Legislator Case Law & Legislation
1293/2015 AI generated

1293/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1293/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2306/16-12-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:664/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5239/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 7-5-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Αναστασάκος ανέγνωσε την από 6-2-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως κατά της 5239/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Legislator headnote

AI generated

1293/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 226§4 εδάφ. β και γ του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη σύμφωνα με το άρθρο 575 εδαφ. β ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1293 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1293/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Στυλιανή Γιαννούκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Γεώργιο Αναστασάκο, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα-Αθήνας" (Τ.Ε.Ι.Α.) που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Δροσοπούλου και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ι. Φ., 2. Μ. Α., 3. Α. Κ., 4. Ι. Δ., 5. Ε. Γ., 6. Ι. Λ., 7. Μ. Μ., 8. Α. Κ., 9. Β. Α., 10. Ε. Μ., 11. Ν. Χ., 12. Α. Τ., 13. Μ. Π., 14. Ε. Μ., 15. Γ. Τ., 16. Ν. Μ., 17. Α. Α., 18. Ε. Κ.,19. Σ. Σ., 20. Α. Ρ., 21. Α. Σ. και 22. Δ. Ρ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2306/16-12-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:664/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5239/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 7-5-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Αναστασάκος ανέγνωσε την από 6-2-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως κατά της 5239/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ" αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 226§4 εδάφ. β και γ του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη σύμφωνα με το άρθρο 575 εδαφ. β ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή, δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και συνεπώς δεν χρειάζεται νέα κλήτευση τους.

Προϋπόθεση της εγκυρότητας της κλήτευσης, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής της στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ’ αναβολή δικάσιμο διάδικος, είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση, είτε είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία, αναβλήθηκε η συζήτηση(Α.Π.240/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις εκθέσεις επιδόσεως με αριθμούς: .../14.7.2015, .../14.7.2015, .../14.7.2015, .../29.4.2015, .../14.7.2015, .../30.4.3015, .../29.4.2015, .../15.7.2015, .../14.7.2015, .../14.7.2015, .../14.7.2015, .../14.7.2015, .../22.4.2015, .../28.4.2015, .../28.4.2015, .../29.4.2015, .../30.4.2015, .../26.6.2015, .../28.4.2015, .../16.7.2015, του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Χ. Γ., .../26.6.2015 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Καρδίτσας Π.

Ο. και .../24.6.2015 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Τριπόλεως Ε. Κ., που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 17.2.2015, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε νόμιμα, μετά από παραγγελία της πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, που παραστάθηκε και έχει προς τούτο πληρεξουσιότητα, προς τους αναιρεσιβλήτους.

Οι τελευταίοι, όμως, δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της προκείμενης υπόθεσης, από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δ8ικηγόρο (άρθρο 242 § 2 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους.

ΙΙ. Επειδή, με το άρθρο 8 του Ν. 2470/1997 ορίζονται τα εξής: "Πέρα από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, όπως αυτός ορίζεται στο προηγούμενο άρθρο, χορηγούνται και τα εξής τακτικά επιδόματα, κατά μήνα: 1.... 11. Επίδομα Πληροφορικής, για τους ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο Π.Δ. 194/1988 (ΦΕΚ Α’ 84), καθώς και στους Ηλεκτρονικούς Μηχανικούς Ασφαλείας εναερίου κυκλοφορίας της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, οριζόμενο κατά ειδικότητα ως εξής:

α. Αναλυτές Προγραμματιστές, Ηλεκτρονικοί Μηχανικοί σε τριάντα χιλιάδες (30.000) δραχμές, β. Χειριστές Χειρίστριες Η/Υ, διατρητικών μηχανών και εισαγωγής στοιχείων σε είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000) δραχμές. Σε περίπτωση που ανατίθεται, με απόφαση του οικείου προϊσταμένου διεύθυνσης, η αναπλήρωση των καθηκόντων των προαναφερομένων θέσεων και ειδικοτήτων σε υπαλλήλους αντίστοιχης εξειδίκευσης άλλων κατηγοριών, το ανωτέρω επίδομα καταβάλλεται στους υπαλλήλους αυτούς με απόφαση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου.

Το επίδομα αυτό καταβάλλεται μόνον εφόσον και για όσο διάστημα οι δικαιούχοι εργάζονται στις προαναφερόμενες ειδικότητες, με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στις υπηρεσίες που έχει προβλεφθεί η ειδική θέση. Πα τη συνδρομή όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων εκδίδεται κάθε μήνα, βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθοδοτική κατάσταση, γ) Ειδικά στους κωδικογράφους και στους χειριστές κοπτικών μηχανημάτων, που απασχολούνται κατά πλήρες ωράριο εργασίας σε οργανωμένα κέντρα πληροφορικής, χορηγείται επίδομα οριζόμενο σε δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) δραχμές.

Πλην των ανωτέρω περιοριστικά αναφερομένων περιπτώσεων, το επίδομα πληροφορικής δεν καταβάλλεται σε άλλες ειδικότητες, όπως σε χρήστες Η/Υ ή Προσωπικών Υπολογιστών, ούτε σε εκπαιδευτικούς κλάδους πληροφορικής. Στους δικαιούχους του ανωτέρω επιδόματος δεν καταβάλλεται παράλληλα και το διατηρούμενο με το άρθρο 10 του παρόντος επίδομα λόγω ειδικών συνθηκών εργασίας...".

Με το άρθρο 31 του ίδιου νόμου, από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού καταργούνται: α)... η) Κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη κατά το μέρος που αντίκειται σης διατάξεις του νόμου αυτού ή κατά το μέρος που ρυθμίζει θέματα που διέπονται από αυτόν. Από τις διατάξεις αυτές του Ν. 2470/1997 προκύπτει ότι από την έναρξη της ισχύος αυτού (1/1/1997) καταργήθηκαν μεταξύ άλλων οι 88555/3293/4/10/1988, 2048842/6017/-0022/6/5/1989 και 2006402/481/0022/30/1/1995 κοινές υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες είχε προβλεφθεί η χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής σε ορισμένες κατηγορίες υπαλλήλων και ότι το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του νόμου αυτού επίδομα πληροφορικής καταβάλλεται έκτοτε υπό διαφορετικές και αυστηρότερες προϋποθέσεις, μόνο σε ειδικευμένους υπαλλήλους, που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν κατά πλήρες ωράριο σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο Π.Δ 194/1988 [πτυχίο ή δίπλωμα πληροφορικής ΠΕ ή ΤΕ ή ΔΕ ανάλογα με το αν ο διορισμός πρόκειται να γίνει στον "Κλάδο ΠΕ Πληροφορικής" ή στον "Κλάδο ΤΕ Πληροφορικής" ή στον "Κλάδο ΔΕ Προσωπικού Η/Υ", καθώς και στους "ηλεκτρονικούς μηχανικούς ασφαλείας εναέριας κυκλοφορίας", σύμφωνα με τα άρθρα 1, 4, 11, 14 και 18] (ΑΠ 535/2014, 554/2010, 557/2007).

Η θέσπιση δε των πιο πάνω προϋποθέσεων για τη χορήγηση του επιδόματος πληροφορική δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας με διαφορετική μεταχείριση ομοίων καταστάσεων. Αντιθέτως, διακρίνει αφ’ ενός μεταξύ των υπαλλήλων, οι οποίοι έχουν ειδικά τυπικά προσόντα και κατέχουν οργανική θέση σε νομοθετημένη υπηρεσία πληροφορικής, προς τους οποίους προβλέπεται η χορήγηση του επιδόματος και αφ’ ετέρου μεταξύ εκείνων, οι οποίοι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις αυτές, αλλά απλώς, λόγω της τεχνολογικής προόδου, χρησιμοποιούν Η/Υ κατά την παροχή της εργασίας τους σε διοικητική ή οικονομική θέση, χωρίς τη χρήση του οποίου η προσήκουσα παροχή των υπηρεσιών τους δεν θα ήταν εφικτή, προς τους οποίους απαγορεύεται η χορήγηση του επιδόματος.

Η διάκριση αυτή, που αναφέρεται σε ανόμοιες περιπτώσεις, βρίσκεται μέσα στα συνταγματικά πλαίσια διαμόρφωσης της πολιτικής νότους όρους εργασίας και αμοιβής των απασχολούμενων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και δικαιολογεί την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 8 παρ. 11 του ν. 2470/1997 και τη μη εφαρμογή των ήδη καταργημένων διατάξεων των κανών υπουργικών αποφάσεων, που ποοαναφέρθηκαν.

Ενώ, τέλος ο γενικός κανόνας του άρθρου 904 ΑΚ, κατά τον οποίο, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, εφαρμόζεται και επί του Δημοσίου, καθώς και επί των ΝΠΔΔ. Αυτό ισχύει και επί αξιώσεων, που υφίστανται κατά του Δημοσίου ή των ΝΠΔΔ από απλή σχέση εργασίας, διότι δεν εισάγεται υπέρ αυτών εξαίρεση με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 6 του Συντάγματος, που απαγορεύουν την πρόσληψη υπαλλήλου σε μη νομοθετημένη θέση.

Η παρά την απαγόρευση αυτή ενέργεια, η οποία συνεπάγεται την ακυρότητα της πρόσληψης, συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, ένεκα της οποίας, εφ’ όσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 904 ΑΚ, το Δημόσιο ή το ΝΠΔΔ ενέχεται σε απόδοση της ωφέλειας που προήλθε από την εργασία, η οποία παρασχέθηκε σε αυτό και από την οποία αυτό κατέστη πλουσιότερο, όχι δε και λόγο αποκλεισμού αυτού που εργάστηκε από την αναζήτηση της ωφέλειας (ΟλΑΠ 218/1977, ΑΠ 1127/2003).

Η ωφέλεια συνίσταται στο οικονομικό αντάλλαγμα, το οποίο ο εργοδότης θα ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει προς ένα άλλο εργαζόμενο με τα ίδια προσόντα, ο οποίος θα είχε προσφέρει τις ίδιες υπηρεσίες σε εκτέλεση έγκυρης σύμβασης (ΑΠ 535/2014, 588/2012, 1637/2012). Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε, ορθώς ότι η ένδικη αγωγή των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων, που είναι υπάλληλοι του εναγομένου-αναιρεσείοντος (Τ.Ε.Ι.) δεν βρίσκει έρεισμα στις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, για το λόγο ότι αυτοί είχαν προσληφθεί σε οργανικές θέσεις διοικητικών ή οικονομικών ή τεχνικών υπαλλήλων και όχι σε νομοθετημένες θέσεις του κλάδου πληροφορικής, με πλήρες ωράριο εργασίας σε υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και με τα προσόντα που ορίζονται στα οικεία προεδρικά διατάγματα, οπότε δεν διαπιστωνόταν στην περίπτωσή τους παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας έναντι του νόμου.

Γι’ αυτό και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, απέρριψε την αγωγή ως προς την κύρια βάση της, με την οποία επιδιωκόταν η ικανοποίηση των εναγόντων σύμφωνα με την αρχή της ισότητας. Περαιτέρω, όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι οι ενάγοντες, αν και είχαν προσληφθεί νόμιμα ως διοικητικοί ή οικονομικοί ή τεχνικοί υπάλληλοι, στην πραγματικότητα απασχολήθηκαν σε υπηρεσίες του εναγομένου όπου δεν υπήρχαν νομοθετημένες θέσεις προγραμματιστών και χειριστών Η/Υ.

Περαιτέρω, δέχθηκε ότι, κατά τη διάρκεια της απασχόλησής τους, αποκλειστικώς και κατά πλήρες ωράριο εργασίας, διενήργησαν εισαγωγή και επεξεργασία στοιχείων και εγγράφων σε Η/Υ και ότι, με τον τρόπο αυτό, οι μεν ενάγοντες, άσκησαν καθήκοντα διαφορετικά από εκείνα του κλάδου για τον οποίο είχαν προσληφθεί, το δε εναγόμενο, που τους απασχόλησε ακύρως σε αλλότρια καθήκοντα, ωφελήθηκε αντίστοιχα από τη μη καταβολή του επιδόματος πληροφορικής, το οποίο, διαφορετικά θα είχε καταβάλει, αν είχε συστήσει τις απαραίτητες οργανικές θέσεις του κλάδου πληροφορικής και αν είχε προσλάβει νομίμως σ’ αυτές άλλους υπαλλήλους, με τα κατά νόμον προσόντα, για την εξυπηρέτηση των αναγκών του.

Με τις σκέψεις δε αυτές, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, έκανε μερικά δεκτή την αγωγή ως προς την επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού και επιδίκασε, κατά περίπτωση, τα αντίστοιχα ποσά στους ενάγοντες υπαλλήλους, που αντιστοιχούν στο επίδομα πληροφορικής, το οποίο ωφελήθηκε το εναγόμενο χωρίς νόμιμη αιτία.

Με την κρίση του αυτή, όμως, το δικαστήριο ουσίας παραβίασε, αφενός, με εσφαλμένη ερμηνεία, τις διατάξεις που προσδιορίζουν τις προϋποθέσεις καταβολής του επιδόματος πληροφορικής στους δικαιούχους και αφετέρου, με κακή εφαρμογή τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Και τούτο γιατί παράβλεψε το σκοπό του νόμου να μη χορηγείται το επίδομα πληροφορικής σε κάθε υπάλληλο που χρησιμοποιεί Η/Υ κατά την εκτέλεση της εργασίας του, αλλά, μόνο στους υπαλλήλους που έχουν ειδικά προσόντα και έχουν προσληφθεί σε συγκεκριμένες θέσεις.

Περαιτέρω, δε, για το λόγο ότι, αν και κατά την έρευνα της κύριας βάσης της αγωγής, ορθά έκρινε ότι η περίπτωση των εναγόντων είναι διαφορετική από την περίπτωση των υπαλλήλων που προσλαμβάνονται σε θέσεις πληροφορικής, στη συνέχεια, κατά την έρευνα της επικουρικής βάσεως της αγωγής, ταύτισε την απλή χρήση Η/Υ που έκαναν οι ενάγοντες, κατά την εκτέλεση της εργασίας τους σε μη ειδικές θέσεις πληροφορικής, με την πλήρη απασχόληση σε ειδικές θέσεις πληροφορικής.

Ενώ, τέλος, αξιολόγησε την απλή χρήση Η/Υ που έκαναν οι ενάγοντες, κατά την εκτέλεση της εργασίας τους, ως άκυρη απασχόληση σε αλλότρια καθήκοντα, για την οποία το εναγόμενο θα έπρεπε να είχε συστήσει και πληρώσει νομίμως πρόσθετες ειδικές θέσεις πληροφορικής, ενώ, σύμφωνα με τις ουσιαστικές παραδοχές του, οι ενάγοντες είχαν προσληφθεί και υπηρετούσαν νομίμως στις προαναφερόμενες θέσεις (διοικητικές - οικονομικές - τεχνικές), οι οποίες δεν είχαν καμιά σχέση με τις ειδικές θέσεις των αναλυτών - προγραμματιστών, των ηλεκτρονικών μηχανικών, χειριστών Η/Υ διατρητικών μηχανών και εισαγωγής στοιχείων ή των κωδικογράφων και των χειριστών κοπτικών μηχανημάτων.

Επομένως και οι δύο λόγοι της αιτήσεως, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ είναι βάσιμοι. Με τις σκέψεις αυτές πρέπει ν’ αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το μέρος με το οποίο έγινε δεκτή η επικουρική βάση της ένδικης από 16.12.2005 και ως προς τη διάταξη αυτής περί δικαστικής δαπάνης.

ΙΙΙ. Περαπέρω, συμφωνά με το άρθρο 580 παρ.3 εδ.α’ ΚΠολΔ, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 65 παρ.1 του ν. 4139/2013 (ΦΕΚ Α’ 74/20-3- 2013), "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση".

Στην προκείμενη περίπτωση μετά την αναίρεση αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της εφέσεως. Στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατόπιν εφέσεως του εναγομένου, εκεί εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Τεχνολογικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος, είχε μεταβιβασθεί η υπόθεση στο σύνολό της, διότι η αγωγή είχε γίνει δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και το εκκαλούν επιδίωκε την απόρριψή της.

Από τις αιτιολογίες, που αναφέρθηκαν κατά την έρευνα των λόγων αναιρέσεως, προκύπτει ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη, όχι μόνο ως προς την κυρία βάση αυτής, την οποία αμετακλήτως απέρριψε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αλλά και ως προς την επικουρική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, διότι οι ενάγοντες απασχολήθηκαν εγκύρως στις θέσεις για τις οποίες προσλήφθηκαν και.

στις οποίες άσκησαν τα καθήκοντα, για τα οποία είχαν προσληφθεί, έτσι, ώστε να μην τίθεται νομίμως ζήτημα ωφέλειας του εργοδότη χωρίς νόμιμη αιτία. Επομένως, δεν απαιτείται περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο και να απορριφθεί η αγωγή και ως προς την επικουρική βάση αυτής.

Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα εν γένει δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 5239/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

ΚΡΑΤΩΝΤΑΣ την υπόθεση και

ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ κατ’ ουσίαν.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16-12-2005 αγωγή και ως προς την επικουρική βάση αυτής.Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους να πληρώσουν στο αναιρεσείον τρεις χιλιάδες πεντακόσια (3.500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Οκτωβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 17 Νοεμβρίου 2015.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ