Supreme Court dismisses appeal on facts, ruling that factual assessments and specific arguments are not reviewable.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the anonymous company's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment regarding a labor dispute. The appellant argued the lower court failed to consider specific negative claims and statutory interpretations regarding the nature of the compensation. The court ruled that factual evaluations and the consideration of specific arguments fall outside the scope of appellate review under Greek civil procedure law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court's review is limited to legal errors, excluding the assessment of facts and the consideration of specific arguments or negative claims presented by the parties.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1293 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1293/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ ΤΕΧΝΙΚΑ ΕΡΓΑ ΒΙΟΤΕΡ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμια. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Δημητρακοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, Του αναιρεσιβλήτου: ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Σταυριανό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-2-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 716/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 241/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-4-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη, διάβασε την από 21-4-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 παρ. 1 ΚΠολΔ και 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση του περιεχομένου της δικαιοπραξίας από το δικαστήριο της ουσίας αποτελεί εκτίμηση γεγονότων και επομένως δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Ομοίως εκτίμηση γεγονότων αποτελεί και η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι το περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας είναι σαφές ή ότι δημιουργούνται αμφιβολίες για την έννοια του ή ότι υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία για την πλήρωση του οποίου απαιτείται ερμηνεία.
Αναίρεση επιτρέπεται για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ δια της μη εφαρμογής τους στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας αν και δέχεται έστω και εμμέσως την ύπαρξη αμφιβολίας ως προς τη βούληση των δικαιοπρακτούντων ή την ύπαρξη κενού της δικαιοπραξίας, παραλείπει την προσφυγή στους παραπάνω ερμηνευτικούς κανόνες.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση σχετικά με το θέμα της συμφωνίας για τον τρόπο αμοιβής του αναιρεσιβλήτου, το Εφετείο δέχτηκε τα εξής: Ο ενάγων, αναιρεσίβλητος, ο οποίος είναι πολιτικός υπομηχανικός, προσλήφθηκε την 1-1-1987 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τον Αντώνιο Ζαχαρόπουλο, ο οποίος δραστηριοποιούνταν στον τομέα της εκτέλεσης υδραυλικών, περιβαλλοντικών και ενεργειακών έργων με τη μορφή της ατομικής επιχείρησης, από την οποία στη συνέχεια δημιουργήθηκε η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ ΑΤΕ".
Ο ενάγων παρείχε τις υπηρεσίες του στην ως άνω εταιρία ως "εργοταξιάρχης" των τεχνικών έργων που αυτή εκτελούσε, δηλαδή ήταν υπεύθυνος για την εφαρμογή των εγκεκριμένων σχεδίων και μελετών, τον ποιοτικό έλεγχο καθώς και την παραλαβή των τμημάτων των έργων που η εργοδότρια ανέθετε σε υπεργολάβους, την τήρηση του χρονοδιαγράμματος εκτέλεσης των έργων, την τήρηση των κανόνων ασφαλείας κ.λ.π.
Κατά το έτος 2002 οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος ανέρχονταν στο ποσό των 900.000 δρχ. πλέον ποσοστού 1,5% επί των πιστοποιήσεων των εκτελουμένων έργων, προσαυξημένου κατά 20%, που αποτελούσε την παρακράτηση του φόρου. Στις ως άνω αποδοχές του ενάγοντος συμπεριλαμβάνονταν και η αμοιβή του για υπερωριακή αμοιβή του και εκτός έδρας απασχόληση.
Το Σεπτέμβριο του έτους 2002 η ανωτέρω εταιρία συγχωνεύτηκε με απορρόφηση της από την εναγομένη, αναιρεσείουσα, η οποία έτσι υπεισήλθε ως οιονεί καθολική διάδοχος της απορροφηθείσας εταιρίας σ' όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτής από τις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις. Μετά την ανωτέρω συγχώνευση ο ενάγων συμφώνησε με την εναγομένη να λαμβάνει ως μηνιαίο μισθό το ποσό των 5.253 ευρώ, από το οποίο 4.003 ευρώ θα καταβαλλόταν σ' αυτόν κάθε μήνα, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 1250 ευρώ συμφωνήθηκε να το λαμβάνει ανά τρίμηνο ή τετράμηνο με την έκδοση από αυτόν δελτίου παροχής υπηρεσιών.
Συμφωνία για μεγαλύτερη αμοιβή, σε περίπτωση που ο ενάγων θα παρείχε εργασία εκτός έδρας, δεν αποδείχτηκε. Επίσης, δεν αποδείχτηκε οποιαδήποτε άλλη, πλην της αμοιβής μεταβολή στους όρους της εργασιακής σχέσης του ενάγοντος....... Η εναγομένη συνομολογεί ότι από το Νοέμβριο 2002 υπήρξε συμφωνία να λαμβάνει ο ενάγων κάθε μήνα το ποσό των 4.003 ευρώ και ότι ο τελευταίος κατά τη διάρκεια της απασχόλησης του σ' αυτή, ελάμβανε και άλλα χρηματικά ποσά με την έκδοση σχετικού δελτίου παροχής υπηρεσιών.
Όμως ο ισχυρισμός της, ότι η επί πλέον αυτή αμοιβή συμφωνήθηκε να καταβάλλεται στον ενάγοντα όχι σε μόνιμη και σταθερή βάση, αλλά μόνον σε περίπτωση έκτακτης και περιστασιακής απασχόλησης αυτού σε νέες (ανεξάρτητες από την προηγούμενη εργοδότρια) εργολαβίες που αυτή θα ανελάμβανε, ουδόλως αποδείχτηκε....
Άλλωστε αποδείχτηκε ότι ο ενάγων καθ' όλο το χρονικό διάστημα παρείχε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη ενιαία, στα πλαίσια της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας που είχε συνάψει και όχι εν μέρει με τη μορφή πρόσθετης εργασίας ή παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, αφού όπως αναφέρθηκε ουδεμία μεταβολή επήλθε στον τρόπο παροχής της εργασίας του.
Συγκεκριμένα καθ' όλο το χρονικό διάστημα από το Σεπτέμβριο 2002 έως τον Αύγουστο 2003, ο ενάγων απασχολήθηκε στα γραφεία της εναγομένης, όπως συνομολογείται και από την τελευταία, παρακολουθώντας την πορεία των έργων που προέρχονταν από την απορροφηθείσα εταιρία, έχοντας ειδικότερα ως αντικείμενο την επιμέτρηση των εν λόγω τεχνικών έργων, την οικονομική και λογιστική τους τακτοποίηση, τη σύνταξη εκθέσεων και τη συγκέντρωση και τεκμηρίωση των παραστατικών και μόνον κατά το χρονικό διάστημα Σεπτεμβρίου-Δεκεμβρίου 2004 απασχολήθηκε ως εργοταξιάρχης στο έργο "μελέτη και κατασκευή των εγκαταστάσεων επεξεργασίας λυμάτων και του υποβρυχίου αγωγού διάθεσης Αγίων Θεοδώρων", το οποίο εκτελούσε η κοινοπραξία που συνέστησε η εναγομένη με την εταιρία "Πρίσμα Δομή ΑΤΕ".
Παρόλα αυτά, η εναγομένη επικαλούμενη την απασχόληση του ενάγοντος σε αρκετές νέες εργολαβίες κατέβαλε σ' αυτόν κατά το χρονικό διάστημα Ιουνίου 2003-Οκτωβρίου 2004, δυνάμει των προσκομιζομένων δελτίων παροχής υπηρεσιών συνολικό χρηματικό ποσό 48.750 ευρώ, πράγμα που έρχεται σε αντίθεση με το συνομολογούμενο από αυτή γεγονός, ότι ο ενάγων συνέχισε να απασχολείται "κυρίως και σχεδόν κατ' αποκλειστικότητα με την παρακολούθηση και τον χειρισμό των εργολαβιών που προέρχονταν από την απορροφηθείσα εταιρία" και ότι εκτάκτως απασχολούνταν με νέες εργολαβίες.
Από τα παραπάνω λοιπόν περιστατικά πλήρως αποδεικνύεται, ότι τα επιπλέον ποσά καταβλήθηκαν από την εναγομένη σε αντάλλαγμα της τακτικώς και σταθερώς παρεχόμενης από τον ενάγοντα εργασίας, έστω και αν η περιοδικότητα στην καταβολή τους δεν ήταν σταθερή και έτσι από το Νοέμβριο 2002 και εφεξής οι μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος ανέρχονταν στο ποσό των 5.253 ευρώ.
Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρόλο που εμμέσως αλλά σαφώς δέχτηκε την ύπαρξη αμφιβολίας ως προς την αληθή βούληση των συμβαλλομένων αναφορικά με τον καταβαλλόμενο μισθό του αναιρεσιβλήτου, όσο και με τις επιπλέον μη τακτικές και περιοδικά καταβαλλόμενες αποδοχές σ' αυτόν, παρέλειψε να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των ως άνω άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Όμως από τις προαναφερόμενες πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει ότι το Εφετείο διαπίστωσε έστω και εμμέσως την ύπαρξη αμφιβολίας, ως προς το ύψος των συμφωνηθέντων και καταβαλλομένων αποδοχών του αναιρεσιβλήτου. Επομένως, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Εξάλλου, με τις παραπάνω παραδοχές, σχετικά με το θέμα του ύψους του συμφωνηθέντος μισθού του αναιρεσιβλήτου, το Εφετείο διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και πρέπει να απορριφθεί και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, ως αβάσιμος.
ΙΙ. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., ως πράγματα των οποίων η λήψη ή η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεως τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, εντάσεως ή αντενστάσεως, ως και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης (Ολ.ΑΠ.11/1996).
Ο λόγος αναιρέσεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 Κ. Πολ.Δ. δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ.12/1991). Δεν συνιστούν πράγματα η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και τα συμπεράσματα ή επιχειρήματα από την εκτίμηση των αποδείξεων όπως και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων.
Εξάλλου, το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής ως προς την έκθεση σε αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία (ποιοτική αοριστία της αγωγής), εκτιμά κυριαρχικά το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται κατά τούτο η απόφαση σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν αυτό έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα μη διαλαμβανόμενα σε αυτή και ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην κρίση περί του νόμω βασίμου της ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή επειδή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, καίτοι διαλαμβάνονταν σε αυτή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 14 και 8 του Κ.Πολ.Δ., κατ' εκτίμηση των εκτιθεμένων στο αναιρετήριο, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και συγκεκριμένα ότι, δεν έλαβε υπόψη τους προταθέντες με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς, ότι το ποσό της πρόσθετης παροχής που καταβάλλονταν στον αναιρεσίβλητο δεν αποτελούσε μισθό, δεδομένου ότι δεν έχει ληφθεί απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου περί χορήγησης της μισθολογικής αυτής παροχής στον αντίδικο, ούτε αποτελούσε πάγια και τακτική αμοιβή, ώστε να θεωρηθεί μισθός η εν λόγω αμοιβή, καθώς και ότι δεν έλαβε υπόψη τις προταθείσες από την ίδια ενστάσεις:
α) περί αοριστίας του δικογράφου της αγωγής ως προς το ύψος των αποδοχών του αναιρεσιβλήτου, τόσο προ της συγχωνεύσεως της εταιρίας "ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ ΑΤΕ" με την αναιρεσείουσα, όσο και μετά τη συγχώνευση και β) την ένσταση πλήρους εξοφλήσεως των μισθών και της αποζημιώσεως λόγω απολύσεως του αναιρεσιβλήτου.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, κατά το μέρος του που αφορά την αιτίαση ότι δεν λήφθηκαν υπόψη οι πιο πάνω ενστάσεις, αφού όπως προκύπτει από τις αναφερόμενες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η μεν ένσταση αοριστίας της αγωγής ορθώς απορρίφθηκε σιωπηρώς, αφού η αγωγή ήταν αρκούντως ορισμένη, ως προς το θέμα του συμφωνηθέντος ύψους των αποδοχών του αναιρεσιβλήτου, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, ενώ η ένσταση εξοφλήσεως ερευνήθηκε και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν.
Κατά το μέρος δε που προβάλλεται η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τους λοιπούς αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς, ως απαράδεκτος, αφού οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν είναι "πράγματα" κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-4-2007 αίτηση της ανώνυμης Εταιρίας "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ ΤΕΧΝΙΚΑ ΕΡΓΑ ΒΙΟΤΕΡ Α.Ε." για αναίρεση της 241/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου την οποία ορίζει στο ποσό χιλίων διακοσίων (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ