Legislator Case Law & Legislation
1293/2014 AI generated

1293/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1293/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 9-4-2009, 1-10-2009,11-1-2010 αγωγές και την από 7-1-2010 παρεμπίπτουσα αγωγή των ανωτέρω διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Συνεκδικάσθηκαν και εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 360/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 124/2012 του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-10-2012 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1293/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Πλην όμως χρησιμοποίησε για την κίνησή του αυτή, όχι την δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, όπως ήταν υποχρεωμένος από τον ΚΟΚ (άρθρ. 16 § § 1, 3, 4 και 6), αλλά, αντίθετα, την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, η οποία όμως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, προοριζόταν για την αντίθετη κυκλοφορία, εκείνη δηλαδή από Δρίσκο προς τα Ιωάννινα.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1293 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1293/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Ν. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Βουκελάτο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Κ. Δ. του Ι., κατοίκου ..., 2. Ζ. Δ. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Βώττη και κατέθεσαν προτάσεις, 3. Του Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γιάννη Παντελίδη και κατέθεσε προτάσεις, 4. Του Α. Κ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μαλέσκο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 9-4-2009, 1-10-2009,11-1-2010 αγωγές και την από 7-1-2010 παρεμπίπτουσα αγωγή των ανωτέρω διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Συνεκδικάσθηκαν και εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 360/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 124/2012 του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-10-2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης, ανέγνωσε την από 12-9-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι του 1ου, 2ου και 3ου των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Από την κατ' άρθρο 561 § 2 του Κ.Πολ.Δ. παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει, ότι, η με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 124/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής :

Ο ήδη αναιρεσείων Κ. Ν. άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων α) την από 1.10.2009 και με αριθμό κατάθεσης 1194/2009 αγωγή του, στρεφομένη κατά των 1) Κ. Δ., 2) Ζ. Δ., 3) της εδρεύουσας στην Κολωνία Γερμανίας ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ALLIANZ Versichepungs - Aktiengesellscaft" και 4) του εδρεύοντος στην Αθήνα Ν.Π.Ι.Δ.

με την επωνυμία "Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης" και β) την από 11.1.2010 και με αριθμό κατάθεσης 43/2010 τοιαύτη, στρεφομένη κατά των ως άνω 1) Κ. Δ. και 2) Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης". Με την πρώτη των αγωγών αυτών ο προαναφερόμενος ενάγων - νυν αναιρεσείων ιστορούσε ότι στις 5.6.2008, ο πρώτος των εναγομένων, οδηγώντας το υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο έχει ως συνήθη τόπο στάθμευσης την Γερμανία, κυριότητας του δεύτερου εξ αυτών, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην τρίτη τούτων αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρία, προκάλεσε από υπαιτιότητά του την ολοσχερή καταστροφή του υπ' αυτού (ενάγοντος) οδηγουμένου και ανήκοντος στην κυριότητα της εδρεύουσας στο Χαλάνδρι Αττικής εταιρίας με την επωνυμία "OLYMPIC - Εμπορικές και Τουριστικές Επιχειρήσεις Α.Ε.", υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, καθώς και τον τραυματισμό του, κατά την σύγκρουση των αυτοκινήτων αυτών, που έγινε κάτω από τις συνθήκες που αναφέρονται στην αγωγή και ότι το τέταρτο των εναγομένων Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης φέρει εγγυητική ευθύνη για τον διακανονισμό των εκ του ατυχήματος τούτου ζημιών.

Με βάση δε το ιστορικό αυτό ζήτησε όπως υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, έκαστος εις ολόκληρον, να του καταβάλουν ως θετική και αποθετική ζημία του και ως χρηματική ικανοποίησή του λόγω ηθικής βλάβης τα ποσά που ειδικότερα αναφέρονται στην αγωγή αυτή. Περαιτέρω, με την δεύτερη των προαναφερομένων αγωγών, ο εν λόγω ενάγων, επικαλούμενος το ίδιο πιο πάνω αυτοκινητικό ατύχημα, τον εξ αυτού προκληθέντα τραυματισμό του και την ένεκα τούτου ισόβια σωματική αναπηρία του, ζήτησε όπως υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, έκαστος εις ολόκληρον, να του καταβάλουν ως αποζημίωση για την θετική και αποθετική ζημία την οποία υπέστη και ως αποζημίωση εκ του άρθρου 931 ΑΚ, τα ειδικότερον εις αυτήν (αγωγή) εκτιθέμενα ποσά.

Στη συνέχεια, ο Α. Κ., ο οποίος ήταν συνεπιβάτης του ενός εκ των ως άνω συγκρουσθέντων οχημάτων και ειδικότερα εκείνου με αριθμό κυκλοφορίας ..., το οποίο οδηγούσε ο πρώτος των εναγομένων των δύο παραπάνω αγωγών Κ. Δ., άσκησε ενώπιον του ιδίου ως άνω δικαστηρίου την από 9.4.2009 και με αριθμό κατάθεσης 472/2009 αγωγή του, η οποία στρεφόταν κατά των 1) Κ.

Ν., ενάγοντος των προαναφερομένων δύο αγωγών και οδηγού του ετέρου εκ των συγκρουσθέντων κατά τα άνω οχημάτων, 2) εδρεύουσας στο Χαλάνδρι Αττικής εταιρίας με την επωνυμία "OLYMPIC - Εμπορικές και Τουριστικές Επιχειρήσεις Α.Ε.", ιδιοκτήτριας του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, που οδηγούσε κατά το ως άνω αυτοκινητικό ατύχημα ο Κ.

Ν., και 3) εδρεύουσας στην Αθήνα ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Αγροτική Ασφαλιστική Α.Ε.Ε.Γ.Α", στην οποία ήταν ασφαλισμένο το αυτοκίνητο αυτό. Επικαλούμενος δε αυτός με την εν λόγω αγωγή ότι το προαναφερόμενο αυτοκινητικό ατύχημα και ο εξ αυτού τραυματισμός του οφείλονταν σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου των ως άνω εναγομένων και ενάγοντος των δύο προαναφερομένων αγωγών Κ.

Ν., ζήτησε όπως υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, έκαστος εις ολόκληρον, να του καταβάλουν ως αποζημίωση για την θετική και αποθετική ζημία την οποία υπέστη λόγω του τραυματισμού του και ως χρηματική ικανοποίησή του λόγω ηθικής βλάβης, τα ποσά που ειδικότερα αναφέρονται σ' αυτή (αγωγή). Τέλος δε, οι εναγόμενοι της ως άνω τρίτης αγωγής Κ.

Ν., ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "OLYMPIC - Εμπορικές και Τουριστικές Επιχειρήσεις Α.Ε." και ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Αγροτική Ασφαλιστική Α.Ε.Ε.Γ.Α", άσκησαν την από 7.1.2010 και με αριθμό κατάθεσης 45/2010 προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση, με την οποία ένωσαν και παρεμπίπτουσα αγωγή, και με την οποία, επικαλούμενοι το προαναφερόμενο αυτοκινητικό ατύχημα και ότι αυτό οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα, άλλως συνυπαιτιότητα κατά 95%, του μη εναγόμενου με την τρίτη των προαναφερομένων αγωγών Κ.

Δ., οδηγού του εμπλακέντος στο ατύχημα υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, ζήτησαν όπως υποχρεωθούν οι εναγόμενοι αυτής, Κ. Δ. και Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης", να τους καταβάλουν κάθε ποσό που θα υποχρεωθούν τυχόν να καταβάλουν στον ενάγοντα της τρίτης των ως άνω αγωγών Α. Κ..

Επί των αγωγών αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 360/2010 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, με την οποία κρίθηκε ότι συνυπαίτιοι του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος ήσαν οι οδηγοί των εμπλακέντων σ' αυτό οχημάτων και ειδικότερα ο μεν ενάγων των δύο πρώτων αγωγών Κ.

Ν. κατά ποσοστό 60%, ο δε πρώτος εναγόμενος αυτών Κ. Δ. κατά ποσοστό 40% και κατόπιν τούτου έγιναν εν μέρει δεκτές ως και μερικώς κατ' ουσίαν βάσιμες και οι τέσσερις προαναφερόμενες αγωγές. Περαιτέρω, κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν οι ακόλουθες εφέσεις από τους παρακάτω διαδίκους και ειδικότερα : α) η από 8.8.2011 και με αριθμό κατάθεσης 142/2011, από τον ενάγοντα της τρίτης των προαναφερομένων αγωγών Α.

Κ., στρεφομένη κατά των τριών εναγομένων αυτής, ήτοι 1) Κ. Ν., 2) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "OLYMPIC - Εμπορικές και Τουριστικές Επιχειρήσεις Α.Ε." και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Αγροτική Ασφαλιστική Α.Ε.Ε.Γ.Α", β) η από 14.3.2011 και με αριθμό κατάθεσης 61/2011, από τον ενάγοντα των δύο πρώτων εκ των προαναφερομένων αγωγών Κ.

Ν., στρεφομένη κατά των τριών εναγομένων των αγωγών του και του ενάγοντος της τρίτης αγωγής , ήτοι 1) Κ. Δ., 2) Ζ. Δ., 3) Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης και 4) Α. Κ. και γ) η από 21.3.2011 και με αριθμό κατάθεσης 62/2011, από τους δύο εκ των τριών παρεμπιπτόντως εναγόντων, ήτοι ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΤΕ Ασφαλιστική Α.Ε." και ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "OLYMPIC - Εμπορικές και Τουριστικές Επιχειρήσεις Α.Ε.", στρεφομένη κατά των παρεμπιπτόντως εναγομένων Κ.

Δ. και Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης" και του ενάγοντος της τρίτης των προαναφερομένων αγωγών Α. Κ.. Παράλληλα άσκησαν αντεφέσεις α) οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος των εφεσιβλήτων της ως άνω από 14.3.2011 δεύτερης των εφέσεων, Κ. Δ., Ζ. Δ. και "Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης", αντίστοιχα, με τις από 7.3.2012 προτάσεις τους, στρεφομένων κατά του εκκαλούντος Κ.

Ν., και β) το δεύτερο των εφεσιβλήτων της ως άνω από 21.3.2011 τρίτης των εφέσεων, "Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης", με τις από 7.3.2012 προτάσεις του, στρεφομένης κατ' αμφοτέρων των εκκαλούντων αυτής, ήτοι ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "OLYMPIC - Εμπορικές και Τουριστικές Επιχειρήσεις Α.Ε." και ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΑΤΕ Ασφαλιστική Α.Ε.".

Στη συνέχεια δε εκδόθηκε από το Εφετείο Ιωαννίνων η ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, με την οποία α) συνεκδικάσθηκαν οι προαναφερόμενες εφέσεις και αντεφέσεις, β) απορρίφθηκαν, κατά τις ειδικότερα εκτιθέμενες στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διακρίσεις, βα) η από 8.8.2011 και με αριθμό κατάθεσης 142/2011 πρώτη των προαναφερομένων εφέσεων, η οποία ασκήθηκε από τον Α.

Κ., ββ) η από 14.3.2011 και με αριθμό κατάθεσης 61/2011 δεύτερη των ως άνω εφέσεων, η οποία ασκήθηκε από τον Κ. Ν., βγ) η από 21.3.2011 και με αριθμό κατάθεσης 62/2011 τρίτη των πιο πάνω εφέσεων, η οποία ασκήθηκε από την "ΑΤΕ Ασφαλιστική Α.Ε." και την "OLYMPIC - Εμπορικές και Τουριστικές Επιχειρήσεις Α.Ε.", και γ) έγιναν δεκτές οι προαναφερόμενες αντεφέσεις.

Στη συνέχεια δε εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 360/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων κατά το μέρος που αφορά τις από 1.10.2009 και 11.1.2010 κύριες αγωγές του Κ. Ν. και την από 7.1.2010 παρεμπίπτουσα αγωγή των Κ. Ν., ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "OLYMPIC - Εμπορικές και Τουριστικές Επιχειρήσεις Α.Ε." και ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Αγροτική Ασφαλιστική Α.Ε.Ε.Γ.Α", οι οποίες αγωγές (κύριες και παρεμπίπτουσα) και απορρίφθηκαν.

Κατά της απόφασης αυτής εναντιώνεται ο ενάγων των δύο πρώτων εκ των προαναφερομένων αγωγών, εναγόμενος της τρίτης τούτων, εφεσίβλητος της πρώτης των ως άνω εφέσεων, εκκαλών της δεύτερης εξ αυτών και αντεφεσίβλητος των ως άνω αντεφέσεων τις οποίες άσκησαν με τις από 7.3.2012 προτάσεις τους οι Κ. Δ., Ζ. Δ. και "Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης", με την ένδικη αίτηση αναίρεσης και με τους διατυπούμενους δι' αυτής λόγους, οι οποίοι και ερευνώνται στη συνέχεια κατά τα παρακάτω για ένα έκαστο τούτων ειδικότερον εκτιθέμενα.-

ΙΙ.- Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 Α.Κ., συνάγεται, ότι, προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 239/2011, ΑΠ 147/2011, ΑΠ 75/2005).

Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, δηλ. υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου, για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της, δηλ.

υπάρχει ανεπαρκής αιτιολογία (ΟλΑΠ 1/1999). Ενώ δεν ιδρύεται, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 861/1984). Ούτε επίσης ιδρύεται ο λόγος από την αναφορά ή μη στην επιχειρηματολογία των διαδίκων ή από την επιχειρηματολογία του δικαστηρίου (ΑΠ 16/2005).

Τέλος, επί αδικοπραξίας, σύμφωνα με τα άρθρα 297 και 914 ΑΚ, οι αιτιολογίες πρέπει να καλύπτουν την υπαιτιότητα, την ζημία και τον αιτιώδη σύνδεσμο (ΑΠ 16/2005).-

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του και κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου της (άρθρ. 561 § 2 Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα, ως προς το ζήτημα των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα, την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ πράξεων ή παραλείψεων τούτων και του επελθόντος επιζημίου αποτελέσματος:

Στις 5.6.2008, το ενδιαφέρον στην προκειμένη περίπτωση τμήμα της Εγνατίας Οδού Ιωαννίνων - Δρίσκου, δεν είχε τεθεί σε κυκλοφορία. Ειδικότερα το μεν ρεύμα κυκλοφορίας από Δρίσκο προς Ιωάννινα ήταν κλειστό, έτσι ώστε να είναι αδύνατη η είσοδος οχημάτων σ' αυτό από οποιαδήποτε κατεύθυνση, στο δε αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, από Ιωάννινα προς Δρίσκο, στο οποίο εκτελούνταν έργα αποπεράτωσης της οδού, κινούνταν μόνον οι εργαζόμενοι στα ανωτέρω έργα με τα μηχανήματα, καθώς και με τα αυτοκίνητά τους, το τελευταίο δε αυτό (κίνηση με αυτοκίνητα) όταν προσερχόντουσαν στην εργασία τους και όταν αποχωρούσαν από αυτήν μετά το πέρας του ωραρίου τους.

Για να αποτραπεί δε η είσοδος στο παραπάνω ρεύμα (από Ιωάννινα προς Δρίσκο) σε οποιονδήποτε άλλο πλην των εργαζομένων, στον κόμβο Κουτσελιού - Ιωαννίνων υπήρχε πινακίδα με κεφαλαία γράμματα και με την ένδειξη "απαγορεύεται η είσοδος στην Εγνατία Οδό στους μη έχοντες εργασία", ενώ στο οδόστρωμα της εισόδου υπήρχαν τσιμεντένια στηθαία, τα οποία εμπόδιζαν την είσοδο των οχημάτων και τα οποία οι υπεύθυνοι του έργου μετακινούσαν κατά ένα μέρος την ημέρα, ώστε να καθίσταται δυνατή η είσοδος και η κίνηση των οχημάτων των εργαζομένων, ενώ τα έκλειναν μετά το πέρας της εργασίας και έτσι έκτοτε ήταν αδύνατη η είσοδος οποιουδήποτε οχήματος στην οδό.

Τα δύο αυτά ρεύματα κυκλοφορίας της Εγνατίας Οδού χωρίζονταν μεταξύ τους με νησίδα και στο οδόστρωμα του ρεύματος προς Δρίσκο, το οποίο ήταν ασφαλτοστρωμένο, υπήρχε κατά μήκος διαγράμμιση με μονή διακεκομμένη γραμμή, η οποία χώριζε το ρεύμα αυτό σε δύο τμήματα. Καθένα από τα δύο αυτά τμήματα χρησιμοποιούσαν οι εργαζόμενοι για την αντίθετη κυκλοφορία, δηλαδή το ένα για την άνοδο και το άλλο για την κάθοδο.

Ακόμη, στο δεξιό μέρος του οδοστρώματος, με κατεύθυνση προς Δρίσκο, υπήρχε με κατάλληλη διαγράμμιση, λωρίδα κυκλοφορίας έκτακτης ανάγκης. Κατά συνέπεια, μέχρι τότε, το παραπάνω ρεύμα (από Ιωάννινα προς Δρίσκο) αποτελούσε για τους εργαζόμενους και χρησιμοποιούνταν από αυτούς ως οδός διπλής κατεύθυνσης, με μία κατά κατεύθυνση λωρίδα κυκλοφορίας και την ως άνω προβλεπόμενη ως λωρίδα έκτακτης ανάγκης, για όσους από αυτούς κινούνταν ή εργάζονταν στην κατεύθυνση προς Δρίσκο.

Κατά την προαναφερόμενη λοιπόν ημεροχρονολογία (5.6.2008) και περί ώρα 17.50', ο Κ. Ν., ο οποίος ούτε εργαζόταν, ούτε είχε κάποια σχέση με τα ανωτέρω έργα ολοκλήρωσης της εν λόγω οδού, οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, χωρίς σύνεση, όπως ήταν υποχρεωμένος από τις διατάξεις του ΚΟΚ (άρθρ. 12 § 1), παραβίασε την προαναφερόμενη πινακίδα που απαγόρευε σ' αυτόν την είσοδο και εισήλθε από το ανωτέρω άνοιγμα των τσιμεντένιων στηθαίων του κόμβου Κουτσελιού - Ιωαννίνων στο παραπάνω ρεύμα κυκλοφορίας Ιωαννίνων - Δρίσκου της Εγνατίας Οδού και κατευθύνθηκε προς το Δρίσκο.

Πλην όμως χρησιμοποίησε για την κίνησή του αυτή, όχι την δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, όπως ήταν υποχρεωμένος από τον ΚΟΚ (άρθρ. 16 § § 1, 3, 4 και 6), αλλά, αντίθετα, την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, η οποία όμως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, προοριζόταν για την αντίθετη κυκλοφορία, εκείνη δηλαδή από Δρίσκο προς τα Ιωάννινα.

Αφού διάνυσε απόσταση ενός περίπου χιλιομέτρου, φθάνοντας σε τμήμα της οδού με αριστερή ως προς την πορεία του στροφή και κινούμενος με ταχύτητα 80 χλμ/ώρα, ενώ το ανώτατο όριο ήταν 50 χλμ/ώρα, απέκλεισε την πορεία του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο Κ. Δ., με συνοδηγό τον Α. Κ. και με ταχύτητα 80χλμ/ώρα, στην ίδια λωρίδα κυκλοφορίας της οδού, με αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή προς τα Ιωάννινα, με συνέπεια να προκληθεί, αναπόφευκτα πλέον, η σύγκρουση των δύο οχημάτων στη λωρίδα κυκλοφορίας του Κ.

Δ., καθόσον το πρώτο όχημα (...) έπεσε με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του στο εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του δεύτερου αυτοκινήτου (...). Οι ανωτέρω Κ. Δ. και Α. Κ., όπως και ο άλλος επιβάτης στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου τους, Ι. Κ., ήταν εργαζόμενοι στο ανωτέρω έργο και κατά τον χρόνο του ατυχήματος επέστρεφαν, λόγω πέρατος του ωραρίου τους, στις οικίες τους.

Συνεπώς, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν (κατά τις παραδοχές πάντοτε του Εφετείου) και σε αντίθεση με τον Κ. Ν., σύννομα χρησιμοποιούσαν το παραπάνω ρεύμα κυκλοφορίας της Εγνατίας Οδού και σύννομα, επίσης, κινούνταν στη δεξιά, ως προς την κατεύθυνσή τους, ανωτέρω λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος αυτού. Το όχημα δε του Κ.

Δ. ήταν AUDI A4, ενώ το όχημα του Κ. Ν. FIAT PUNTO 1.242 cc. Περαιτέρω, ο Κ. Δ., λόγω της στροφής που προαναφέρθηκε, αντιλήφθηκε το αυτοκίνητο του Κ. Ν. να κινείται στη δική του λωρίδα κυκλοφορίας από απόσταση 15 περίπου μέτρων πριν το σημείο σύγκρουσης. Για να αποφύγει το ατύχημα "επιχείρησε ελιγμό πέδησης του οχήματός του", χωρίς όμως τούτο να αφήσει, λόγω της σύγχρονης τεχνολογίας του, ίχνη στο οδόστρωμα, καθώς επίσης και ελιγμό αλλαγής κατεύθυνσης προς τα αριστερά ως προς την πορεία του.

Οι ελιγμοί του αυτοί δεν απέτρεψαν, λόγω της παραπάνω απόστασης, την σύγκρουση. Σε συνδυασμό όμως με την ανωτέρω ταχύτητά του, απέτρεψαν, κατά τις παραδοχές του Εφετείου και σύμφωνα με όσα ως προς την ταχύτητα των συγκρουσθέντων οχημάτων ειδικότερα μνημονεύονται σ' αυτήν και εκτίθενται παρακάτω, την εντελώς μετωπική σύγκρουση των δύο οχημάτων και τις ακόμη μεγαλύτερες, σε σχέση με εκείνες που τελικά επήλθαν, σωματικές κακώσεις των επιβατών των δύο αυτοκινήτων.

Λόγω των παραπάνω ελιγμών του Κ. Δ., η σύγκρουση των δύο οχημάτων έλαβε χώρα εντός του ρεύματος πορείας αυτού και σε απόσταση 4,70 μέτρων από την διαχωριστική νησίδα, για την οποία έγινε λόγος παραπάνω. Μετά την σύγκρουση, τα δύο οχήματα, τα οποία καταστράφηκαν σχεδόν ολοσχερώς, συνέχισαν την κίνησή τους και το μεν αυτοκίνητο του Κ.

Ν. ακινητοποιήθηκε σε απόσταση 12,80 μέτρων από το σημείο της σύγκρουσης εντός της αριστερής λωρίδας, στην οποία κινούνταν, δίπλα στην παραπάνω διαχωριστική νησίδα, ενώ το αυτοκίνητο του Κ. Δ. ακινητοποιήθηκε σε απόσταση 9 μέτρων από το σημείο σύγκρουσης, εντός της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας, ήτοι προς Δρίσκο, λόγω του παραπάνω ελιγμού αλλαγής κατεύθυνσης προς τα αριστερά που είχε επιχειρήσει.

Στη συνέχεια εκτίθεται στην απόφαση του Εφετείου ότι η οδός, στην οποία κινούνταν τα οχήματα, είχε συνολικό πλάτος οδοστρώματος 11 μέτρα και η κατασκευή του είχε ολοκληρωθεί και από τότε και μέχρι την παράδοση της οδού στην κυκλοφορία δεν έγινε κάποια άλλη εργασία σ' αυτό και επομένως η μορφή του κατά το χρόνο της σύγκρουσης ήταν ίδια με αυτή που είχε κατά το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης ενώπιόν του (7.3.2012), δηλαδή ενός σύγχρονου αυτοκινητοδρόμου.

Δέχεται δε στη συνέχεια το Εφετείο ότι ο Κ. Δ. "δεν είχε τη δυνατότητα ελιγμού αλλαγής κατεύθυνσης προς τα δεξιά ως προς την πορεία του, διότι, αν επιχειρούσε τέτοιο ελιγμό, πέραν του ότι δεν θα απέφευγε, ενόψει της ανωτέρω κίνησης του Κ. Ν., το ατύχημα, θα έπεφτε με το όχημά του επάνω στη τσιμεντένια διαχωριστική νησίδα που υπήρχε εκεί, με βέβαιο, λόγω της πρόσκρουσης, το θάνατο και των τριών επιβατών του αυτοκινήτου του".

Ασχολούμενο δε μετά ταύτα το Εφετείο με το θέμα της υπαιτιότητας των οδηγών των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα οχημάτων, δέχεται ότι "το εν λόγω ατύχημα και τα αποτελέσματά του οφείλονται αποκλειστικά σε αμέλεια του Κ. Ν.. Και τούτο διότι αυτός, κατά παράβαση των διατάξεων του ΚΟΚ που προαναφέρθηκαν, δεν οδηγούσε το όχημά του με σύνεση.

Εξαιτίας δε του γεγονότος τούτου, παραβίασε την απαγορευτική πινακίδα που προαναφέρθηκε και εισήλθε στο ανωτέρω ρεύμα κυκλοφορίας της Εγνατίας οδού, καίτοι τούτο δεν επιτρεπόταν στον ίδιο. Περαιτέρω, δεν περιορίστηκε στην παράβαση αυτή, αλλά, μετά την είσοδό του, δεν κινήθηκε, για τον ίδιο παραπάνω λόγο, στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, αλλά, κατά παράβαση των διατάξεων του ΚΟΚ που, επίσης, προαναφέρθηκαν, κατέλαβε με το όχημά του και κινήθηκε στη λωρίδα που προοριζόταν για την αντίθετη κυκλοφορία.

Αποτέλεσμα των ενεργειών του αυτών, ήταν να αποκλείσει την πορεία του αυτοκινήτου του Κ. Δ., που κινούνταν κανονικά εντός της λωρίδας αυτής και να προκληθεί έτσι η σύγκρουση των δύο οχημάτων. Αντίθετα, αν ο Κ. Ν. οδηγούσε με σύνεση, οπωσδήποτε θα συμμορφωνόταν με την παραπάνω απαγορευτική πινακίδα και δεν θα εισερχόταν στο ανωτέρω ρεύμα κυκλοφορίας και, σε κάθε περίπτωση, μετά την απαγορευμένη αυτή είσοδό του, δεν θα καταλάμβανε και δεν θα κινούταν στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος αυτού, αλλά, όπως επιτάσσουν οι ανωτέρω διατάξεις του ΚΟΚ, στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας.

Έτσι και στη μια και στην άλλη περίπτωση, δεν θα καταλάμβανε το οδόστρωμα της οδού και, μάλιστα, εκείνο που προοριζόταν για την αντίθετη κυκλοφορία, οπότε στη μεν πρώτη περίπτωση, δεν θα συναντιόταν καθόλου με το αυτοκίνητο του Κ. Δ. και στη δεύτερη περίπτωση, θα συναντιόταν μεν με αυτό, πλην όμως, θα διερχόταν με ασφάλεια και ακώλυτα το παραπάνω τμήμα της οδού και το σημείο συνάντησής του με το εν λόγω όχημα και το επίδικο ατύχημα θα είχε αποτραπεί και στη μια και στην άλλη περίπτωση.

Επομένως, ο Κ. Ν. δεν έδειξε, κατά την οδήγηση του παραπάνω αυτοκινήτου, τη συμπεριφορά που θα έδειχνε ο μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος του ίδιου τομέα επαγγελματικής δραστηριότητας, αν βρισκόταν υπό τις συνθήκες, υπό τις οποίες βρέθηκε αυτός κατά το χρόνο του ατυχήματος, αλλά, αντίθετα, παραβίασε τις διατάξεις του ΚΟΚ που προαναφέρθηκαν και η συμπεριφορά του αυτή βρίσκεται σε άμεση και απόλυτη αιτιώδη συνάφεια με το ανωτέρω ατύχημα και τα αποτελέσματά του.

Αντίθετα, δεν βαρύνει κάποια αμέλεια τον Κ. Δ. ως προς την πρόκληση του εν λόγω ατυχήματος. Διότι αυτός κινούνταν κανονικά εντός του τμήματος του οδοστρώματος της παραπάνω λωρίδας κυκλοφορίας που προοριζόταν για την κατεύθυνσή του, ενώ η αιφνιδιαστική εμφάνιση του αυτοκινήτου του Κ. Ν. εντός του τμήματος αυτού από την ανωτέρω απόσταση, του στέρησε τη δυνατότητα οποιουδήποτε αποτελεσματικού αποφευκτικού ελιγμού του ατυχήματος και, συνεπώς, το εν λόγω ατύχημα, ενόψει των παραπάνω δεδομένων, θα επερχόταν και αν ακόμη η ταχύτητα του Κ.

Δ. δεν ήταν 80, αλλά 50 χ/ω. Εξάλλου, ενόψει της, κατά τα παραπάνω, εισόδου του Κ. Ν. εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του, ο Κ. Δ.ς δεν είχε τη δυνατότητα να ακινητοποιήσει εντελώς το όχημά του, έστω και αν η ταχύτητά του δεν υπερέβαινε τα 50 χ/ω, η οποία ακινητοποίηση, σε κάθε περίπτωση και αν ακόμη πραγματοποιούταν, ενόψει της ανωτέρω κίνησης και της απόστασης των δύο οχημάτων, δεν θα απέτρεπε τη σύγκρουσή τους.

Περαιτέρω, η ταχύτητα των 80 χ/ω του Κ. Δ. δεν συνδέεται αιτιωδώς ούτε με τη σφοδρότητα και, κατ' επέκταση, με την έκταση των σωματικών κακώσεων του Κ. Ν.. Και τούτο, όχι διότι αντιστρατεύεται τη λογική και την πραγματικότητα και καθιστά αδύνατη την κυκλοφορία των ΕΙΧ αυτοκινήτων η αξίωση να κινείται κάποιος με ταχύτητα 50 χ/ω σε ένα δρόμο όπως ο ανωτέρω, αλλά διότι :

α) η διαφορά μεταξύ 80 και 50 χ/ω, ενόψει των ανωτέρω λοιπών δεδομένων του ατυχήματος, δεν ήταν ικανή να επηρεάσει και δεν επηρέασε αυξητικά την έκταση των σωματικών κακώσεων των παραπάνω προσώπων και, συνεπώς και του Κ. Ν. από το εν λόγω ατύχημα και β) αν η ταχύτητα του Κ. Δ. ήταν μικρότερη της ανωτέρω, οπωσδήποτε αυτός δεν θα πρόφταινε να πραγματοποιήσει τον παραπάνω ελιγμό προς τα αριστερά, οπότε η σύγκρουση των δύο οχημάτων θα ήταν εντελώς μετωπική, με συνέπειες, έτσι, πολύ χειρότερες για τον Κ.

Ν.". Με βάση δε τα ανωτέρω δεκτά γενόμενα υπ' αυτού ως αποδειχθέντα, ως προς το ζήτημα των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο τροχαίο ατύχημα, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων και ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ πράξεων ή παραλείψεων τούτων και του επελθόντος επιζημίου αποτελέσματος, το Εφετείο οδηγήθηκε στην κρίση ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος και του εξ αυτού επελθόντος επιζημίου αποτελέσματος ήταν ο ήδη αναιρεσείων Κ.

Ν. και ουδεμία υπαιτιότητα ή συνυπαιτιότητα βάρυνε στην επέλευση αυτού τον ήδη πρώτο των αναιρεσιβλήτων Κ. Δ.. Στη συνέχεια δε και αφού απέρριψε, κατά τα ειδικότερον στην απόφασή του εκτιθέμενα, τις προαναφερόμενες τρεις εφέσεις και έκανε δεκτές τις προμνημονευθείσες τρεις αντεφέσεις, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτό ότι συνυπαίτιοι του ενδίκου ατυχήματος ήσαν αμφότεροι οι οδηγοί των συγκρουσθέντων οχημάτων Κ.

Ν. και Κ. Δ. και μετά ταύτα απέρριψε τις από 1.10.2009 και 11.1.2010 κύριες αγωγές του ενάγοντος - νυν αναιρεσείοντος Κ. Ν. και την από 7.1.2010 παρεμπίπτουσα αγωγή αυτού και των εταιριών "OLYMPIK - Εμπορικές Και Τουριστικές Επιχειρήσεις Α.Ε." και "Α.Τ.Ε. Ασφαλιστική Α.Ε.". Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα προαναφερόμενα κρίσιμα ζητήματα των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο τροχαίο ατύχημα, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων και ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ πράξεων ή παραλείψεων τούτων και του επελθόντος επιζημίου αποτελέσματος και ουδόλως παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 Α.Κ., ουδέ εκείνες των άρθρων 2 § 1 (ως προς τον ορισμό του αυτοκινητοδρόμου), 10 (εγκατάσταση μέσων σήμανσης και σηματοδότησης), 16 § § 3, 4 (θέση των οχημάτων επί της οδού) και 29 § 9 (κίνηση οχημάτων σε αυτοκινητοδρόμους, οδούς ταχείας κυκλοφορίας και σήραγγες) του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ).

Συνεπώς, τα αντιθέτως προβαλλόμενα α) με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, κατά τα υπό στοιχεία ένα, δύο, τρία και τέσσερα λατινικό (Ι, ΙΙ, ΙΙΙ, IV ) σκέλη του, και β) με τον τέταρτο λόγο αυτής, κατά τα υπό στοιχεία α', β', γ', δ', ε' και στ' μερικότερα τμήματά του, που, κατά την προσήκουσα εκτίμηση του περιεχομένου των λόγων αυτών, τείνουν να θεμελιωθούν επί των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέα, προεχόντως ως απαράδεκτα και τούτο διότι υπό το πρόσχημα της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς ουσιαστική εκτίμηση του δικαστηρίου (άρθρ. 561 § 1 Κ.Πολ.Δ.) και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμα κατ' ουσία.-

ΙΙΙ.- Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 12 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, όταν το δικαστήριο της ουσίας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη απόδειξης μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτά καθορίζει ο νόμος.

Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης στην περίπτωση που το δικαστήριο, εκτιμώντας όπως δικαιούται, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα που κατά το νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία, γιατί η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 440 Κ.Πολ.Δ., για όσα περιστατικά βεβαιώνονται στα κατά τα άρθρα 438 και 439 του ίδιου Κώδικα δημόσια έγγραφα, όπως είναι και η συντασσόμενη, σύμφωνα με τα άρθρα 148 επ. και 180 Κ.Ποιν.Δ., από την αρμόδια αστυνομική αρχή έκθεση αυτοψίας και το συνοδεύον αυτήν σχεδιάγραμμα σε τροχαίο ατύχημα, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, τα έγγραφα αυτά παρέχουν πλήρη απόδειξη κατά της οποίας όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη.

Έτσι σε περίπτωση αυτοκινητικού ατυχήματος, τα περιεχόμενα στην έκθεση αυτοψίας της τροχαίας στοιχεία ως προς τη θέση των συγκρουσθέντων οχημάτων πριν, κατά και μετά το ατύχημα, είναι από εκείνα, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης της έκθεσης και του σχεδιαγράμματος. Επομένως, κατ' αυτού του περιεχομένου επιτρέπεται ανταπόδειξη, η οποία ενεργείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 670, 671 Κ.Πολ.Δ., οι οποίες εφαρμόζονται και στη διαδικασία κατά την οποία εκδικάζεται η διαφορά κατά το άρθρο 681 Α Κ.Πολ.Δ., με άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία εκτιμούνται με τον ίδιο τρόπο (ΑΠ 1428/2000).- Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο κατά σειρά λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης - κατά το υπό στοιχείο ζ' τμήμα του - από το άρθρο 559 αριθμ. 12 Κ.Πολ.Δ., ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, που δίκασε κατά την πιο πάνω ειδική διαδικασία, παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς την δύναμη των αποδεικτικών μέσων, γιατί έδωσε μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη και βαρύτητα στην από 5.6.2008 έκθεση αυτοψίας και στο συνοδεύον αυτήν υπό την ιδία ημεροχρονολογία πρόχειρο σχεδιάγραμμα του τόπου του ενδίκου ατυχήματος, που συνέταξε το αρμόδιο όργανο της Τροχαίας, σχετικά με την κίνηση επί της οδού του οχήματος του πρώτου των ήδη αναιρεσιβλήτων Κ.

Δ. πριν το ατύχημα, και όχι στην περιεχομένη στα υπ' αριθμ. 360/2010 πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατάθεση του μάρτυρά του (αναιρεσείοντος), κρίνοντας μάλιστα ότι από το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών αναιρείται το περιεχόμενο της κατάθεσης του εν λόγω μάρτυρα. Εφόσον όμως, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, κατά την απόδειξη και ανταπόδειξη πρόκειται για ελεύθερη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, η σχετική κρίση του Εφετείου είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.

Κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός της αναίρεσης, κατά το ερευνόμενο μέρος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.-

IV.- Ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το υπό στοιχείο πέντε λατινικό (V) σκέλος του και κατά το μέρος από το άρθρο 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ., με το οποίο ψέγεται το Εφετείο ότι προς θεμελίωση της υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος έλαβε υπόψη ισχυρισμούς που δεν προτάθηκαν και σχετίζονται με την απόσταση από την οποία ο ήδη πρώτος των αναιρεσιβλήτων Κ.

Δ. αντιλήφθηκε το όχημα του αναιρεσείοντος και επιχείρησε πέδηση χωρίς να αφήσει ίχνη, λόγω της σύγχρονης τεχνολογίας του οχήματός του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Τούτο δε διότι τα αναφερόμενα αυτά περιστατικά, αφορούν περαιτέρω διευκρίνιση και πληρέστερο προσδιορισμό των λεπτομερειών και συνθηκών που θεμελιώνουν την υπαιτιότητα (αμέλεια) του αναιρεσείοντος ως οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, με βάση όσα προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και δεν θεμελιώνουν λήψη υπόψη μη προταθέντων ή μη παραδεκτώς προταθέντων ισχυρισμών.

Περαιτέρω, ο ίδιος αυτός λόγος, κατά το από το άρθρο 559 αριθμ. 11 γ' μέρος του, με το οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη του προσκομισθέντα από τον αναιρεσείοντα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα τις από 9.9.2008 ένορκες προανακριτικές καταθέσεις του πρώτου των αναιρεσιβλήτων και του επιβαίνοντος στο όχημα τούτου (πρώτου αναιρεσίβλητου) Ι.

Κ., πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Τούτο δε διότι στην πληττόμενη απόφαση γίνεται ρητή μνεία ότι για την δημιουργία του αποδεικτικού της πορίσματος έλαβε υπόψη τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα με ειδικότερη αναφορά στις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που ένορκα εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα.

Από τη γενική δε αυτή βεβαίωση, σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της απόφασης αυτής, καθίσταται αναμφίβολα βέβαιο ότι το δικαστήριο εκείνο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. Εξάλλου, ο ερευνόμενος λόγος της αναίρεσης, κατά το από το άρθρο 559 αριθμ. 20 Κ.Πολ.Δ. μέρος του, με το οποίο ψέγεται το Εφετείο ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των ως άνω αποδεικτικών μέσων, ήτοι των προανακριτικών καταθέσεων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Τούτο δε διότι προεχόντως οι προανακριτικές αυτές καταθέσεις δεν αποτελούν έγγραφα με την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 20 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 556/2003).-

V.- Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 9 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία.

Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου. Περαιτέρω, για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει το δικαστήριο να άφησε αδίκαστη αίτηση του αναιρεσείοντος και όχι του αναιρεσίβλητου, διότι αν άφησε αδίκαστη αίτηση του αναιρεσίβλητου ο αναιρεσείων δεν έχει έννομο συμφέρον για την προβολή της (ΑΠ 1062/2007, ΑΠ 187/2007).

Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, με το οποίο, κατ' εκτίμηση, αποδίδεται από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο η από τον αριθμό 9 εδ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αιτίαση, συνιστάμενη στο ότι άφησε αδίκαστη την αντέφεση που με τις από 7.3.2012 προτάσεις του άσκησε κατά της από 14.3.2011 έφεσής του και ο εκ των εφεσιβλήτων αυτής και ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος Ζ.

Δ., είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο αναιρεσείων στερείται εννόμου συμφέροντος για την προβολή του. Περαιτέρω, ο ίδιος αυτός λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο, κατ' εκτίμηση, αποδίδεται από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο η από τον αριθμό 9 εδ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αιτίαση, συνισταμένη στο ότι άφησε αδίκαστη την αντέφεση που με τις από 7.3.2012 προτάσεις του άσκησε κατά της από 21.3.2011 έφεσης των εταιριών "ΑΤΕ Ασφαλιστική Α.Ε." και "OLYMPIC - Εμπορικές και Τουριστικές Επιχειρήσεις Α.Ε." το εκ των εφεσιβλήτων αυτής και ήδη τρίτο των αναιρεσιβλήτων Ν.Π.Ι.Δ.

με την επωνυμία "Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης", είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, συνισταμένης στο ότι ο αναιρεσείων δεν διευκρινίζει σε τι συνίσταται το έννομο συμφέρον του για την προβολή της αιτίασης αυτής και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος, γιατί όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (βλ.

σελ. 6 και 18 αυτής) το δικαστήριο εκείνο επελήφθη της αντέφεσης αυτής, την οποία ερεύνησε και έκανε δεκτή κατ' ουσία.-

VΙ.- Από τις διατάξεις των άρθρων 681 Α, 674 § 1 και 591 § 1 εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι κατά την ειδική διαδικασία εκδίκασης των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισής του, η αντέφεση μπορεί να ασκηθεί και με τις έγγραφες προτάσεις που καταθέτουν οι διάδικοι το αργότερο στο ακροατήριο του εφετείου, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης. Η άσκηση αντέφεσης με τις έγγραφες προτάσεις που κατατίθενται μετά το πέρας της συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο του εφετείου είναι απαράδεκτη. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 523 § 3 εδάφ. β' Κ.Πολ.Δ., με την οποία ορίζεται ότι η παραίτηση από την έφεση ή η απόρριψή της ως αβάσιμης δεν επηρεάζει την αντέφεση, συνάγεται με σαφήνεια ότι αν η έφεση είναι παραδεκτή, απορριφθεί δε κατ' ουσία, η αντέφεση ερευνάται.-

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει, όπως έχει ήδη αναφερθεί στην υπ' αριθμ. ένα λατινικό (Ι) σκέψη της παρούσας, ότι κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 360/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων άσκησε και ο ήδη αναιρεσείων Κ. Ν. την από 14.3.2011 έφεσή του, στρεφομένη κατά των 1) Κ.

Δ., 2) Ζ. Δ., 3) Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης και 4) Α. Κ.. Περαιτέρω, κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης άσκησαν αντεφέσεις, με τις από 7.3.2012 προτάσεις τους, που κατατέθηκαν στο ακροατήριο του Εφετείου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι τρεις πρώτοι των προαναφερομένων εφεσιβλήτων. Μετά δε την απόρριψη ως αβάσιμης κατ' ουσία της ως άνω έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος, ερευνήθηκαν και έγιναν δεκτές κατ' ουσία οι αντεφέσεις που κατά τα άνω ασκήθηκαν από τους εκ των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσίβλητους Κ.

Δ. και Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης". Συνακόλουθα και σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, το Εφετείο, το οποίο, μετά την παραδοχή ότι η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος είναι παραδεκτή και την εν συνεχεία απόρριψη αυτής ως αβάσιμης, ερεύνησε τις προαναφερθείσε δύο αντεφέσεις και κατ' ουσία,, τις οποίες και είχε κρίνει προηγουμένως ως παραδεκτώς ασκηθείσες, σε ουδεμία αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης προέβη.

Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ., με το οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν προέβη σε απόρριψη ως απαραδέκτων των αντεφέσεων αυτών και ότι δεν έπρεπε να τις ερευνήσει κατ' ουσία, για τον λόγο ότι ασκήθηκαν με τις προτάσεις των ως άνω εφεσιβλήτων και όχι με αυτοτελές δικόγραφο, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.-

VII.- Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 520 § 1 και 523 § § 1, 2 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι η αντέφεση, είτε ασκείται με ίδιο δικόγραφο, είτε με τις προτάσεις, όπου ο νόμος επιτρέπει αυτό, πρέπει να περιέχει, όπως και το έγγραφο της έφεσης, τους λόγους αυτής, που πλήττουν συγκεκριμένα σφάλματα της απόφασης, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή να καθορίζονται με πληρότητα οι αποδιδόμενες στην εκκαλούμενη απόφαση αιτιάσεις, ώστε να δύναται ο δικαστής να κρίνει περί του νομίμου και βασίμου αυτών.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των από 7.3.2012 προτάσεων των πρώτου και τρίτου των εφεσιβλήτων - νυν αναιρεσιβλήτων της από 14.3.2011 έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος Κ. Ν., Κ. Δ. και Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης", αντίστοιχα, στις οποίες προτάσεις περιέχεται και η υπ' αυτών ασκηθείσα αντέφεση, προκύπτει ότι με τα εκτιθέμενα στον πρώτο λόγο των αντεφέσεων αυτών και με τα εκτιθέμενα στον δεύτερο λόγο της αντέφεσης του Γραφείου Διεθνούς Ασφάλισης, πλήττεται αρκούντως σαφώς και ορισμένως η ορθότητα της εκτίμησης των αποδείξεων αναφορικά με την υπαιτιότητα των οδηγών των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα οχημάτων και του κριθέντος από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ποσοστού συνυπαιτιότητας εκάστου τούτων στην επέλευση αυτού (ατυχήματος) και διατυπώνεται αίτημα απόρριψης των αγωγών (κύριων και παρεμπίπτουσας) του ήδη αναιρεσείοντος.

Κατά συνέπεια, ορθώς το δικάσαν Εφετείο δεν εκήρυξε ακυρότητα των λόγων αυτών των προαναφερομένων αντεφέσεων και τα αντιθέτως προβαλλόμενα με το πρώτο και δεύτερο σκέλος του από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ. δεύτερου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα.-

VIII.- Κατόπιν πάντων των προαναφερομένων και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα πρέπει α) να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, β) να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των εχόντων καταθέσει και προτάσεις αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι έχουν χωριστή υπεράσπιση (άρθρ. 106, 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό, και γ) να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του εκ τριακοσίων (300) ευρώ παραβόλου, το οποίο κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναίρεσης και για το οποίο εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 17689/26.12.2012 διπλότυπο είσπραξης της Δ.Ο.Υ. Ιωαννίνων, σειρά Ζ 6125590 (άρθρ. 495 § 4 Κ.Πολ.Δ., όπως η § 4 προστέθηκε με το άρθρο 12 § 2 του Ν. 4055/2012, που άρχισε να ισχύει από 2.4.2012, σύμφωνα με το άρθρο 113 αυτού).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14.12.2012 και με αριθμό κατάθεσης 43/2012 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθμ. 124/2012 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του εκ τριακοσίων (300) ευρώ παραβόλου, το οποίο κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναίρεσης και για το οποίο εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 17689/26.12.2012 διπλότυπο είσπραξης της Δ.Ο.Υ. Ιωαννίνων, σειρά Ζ 6125590.- Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των εχόντων χωριστή υπεράσπιση αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει α) για τους πρώτο και δεύτερο τούτων Κ. Δ. και Ζ. Δ., αντίστοιχα, στο συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, β) για το τρίτο εξ αυτών Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης", στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ και γ) για τον τέταρτο τούτων Α. Κ., στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.-

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 30η Μαΐου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 12η Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ