτικού βάρους από αντικειμενική άποψη, όπου καθορίζονται οι συνέπειες της μη αποδείξεως κάποιου πραγματικού γεγονότος, καθώς και το πρόσωπο που θα τις υποστεί. Περαιτέρω, το βάρος αποδείξεως καθορίζεται είτε βάσει ρητής διατάξεως νόμου, είτε με βάση τεκμήριο που καθιερώνεται στο νόμο και επιφέρει αντιστροφή του βάρος αποδείξεως, είτε (αν δεν ορίζεται σχετικώς) βάσει της αρχής, ότι έκαστος αποδεικνύει τις προϋποθέσεις του (υπό επιθετική ή αμυντική μορφή) ασκουμένου δικαιώματος του (ΑΠ 771/2019, ΑΠ 1595/2006).
Εξάλλου κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο τη ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως.
Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την απόφαση είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο (ΑΠ 168/2015).
Εξάλλου στα σφάλματα που προκύπτουν από την ίδια την απόφαση υπάγονται κυρίως λόγοι αναιρέσεως που θεμελειώνονται σε έλλειψη τυπικών στοιχείων της απόφασης ή σε διαδικαστικά σφάλματα που αποδεικνύονται αμέσως από την απόφαση, χωρίς ανάγκη προσφυγής σε άλλα έγγραφα (ΑΠ 157/2018).
Συνεπώς ισχυρισμός που προτείνεται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου με λόγο αναίρεσης και δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση παραδεκτού, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (ΑΠ 1620/2005, ΑΠ 556/2012).
Περαιτέρω, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος της προτάσεως του ή της επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο και μόνο εάν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΟλΑΠ 15/2000).
Αν δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο αναιρεσείων πρότεινε τον θεμελιούντα αναιρετικό λόγο ισχυρισμό ή ότι συντρέχει εξαιρετική περίπτωση άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ ο λόγος απορρίπτεται ως αόριστος (ΑΠ 148/2006). Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ'άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι το πρώτο αναιρεσίβλητο με την από 16-04-1991 αγωγή του κατά της αναιρεσείουσας - εναγομένης ζήτησε, για τους αναφερόμενους σ'αυτή λόγους να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 22-02-1990 ιδιόγραφης διαθήκης του Χ.
Κ.. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εκτίμησε ότι η αγωγή εμπεριέχει δύο βάσεις, την κύρια βάση της (διότι η διαθήκη δεν έχει γραφεί και υπογραφεί από τον διαθέτη) και την επικουρική της βάση (επειδή ο διαθέτης δεν είχε κατά το χρόνο σύνταξης της ιδιόγραφης διαθήκης συνείδηση των πράξεών του συνεπεία των αναφερόμενων στην αγωγή ασθενειών.) Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε την αγωγή κατά την κύρια βάση της και δεν ερεύνησε, λόγω του επικουρικού της χαρακτήρα, τη δεύτερη βάση της αγωγής.
Ασκήθηκε έφεση από την εναγομένη και το εφετείο απέρριψε την έφεση με την παραδοχή ότι "η εναγομένη δεν απέδειξε, όπως όφειλε την ιδιόχειρη γραφή και υπογραφή της διαθήκης από τον διαθέτη. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι αυτή δεν έχει γραφεί και δεν έχει υπογραφεί (ούτε χρονολογηθεί) από τον τελευταίο και για το λόγο αυτό είναι άκυρη".
Με τον τέταρτο λόγο της κρινομένης αιτήσεως, από τον αριθ. 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα-εναγομένη-εκκαλούσα υποστηρίζει ότι εσφαλμένως το δικαστήριο επέβαλε σ' αυτή το βάρος αποδείξεως της γνησιότητας της γραφής και υπογραφής του φερομένου ως διαθέτη στην ένδικη διαθήκης, ενώ έπρεπε να κατανείμει διαφορετικά το βάρος απόδειξης και να απαιτήσει την απόδειξη από τον αναιρεσίβλητο του αυτοτελούς αγωγικού ισχυρισμού του περί πλαστότητας της ιδιόγραφης διαθήκης.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος διότι η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει στο αναιρετήριο ότι πρότεινε τον θεμελιούντα αναιρετικό λόγο ισχυρισμό στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ουσίας και με ποιον τρόπο, ούτε ότι τον επανέφερε με λόγο έφεσης στο εφετείο ή ότι συντρέχει εξαιρετική περίπτωση άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, επιπλέον δε και αβάσιμος γιατί το εφετείο δεν δέχθηκε ότι υπάρχει βάση της ένδικης αγωγής από αδικοπραξία.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί, κατ' άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που καταβλήθηκε. Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2), ως προς δε το δεύτερο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο (εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Οικονομικών), μειωμένα σύμφωνα με το άρθρο.22 παρ.1 και 3 ν.3693/1957, άρθρ. 5 παρ. 12 ν. 1738/1987, όπως τροποποιήθηκε με την παρ.5 άρθρου 28 του ν. 2579/1998, σε συνδ. με την Κ.Υ.Α. των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/28-12-1992 εκδοθείσα κατ'εξουσιοδότηση του άρθρ.5 παρ. 12 ν. 1738/1987, κατά το νόμιμο αίτημα των αναιρεσιβλήτων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20-11-2019 αίτηση για αναίρεση της 109/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης, των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ για το πρώτο αναιρεσίβλητο και στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ για το δεύτερο αναιρεσίβλητο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2020.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ