Legislator Case Law & Legislation
1292/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on property title acquisition via derivative transfer and lack of proof of ownership.

Case Number 1292/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Athens Court of First Instance regarding property title disputes. The court found the appellant's arguments regarding direct and indirect violations of substantive law and the inapplicability of specific historical treaties to be baseless. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the costs were assigned to the appellant.

Legislator headnote

AI generated

Articles 369, 1033, 1192, 1194, 1198 of the Civil Code; Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 571, 577 of the Code of Civil Procedure: Derivative acquisition of ownership requires a written agreement with registration and proof that the transferor was the true owner; appeals must be based on specific grounds of procedural or substantive error.

Keywords

AI generated
derivative acquisition of ownership property title registration appeal admissibility true ownership proof historical treaties application civil procedure code costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Articles 369, 1033, 1192, 1194, 1198 of the Civil Code
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Articles 571, 577 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
Law 3693/1957
Law 1738/1987
Decision 134423/1992
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1292 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1292/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη-Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., που εκπροσωπείται νόμιμα από τον ..., κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. χήρας Α. Κ., το γένος Ν. και Λ. Γ., κατοίκου ..., 2) Μ. Κ. του Α. και Ε., κατοίκου ..., 3) Λ. Κ. του Α. και της Ε., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωκράτη Χυτήρη, και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-11-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5422/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5634/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-5-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 11-5-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 5634/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσία την έφεση των εναγόντων - εκκαλούντων, κατά της αριθμ. 5422/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, την από 21-11-2016 εισαχθείσα ενώπιόν του, αναγνωριστική κυριότητας αγωγή και διόρθωσης της πρώτης κτηματολογικής εγγραφής, ερειδόμενη κατά την κύρια βάση της στον παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητας.

Η ανωτέρω αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα από τους ενάγοντες- εκκαλούντες, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552,553,556,558,564,566 παρ.1, 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571,577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 1033, 1192, 1194 και 1198 ΑΚ, προκύπτει ότι, αποκτά κάποιος κυριότητα ακινήτου με παράγωγο τρόπο, ύστερα από συμφωνία με τον κύριο του ακινήτου ότι μετατίθεται σε αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, εφόσον η σχετική συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, επίσης, ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι, ότι ο μεταβιβάσας ήταν αληθής κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε. Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.

Με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, κατ' άρθρο 1051 ΑΚ.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων με εκείνες των άρθρων 1094 ΑΚ, 70, 216 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, για την πληρότητα της αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου, του οποίου η κυριότητα αποκτήθηκε με παράγωγο τρόπο, πρέπει ο ενάγων να αναφέρει, εκτός των άλλων, ότι κατέστη κύριος του επίδικου ακινήτου για ορισμένη αιτία με συμβολαιογραφικό έγγραφο, και μεταγραφή και ότι ο άμεσος δικαιοπάροχος του ήταν αληθής κύριος του πράγματος που μεταβίβασε.

Ο τρόπος κτήσης της κυριότητας επί του επιδίκου από το δικαιοπάροχο του ενάγοντος δεν είναι στοιχείο της αγωγής. Μόνον αν ο εναγόμενος ήθελε αμφισβητήσει με τις προτάσεις του της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης την κυριότητα του τελευταίου και των προ αυτού κτητόρων του επιδίκου, υποχρεούται ο ενάγων, για το ορισμένο της αγωγής, να αναφέρει είτε με την αγωγή καθ' υποφορά, είτε με τις προτάσεις του της ίδιας συζήτησης της αγωγής ορισμένο νόμιμο τρόπο με τον οποίο ο δικαιοπάροχος του έγινε κύριος του ακινήτου, τέτοιος δε τρόπος μπορεί να είναι εκείνος της κτήσεως της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία.

Συνίσταται, δε, ο εν λόγω τρόπος στο ότι ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος έχει στη νομή του, δηλαδή, στην φυσική του εξουσία με διάνοια κυρίου, το ακίνητο για μια συνεχή εικοσαετία, ενώ κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, που ίσχυε μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ (στις 23-2-1946), ο τρόπος αυτός συνίστατο στο ότι το ίδιο πρόσωπο είχε στην νομή του με καλή πίστη το ακίνητο για μια συνεχή τριακονταετία.

Επίσης, για το ορισμένο της αγωγής σ' αυτήν την τελευταία περίπτωση, πρέπει ο ενάγων στο δικόγραφο της αγωγής του να αναφέρει τις διακατοχικές πράξεις του δικαιοπαρόχου του στο ακίνητο. Αν η αγωγή στηρίζεται σε έκτακτη χρησικτησία, πρέπει ο ενάγων να αναφέρει τις υλικές και εμφανείς πράξεις νομής που άσκησε συνεχώς επί 20 τουλάχιστον έτη πάνω στο ακίνητο, με τις οποίες φανερώνεται η βούλησή του να το έχει σαν δικό του, δυνάμενος να συνυπολογίσει, όπως ήδη προαναφέρθηκε, στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.

Τα ίδια ισχύουν και επί αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου μεταξύ ιδιώτη (ως ενάγοντα) και ... (ως εναγομένου). Στη σχετική δίκη ο ιδιώτης έχει υποχρέωση για το ορισμένο της αγωγής του να επικαλεστεί ότι απέκτησε το επίδικο ακίνητο με κάποιο νόμιμο τρόπο. Σε περίπτωση που ο τίτλος κτήσης του είναι παράγωγος (π.χ.

αγορά), εάν το Δημόσιο αμφισβητήσει την κυριότητα του δικαιοπαρόχου του, τότε ο ιδιώτης θα πρέπει, συμπληρώνοντας με τις προτάσεις του την αγωγή στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, να επικαλεστεί τον τρόπο κτήσης κυριότητας των δικαιοπαρόχων του μέχρι να αναχθεί σε πρωτότυπο τρόπο, που κατά κανόνα θα είναι η έκτακτη χρησικτησία. (Α.Π 771/2021,ΑΠ 1125/2018).

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις, για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κ.λ.π.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΟλΑΠ 10/2011,.Α.Π 1125/2018). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Επίσης, ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006 Α.Π 764/2021,ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019).

Επίσης κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και σε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος δε αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (Α.Π 869/2022, ΑΠ 1324/2019).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 § 4, 502 § 2, 506 § 3, 577 § 3 και 578 του Κ.Πολ.Δ., να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο δικονομικός κανόνας που παραβιάσθηκε, ο τρόπος με τον οποίο συντελέσθηκε η παραβίαση, αλλά και ότι προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας το απαράδεκτο ή η ακυρότητα (Α.Π. 327/1996), εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δημοσίας τάξεως (άρθρο 562 § 2 του Κ.Πολ.Δ.) (Α.Π 34/2023, Α.Π. 449/2012).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), μετά από συνεκτίμηση των νομίμων σ` αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Το επίδικο γεωτεμάχιο έχει επιφάνεια 204,05 τετραγωνικών μέτρων (τ.μ.) εδάφους και βρίσκεται επί της οδού ..., θέση '...' ή '...', εκτός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου και εντός της ζώνης του Δήμου ....

Αποτυπώνεται στο από Μάιο του 2016 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Σ. Δ. υπό τα στοιχεία Α - Γ - 42 - 47 - Α, συνορεύον βορείως και δυτικώς επί των πλευρών Α - Γ, μήκους 20,97 τ.μ. και Α - 47 μήκους 9,67 τ.μ., αντιστοίχως, με ιδιοκτησία του εναγομένου υπό Κ.Α.Ε.Κ. 051471032001, ανατολικώς επί πλευράς Γ - 42 μήκους 9,74 τ.μ.

με ιδιοκτησία υπό Κ.Α.Ε.Κ. 051471031030 και νοτίως επί πλευράς 47 - 42 συνολικού μήκους 21,03 τ.μ. με ιδιοκτησία υπό Κ.Α.Ε.Κ. 05147ΕΚ00413. Το εν λόγω γεωτεμάχιο προέρχεται από αγρό μεγαλύτερης εκτάσεως, συνολικής επιφάνειας, περίπου, 1.000,00 τ.μ., που αγόρασε ο Λ. Α. Κ., δυνάμει του 4934/1952, νομίμως μεταγραμμένου (τόμος ΚΕ, πράξη 303), συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ι.

Σ., από τους αληθείς συγκυρίους Σ. Κ. του Χ., Χ. Κ. του Σ., Π. σύζυγο Ι. Π. το γένος Σ. Κ. και Ε. σύζυγο Β. Π. το γένος Σ. Κ.. Κατόπιν, ο αποκτήσας την κυριότητα αυτού, Λ. Κ., πώλησε, δια των, επίσης, νομίμως μεταγραμμένων αντίστοιχων αγοραπωλητηρίων συμβολαίων ..., ...,και ... του συμβολαιογράφου ... Δ. Κ., στους (ι) Ο. σύζυγο Μ.

Δ. το γένος Κ. Λ., (ιι) Γ. Σ. του Δ. και (ιιι) αδελφές Ε. και Μ. Κ. Κ. τρία διακεκριμένα αγροτεμάχια σύμμετρου εμβαδού 144,00 τ.μ., 300,00 τ.μ. και 137 τ.μ.. Επί της εναπομείνασας έκτασης ο Λ. Κ. ανήγειρε οικοδομή, βάσει των 5340/1977 και 1943/1979 οικείων αδειών της Πολεοδομίας .... Αύτη αποτελείται από ισόγειο όροφο, ο οποίος διαχωρίζεται σε δύο καταστήματα, ένα βοηθητικό χώρο και οικία, κατασκευασμένη προ του 1955, και πρώτο άνω του ισογείου όροφο που διαμορφώθηκε σε οικία.

Έτσι, μετά τον, επισυμβάντα τη 19.8.1986, θάνατο του ανωτέρω, το εναπομείναν, καταμετρηθέν ως έχον έκταση 355,00 τ.μ., γεωτεμάχιο μετά των κτισμάτων περιήλθε, αιτία κληρονομικής εξ αδιαθέτου διαδοχής, στους μοναδικούς κληρονόμους αυτού, σύζυγό του Β. και του Α., κατά το αδιαίρετο ποσοστό του 1/4 ή 8/32 στην πρώτη και των 3/4 ή 24/32 στο δεύτερο.

Τα κληρονομικά δικαιώματα τους βεβαιώθηκαν με την 3819/1986 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας εξεδόθη το 2132/1986, νομίμως μεταγραφέν πιστοποιητικό κληρονομητηρίου (τόμος 216 πράξη …..Υποθηκοφυλακείου ...), οπότε ούτοι απέκτησαν την αδιαίρετη συγκυριότητα του εν λόγω ακινήτου. Την 29.1.1994 απεβίωσε ο Α.

Κ.(), κληρονομηθείς εξ αδιαθέτου, κατά το 1/4 από την πρώτη των εναγόντων σύζυγό του Ε., και κατά τα 3/4 από τα δύο τέκνα τους, Μ. και Λ., οι οποίοι αποδέχθηκαν την καταληφθείσα κληρονομιαία περιουσία, δηλονότι τα 24/32 του επιδίκου, δια της, νομίμως μεταγραμμένης στα οικεία βιβλία του αρμοδίου Υποθηκοφυλακείου (τόμος 274 πράξη 373 Υποθηκοφυλακείου ...), ...

συμβολαιογραφικής δηλώσεως αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. - Α. Κ.. Η πρώτη των εναγόντων μεταβίβασε ισομερώς, αίτια γονικής παροχής, την ψιλή κυριότητα του ανήκοντος σε εκείνη ποσοστού συγκυριότητας εξ 6/32 (1/4 των 24/32) στους δεύτερο και τρίτο των εναγόντων. Παραλλήλως, η Β. χήρα Λ. Κ. μεταβίβασε, επίσης, ισομερώς στους τελευταίους το δικό της αδιαίρετο ποσοστό κυριότητος, εξ 8/32, (νομίμως μεταγραφέντα συμβόλαια 4255 και 4254/1997 της άνω συμβολαιογράφου).

Τοιουτοτρόπως, οι ενάγοντες κατέστησαν η πρώτη εξ αυτών, Ε. Κ., επικαρπώτρια των 6/32 αδιαίρετων ποσοστών και εκάτερος των λοιπών, Μ. και Λ. Κ., ψιλός κύριος κατά ποσοστό 3/32 εξ αδιαιρέτου και πλήρης κύριος κατά ποσοστό 13/32 εξ αδιαιρέτου του κληρονομηθέντος ακινήτου. Στη συνέχεια, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης (κ.υ.α.) 1094382/9839/0010/16.10.2001 των Υπουργών οικονομίας και περιβάλλοντος, χωροταξίας και δημοσίων έργων, κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση, για την εκτέλεση των έργων του μετρό της Αθήνας, στην περιοχή του Δήμου ..., η οποία έχει ήδη συντελεσθεί.

Από το ενδιαφέρον ακίνητο απαλλοτριώθηκαν 138,86 τ.μ., με αποτέλεσμα το, τελικώς ανήκον στους ενάγοντες γεωτεμάχιο να έχει περιορισθεί, σύμφωνα με την προαναφερόμενη ύστερη καταμέτρηση, στα 204,05 τ.μ.. Σε εφαρμογή του Ν. 2664/1998 "Εθνικά Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις", η περιοχή του Δήμου ... κηρύχθηκε υπό κτηματογράφηση, δυνάμει της 71155/4394/11.7.1995 (Φ.Ε.Κ.

τ. Β' 635/18.7.1995) απόφασης του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε.. Την 25 Μαΐου 2005 διαπιστώθηκε η ολοκλήρωση της διαδικασίας καταχώρισης των πρώτων εγγραφών στο κτηματολογικό βιβλίο του άνω Δήμου, κατά μεταφορά από τους αναμορφωμένους κτηματολογικούς πίνακες της Β' Ανάρτησης, οπότε με την 304/7/2005 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεως Ελλάδας (Φ.Ε.Κ.

τ. Β' 747/2.6.2005) ορίσθηκε ως ημερομηνία έναρξης του Κτηματολογίου (άρθρο 1 § 3 του Ν. 2664/1998) στην τοποθεσία, όπου κείται το άνω ακίνητο, η 2α Ιουνίου 2005. Κατά τη διαδικασία καταχώρησης των πρώτων εγγραφών στο κτηματολογικό βιβλίο του Δήμου ..., κατεγράφη, υπό Κ.Α.Ε.Κ. 051471032001/0/0, έκταση εδάφους, συνολικής επιφάνειας 11.578,00 τ.μ., ως περιελθούσα στην ιδιοκτησία του εναγομένου, από δύο διαδοχικές αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, οι οποίες κηρύχθηκαν η πρώτη με την προαναφερόμενη κ.υ.α 1094382/9839/0010/16.10.2001 και η έτερη με την όμοια 1054127/5340/0010/31.7.2002.

Ωστόσο, εντός αυτής έχει συμπεριληφθεί το επίδικο ακίνητο, μολονότι δεν απαλλοτριώθηκε και τα όριά του είναι υλοποιημένα με περιφρακτικό μανδρότοιχο ή συρματοπλέγματα. Η θέση που καταλαμβάνει τούτο εντοπίζεται, σύμφωνα με το εφαρμοζόμενο Ελληνικό Γεωδαιτικό Σύστημα Αναφοράς 1987, υπό τις συντεταγμένες των κορυφών του που είναι για το σημείο Α το X: 484074,808 και το Ψ:4207924,805, για το σημείο Γ το X: 484094,113 και το Ψ: 4207916,626, για το σημείο 42 το X: 484090,358 και το Ψ: 4207907,638 και για το σημείο 47 το X: 484071,027 και το Ψ: 4207915,904.

Το εναγόμενο αορίστως αρνείται ότι το υπό Κ.Α.Ε.Κ. 051471032001/0/0 γεωτεμάχιο εμπίπτει στους τίτλους των εναγομένων. Ακόμη, χωρίς την απαιτούμενη θετική επίκληση γεγονότων (ΑΠ 639/2016 Νόμος), ισχυρίζεται ότι το επίδικο επήλθε στην κυριότητα του (κατά πλήρη κυριότητα) δυνάμει των Πρωτοκόλλων του Λονδίνου της 21-1/3.2.1830 "Περί Ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και των ερμηνευτικών αυτού Πρωτοκόλλων της 4/16.6.1830 και της 19-6/1.7.1830, με τα οποία κυρώθηκε η Ανεξαρτησία της Ελλάδος και ρυθμίστηκαν οι σχέσεις του ...

ως προς τις άλλοτε ιδιοκτησίες του Οθωμανικού Δημοσίου και των Οθωμανών στην Ελλάδα, σε συνδυασμό με την από 26-6/9-7-1832 Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης "Περί Οριστικού Διακανονισμού των Ορίων της Ελλάδος" άλλως ως λιβάδι ή βοσκότοπος άλλως ως αδέσποτο, βάσει του άρθρου 1 του β.δ. της 3/15.12.1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λειβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834" και των διατάξεων του από 10.7.1837 νόμου 'Περί διακρίσεως κτημάτων".

Οι εν λόγω ισχυρισμοί, ανεξαρτήτως αοριστίας τους, καταδεικνύονται αβάσιμοι, εφόσον το εναγόμενο έχει ρητώς ή σιωπηρώς αναγνωρίσει την κυριότητα του απώτερου δικαιοπαρόχου των εναγόντων, με την έκδοση των προμνημονευόμενων οικοδομικών αδειών και την απαλλοτρίωση μέρους τούτου (ΑΠ 221/2017 Νόμος). Ώστε, έχοντας το επίδικο την παραπάνω μορφή, περιήλθε στους ενάγοντες με παραγωγό τρόπο, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, έκαστος τούτων απέκτησε το επί αυτού εμπράγματο δικαίωμά του από τους δικαιοπάροχους αληθείς κυρίους του.

Πρέπει λοιπόν, να διορθωθεί η επίμαχη καταχώρηση και το επίδικο γεωτεμάχιο ν καταχωρηθεί με αυτοτελές Κ.Α.Ε.Κ. Εντεύθεν, πρέπει η κρινόμενη έφεση να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, να κρατηθεί και δικασθεί η υπόθεση από το παρόν (δευτεροβάθμιο) Δικαστήριο (άρθρο 535 § 1 του Κ.Πολ.Δ.), να γίνει δεκτή η αγωγή και να αναγνωρισθούν οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες η πρώτη εξ αυτών, Ε.

Κ., επικαρπώτρια των 6/32 αδιαίρετων ποσοστών και εκάτερος των λοιπών, Μ. και Λ. Κ., ψιλός κύριος κατά ποσοστό 3/32 εξ αδιαιρέτου και πλήρης κύριος κατά ποσοστό 13/32 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου, προκειμένου να διορθωθεί η πρώτη εγγραφή αυτού". Το Εφετείο, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές του, δέχθηκε την έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων τυπικά και κατ'ουσίαν, κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου το οποίο απέρριψε την από 21-11-2016 αγωγή ως αόριστη.

Στη συνέχεια κράτησε την υπόθεση και δίκασε επί της ως άνω αγωγής, την οποία δέχθηκε ως βάσιμη κατ'ουσία και αναγνώρισε την πρώτη ενάγουσα επικαρπώτρια των 6/32 αδιαιρέτων ποσοστών και καθένα των λοιπών εναγόντων ψιλό κύριο κατά ποσοστό 3/32 και πλήρη κύριο κατά ποσοστό 13/32 εξ αδιαιρέτου και διέταξε της διόρθωση αντιστοίχως της πρώτης εγγραφής στα οικεία κτηματολογικά βιβλία.

Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε ότι ο επίδικο γεωτεμάχιο έχει επιφάνεια 204,05 τετραγωνικών μέτρων (τ.μ.) εδάφους και βρίσκεται επί της οδού ..., θέση '...' ή '...', εκτός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου και εντός της ζώνης του Δήμου .... Ότι το ως άνω ακίνητο προέρχεται από αγορά του αρχικού δικαιοπαρόχου των εναγόντων Λ.

Α. Κ., δυνάμει του 4934/1952, νομίμως μεταγραμμένου συμβολαίου, ευρύτερου γεωτεμαχίου 1000 τ.μ., από τους αληθείς συγκυρίους Σ. Κ. του Χ., Χ. Κ. του Σ., Π. σύζυγο Ι. Π. το γένος Σ. Κ. και Ε. σύζυγο Β. Π. το γένος Σ. Κ.. Ότι στη συνέχεια ο Λ. Κ., αφού μεταβίβασε από το ακίνητο αυτό, λόγω πώλησης τρία διακεκριμένα αγροτεμάχια εμβαδού 144,00 τ.μ., 300,00 τ.μ.

και 137 τ.μ., αντίστοιχα επί της εναπομείνασας έκτασης ανήγειρε οικοδομή, βάσει των νομίμως εκδοθεισών οικείων αδειών της Πολεοδομίας ..., αποτελούμενη από ισόγειο όροφο, και πρώτο άνω του ισογείου όροφο. Ότι μετά τον επισυμβάντα τη 19.8.1986, θάνατο του, το εναπομείναν, καταμετρηθέν ως έχον έκταση 355,00 τ.μ., γεωτεμάχιο μετά των κτισμάτων περιήλθε, αιτία κληρονομικής εξ αδιαθέτου διαδοχής, στους μοναδικούς κληρονόμους αυτού, σύζυγό του Β.

και του Α., κατά το αδιαίρετο ποσοστό του 1/4 ή 8/32 στην πρώτη και των 3/4 ή 24/32 στο δεύτερο. Τα κληρονομικά δικαιώματα αυτών βεβαιώθηκαν με το νομίμως ματαγραφέν πιστοποιητικό κληρονομητηρίου, οπότε ούτοι απέκτησαν την αδιαίρετη συγκυριότητα του εν λόγω ακινήτου. Ότι στις 29.1.1994 απεβίωσε ο Α. Κ.(), κληρονομηθείς εξ αδιαθέτου, κατά το 1/4 από την πρώτη των εναγόντων σύζυγό του Ε., και κατά τα 3/4 από τα δύο τέκνα τους, Μ.

και Λ. δεύτερη και τρίτο των εναγόντων, οι οποίοι αποδέχθηκαν την καταληφθείσα κληρονομιαία περιουσία, δια της, νομίμως μεταγραμμένης συμβολαιογραφικής δηλώσεως αποδοχής κληρονομιάς. Η πρώτη των εναγόντων μεταβίβασε ισομερώς, με συμβόλαιο γονικής παροχής, που μεταγράφηκε νομίμως την ψιλή κυριότητα του ανήκοντος σε εκείνη ποσοστού συγκυριότητας εξ 6/32 (1/4 των 24/32) στους δεύτερο και τρίτο των εναγόντων.

Ότι, Β. χήρα Λ. Κ. μεταβίβασε, επίσης, ισομερώς στους τελευταίους το δικό της αδιαίρετο ποσοστό κυριότητος, εξ 8/32, με νομίμως μεταγραφέντα συμβόλαια. Έτσι οι ενάγοντες κατέστησαν η πρώτη εξ αυτών, Ε. Κ., επικαρπώτρια των 6/32 αδιαίρετων ποσοστών και εκάτερος των λοιπών, Μ. και Λ. Κ., ψιλός κύριος κατά ποσοστό 3/32 εξ αδιαιρέτου και πλήρης κύριος κατά ποσοστό 13/32 εξ αδιαιρέτου του κληρονομηθέντος ακινήτου.

Ότι δυνάμει της αναφερόμενης κοινής υπουργικής απόφασης (κ.υ.α.) των Υπουργών Οικονομίας και Περιβάλλοντος, χωροταξίας και δημοσίων έργων, κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση το έτος 2001, για την εκτέλεση των έργων του μετρό της Αθήνας, στην περιοχή του Δήμου ..., η οποία έχει ήδη συντελεσθεί. Από το ενδιαφέρον ακίνητο απαλλοτριώθηκαν 138,86 τ.μ., με αποτέλεσμα το, τελικώς ανήκον στους ενάγοντες γεωτεμάχιο να έχει περιορισθεί, σύμφωνα με την προαναφερόμενη ύστερη καταμέτρηση, στα 204,05 τ.μ..

Ότι κατά τη διαδικασία καταχώρησης των πρώτων εγγραφών στο κτηματολογικό βιβλίο του Δήμου ..., κατεγράφη, υπό Κ.Α.Ε.Κ. 051471032001/0/0, έκταση εδάφους, συνολικής επιφάνειας 11.578,00 τ.μ., ως περιελθούσα στην ιδιοκτησία του εναγομένου, από δύο διαδοχικές αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, οι οποίες κηρύχθηκαν η πρώτη με την αναφερόμενη κυα το 2001 και η έτερη με την όμοια 2002.

Ότι εντός της απαλλοτρίωσης αυτής έχει συμπεριληφθεί και το επίδικο ακίνητο, μολονότι δεν απαλλοτριώθηκε. Ότι το εναγόμενο αορίστως αρνήθηκε ότι το επίδικο εμπίπτει στους τίτλους των εναγόντων αναιρεσιβλήτων. Ότι οι ισχυρισμοί του εναγομένου περί ιδίας κυριότητας του επιδίκου πέραν της αοριστίας τους, είναι αναπόδεικτοι.

Και ότι, σύμφωνα με τα παραπάνω, το επίδικο περιήλθε στους ενάγοντες με παράγωγο τρόπο, αφού έκαστος τούτων απέκτησε το επί αυτού εμπράγματο δικαίωμα του από τους δικαιοπαρόχους αληθείς κυρίους του. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1033 και 1094 του Α.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ ορθά δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 1045 Α.Κ, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες στην υπόψη περίπτωση, διότι σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι ενάγοντες απέκτησαν τα επί του επιδίκου ακινήτου εμπράγματα δικαιώματά τους από τους δικαιοπάροχους τους αληθείς κυρίους, με παράγωγο τρόπο, όπως και ο απώτερος δικαιοπάροχο τους το έτος 1952, ενώ περαιτέρω δεν αμφισβητήθηκε ρητά από το εναγόμενο η κυριότητα των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους, ώστε να απαιτείται να διαλαμβάνεται στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο τρόπος κτήσεως του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία από τους ενάγοντες ή τους δικαιοπαρόχους τους.

Εξάλλου, το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχό της, ως προς την νομότυπη κτήση του εμπραγμάτου δικαιώματος εκάστου των εναγόντων, από τους δικαιοπάροχους τους αληθείς κυρίους, με παράγωγο τρόπο.

Συνεπώς, όσα αντίθετα με τον πρώτο αναιρετικό λόγο από τους αριθμούς 1α και 19 του Κ.Πολ.Δ ισχυρίζεται το αναιρεσείον με την επίκληση της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1033, 1045 και 1094 Α.Κ είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Με το δεύτερο αναιρετικό λόγο το αναιρεσείον προσάπτει στο Εφετείο, κατά το πρώτο σκέλος του, την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1α Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των Πρωτοκόλλων του Λονδίνου της 3-2-1830,4/16-6-1830 και 19.6/1-7-1830, με τα οποία κυρώθηκε η Ανεξαρτησία της Ελλάδος και ρυθμίστηκαν οι σχέσεις του ...

ως προς τις άλλοτε ιδιοκτησίες των Οθωμανών στην Ελλάδα, της από 09-07-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως "Περί διαρρυθμίσεως των Ελληνικών συνόρων". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεχόμενο ανελέγκτως ότι το επίδικο ακίνητο είναι ιδιωτική ιδιοκτησία με αγροτική μορφή και όχι δημόσια και περιήλθε στους ενάγοντες με παράγωγο τρόπο αφού έκαστος τούτων απέκτησε το επ'αυτού εμπράγματο δικαίωμά του από αληθείς κυρίους ενώ το ελληνικό δημόσιο, δεν απέδειξε τον ισχυρισμό του περί ιδίας κυριότητας, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις πιο πάνω διατάξεις, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες στη προκείμενη περίπτωση και ο σχετικός λόγος κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος.

Τέλος με το δεύτερο σκέλος του πιο πάνω λόγου, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση, η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο με το να κρίνει αόριστους τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ... περί ιδίας κυριότητας του επιδίκου.

Ο λόγος αυτός πέραν της αοριστίας του, δεδομένου ότι δεν γίνεται επίκληση του δικονομικού κανόνα που παραβιάστηκε ούτε του τρόπου που παραβιάστηκε, αλυσιτελώς προβάλλεται διότι η προσβαλλόμενη απόφαση ερεύνησε επί της ουσίας τους πιο πάνω ισχυρισμούς τους οποίους απέρριψε ως αναπόδεικτους, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα αμέσως παραπάνω.

Κατ` ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει ν` απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της, και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα τους που υπέβαλαν με τις προτάσεις του σε βάρος του αναιρεσείοντος ..., λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 11-5-2021 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ'αριθμ. 5634/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων εις βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 24 Αυγούστου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ