Legislator Case Law & Legislation
1293/2011 AI generated

1293/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1293/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Στο σημείο αυτό, ο ως άνω αναιρεσείων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι η αίτηση δεν εισάγεται ως προς τους υπό στοιχεία 4 έως 8 αναιρεσίβλητους και ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, δημοσίευσε δια του Προέδρου του την απόφαση που έχει τον ίδιο αριθμό με αυτό το πρακτικό, με την οποία απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.

Legislator headnote

AI generated

1293/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση δε νοείται αυτή που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή το αίτημα ή η βάση αμιγής, ανταγωγής, κυρίας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης και ενδίκου μέσου.

Keywords

AI generated
intellectual disability reconsideration of disability benefits termination of disability benefits improved psychiatric condition disability insurance matter claim for insurance benefits
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1293 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1293/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Σ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ.-Ε. Ζ., 2) Γ. Ζ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κουσαή και κατέθεσαν προτάσεις, 3) Η. Τ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κωσταρέλλο και κατέθεσε προτάσεις, 4) Γ. Λ., 5) Ετερόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Γ. Λ. - Α. Θ. -Ε. Τ. και ΣΙΑ ΕΕ", που εδρεύει στην Αθήνα, 6) Μ. Ζ., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, 7) Μ. Τ., 8) Σ. Τ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κωσταρέλλο και κατέθεσαν προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, ο ως άνω αναιρεσείων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι η αίτηση δεν εισάγεται ως προς τους υπό στοιχεία 4 έως 8 αναιρεσίβλητους και ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, δημοσίευσε δια του Προέδρου του την απόφαση που έχει τον ίδιο αριθμό με αυτό το πρακτικό, με την οποία απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/6/2005 αγωγή των υπό στοιχεία 1,2,6,7,8 ήδη αναιρεσιβλήτων, την από 13/1/2006 κύρια παρέμβαση του υπό στοιχείο 3 ήδη αναιρεσιβλήτου, την από 26/8/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, την από 12/3/2007 κύρια παρέμβαση των υπό στοιχεία 1,2,3 ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 23/2/2007 αγωγή του υπό στοιχείο 3 ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2548/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2491/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21/5/2008 αίτησή του και τους από 3/1/2009 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λαμπρόπουλος ανέγνωσε την από 3/3/2010 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Ευτύχιου Παλαιοκαστρίτη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αναίρεσης και των προσθέτων σε αυτήν λόγων.

Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295 παρ. 1, 297, 299 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για αναίρεση, προκύπτει, ότι παραίτηση του αναιρεσειόντος από το δικόγραφο της αναιρέσεως μπορεί να γίνει χωρίς τη συναίνεση του αναιρεσιβλήτου και με προφορική δήλωσή τους πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης που καταχωρίζεται στα πρακτικά και επιφέρει κατάργηση της δίκης. Επομένως, η παραίτηση του αναιρεσειόντος από το δικόγραφο της υπό κρίση αναιρέσεως ως προς τους α) Γ. Λ., β) Μ. Ζ., γ) Μ. Σ. Τ., δ) Σ. Σ. Τ. και ε) την εταιρία "Γ. Λ. - Α. Θ. - Ε. Τ. και Σια ΕΕ" αναιρεσιβλήτους, εφόσον έγινε με προφορική δήλωση αυτού (αναιρεσείοντος - πληρεξουσίου δικηγόρου), πριν από την προφορική συζήτηση της υπόθεσης και καταχωρήθηκε στα πρακτικά, είναι νόμιμη και επέφερε την κατάργηση της δίκης, ως προς αυτούς. (άνω αναιρεσιβλήτους).

Κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης "αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη". Ο ανωτέρω λόγος δεν ιδρύεται και δικονομικώς είναι απαράδεκτος στις ειδικές διαδικασίες όπως είναι η διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (αρθρ. 648 επ. ΚΠολΔ), κατά την οποία εκδικάσθηκε η προκειμένη υπόθεση, κατά τις οποίες το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να διατάξει απόδειξη (ΑΠ 1225/2002).

Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο και ένατο λόγους αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το δικαστήριο δεν διέταξε αποδείξεις για την κατάσταση της ψυχικής υγείας της εκμισθώτριας και την άρση ή όχι της χρήσης του λογικού κατά τη σύναψη της τροποποιητικής σύμβασης μίσθωσης και ότι εάν αυτή εξετάσθηκε στις 3/9/2002 από δύο (2) ιατρούς του Δρομοκαϊτείου Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αθηνών και τέλος, εάν ο ίδιος ο αναιρεσείων εγνώρισε την ψυχική της κατάσταση και την ασθένεια από την οποία αυτή έπασχε. Οι λόγοι αυτοί, σύμφωνα με τα ανωτέρω είναι απορριπτέοι, προεχόντως, ως απαράδεκτοι εν όψει της διαδικασίας κατά την οποίαν εκδικάσθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση δε νοείται αυτή που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή το αίτημα ή η βάση αμιγής, ανταγωγής, κυρίας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης και ενδίκου μέσου.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το δικαστήριο άφησε αίτηση του αναιρεσειόντος αδίκαστη με το να αποφανθεί για την αξίωση αμοιβή του από 12.300 ευρώ, που είχε έναντι των αναιρεσιβλήτων.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των προτάσεων και του Εφετηρίου προκύπτει ότι ο αναιρεσείων δεν υπέβαλε αυτοτελές αίτημα περί παροχής έννομης προστασίας, αλλά έκανε απλή αναφορά ότι έχει αξίωση αμοιβής για την παροχή υπηρεσιών του ως δικηγόρου. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής), είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται, από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα από την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων.

Με τους δεύτερο, τρίτο και έκτο λόγους αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αιτιάσεις α) ότι η τροποποιητική μισθωτική συμφωνία έγινε προς της 28/8/2002, β) ότι κατά την ημερομηνία αυτή ο αναιρεσείων δεν εγνώρισε την ψυχολογική κατάσταση της εκμισθώτριας και γ) ότι εν όψει των υποχρεώσεων της ΠΑΕ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ στο Champion League - Uefa και το πρωτάθλημα η υπογραφή της τροποποιητικής μισθωτικής σύμβασης έγινε νωρίτερα από την ως άνω ημερομηνία (28/8/2002). Οι ισχυρισμοί αυτοί, που φέρεται ότι αγνόησε το Εφετείο δεν αποτελούν πράγματα κατά την ως άνω έννοια, αλλά επιχειρήματα που προβάλλει ο αναιρεσείων προκειμένου να θεμελιώσει την άποψη του ότι η ως άνω σύμβαση καταρτίσθηκε Μάιο - Ιούνιο 2002 και ότι στις 28/8/2002. Επομένως, οι προαναφερόμενοι τρεις λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι και απαράδεκτοι.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΑΠ (ολ) 2/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον ενδέκατο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι η Α. Ζ. (εκμισθώτρια) εξετάσθηκε στις 3/9/3002 από δύο (2) ιατρούς του Δρομοκαϊτείου Νοσοκομείου και βρέθηκε πάσχουσα από "Οργανικό Ψυχοσύνδρομο" παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπό ημερομηνία 3/9/2002 εγγράφου του ανωτέρου νοσοκομείου. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο ανωτέρω έγγραφο, αλλά το συνεκτίμησε με άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Κατά το άρθρο 131 ΑΚ η δήλωση της βούλησης είναι άκυρη αν, κατά το χρόνο που έγινε, το πρόσωπο δεν είχε συνείδηση των πράξεων του ή βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή του περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του. Οι κληρονόμοι μπορούν, μέσα σε μια πενταετία από την επαγωγή, να προσβάλουν για έναν από τους λόγους της προηγούμενης παραγράφου τις μη χαριστικές δικαιοπραξίες που έγιναν από ον κληρονομούμενο ή προς αυτόν τότε μόνο αν κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας εκκρεμούσε διαδικασία για την υποβολή του κληρονομούμενου σε δικαστική συμπαράσταση λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής, που δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί ή αν μετά την κατάρτιση ο κληρονομούμενος υποβλήθηκε σε δικαστική συμπαράσταση για την παραπάνω αιτία.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως αιτιολογίες της απόφασης ή έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των οποίων θεμελιώνει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, νοούνται τα από την απόφαση δεκτά γινόμενα, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της, δηλαδή το αποδεικτικό πόρισμα ης, στο οποίο η απόφαση στήριξε το νομικό συμπέρασμα της.

Ελλείψεις της απόφασης που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές δεν θεμελιώνουν τον ως άνω λόγο αναίρεσης, εκτός αν το πόρισμα δεν είναι σαφές και είναι εντεύθεν αδύνατος ο αναιρετικός, έλεγχος περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή της μη συνδρομής τους που αποκλείει την εφαρμογή της.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλομενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε μεταξύ των άλλων τα εξής: Με το από 1/8/2000 "ιδιωτικό συμφωνητικό εμπορικής ή επαγγελματικής μίσθωσης" η Α. Ζ. εκμίσθωσε στον Γ. Λ. ένα οικόπεδο αγροτεμάχιο, εμβαδού 2.760 τ.μ. που ευρίσκεται στη θέση "..." ..., έναντι του γηπέδου Απόλλωνος - Ριζούπολις, για να χρησιμοποιηθεί αυτό (μίσθιο) για την άσκηση εμπορικής επιχείρησης από το μισθωτή και ειδικότερα για εγκατάσταση και εκμετάλλευση γηπέδων - αθλοπαιδιών ποδοσφαίρου.

Η διάρκεια της μισθώσεως συμφωνήθηκε σε έξι (6) έτη και το μηνιαίο μίσθωμα στο ποσό των 600.000 δραχμών, καταβαλλόμενο εντός του πρώτου πενθημέρου κάθε μηνός σε τραπεζικό λογαριασμό της εκμισθώτριας στη Γενική Τράπεζα ΑΕ και αναπροσαρμοζόμενο ετησίως κατά ποσοστό 5%. Για την ακριβή δε τήρηση των όρων της σύμβασης, ο μισθωτής κατέβαλε κατά την κατάρτιση της μίσθωσης, ως εγγύηση, ποσό ισόποσο του συμφωνηθέντος μισθώματος, το οποίο όμως, σε κάθε αναπροσαρμογή του μισθώματος θα αναπροσαρμοζόταν, κατά το αντίστοιχο ποσό αύξησης του μισθώματος.

Με το από 27/12/2000 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησαν το ως άνω συμφωνητικό μίσθωσης, ως προς τη διάρκεια αυτής και τον όρο που απαγόρευε την υπομίσθωση. Ειδικότερα δε, παρέτειναν τη διάρκεια της μίσθωσης για μια ακόμη διετία και συμφώνησαν ότι ο μισθωτής Γ. Λ. "δύναται να συστήσει οποιαδήποτε μορφής εταιρία - ειδικότερα την μέλλουσα να συσταθεί εταιρία "Γ.

Λ. και Σια ΕΕ" με πρόσληψη συνεταίρου ή συνεταίρων η οποία θα ευθύνεται και αυτή ως και ο Γ. Λ. ως προς τις υποχρεώσεις του παρόντος έναντι της εκμισθώτριας" και περαιτέρω ότι ο μισθωτής μπορεί να επιτρέπει να προπονούνται στο χώρο αθλήσεως οι παίκτες της ερασιτεχνικής ομάδας του Απόλλωνα, χωρίς η ομάδα (σωματείο - ΠΑΕ) να αποκτά δικαίωμα επί της μίσθωσης αυτής.

Στο από 28/8/2002 ιδιωτικό συμφωνητικό, υπό τον τίτλο "ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποιήσεως του από 1/8/2000 ιδιωτικού συμφωνητικού" το οποίο φέρει τις υπογραφές της μισθώτριας Α. Ζ., των μισθωτών της, Γ. Λ. (αρχικό μισθωτή) και της "Γ. Λ. - Α. Θ. - Ε. Τ. και Σια ΕΕ" (υπεισελθούσα στην ως άνω μίσθωση εταιρία), καθώς και των "ΠΑΕ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ" και του "Γ.

Σ. ΑΠΟΛΛΩΝ" διελήφθησαν επί λέξει και τα εξής "... Από σήμερα στη σύμβαση αυτή υπεισέρχεται ως συνεκμισθωτής ο δικηγόρος Αθηνών Χ. Σ. ... η ως άνω συμβληθείσα ΠΑΕ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ θα χρησιμοποιήσει αποκλειστικά και μόνον αυτή του έναντι του γηπέδου χώρο και δη τμήμα αυτού περίπου 1 στρέμματος από της υπογραφής της παρούσης και μέχρι του τέλους Ιουνίου του 2005 χρόνου ...

Ο χώρος θα χρησιμοποιηθεί V.I.P.S. των μελών των ΠΑΕ ή των εχόντων διαρκείας εισιτηρίων αυτού ... Η καταβολή του μισθώματος θα γίνεται στο δικηγορικό γραφείο των εκ των συνεκμισθωτών Χ. Σ., σύμφωνα με το συμβόλαιο μίσθωσης "…, 2ος όροφος) προς αυτούς ...". Όμως, στις 28/8/2002, χρόνον δηλαδή της υπογραφής της προαναφερόμενης σύμβασης, τροποποιητικής της από 1/8/2000 σύμβασης μίσθωσης η εκμισθώτρια Α.

Ζ. δεν είχε συνείδηση των πραττομένων, εξαιτίας της πιο κάτω ψυχικής νόσου από την οποίαν έπασχε και συνεπώς δεν ήταν σε θέση ώστε να μπορεί να προβαίνει σε ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησής της. Η ως άνω εκμισθώτρια στις 3/9/2002, πέντε ημέρες μετά την υπογραφή του προαναφερομένου τροποποιητικού συμφωνητικού της 28/8/2002 εξετάσθηκε από δύο ψυχιάτρους του Δρομοκαϊτείου Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αθηνών.

Οι ιατροί δε αυτοί έκριναν ότι η Α. Ζ. έχει "Ανάγκη Αναγκαστικής Νοσηλείας και επιβάλλεται να εισαχθεί σε ειδικό ψυχιατρικό νοσοκομείο, γιατί βρέθηκε ότι πάσχει από οργανικό ψυχοσύνδρομο (βλ. 112/3-9-2002 ιατρικό πιστοποιητικό αναγκαστικής νοσηλείας Δρομοκαϊτείου ΨΝΑ). Κατόπιν τούτου, η εκμισθώτρια νοσηλεύθηκε στο ως άνω νοσοκομείο από 3/10/2002 έως και 16/12/2002 με διάγνωση "Διαταραχές συμπεριφοράς και ψυχωσική συμπτωματολογία και επί ανοικτού εδάφους (νόσος Alzheimer)" και με την επισήμανση των θεραπόντων ιατρών της, ότι "ως έχει η όλη ψυχοκινητική της κατάσταση η ασθενής δεν είναι σε θέση να διαχειρίζεται τα της περιουσίας της" (βλ.

το από 4/11/2002 πιστοποιητικό και από 16/12/2002 κατατοπιστικό ιατρικό σημείωμα νοσηλευθέντα ασθενή του αυτού ως άνω Νοσοκομείου). Λόγω αυτής της κατάστασης της υγείας της, η ανεψιά της Μ. - Ε. Ζ. (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) με την από 24/11/2002 αίτηση της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζήτησε η ως άνω ψυχικώς πάσχουσα να τεθεί υπό καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης και το δικαστήριο με την υπ' αρ. 1331/2003 απόφαση του έθεσε την εκμισθώτρια Α.

Ζ., σε κατάσταση πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης και διόρισε την προαναφερόμενη ανεψιά της οριστική δικαστική συμπαραστάτη. Ότι η ανωτέρω εκμισθώτρια, η οποία απεβίωσε στις 13/7/2003, στις 28/8/2002 που υπεγράφη το ως άνω, τροποποιητικό της σύμβασης μίσθωσης, συμφωνητικό, με το οποίο ο ανωτέρω δικηγόρος Χ.

Σ. οριζόταν συνεκμισθωτής της από 1/8/2000 μίσθωσης και το μίσθωμα του μισθίου ακινήτου θα καταβάλλεται στο γραφείο αυτού, αντί στον τραπεζικό λογαριασμό της εκμισθώτριας που πρόβλεπε η αρχική μίσθωση, λόγω της προαναφερόμενης ψυχικής νόσου από την οποία αυτή έπασχε, δεν ήταν σε θέση να έχει λογική κρίση που να της επιτρέπει τον ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησης της και να επιλαμβάνεται τις συνέπειες των πράξεών της.

Η ψυχικώς πάσχουσα Α. Ζ. ουδόλως αντελήφθη τις συνέπειες της υπογραφής της στην από 28/8/2002 τροποποιητική σύμβαση και εκ του λόγου τούτου η σύμβαση αυτής είναι, κατ' άρθρο 131 ΑΚ, άκυρη και ουδεμία έννομη συνέπεια παρήγαγε (άρθρο 180 ΑΚ).

Ο ισχυρισμός του Χ. Σ. ότι η ως άνω από 28/8/2002 τροποποιητική σύμβαση καταρτίσθηκε περί το τέλος Μαϊου με αρχές Ιουνίου 2000 και όχι στις 28/8/2002 δεν αποδείχθηκε. Εάν η σχετική συμφωνία περί τροποποίησης της ως άνω σύμβασης μίσθωσης είχε συναφθεί από τα μέρη πριν την υπογραφή του προαναφερομένου τροποποιητικού συμφωνητικού της 28ης Αυγούστου 2002, δηλαδή περί τα τέλη Μαΐου αρχές Ιουνίου 2002, θα ετίθετο στο ως άνω έγγραφο ο χρόνος αυτός και όχι η 28/8/2002 ή θα γινόταν για το γεγονός αυτό της χρονικής διαφοράς κατάρτισης της σύμβασης και της τελικής υπογραφής του στις 28/8/2002 - σχετική μνεία στο ως άνω έγγραφο, αφού κανένας λόγος δεν συνέτρεχε να μην αναγραφεί το εν λόγω έγγραφο ο αληθής (πραγματικός) χρόνος σύναψης της ως άνω τροποποιητικής σύμβασης.

Ο αναγόμενος δικηγόρος Χ. Σ. (ήδη αναιρεσείων) κατά το χρόνο της κατάρτισης της ως άνω από 28/8/2002 τροποποιητικής σύμβασης, τελούσε με γνώσει της ψυχικής νόσου της πελάτισσας του Α. Ζ. και το γεγονός αυτό, ως νομικός της εν γένει παραστάτης και ως συντάκτης του εν λόγω εγγράφου, το εκμεταλλεύθηκε, οριζόμενος εκείνος το πρόσημο στο οποίο πλέον θα καταβαλλόταν το μίσθωμα, προξενώντας με τον τρόπο αυτό ισόποση, των εισπραττομένων μισθωμάτων, ζημία στην δικαιούχο εκμισθώτρια και στη συνέχεια, μετά το θάνατο της, στους νέους κτήτορες του μισθίου.

Εν όψει του χρόνου κατάρτισης της τροποποιητικής σύμβασης (28/8/2002) και εκείνοι της διαπίστωσης της ψυχικής νόσου της εκμισθώτριας Α. Ζ. πρόδηλο καθίσταται ότι ο Χ. Σ. (ήδη αναιρεσείων) δικηγόρος το επάγγελμα και άτομο με κοινωνική και συναλλακτική εμπειρία, αντιλήφθηκε και μάλιστα ευχερώς, ενόψει και της φύσεως της συγκεκριμένης ασθένειας, ότι η πελάτισσα του με την οποία άλλωστε είχε συνεχή τακτική προσωπική επαφή και επικοινωνία, αφού υπερβολικά τον αγαπούσε -όπως ο ίδιος διατείνεται- έπασχε από ψυχική νόσο και ότι κατά την κατάρτιση της ως άνω τροποποιητικής σύμβασης, εξαιτίας αυτής της νόσου, εστερείτο της χρήσεως του λογικού της.

Το ότι δε τη νόσο αυτή της εκμισθώτριας Α. Ζ. μέχρι τις 28/8/2002 δεν την είχαν αντιληφθεί, ούτε οι στενοί συγγενείς της, οι οποίοι ένα μήνα μετά κίνησαν τη διαδικασία της ακούσιας νοσηλείας και τη θέση αυτής υπό δικαστική συμπαράσταση δεν σημαίνει, ότι ο ως άνω νομικός της παραστάτης στις 28/8/2002 δεν εγνώριζε την ψυχική νόσο της πελάτισσάς του.

Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο έκρινε ότι η επίδικη αυτή τροποποιητική μισθωτική σύμβαση είναι άκυρη και δεν επέφερε έννομα αποτελέσματα. Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 131 ΑΚ που εφάρμοσε καθόσον διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο σχετικά με την ορθή εφαρμογή της.

Επομένως, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όλες οι αιτιάσεις κατά τα οικεία μέρη από τους 2, 3, 5, 7 και 8 του αναιρετηρίου είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 131 παρ. 1 και 2, 180 και 1710 ΑΚ προκύπτει ότι η δήλωση βουλήσεως είναι άκυρη αν κατά το χρόνο που έγινε το πρόσωπο δεν είχε συνείδηση των πράξεών του, ότι οι κληρονόμοι μπορούν να προσβάλλουν τις μη χαριστικές δικαιοπραξίες που έγιναν από τον κληρονομούμενο, ότι κατά το θάνατο του προσώπου η περιουσία του ως σύνολο (κληρονομία) περιέρχεται από το νόμο ή από διαθήκη στους κληρονόμους και τέλος ότι η ως άνω ακυρότητα είναι απόλυτη.

Στην προκειμένη περίπτωση με το δέκατο λόγο αναίρεσης προσβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με τη προσβαλλόμενη απόφαση του επέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με το να δεχθεί ότι οι αναιρεσίβλητοι (κληρονόμοι, μισθωτές) νομιμοποιούνται να ζητήσουν την ακύρωση της ανωτέρω τροποποιητικής σύμβασης μίσθωσης, καθώς και μισθώματα στρεφόμενοι εναντίον του, διότι αυτοί (αναιρεσίβλητοι) δεν είναι αναγκαίοι μεριδιούχοι της αρχικής μισθώτριας Α.

Ζ.. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον όπως προκύπτει από το παραδεκτά επισκοπούμενο δικόγραφο της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, αυτοί επικαλέσθηκαν την ιδιότητα τους ως κληρονόμων της Α. Ζ. κι έτσι νομιμοποιούνταν ενεργητικά να ασκήσουν την ένδικη αγωγή με μόνη την επίκληση αυτής Τέλος, με το μοναδικό πρόσθετο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 και 10 ΚΠολΔ αληθώς όμως μόνο από τον αριθμό ii του εν λόγω άρθρου ισχυριζόμενος ότι "η προσβαλλόμενη απόφασις ανεπιτρέπτως έλαβε υπ' όψιν της ως θεμελιωτικό αυτής έγγραφο - πλαστό κατά τύπον και ουσία περιεχόμενο ..." προκειμένου να θεμελιώσει εκμετάλλευση από αυτού της πελάτιδός του Α.

Ζ. στις 28/8/2002, καθόσον αυτό δεν έφερε θεώρηση της υπογραφής των εξετασάντων την ανωτέρω ιατρών από το νοσοκομείο και ότι δεν έγινε εξέταση αυτής στις 3/9/2002. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προσηκόντως ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, καθόσον ο αναιρεσείων δεν αναφέρει ότι το έγγραφο που λήφθηκε υπόψη παρά το νόμο ήταν πλαστό και επί πλέον ότι το εν λόγω έγγραφο προσβλήθηκε, παραδεκτώς ως πλαστό.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να κηρυχθεί καταργημένη η δίκη μεταξύ του αναιρεσείοντος και των ανωτέρω τεσσάρων αναιρεσιβλήτων, να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του (αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει καταργημένη τη δίκη μεταξύ του αναιρεσείοντος και του τέταρτου, πέμπτης, έκτης, εβδόμου και ογδόου εκ των αναιρεσιβλήτων.

Απορρίπτει την από 31/10/2007 αίτηση και τον από 3/1/2009 πρόσθετο λόγο αναίρεσης του Χ. Σ. κατά της υπ' αρ. 193/2005 αποφάσεως του Εφετείο Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα κάθε ομάδας παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο χρηματικό ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5/4/2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22/7/2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ