Legislator Case Law & Legislation
1292/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against property dispute judgment, rejecting guarantors' claim of extinguished liability.

Case Number 1292/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against a final property dispute judgment that rejected their complaint. The appellants argued that their liability as guarantors was extinguished due to the confusion between guarantee and primary debt following inheritance, and that the contract cancellation was invalid. The court rejected this, ruling that the appellants remained liable as primary debtors who waived their right of recission, rendering the inheritance timing irrelevant.

Legislator headnote

AI generated

Articles 80, 559 of the Code of Civil Procedure; The appellants' liability as guarantors was not extinguished by inheritance confusion because they waived their right of recission and acted as primary debtors, making the timing of the contract cancellation legally irrelevant.

Keywords

AI generated
guarantor liability inheritance succession contract cancellation right of recission property dispute appeal dismissal primary debtor status

Cited Legislation

AI generated
Articles 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 number 3 of the Code of Civil Procedure
Article 80 of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1292 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1292/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Στυλιανή Μπλέτα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 2) Α. Δ. του Π., χήρας Γ. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ελευθέριο Σκαλίδη και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", και τον διακριτικό τίτλο "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Καναβέλη και κατέθεσε προτάσεις.

Της Προσθέτως Παρεμβαίνουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και τον διακριτικό τίτλο "INTRUM HELLAS ΑΕΔΑΔΠ" (πρώην "ALTERNATIVE FINANCIAL SOLUTIONS ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ"), ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής Εταιρείας με την επωνυμία "SUNRISE I NPL FINANCE DAC", που εδρεύει στην Ιρλανδία και εκπροσωπείται νόμιμα, ειδικής διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", και τον διακριτικό τίτλο "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Καναβέλη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/12/2017 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκε η 8980/2018 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22/4/2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου και της προσθέτως παρεμβαίνουσας την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών υπ' αριθμ. 8980/2018 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η ανακοπή των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. .../2017 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ.3 ΚΠολΔ).

Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί, είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος, ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υποθέσεως (ΑΠ 883/2021, ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 611/2013, ΑΠ 1171/2012).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ., αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου, που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.

Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.

Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται, κατά πλάσμα δικαίου, ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 883/2021, ΑΠ 1485/2006, ΑΠ 91/2005).

Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 883/2021, ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 περ. γ' του ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....", "Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις". Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, "Οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του ν. 4307/2014. Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη, με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου, το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης".

Τέλος κατά την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των Ν. 4354/2015 και Ν. 3156/2003, οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π) έχουν την κατ' εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, ανεξάρτητα από το ειδικότερο νομικό πλαίσιο, με βάση το οποίο συντελείται η μεταβίβαση των υπό διαχείριση απαιτήσεων, δηλαδή ακόμη και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους στις εν λόγω εταιρείες συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων. (Ολ.ΑΠ 1/2023).

Στην προκείμενη περίπτωση, η εδρεύουσα στην Ιρλανδία ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", με το από 16-2-2022 ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 22-2-2022 και επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσείοντες και στην αναιρεσίβλητη (βλ.τις υπ'αριθμ. ...

και ...-2022 εκθέσεις επιδόσεως του δικ. Επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης Α. Γ. και την ...-2022 έκθεση επίδοσης της δικ.επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Π. Κ.) ασκεί το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (αναιρεσίβλητης), επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της το γεγονός ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "Sunrise I NPL Finance DAC", ειδικής διαδόχου της παραπάνω τραπεζικής εταιρείας, υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη (άρθρο 325 ΚΠολΔ).

Ειδικότερα, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι, η προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρεία, η οποία έχει νόμιμα αδειοδοτηθεί και ελέγχεται από την Τράπεζα της Ελλάδος ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015, όπως αυτός ισχύει (απόφαση 326/2/2019 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων), είναι διαχειρίστρια των απαιτήσεων της παραπάνω τραπεζικής εταιρείας από χορηγήσεις δανείων και πιστώσεων προς οφειλέτες, που οι οφειλές τους έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και έχουν καταγγελθεί από την τράπεζα, η οποία στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεών της, δυνάμει της από 12-9-2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, περίληψη της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, έχει μεταβιβάσει τις απαιτήσεις αυτές στην αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία "PIRAEUS SNF DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", ανώνυμη εταιρεία ειδικού σκοπού που έχει νομίμως συσταθεί και λειτουργεί με έδρα το Δουβλίνο Ιρλανδίας.

Η τελευταία, δυνάμει της από 12-9-2019 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, περίληψη της οποίας καταχωρήθηκε νόμιμα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, ανέθεσε την διαχείριση των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων στην "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003. Στη συνέχεια, στις 10-3-2021 η PIRAEUS SNF DAC προέβη σε επανεκχώρηση προς την Τράπεζα Πειραιώς μέρους των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων, στις οποίες περιλαμβάνεται και η απαίτηση από την επίδικη σύμβαση, καταχωρηθείσης της μεταβολής στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών.

Δυνάμει της από 16-3-2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων μεταξύ της Τράπεζας Πειραιώς και της SUNRISE FINANCE DAC η πρώτη μεταβίβασε στη δεύτερη απαιτήσεις από χορηγήσεις δανείων και πιστώσεων, στις οποίες περιλαμβάνεται και η απαίτηση από την επίδικη σύμβαση, καταχωρηθείσης της μεταβολής αυτής στο Ενεχυροφυλακείο.

Τέλος μεταξύ της SUNRISE FINANCE DAC και της προσθέτως παρεμβαίνουσας καταρτίστηκε στις 11-6-2021 σύμβαση διαχείρισης απαιτήσεων, νομίμως καταχωρηθείσης στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, δυνάμει της οποίας η προσθέτως παρεμβαίνουσα ορίστηκε διαχειρίστρια των τιτλοποιημένων απαιτήσεων. Στις ως άνω μεταβιβασθείσες απαιτήσεις περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και οι απαιτήσεις της υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση Τράπεζας, που απορρέουν από τις συμβάσεις που συνήψε με τους αναιρεσείοντες.

Επομένως, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, η οποία, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες νομικές σκέψεις, έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, είναι παραδεκτή και νόμιμη, κατ` άρθρα 80 και 83 ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτή να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246 και 573 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 857 του ΑΚ "Ο εγγυητής δεν έχει την ένσταση της δίζησης: 1. Αν παραιτήθηκε απ' αυτήν, και ιδίως αν εγγυήθηκε ως αυτοφειλέτης". Η ύπαρξη όρου περιεχομένου σε σύμβαση πιστώσεως δι' ανοικτού λογαριασμού μεταξύ Τράπεζας και εγγυητή, κατά τον οποίο ο συμβαλλόμενος εγγυητής δηλώνει ότι παραιτείται από το ευεργέτημα (ένσταση της διζήσεως) ευθυνόμενος αλληλεγγύως και για ολόκληρο το ποσόν ως αυτοφειλέτης, απηχεί το περιεχόμενο της διατάξεως του άρθρου 857 ΑΚ, και κατά συνέπεια, η ευθύνη του εγγυητή που παραιτήθηκε από την ένσταση της δίζησης κρίνεται από την ύπαρξη και μόνο της ιδιότητας αυτής του αυτοφειλέτη κατά το χρόνο γενέσεως του χρέους και η ευθύνη αυτή δεν έχει "παρακολουθητικό" χαρακτήρα σε σχέση με την ενοχή του υπέρ 'ου η εγγύηση αλλά είναι άμεση, αυτοτελής και κυρίως πρωτογενής.

Εξ' άλλου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 864 του ΑΚ "Όταν η κύρια οφειλή αποσβεστεί, ο εγγυητής ελευθερώνεται, εκτός αν η απόσβεση επήλθε από δικό του πταίσμα". Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 865 του ΑΚ "Αν επήλθε σύγχυση κύριας οφειλής και εγγύησης στο ίδιο πρόσωπο, τα δικαιώματα του δανειστή δεν παραβλάπτονται".

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 1163/2020, ΑΠ 931/2019, ΑΠ 191/2018).

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 357/2018, ΑΠ 1445/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο και τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 865 του ΑΚ, απορρίπτοντας εσφαλμένα και με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες τον πέμπτο λόγο της ανακοπής τους ότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής τυγχάνει ακυρωτέα, διότι σε αυτήν αναφέρεται ότι ευθύνονται συμβατικά ως εγγυητές, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον για την καταβολή της οφειλής προς την καθ' ης η ανακοπή - αναιρεσίβλητη, ενώ, μετά το θάνατο του αρχικού πιστούχου, επήλθε σύγχυση στο πρόσωπό τους - λόγω κληρονομικής διαδοχής - της ιδιότητας του εγγυητή και του κληρονόμου, οπότε επήλθε πλήρης απόσβεση της εγγυητικής ευθύνης τους.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 αριθ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκε ως προς το ενδιαφέρον τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους μέρος, τα ακόλουθα: < Με την υπ' αριθμ. ...-2007 σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό η καθ' ής η ανακοπή χορήγησε στο Γ.

Κ. του Γ., πίστωση μέχρι το ποσό των 750.000 ευρώ, με τους ειδικότερα αναφερόμενους όρους και συμφωνίες. Με την υπ' αριθμ. ....2014 πράξη αυξήσεως το ποσό της πίστωσης ανήλθε στο ποσό των 800.000 ευρώ και με την υπ' αριθμ ...-2015 πρόσθετη πράξη αυξήσεως το ποσό της πίστωσης ανήλθε τελικά στο ποσό των 1.000.000 ευρώ. Την εμπρόθεσμη και ολοσχερή εξόφληση του ποσού της πίστωσης και του καταλοίπου αυτής, ευθυνόμενοι ως αυτοφειλέτες και εις ολόκληρον υπόχρεοι με τον πιστούχο, εγγυήθηκαν εγγράφως υπέρ της καθ' ης, οι ανακόπτοντες, και συγκεκριμένα, ο πρώτος ανακόπτων υπέγραψε την αρχική σύμβαση πίστωσης, την πρώτη αυξητική πρόσθετη πράξη, καθώς και την από 25-05-2015 σύμβαση παροχής εγγύησης, και η δεύτερη ανακόπτουσα υπέγραψε την αρχική σύμβαση πίστωσης και τις δύο αυξητικές πρόσθετες πράξεις.

Στα πλαίσια της ανωτέρω σύμβασης πίστωσης λειτούργησαν οι υπ' αριθμ. α) ..., β) ... (στη διαταγή πληρωμής αναφέρεται ο αριθμός ..., που είναι ο κωδικός δανείου) και γ) ... (με κωδικό δανείου ...) λογαριασμοί. Σε όλα τα έγγραφα, που προσκομίστηκαν για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής και καταγράφουν την κίνηση εκάστου εκ των ως άνω τριών λογαριασμών, αναφέρεται ότι αφορούν την υπ' αριθμ. ...

σύμβαση. Την 21-05-2015 ο αρχικός πιστούχος Γ. Κ. αναγνώρισε το κατά την 31-03-2015 υφιστάμενο υπόλοιπο του υπ' αριθμ. ... λογαριασμού, ποσού 492,71 ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι την 27-10-2016 μεταφέρθηκε το υπόλοιπο ποσό του δευτέρου λογαριασμού, κατά κεφάλαιο ύψους 130.200 ευρώ και τόκους ύψους 4.453,34 ευρώ, στον ως άνω πρώτο λογαριασμό και ότι την 24-02-2017 μεταφέρθηκε το υπόλοιπο ποσό του τρίτου λογαριασμού, κατά κεφάλαιο ύψους 781.766,65 ευρώ και τόκους ύψους 30.013,85 ευρώ, στον ως άνω πρώτο λογαριασμό.

Ο τρίτος λογαριασμός αφορούσε χορήγηση σε ελβετικό φράγκο, οπότε κατά τη μεταφορά χρεώθηκε ο πρώτος λογαριασμός με το ποσό της ισοτιμίας του νομίσματος (βλ. την από 25- 10-2017 βεβαίωση). Την ίδια ημέρα μεταφέρθηκε στον ίδιο λογαριασμό το υπόλοιπο ποσό του υπ' αριθμ. ... λογαριασμού όψεως, ύψους 28.14 ευρώ, ο οποίος δεν στηριζόταν στην ως άνω σύμβαση πίστωσης.

Οι ως άνω μεταφορές ποσών στον πρώτο λογαριασμό έγιναν από την καθ' ής η ανακοπή δυνάμει του υπ' αριθμ. 8 όρου της ως άνω σύμβασης πίστωσης, ο οποίος αναφέρει ότι "η Τράπεζα δικαιούται να φέρει σε χρέωση του Λογαριασμού, κάθε απαίτησή της από οποιαδήποτε αιτία, έστω και άσχετη προς την παρούσα σύμβαση, συμπεριλαμβανομένου και του υπολοίπου άλλου ή άλλων αλληλόχρεων λογαριασμών που έχουν κλείσει, καθώς και των καταπτώσεων Εγγυητικών Επιστολών που έχουν χορηγηθεί στον πιστούχο καθώς και οποιοδήποτε ποσό αυτός οφείλει ή θα οφείλει σε αυτή ή υποκαταστήματα αυτής στην ημεδαπή ή αλλοδαπή, από οποιαδήποτε αιτία Η σύμβαση αυτή δεν εξελίχθηκε ομαλά, αφού ο πιστούχος δεν ανταποκρίθηκε στις συμβατικές του υποχρεώσεις, με αποτέλεσμα η καθ'ης να προβεί στις 24-02-2017 στο κλείσιμο του πρώτου και μοναδικού πλέον λογαριασμού που την εξυπηρετούσε, με χρεωστικό υπόλοιπο 952.804,13 ευρώ, και στην μεταφορά του σε οριστική καθυστέρηση στον υπ' αριθμ. ...

λογαριασμό, γνωστοποιώντας τούτο στους ανακόπτοντες με τις υπ' αριθμ. ...-2017 και ...-2017 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Σ. Π. και καλώντας τους να της καταβάλλουν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον το ανωτέρω χρεωστικό υπόλοιπο, με την ιδιότητα των εγγυητών σύμβαση πίστωσης.

Στον πιστούχο δεν κατέστη δυνατή η επίδοση της καταγγελίας, διότι είχε αποβιώσει ήδη από την 09-01-2017. Στην ως άνω καταγγελία αναφέρεται ότι αυτή έλαβε χώρα από την καθ' ής η ανακοπή λόγω της μη τήρησης των συμβατικών υποχρεώσεων από τους ανακόπτοντες και τον πιστούχο και ενδεικτικά αναφέρεται η μη καταβολή συμβατικά οφειλομένων ποσών και η μείωση της φερεγγυότητας του πιστούχου.

Οι ανακόπτοντες δεν ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση της καθ' ης, και για το λόγο αυτό η τελευταία, με την από 10-10-2017 αίτησή της προς τη Δικαστή του παρόντος Δικαστηρίου, ζήτησε και πέτυχε την έκδοση της προσβαλλόμενης (υπ' αριθμ. .../2017) διαταγής πληρωμής, με την οποία οι ανακόπτοντες επιτάσσονται για την ανωτέρω αιτία να καταβάλλουν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον στην καθ' ης το ποσό των 952.804,13 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων.

Ακριβές αντίγραφο εξ απογράφου της ανωτέρω διαταγής πληρωμής με επιταγή προς πληρωμή η καθ' ης κοινοποίησε στους ανακόπτοντες στις 28-11-2017 και 01-12-2017 αντίστοιχα (βλ. τα ανεπικύρωτα φωτοτυπικά αντίγραφα των υπ' αρ. ...-2017 και ...-2017 εκθέσεων επίδοσης των δικαστικών επιμελητών του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Α.

Β. και Α. Γ., αντίστοιχα). ... Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 865 του ΑΚ αν επήλθε σύγχυση κύριας οφειλής και εγγύησης στο ίδιο πρόσωπο, τα δικαιώματα του δανειστή δεν παραβλάπτονται.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της ανακοπής τους, οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής τυγχάνει ακυρωτέα, διότι σε αυτήν αναφέρεται ότι ευθύνονται συμβατικά ως εγγυητές, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, για την καταβολή της οφειλής προς την καθ' ής η ανακοπή, ενώ, μετά από το θάνατο του αρχικού πιστούχου, επήλθε σύγχυση στο πρόσωπό τους -λόγω κληρονομικής διαδοχής- της ιδιότητας του εγγυητή και του κληρονόμου, οπότε επήλθε πλήρης απόσβεση της εγγυητικής ευθύνης τους.

Ωστόσο, αυτός ο λόγος πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμος, διότι, εν προκειμένω, δεν επήλθε σύγχυση μεταξύ της κύριας οφειλής και της εγγύησης, διότι δεν συντρέχουν στο αυτό πρόσωπο των ανακοπτόντων οι ιδιότητες των οφειλετών και των εγγυητών, καθόσον οι τελευταίοι ευθύνονται έναντι της καθ' ης ως πρωτοφειλέτες - λόγω παραίτησης εκ των ενστάσεων της δίζησης κλπ - για την τήρηση των όρων της ένδικης σύμβασης και δη την εξόφληση του εκάστοτε χρεωστικού υπολοίπου.

Συνακολούθως, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του 865 ΑΚ, όπου απαιτείται η συνύπαρξη κυρίας οφειλής και της εγγύησης για να επέλθει σύγχυση, οπότε απορροφάται από την κύρια οφειλή η παρεπόμενη υποχρέωση της εγγύησης, καθώς οι ανακόπτοντες ευθύνονται καταρχάς ως πρωτοφειλέτες για το σύνολο της οφειλής και - επικουρικώς - ομοίως ως πρωτοφειλέτες ως κληρονόμοι του αποβιώσαντος οφειλέτη κατά το μερίδιο της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής εκάστου αυτών. >.

Έτσι που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, δεν παραβίασε την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη, του άρθρου 865 ΑΚ την οποία ορθά δεν εφάρμοσε. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, οι ανακόπτοντες και ήδη αναιρεσείοντες εγγυήθηκαν προς την καθής η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητη, υπέρ του πιστούχου Γ. Κ., την εκπλήρωση των όρων της συμβάσεως και την ολοσχερή εξόφληση κάθε χρεωστικού υπολοίπου της πιστώσεως, ευθυνόμενοι ως αυτοφειλέτες και εις ολόκληρον υπόχρεοι με τον πιστούχο, αφού παραιτήθηκαν από το ευεργέτημα της διζήσεως, καθώς και από τα δικαιώματα και τις ενστάσεις εκ του άρθρου 853, 855, 856, 862, 863, 866, 867, 868 ΑΚ, προσυπογράφοντας την αρχική σύμβαση πιστώσεως, τις πρόσθετες πράξεις αυξήσεως του ποσού αυτής και τη σύμβαση παροχής εγγυήσεως, και ως εκ τούτου δεν συντρέχουν στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων οι ιδιότητες των αυτοφειλετών και των εγγυητών, παρά μόνον των αυτοφειλετών.

Περαιτέρω, το Δικαστήριο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της μη συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 865 ΑΚ, η οποία δεν εφαρμόσθηκε, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στην προαναφερθείσα διάταξη. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος αναιρετικοί λόγοι από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρθμ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 865, 1846, 1858 ΑΚ, απορρίπτοντας τον έκτο λόγο της ανακοπής τους ότι η καταγγελία της συμβάσεως πιστώσεως είναι ανίσχυρη διότι έγινε χωρίς νόμιμο λόγο, ότι έλαβε χώρα στις 24-2-2017 πριν παρέλθει ο χρόνος αποποιήσεως της κληρονομίας του πιστούχου και ότι επήλθε στο πρόσωπό τους σύγχυση της εγγυήσεως με την κύρια οφειλή.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 αριθ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκε ως προς το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα : <Με τον έκτο και τελευταίο λόγο ανακοπής, οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής τυγχάνει ακυρωτέα, διότι η καταγγελία εκ μέρους της καθ' ης η ανακοπή της ένδικης σύμβασης παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό είναι ανίσχυρη, διότι α) έγινε χωρίς νόμιμο λόγο, καθώς αναφέρεται μόνο ότι οι ανακόπτοντες δεν τήρησαν τους όρους της σύμβασης, β) η καταγγελία έλαβε χώρα την 24-02-2017, όταν ακόμη δεν είχε παρέλθει ο χρόνος αποποίησης της κληρονομιάς από μέρους τους του αρχικού πιστούχου Γ.

Κ., που απεβίωσε την 09-01-2017, οπότε η καθ' ής η ανακοπή δεν μπορούσε να ζητεί από αυτούς την τήρηση των όρων της ένδικης σύμβασης, γ) η καταγγελία απευθύνεται σε αυτούς ως εγγυητές στην ένδικη σύμβαση, ενώ επήλθε στο πρόσωπό τους σύγχυση της εγγύησης με την κύρια οφειλή, λόγω κληρονομικής διαδοχής, οπότε η εγγυητική ευθύνη τους έχει αποσβεσθεί.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμος, διότι η από 24-02-2017 καταγγελία της ένδικης σύμβασης είναι ισχυρή, εφόσον αναφέρει σπουδαίο λόγο καταγγελίας, τη μη τήρηση των συμβατικών όρων, ήτοι μη καταβολή συμβατικά οφειλομένων ποσών, από τους ανακόπτοντες, οι οποίοι δεσμεύονταν συμβατικά από την ένδικη σύμβαση ως εγγυητές, ευθυνόμενοι ως πρωτοφειλέτες, ενώ είναι άνευ σημασίας, στην προκειμένη περίπτωση, οι ιδιότητές τους ως κληρονόμων του αρχικού πιστούχου και η μη παρέλευση της προθεσμίας αποποίησης κληρονομιάς του αρχικού πιστούχου. >.

Έτσι που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, η καταγγελία της επίδικης συμβάσεως είναι ισχυρή, καθόσον έγινε για σπουδαίο λόγο, εξαιτίας της μη καταβολής του οφειλόμενου καταλοίπου της πιστώσεως από τους αναιρεσείοντες εγγυητές, οι οποίοι όμως ευθύνονται ως αυτοφειλέτες, αφού παραιτήθηκαν της ενστάσεως διζήσεως, καθώς και των ως άνω προεκτεθέντων δικαιωμάτων και ενστάσεων, με συνέπεια να μην συντρέχουν στο πρόσωπό τους οι ιδιότητες των αυτοφειλετών και των εγγυητών, παρά μόνον των αυτοφειλετών και να μην ασκεί, στην προκειμένη περίπτωση, έννομη επιρροή το γεγονός ότι η καταγγελία της συμβάσεως έγινε πριν την πάροδο της προθεσμίας αποποιήσεως της κληρονομίας του αρχικού πιστούχου από τους αναιρεσείοντες. Επομένως, ο ως άνω τρίτος αναιρετικός λόγος από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αριθμ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης και της υπέρ αυτής προσθέτως παρεμβαίνουσας, οι οποίες κατέθεσαν ξεχωριστές προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 22-4-2019 αίτηση αναίρεσης και την από 16-2-2022 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση.

Απορρίπτει την από 22-4-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αρθμ. 8980/2018 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Δέχεται την από 16-2-2022 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης και της προσθέτως παρεμβαίνουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για την καθεμία εξ αυτών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Απριλίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Σεπτεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ