Legislator Case Law & Legislation
1293/2018 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against first instance judgment on ship salvage value and remands case.

Case Number 1293/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment regarding a ship salvage dispute. The appellant argued that the lower court failed to properly evaluate specific expert reports establishing a lower salvage value, while the respondents contended the court had considered all evidence. The court found the appellant's claim regarding the unexamined expert opinions valid but dismissed other grounds, ordering the case to be retried by a different panel of the First Instance Court.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure; If a court of first instance fails to evaluate specific documentary evidence adduced by a party, the appeal is admissible and the case must be remanded for retrial.

Keywords

AI generated
ship salvage value expert report evaluation appeal admissibility remand for retrial documentary evidence salvage award calculation court of first instance

Cited Legislation

AI generated
Article 1 § 1 of the Decree of 29 December 1980
Εξάλλου κατά το άρθρο 3 § 1 ΚΠολΔ, στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται Έλληνες και αλλοδαποί, εφόσον υπάρχει αρμοδιότητα Ελληνικού δικαστηρίου.
Article 1 § 1 of the Decree of 29 December 1980, as amended by Law 1157/1981
Εξάλλου κατά το άρθρο 3 § 1 ΚΠολΔ, στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται Έλληνες και αλλοδαποί, εφόσον υπάρχει αρμοδιότητα Ελληνικού δικαστηρίου.
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 580 § 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 § 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 § 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1293 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1293/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα - Εισηγητή, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Z. M. A. S., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Γεωργόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Μ. του Π., κατοίκου ..., 2) Α. Τ. του Π., κατοίκου ..., 3) Ν. Μ. του Ε., κατοίκου ..., 4) Χ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καραγκούνη, που ανακάλεσε την από 22/12/2016 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος του ως άνω αναιρεσείοντος, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, δημοσίευσε δια του Προέδρου του την απόφαση που έχει τον ίδιο αριθμό με αυτό το πρακτικό, με την οποία απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/3/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 38/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 127/2015 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29/3/2016 αίτησή του και τους από 7/12/2016 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τους από 7-12-2016 πρόσθετους λόγους αναίρεσης, προσβάλλεται η 127/2015 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, η οποία εκδόθηκε επί των από 14-4-2010 και 20-5-2010 εφέσεων του αναιρεσείοντος και των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, κατά της 38/2010 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 31-3-2008 αγωγή των τελευταίων.

Με το άρθρο 1 § 1 της από 29-12-1980 πράξης νομοθετικού περιεχομένου, που κυρώθηκε με τον Ν.1157/1981, καθιερώθηκε από 1 Ιανουαρίου 1981 πενθήμερη εβδομάδα εργασίας, αρχόμενη από Δευτέρα μέχρι και Παρασκευή για το προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ενώ κατά την παρ. 12 του ίδιου άρθρου, η διαδρομή των προθεσμιών, που τάσσονται από το νόμο ή τα δικαστήρια, αρχίζει από την επόμενη ημέρα της επίδοσης ή του γεγονότος που αποτελεί την αφετηρία της και λήγει τη 19.00 ώρα της τελευταίας ημέρας, εάν δε αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα ή Σάββατο, λήγει την ίδια ώρα της επομένης εργάσιμης ημέρας.

Όπως συνάγεται από τη διατύπωσή της, η άνω διάταξη, όπως άλλωστε και η ταυτόσημη σχεδόν διάταξη του άρθρου 144 § 1 Κ.Πολ.Δ., εφαρμόζεται τόσον επί των προθεσμιών ενέργειας όσο και επί των προπαρασκευαστικών προθεσμιών, δηλαδή εκείνων, οι οποίες τάσσονται και είναι απαραίτητο να παρέλθουν πριν από την ενέργεια ορισμένης πράξης, σε τρόπο ώστε, αν η τελευταία ημέρα των εν λόγω προθεσμιών συμπίπτει προς ημέρα εξαιρετέα ή Σάββατο, δεν υπολογίζεται αυτή και η προθεσμία λήγει την ίδια ώρα της επόμενης εργάσιμης ημέρας, πράγμα το οποίο ισχύει και επί της 30ήμερης προθεσμίας, που τάσσεται με τη διάταξη του άρθρου 569 § 2 Κ.Πολ.Δ., για την κατάθεση και την επίδοση του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως.

Επομένως, αν η τελευταία (30η), πριν από τη δικάσιμο, ημέρα (με αφετηρία την επομένη της επίδοσης) συμπίπτει με εξαιρετέα ημέρα, δεν υπάρχει εμπρόθεσμη άσκηση των λόγων αυτών, οι οποίοι απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 577 § 2 ΚΠολΔ (Ολομ. ΑΠ 33/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας ο Πρόεδρος του Α1 Τμήματος όρισε δικάσιμο για τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης την 9-1-2017.

Ο αναιρεσείων στις 8-12-2016 κατέθεσε στην γραμματεία του Αρείου Πάγου το από 7-12-2016 δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης. Έτσι, η τριακοστή ημέρα από την επομένη της κατάθεσης του δικογράφου αυτού συμπίπτει με τις 7-1-2017, που είναι Σάββατο, ενώ η επόμενη εργάσιμη ημέρα (Δευτέρα, 9-1-2017) έχει ορισθεί ως δικάσιμος της υπόθεσης, μέχρι της οποίας δεν μεσολαβεί πλήρης η 30ήμερη προθεσμία.

Επομένως, ο άνω πρόσθετοι λόγοι δεν ασκήθηκαν εμπροθέσμως και ως εκ τούτου είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

Kατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ. υπάρχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Επί παραλείψεως κηρύξεως προσωρινού απαραδέκτου, όπως είναι το απαράδεκτο της συζητήσεως, ο λόγος αυτός στοιχειοθετείται όταν το απαράδεκτο αυτό επιβάλλεται από το νόμο προς κατοχύρωση του αποτελέσματος της ακυρότητας άλλης διαδικαστικής πράξεως, που προηγήθηκε, όπως είναι η ακυρότητα της κλητεύσεως, ή (και) προς εξασφάλιση της ασκήσεως δικονομικού δικαιώματος, όπως είναι πρωτίστως το θεμελιώδες δικονομικό δικαίωμα της υπερασπίσεως (ΚΠολΔ 110 § 2).

Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 106, 159 § 3 και 160 § 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η παράβαση διάταξης, που ρυθμίζει τη διαδικασία, και ιδίως το τύπο κάποιας διαδικαστικής πράξης, συνεπάγεται την ακυρότητά της, την οποία πάντοτε απαγγέλει το δικαστήριο, μόνο στην περίπτωση, κατά την οποία αυτό, χωρίς να διατάξει αποδείξεις, αλλά ακολουθώντας τους κανόνες της ελεύθερης απόδειξης, κρίνει, ότι η παράβαση προκάλεσε βλάβη, στον προτείνοντα διάδικο, που δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά με την κήρυξη της ακυρότητας.

Θεωρείται πάντως, ότι δεν υπάρχει δικονομική βλάβη στην περίπτωση, κατά την οποία παραβιάστηκαν διατάξεις, που ρυθμίζουν τη διαδικασία, όταν από την σημειωθείσα παράβαση δεν επηρεάζεται, ούτε ήταν δυνατό να επηρεαστεί η δυνατότητα και η προϋπόθεση της άμυνας τού διαδίκου ή της άσκησης του ενδίκου μέσου κατά της απόφασης πού εκδόθηκε.

Επίσης, δεν υπάρχει δικονομική βλάβη από τη μη επίδοση ή μη προσήκουσα επίδοση τού δικογράφου στο διάδικο, όταν αυτός παρέστη στη συζήτηση. Εξάλλου, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι δεν προκλήθηκε στο διάδικο, που πρότεινε τη βλάβη από την παράβαση των δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία, και ιδίως τον τύπο διαδικαστικής πράξεως, τη μη επίδοση ή τη μη προσήκουσα επίδοση του δικογράφου στο διάδικο, δεν ελέγχεται αναιρετικώς, ως αναγόμενη, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε εκτίμηση πραγμάτων (ΑΠ 1219/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του έκτου λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, αν και κατά τις παραδοχές αυτής, είχε γνωστή ταχυδρομική θυρίδα και μάλιστα, όπως αναφέρεται στην προμετωπίδα του αναιρετηρίου, στη ..., παρ' όλα αυτά κλητεύθηκε ως άγνωστης διαμονής, με αποτέλεσμα να υποστεί δικονομική βλάβη, συνισταμένη στο ότι αφ' ενός μεν δεν κλητεύθηκε για να παραστεί στη διαδικασία του άρθρου 214Α ΚΠολΔ, ήτοι της εξώδικης επίλυσης της διαφοράς, αφ' ετέρου δε δεν θεωρήθηκαν παραγεγραμμένες οι αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων, ως εκ του ότι δεν έγινε νόμιμη επίδοση της αγωγής.

Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες, καθόσον ο αναιρεσείων δεν είχε γνωστή διαμονή στην Ελλάδα ή στην αλλοδαπή, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, στην οποία θα μπορούσε να γίνει η επίδοση (ΚΠολΔ 124), ως τέτοια δε δεν μπορεί να θεωρηθεί η εκ μέρους του κατοχή ταχυδρομικής θυρίδας. Σε κάθε όμως περίπτωση, δεν υπέστη δικονομική βλάβη, αφού παραστάθηκε τόσο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο όσο και στο δευτεροβάθμιο.

Εξάλλου, η μη παράστασή του στη διαδικασία της εξώδικης επίλυσης της διαφοράς, κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής και αληθής υποτιθέμενη, δεν του προκάλεσε βλάβη ούτε ο ίδιος επικαλείται κάτι τέτοιο. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 4 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.

Ο λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υποθέσεως, που κατά το νόμο ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου. Όταν όμως το δικαστήριο, αν και έχει δικαιοδοσία για την έρευνα της υποθέσεως, απορρίπτει αυτήν για έλλειψη δικαιοδοσίας υποπίπτει στην πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου (άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, Ολομ ΑΠ 2/1999, ΑΠ 741/2017).

Εξάλλου κατά το άρθρο 3 § 1 ΚΠολΔ, στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται Έλληνες και αλλοδαποί, εφόσον υπάρχει αρμοδιότητα Ελληνικού δικαστηρίου. Επομένως, τα Ελληνικά πολιτικά δικαστήρια έχουν διεθνή δικαιοδοσία για την εκδίκαση της διαφοράς ιδιωτικού δικαίου, είτε οι διάδικοι είναι ημεδαποί, είτε αλλοδαποί, μόνο αν κατά τις ισχύουσες διατάξεις υφίσταται κατά τόπο αρμοδιότητα Ελληνικού δικαστηρίου λόγω γενικής (άρθρο 22 ΚΠολΔ) ή ειδικής δωσιδικίας.

Το άρθρο 40 ΚΠολΔ ορίζει: 1. δίκες εναντίον προσώπων που δεν έχουν κατοικία στην Ελλάδα, εφόσον το αντικείμενό τους είναι περιουσιακό, μπορούν να εισαχθούν και στο δικαστήριο, στην περιφέρεια του οποίου υπάρχει περιουσία του εναγόμενου ή βρίσκεται το επίδικο αντικείμενο. 2. αν η περιουσία συνίσταται σε χρηματικές απαιτήσεις του εναγόμενου εναντίον τρίτου, θεωρείται πως η περιουσία βρίσκεται στον τόπο της κατοικίας του τρίτου.

Με τη διάταξη αυτή, καθιερώνεται η δωσιδικία της περιουσίας, η οποία προϋποθέτει: α) έλλειψη κατοικίας (ή έδρας προκειμένου περί νομικών προσώπων) του εναγόμενου στην ημεδαπή, β) διαφορά με περιουσιακό αντικείμενο, γ) περιουσία του εναγόμενου στην ημεδαπή. Περιουσία κατά την έννοια του νόμου αποτελεί κάθε αντικείμενο, πράγμα ή δικαίωμα, που έχει χρηματική αξία κατά την κατάθεση της αγωγής, με την οποία θεμελιώνεται η δωσιδικία του δικαστηρίου (ΚΠολΔ 221) και επομένως, μεταγενέστερη απομάκρυνση τούτου δεν ασκεί επιρροή.

Περιουσία, συνεπώς, είναι και το πλοίο, που βρίσκεται στα ελληνικά χωρικά ύδατα (ΑΠ 1309/2002). Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου (έκτου) αναιρετικού λόγου, κατ' ορθή εκτίμηση, από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι δεν έκανε δεκτή την ένστασή του για έλλειψη δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων, στο βαθμό που θεμελιώνεται στην παραμονή της θαλαμηγού στα ελληνικά χωρικά ύδατα.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, αφού δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο, με τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η αποδιδόμενη στην απόφαση αναιρετική πλημμέλεια και ειδικότερα, δεν εκτίθεται, εάν το πλοίο απέπλευσε από τα ελληνικά χωρικά ύδατα και σε καταφατική περίπτωση πότε έγινε αυτό, σε σχέση με το χρόνο κατάθεσης της αγωγής, ώστε να κριθεί αν τα ελληνικά δικαστήρια είχαν δικαιοδοσία.

Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 7 §§ 1 και 2 του Ν.Δ. 1544/1942, σε περίπτωση μη καταβολής από τον ενάγοντα του οφειλόμενου κατά τα άρθρα 2 και 3 του Ν. ΓΠΟΗ'/1912 τέλους δικαστικού ενσήμου, δεν επέρχεται απαράδεκτο της αγωγής ή της συζήτησής της, αλλά ο ενάγων θεωρείται ότι δικάζεται ερήμην και γι' αυτό, σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων αυτών, δεν ιδρύεται άλλος λόγος αναίρεσης, παρά μόνο αυτός που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ και μόνο για την περίπτωση, κατά την οποία ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην, όχι δε και όταν ο τελευταίος δικάσθηκε αντιμωλία.

Ενόψει τούτων, ο πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αγωγής, λόγω μη καταβολής του τέλους δικαστικού ενσήμου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος (ΑΠ 2365/2009).

Η Διεθνής Σύμβαση του Λονδίνου του 1989 σχετικά με τη θαλάσσια αρωγή, καταρτίστηκε για να αντικαταστήσει τη Διεθνή Σύμβαση των Βρυξελλών της 23-10-1910 "περί ενοποιήσεως κανόνων τινών περί θαλασσίας αρωγής και ναυαγιαιρέσεως", που έχει επικυρώσει η Ελλάδα με το Ν. ΓΩΠΣΤ'/1911 και το Πρωτόκολλο των Βρυξελλών της 27-5-1967, με το οποίο οι διατάξεις της Διεθνούς Σύμβασης του 1910 επεκτάθηκαν και στα πολεμικά πλοία και σε όσα ανήκουν, τελούν υπό τη διαχείριση ή είναι ναυλωμένα στο Δημόσιο ή σε δημόσια αρχή (βλ.

Εισηγητική Έκθεση). Κατά το άρθρο 2 της Διεθνούς Σύμβασης του Λονδίνου του 1989, η οποία κυρώθηκε με το Ν. 2391/1996 και τέθηκε σε ισχύ στην Ελλάδα από τις 3-6-1997 (βλ. σχετική ανακοίνωση του ΥΠΕΞ της 19-6/4-7-1996), "η παρούσα Σύμβαση εφαρμόζεται οποτεδήποτε δικαστικές ή διαιτητικές διαδικασίες που αφορούν σε θέματα που ρυθμίζονται από αυτή τη Σύμβαση εισάγονται σε ένα κράτος-μέλος".

Από την πιο πάνω διάταξη, προκύπτει σαφώς ότι η πιο πάνω Διεθνής Σύμβαση διέπει τις σχετικές με την επιθαλάσσια αρωγή υποθέσεις, που εισάγονται στα ελληνικά δικαστήρια, ανεξάρτητα από την ιθαγένεια του αρωγού ή του βοηθούμενου πλοίου και χωρίς να απαιτείται άλλο στοιχείο αλλοδαπότητας της διαφοράς. Εξάλλου, εφόσον η Ελλάδα δεν διατύπωσε καμία επιφύλαξη από αυτές που προβλέπει το άρθρο 30 της Σύμβασης, οι διατάξεις αυτής διέπουν και τις εσωτερικές θαλάσσιες αρωγές, δηλαδή αυτές που παρέχονται σε εσωτερικά ύδατα, ακόμα και από πλοία εσωτερικής ναυσιπλοΐας.

Από τις αναφερόμενες πιο πάνω διατάξεις της Διεθνούς Σύμβασης του Λονδίνου και ιδιαίτερα από αυτές των άρθρων 1, 12 και 13 (που προσομοιάζουν στα άρθρα 246 και 247 του ΚΙΝΔ), προκύπτει ότι επιθαλάσσια αρωγή, που παρέχει δικαίωμα εύλογης αμοιβής, για κάθε πράξη βοήθειας ή διάσωσης πλοίου που βρίσκεται σε κίνδυνο, είναι κάθε πράξη βοήθειας ή διάσωσης πλοίου που βρίσκεται σε κίνδυνο, εφόσον η πράξη αυτή (βοήθειας ή διάσωσης) έχει ωφέλιμο αποτέλεσμα, ανεξάρτητα αν παρέχεται σε ανοικτή θάλασσα, σε όρμο ή λιμάνι.

Συνεπώς, απαραίτητη προϋπόθεση για να θεμελιωθεί δικαίωμα αμοιβής είναι η ύπαρξη πραγματικού κινδύνου απώλειας του πλοίου, έστω και μη άμεσου, αλλά με πιθανότητα αναμενόμενου, ο οποίος να υπάρχει προτού να παρασχεθούν οι σωστικές ενέργειες και η πράξη αρωγής να είχε ωφέλιμο αποτέλεσμα. Νοείται δε ως ωφέλιμο αποτέλεσμα η διατήρηση του πράγματος με την αντιμετώπιση του κινδύνου απώλειας ή βλάβης, με την οποία αυτό απειλείται, είτε ολικώς, είτε κατά ένα μέρος.

Επίσης, κατά την έννοια των άρθρων 247, 248, 249, 251 § 3 και 254 ΚΙΝΔ, οι οποίες εφαρμόζονται παράλληλα με την πιο πάνω Διεθνή Σύμβαση, αλλά και του άρθρου 13 της Σύμβασης αυτής, για το καταμερισμό της αμοιβής, η οφειλόμενη από επιθαλάσσια αρωγή αμοιβή, η οποία σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να υπερβεί την αξία των πραγμάτων τα οποία διασώθηκαν, ορίζεται, αν δεν επιτευχθεί συμφωνία, από το Δικαστήριο, το οποίο λαμβάνει ως βάση κατά πρώτο λόγο το αποτέλεσμα που επιτεύχθηκε, τις προσπάθειες και το ζήλο εκείνων που βοήθησαν, τον κίνδυνο, τον οποίο διέτρεξαν το πλοίο το οποίο βοηθήθηκε, οι επιβάτες, το πλήρωμα και το φορτίο, οι σώστες και το αρωγό πλοίο, το χρόνο που διατέθηκε, τα έξοδα, στα οποία υποβλήθηκε και κατά δεύτερο λόγο την αξία των πραγμάτων που διασώθηκαν μετά την πάροδο του κινδύνου.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 560/2013). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 253/2013).

Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το Δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε για άμεση είτε για έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και ιδιαίτερη αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να γίνεται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα των διαδίκων.

Έτσι, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ' ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση -προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και ιδιαίτερη αξιολόγηση, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για την συνεκτίμηση όλων ή συγκεκριμένων εγγράφων (ΑΠ 128/2013).

Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων: "...Στις 26.10.2007 και περί ώρα 09:00' η θαλαμηγός "..." ιδιοκτησίας του εναγομένου μήκους 22,77 μέτρων, κοχ 62,84 και 240 HP, έτους κατασκευής 1993, βρέθηκε εγκαταλειμμένη, σε βραχώδη απόκρημνη περιοχή, στον όρμο "..." της ..., με ριγμένη την άγκυρα του στα βράχια, από τον κυβερνήτη Μ.

Χ. του ΣΡ "...", ο οποίος ειδοποίησε το Λ.Σ..... Όταν έφθασαν οι άνδρες του εν λόγω λιμενικού σταθμού διαπίστωσαν ότι το προσαραγμένο σκάφος "έβαζε νερά" στην πλώρη και χτυπούσε στα βράχια με την πρύμνη του, είχε λάβει δε κλίση λόγω της εισροής των υδάτων, που γινόταν επικίνδυνη για τη βύθισή της, και τη συνεπεία αυτής μόλυνση του περιβάλλοντος θαλάσσιου χώρου από τη διαρροή πετρελαιοειδών, καυσίμων και λιπαντελαίων, με τα οποία το σκάφος ήταν γεμάτο.

Κατόπιν τούτων, με εντολή του Λιμενάρχη Ρόδου προς τον πλοίαρχο του ταχύπλοου σκάφους "...", Α. Τ. (δεύτερο ενάγοντα), ανατέθηκε στους ενάγοντες όπως προβούν στην διάσωση της θαλαμηγού. Ακολούθως, περί ώρα 13:40' έφθασε στο σημείο, από τη ..., με το ως άνω ταχύπλοο, εκτός του κυβερνήτη αυτού και του βοηθού του Χ.

Κ. (τέταρτου ενάγοντος), ο επαγγελματίας δύτης Β. Μ. (πρώτος ενάγων), ο οποίος επιθεώρησε τα ύφαλα του σκάφους και διαπίστωσε ότι εισέρρεαν ύδατα από δύο οπές, τις οποίες επισκεύασε και στεγανοποίησε πρόχειρα, υπό την εποπτεία του Ν. Μ. (τρίτου ενάγοντος). Όπως προεκτέθηκε το σκάφος βρισκόταν πολύ κοντά στη βραχώδη ακτή, ο δε βυθός σε μικρή απόσταση από αυτή έφθανε τα 20-30 μέτρα, ενώ είχε λάβει εξαιρετικά επικίνδυνη κλίση, καθόσον, από τα κτυπήματα στον αβαθή στο σημείο εκείνο βυθό, είχε κοπεί η υποδοχή του βυθόμετρου και είχαν ήδη εισρεύσει στο κύτος του περίπου 4-5 τόνοι νερό, ώστε ο κίνδυνος της άμεσης και πλήρους βύθισής του ήταν ορατός.

Τούτο θα είχε ως συνέπεια να υποστεί ολική απώλεια το σκάφος και να καταστραφεί ο ευαίσθητος και μεγάλης αξίας εξοπλισμός του σκάφους με αυτόματο ηλεκτροϋδραυλικό σύστημα στο άλμπουρο, που χρησιμοποιούνταν για ανεβοκατέβασμα ιστίων, σκάλας κλπ.. Η διαδικασία της ανέλκυσης του πλοίου θα ήταν χρονοβόρα και εξαιρετικά δαπανηρή, αφού θα υπερέβαινε την αξία του πλοίου, το οποίο πωλούνταν πλέον ως παλιοσίδερα.

Κατά το χρόνο του κινδύνου της βύθισης του πλοίου έπνεαν άνεμοι ισχυροί εντάσεως 5 και κατά ριπές 6 της ανεμομετρικής κλίμακας μποφώρ, οι οποίοι χτυπούσαν το πλοίο και επέτειναν τον κίνδυνο της βύθισης του. Από το Ημερολόγιο Συμβάντων του Κεντρικού Λιμεναρχείου Ρόδου που προσκομίζεται με επίκληση, αποδεικνύεται ότι οι ενάγοντες προσέγγισαν με δυσκολία, λόγω του κυματισμού, το κινδυνεύον πλοίο ώστε να παράσχουν ουσιαστική βοήθεια στη διάσωση του σκάφους.

Συγκεκριμένα, ο Β. Μ. καταδύθηκε για δύο ώρες για να επιθεωρήσει τα ύφαλα της θαλαμηγού, όπου, όπως προεκτέθηκε, διαπίστωσε δύο οπές, η πρώτη διαμέτρου 10 εκατοστών του μέτρου και η δεύτερη μικρότερη. Αμέσως μετά έγιναν άμεσες ενέργειες από τον ίδιο, υπό την εποπτεία του τρίτου ενάγοντος (Μ.), βοηθού δύτη, για την πρόχειρη στεγανοποίηση του σκάφους με την τοποθέτηση ενός τμήματος από τον ιστό της θαλαμηγού, με τη σημαία, ώστε να κλειστεί πρόχειρα η οπή και να ανακοπεί η εισροή του ύδατος.

Ακολούθως, αφού απαντλήθηκαν τα εισρεύσαντα ύδατα και επιθεωρήθηκε το σκάφος από τον ενάγοντα δύτη δύο φορές, το σκάφος "..." απομάκρυνε, με τη συνδρομή και του αλιευτικού σκάφους "...", τη θαλαμηγό από τα βράχια, και, στη συνέχεια, τη ρυμούλκησε, λόγω των αβαθών της θαλάσσιας περιοχής, περίπου 200 μέτρα στην ανοικτή θάλασσα, οπότε ρυμουλκήθηκε στο λιμένα ...

νήσου ... από το Ν/Γ 517 σκάφος του Λιμεναρχείου της Κω. Ενόψει των προεκτεθέντων, αποδεικνύεται ότι στις άμεσες και συντονισμένες προσπάθειες του πληρώματος του σκάφους "..." οφείλεται η αποτροπή του κινδύνου να υποστεί το σκάφος "..." περαιτέρω ζημίες και τελικά να βυθιστεί, δεδομένου μάλιστα ότι η άντληση και μόνο των υδάτων από άνδρες του λιμενικού δεν ήταν δυνατό να αποτρέψει τη βύθιση του σκάφους.

Η αξία του διασωθέντος σκάφους (το οποίο ήταν συντηρημένο και σε άριστη κατάσταση), μετά το συμβάν και την επιτυχή διάσωσή του, ανερχόταν στο ποσό των 1.650.000 ευρώ, όπως προκύπτει από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα και προεχόντως από τις εκθέσεις εκτίμησης της αξίας του πλοίου, που προσκομίζουν οι διάδικοι.

Ωστόσο, μεταξύ των διαδίκων δεν επιτεύχθηκε συμφωνία, για την οφειλόμενη αμοιβή των εναγόντων. Επομένως, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΙΝΔ και της Διεθνούς Συμβάσεως των Βρυξελλών του 1910, λαμβάνοντας υπόψη το επιτυχημένο αποτέλεσμα της διάσωσης του κινδυνεύσαντος σκάφους, τις προσπάθειες και το ζήλο των εναγόντων, που συνέβαλαν σημαντικά στη διάσωση της περιουσίας του εναγομένου που κινδύνευσε, τον κίνδυνο που διέτρεξαν οι αρωγοί - διασώστες, τα μηχανήματα και τα εργαλεία που χρησιμοποιήθηκαν, το χρόνο που διατέθηκε, τα έξοδα ύψους 1.500 ευρώ, στα οποία υποβλήθηκε ο πλοίαρχος - πλοιοκτήτης του σκάφους "...", για τη διάσωση του πλοίου, η καθοριστέα εύλογη αμοιβή των εναγόντων, ανέρχεται στο ποσό των 37.000 ευρώ, ήτοι σε 2% περίπου της αξίας του διασωθέντος πλοίου.

Από το παραπάνω ποσό, η επιδικαστέα αμοιβή στον Β. Μ. είναι 20.000 ευρώ και 17.000 ευρώ στο τριμελές πλήρωμα, και ειδικότερα 11.250 ευρώ στον πλοιοκτήτη Α. Τ., 3.750 ευρώ στον Χ. Κ., βοηθό του πλοιοκτήτη και καπετάνιου του σκάφους στην επιχείρηση αυτή και 2.000 ευρώ στον Ν. Μ....". Ακολούθως και με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου, αφού με σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα. Ειδικότερα, την κρίση του αυτή δικαιολογούσαν οι παραδοχές της πληττόμενης απόφασης ότι "...ο Β. Μ. καταδύθηκε για δύο ώρες για να επιθεωρήσει τα ύφαλα της θαλαμηγού, όπου, όπως προεκτέθηκε, διαπίστωσε δύο οπές, η πρώτη διαμέτρου 10 εκατοστών του μέτρου και η δεύτερη μικρότερη" και ότι "...

αμέσως μετά έγιναν άμεσες ενέργειες από τον ίδιο, υπό την εποπτεία του τρίτου ενάγοντος (Μ.), βοηθού δύτη, για την πρόχειρη στεγανοποίηση του σκάφους με την τοποθέτηση ενός τμήματος από τον ιστό της θαλαμηγού, με τη σημαία, ώστε να κλειστεί πρόχειρα η οπή και να ανακοπεί η εισροή του ύδατος...". Τούτο δε διότι η πρόχειρη στεγανοποίηση του σκάφους ήταν εκείνη που, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, απέτρεψε τη βύθισή του.

Επομένως, ο σχετικός, δεύτερος, αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 11 γ' ΚΠολΔ και ειδικότερα, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε έγγραφα, τα οποία ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε.

Συγκεκριμένα, ο τελευταίος, προκειμένου να αποδείξει ότι η αξία του διασωθέντος σκάφους δεν ανερχόταν σε 1.650.000 ευρώ, όπως δέχθηκε η πληττόμενη απόφαση, αλλά σε 800.000, ζήτημα ουσιώδες για τον προσδιορισμό του ύψους της εύλογης αμοιβής, επικαλέστηκε και προσκόμισε δύο γνωμοδοτήσεις αφ' ενός μεν του Ναυτικού Επιμελητηρίου, αφ' ετέρου δε του πραγματογνώμονα W.

W., που επιβεβαίωναν το σχετικό ισχυρισμό του. Όμως, από τη διαλαμβανόμενη στην πληττόμενη απόφαση βεβαίωση ότι, για να καταλήξει το Εφετείο στο αποδεικτικό πόρισμά του και ειδικότερα, στο ότι η αξία του διασωθέντος σκάφους ανερχόταν στο προαναφερόμενο ποσό (1.650.000 ευρώ), έλαβε υπόψη του, μεταξύ άλλων και "όλα τα έγγραφα που με επίκληση προσκομίζονται", σε συνδυασμό και με το περιεχόμενο της προσβαλλομένης, όπως αυτό εκτίθεται πιο πάνω και στο οποίο καμία αναφορά δεν γίνεται στα συγκεκριμένα έγγραφα, δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι αυτά λήφθηκαν υπόψη και εκτιμήθηκαν με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.

Συνεπώς, ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος είναι βάσιμος. Κατόπιν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της λόγω της εμβέλειας του γενόμενου δεκτού αναιρετικού λόγου και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που την εξέδωσε, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν (ΚΠολΔ 580 § 3), ενώ παρέλκει, κατόπιν αυτών, η έρευνα των λοιπών, μη ερευνηθέντων, λόγων της αίτησης αναίρεσης. Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος από αυτόν παραβόλου (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι λόγω της ήττας τους στα δικαστικά του έξοδα (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τους από 7-12-2016 πρόσθετους λόγους αναίρεσης, κατά της 127/2015 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Αναιρεί την 127/2015 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος από αυτόν παραβόλου. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και νυν Πρόεδρος Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιουλίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ