Supreme Court dismisses appeal against lower court's rejection of annulment request due to procedural defects.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the company's request to annul the Second Instance Court's decision, ruling the appeal inadmissible. The court found the company had valid representation and that the annulment arguments were filed outside the statutory time limit, causing them to lapse. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the opposing parties.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561, 576 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may examine an appeal ex officio if a summoned party fails to appear, and annulment grounds filed after the execution phase are inadmissible due to expiration of the time limit.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1293 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1293/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Χ Ανώνυμος Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρία" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η ο οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Χαραλάμπη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανώνυμης τραπεζική εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ ΑΕ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2.Ψ2, κατοίκου ... και 3. Ψ3, κατοίκου ..., .Η μεν πρώτη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Φωτάκη, ο δε 2ος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαριέττα Γεωργούλη, ενώ ο 3ος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-10-1990 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1957/1991 του ίδιου Δικαστηρίου και 3745/1992 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 30-8-1994 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 25-4-2001 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ανδρέα Μοσχανδρέου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση από της προσκομιζόμενες υπ' αριθμ. ... εκθέσεις του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ... προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και της από 21-7-2009 πρόσκλησης προς επανάληψη της δίκης μετά τον θάνατο του αρχικού διαδίκου Ψ2, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως δικάσιμο του Ψ3 ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του ανωτέρω αρχικού διαδίκου, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, προς τον τελευταίο.
Επομένως, εφ' όσον αυτός δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ. Από τις διατάξεις των άρθρων 933, 934 παρ. 1 στοιχ. β και γ ΚΠολΔ και 999 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο ίσχυε πριν από την αντικατάσταση του με το άρθρο 4 του ν. 2298/1995, συνάγεται ότι μόνο η ανυπαρξία ή το εκπρόθεσμο της επιδόσεως του προγράμματος πλειστηριασμού στον καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτη επάγεται ακυρότητα του πλειστηριασμού όχι όμως και η ακυρότητα της επιδόσεως αυτής, αφού και ή άκυρη επίδοση παράγει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 159 έως 161 ΚΠολΔ, συνέπειες μέχρι την ακύρωση της, κατόπιν ανακοπής και δια δικαστικής αποφάσεως, οπότε, εξομοιούμενη αναδρομικά προς αρχικά άκυρη, μπορεί να προσβληθεί ο πλειστηριασμός κατ' εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 999 παρ. 3 ΚΠολΔ.
Αν όμως παρέλθει άπρακτη η προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1 στοιχ. β για προσβολή της άκυρης επίδοσης του προγράμματος πλειστηριασμού, θεραπεύεται η ακυρότητα αυτή και καθίσταται απρόσβλητη.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί η από 9-10-1990 ανακοπή της, περί ακυρώσεως του διενεργηθέντος στις 9-5-1990 πλειστηριασμού ακινήτου της, δυνάμει της υπ' αριθμ. ...
εκθέσεως αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακυρώσεως της Συμβολαιογράφου Αθηνών Κων/νας Βασιλείου, με επίσπευση της αρχικής πρώτης αναιρεσίβλητης, (στη θέση της οποίας υπεισήλθε ως καθολική δι' απορροφήσεως διάδοχος η ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη Τράπεζα Πειραιώς). Την ακύρωση ζήτησε η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη ακυρότητα της κατασχετήριας επιταγής και του προγράμματος πλειστηριασμού, διότι δεν επιδόθηκαν νόμιμα σ' αυτή ως οφειλέτρια, καθόσον κατά τον χρόνο επιδόσεως στερείτο νομίμου εκπροσωπήσεως, αφού η θητεία του πρώτου Διοικητικού Συμβουλίου της είχε λήξει από το έτος 1977 και επιπλέον διότι το επίδικο πρόγραμμα πλειστηριασμού δεν δημοσιεύθηκε ολόκληρο παρά μόνο περίληψη αυτού, στην οποία δεν περιγράφοντο τα εντός του ακινήτου της μηχανήματα και η αξία αυτών.
Την απορριπτική του κρίση το Εφετείο θεμελίωσε στις ακόλουθες παραδοχές: "Η αρχικά πρώτη αναιρεσίβλητη ΕΤΒΑ ΑΕ (στη θέση της οποίας υπεισήλθε ως καθολική δι' απορροφήσεως διάδοχος η ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη Τράπεζα Πειραιώς), δικαιούμενη να λάβει από την αναιρεσείουσα 90.062.239 δραχμές πλέον τόκων από σύμβαση ενυπόθυκου δανείου, προέβη σε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της αναιρεσείουσας οφειλέτριας, βάσει των ειδικών διατάξεων του ν.
της 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" και επέδωσε σ' αυτήν την από ... επιταγή... Μετά από δύο ματαιώσεις του πλειστηριασμού η επισπεύδουσα Τράπεζα έδωσε νέα παραγγελία στη Συμ/φο Αθηνών Κων/να Βασιλείου, ως υπάλληλο του πλειστηριασμού, συντάχθηκε δε από αυτή το υπ' αριθμ. ... πρόγραμμα δημόσιου αναγκαστικού πλειστηριασμού ενυπόθηκου ακινήτου και την 9-5-1990 διενεργήθηκε ο πλειστηριασμός του ενυπόθηκου ακινήτου της αναιρεσείουσας με τα εντός αυτού ευρισκόμενα μηχανήματα και κατακυρώθηκε ο πλειστηριασμός στους δεύτερο και τρίτο των εφεσίβλητων, δυνάμει της υπ' αριθμ. ...
εκθέσεως αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακυρώσεως της άνω συμβολαιογράφου. Ενόψει τούτων, οι λόγοι εφέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα επαναφέρει τους λόγους της ανακοπής για μη νόμιμη επίδοση της από ... κατασχετήριας επιταγής και του προγράμματος πλειστηριασμού (....) ως και για ατελή και ελλιπή περιγραφή των πλειστηριαζομένων μηχανημάτων, είναι απαράδεκτοι, αφού δεν προεβλήθησαν μέχρι της ενάρξεως της τελευταίας πράξεως εκτελέσεως (άρθρο 934 παρ. 1 περ.
β' ΚΠολΔ), ανεξαρτήτως της κατ' ουσίαν αβασιμότητας αυτών, αφού από τα αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει το μεν ότι και κατά τον χρόνο συντάξεως και επιδόσεως της ως άνω κατασχετήριας επιταγής και του προγράμματος πλειστηριασμού η αναιρεσείουσα είχε νόμιμη εκπροσώπηση ως νομικό πρόσωπο, δεδομένου ότι δεν είχε παρέλθει η κατά τα άρθρα 18, 19 και 34 παρ. 2β' του Ν. 2190/1920 εξαετία της θητείας του Διοικητικού της Συμβουλίου από της τελευταίας εκλογής του και κατά τα εις την ανακοπή της εκτιθεμένα, η ίδια δε ως νομικό πρόσωπο με νόμιμη εκπροσώπηση άσκησε τις με αριθμό καταθέσεως 534/11-1-90, 3793/1-3-90, 4186/7-3-90 και 7789/ 3-5-1990 αιτήσεις της ενώπιον του Μον.
Πρωτοδικείου Αθηνών, για διόρθωση προγραμμάτων του επίδικου πλειστηριασμού, αναστολή αυτού κ.λ.π. επί των οποίων εκδόθηκαν κατ' αντιμωλία οι υπ' αριθμ. 710/90, 3369/90, 3478/90 και 6857/90 αποφάσεις του ως άνω Δικαστηρίου.
Συνεπώς, κατά τον ως άνω χρόνο της επιδόσεως της κατασχετήριας επιταγής και του προγράμματος πλειστηριασμού δεν εστερείτο νομίμου εκπροσωπήσεως, λόγω λήξεως της θητείας του Διοικητικού της Συμβουλίου, όπως ισχυρίζεται. Για δε την ατελή και ελλιπή περιγραφή των μηχανημάτων του ακινήτου από το υπ' αριθμ. 7131 φύλλο του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ταμείου Νομικών προκύπτει ότι στο εκπλειστηριασθέν ακίνητο λειτουργούσε μονάδα κατασκευής ετοίμων ενδυμάτων και ότι μέσα σ' αυτό βρίσκονται μηχανήματα, η αξία των οποίων εκτιμήθηκε στο ποσό των 2.390.000 δραχμών.
Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, απέρριψε ακολούθως την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της ομοίως αποφανθείσης πρωτόδικης απόφασης. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠΟλΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου και επομένως οι πρώτος και δεύτερος από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ αναιρετικοί λόγοι, κατά τους οποίους το Εφετείο παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτο με το να απορρίψει ως απαραδέκτους τους σχετικούς λόγους ανακοπής, είναι αβάσιμοι, αφού το Εφετείο δέχθηκε αφενός μεν ότι κατά τον χρόνο των ανωτέρω επιδόσεων η αναιρεσείουσα είχε νόμιμη εκπροσώπηση, γιατί δεν είχε λήξει η εξαετής θητεία του Δ.Σ.
αυτής, αφετέρου δε και κυρίως ότι οι προαναφερόμενες ελλείψεις προεβλήθησαν εκτός της προθεσμίας του άρθρου 934 παρ. 1 β' ΚΠολΔ, οπότε και επήλθε έκπτωση της αναιρεσείουσας προς προβολή τους με την από 10-10-1990 ένδικη ανακοπή της, δεδομένου ότι αυτή ασκήθηκε μετά την έναρξη της τελευταίας πράξεως εκτελέσεως, ήτοι, μετά την σύνταξη έκθεσης του πλειστηριασμού και της κατακυρώσεως (άρθρο 934 παρ. 2 ΚΠολΔ), που έγινε στις 9-5-1990.
Με τον τρίτο από τους αριθμούς 20, 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο καταλογίζεται στο εφετείο ότι έσφαλε γιατί α) παραμόρφωσε το περιεχόμενο της κατασχετήριας επιταγής, προγράμματος πλειστηριασμού, εκθέσεων επιδόσεως τους και το Καταστατικό της αναιρεσείουσας, εκ των οποίων προέκυπτε η πάροδος της θητείας του Δ.Σ.
της, β) παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 18, 19 και 34 Κωδ.Ν. 2190/1920, με το να δεχθεί, ότι έληξε η θητεία του εν λόγω Διοικητικού Συμβουλίου της και γ) δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό, ότι η θητεία του ΔΣ είναι κατά το Καταστατικό της αναιρεσείουσας διετής. Ο λόγος αυτός είναι, ως προς μεν την υπό στοιχείο α' αιτίαση, αβάσιμος, διότι το Εφετείο, καθώς προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του, την κρίση του περί μη λήξεως της θητείας του Δ.Σ.
της αναιρεσείουσας σχημάτισε από την συνεκτίμηση όλων των υπό των διαδίκων επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων και όχι, κυρίως ή κατ' έξαρση του περιεχομένου τους, από τα παραπάνω έγγραφα, ως προς δε τις υπό στοιχεία β' και γ' αιτιάσεις, απαράδεκτος, καθόσον, υπό την επίκληση των πλημμελειών από τις ανωτέρω διατάξεις, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου περί την εκτίμηση των υπό τούτου δεκτών γενομένων ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Με τον τέταρτο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο αποδίδεται στο Εφετείο ότι διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες για το ουσιώδες ζήτημα περί υπάρξεως ή όχι νομίμου διοικήσεως και εκπροσωπήσεως της αναιρεσείουσας. Ο λόγος είναι απαράδεκτος, γιατί πλήττει το σαφές αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλομένης, ότι η αναιρεσείουσα είχε νόμιμη εκπροσώπηση, δεδομένου ότι στον κρίσιμο χρόνο δεν είχε λήξει η θητεία του Διοικητικού Συμβουλίου της.
Κατ'ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των παραστάντων αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30 Αυγούστου 1994 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Χ Ανώνυμος Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3745/1992 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων εκ χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ