Supreme Court dismisses appeal for vagueness and improper challenge to evidence assessment under Greek Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's final decision regarding a custody dispute. The appellant argued procedural errors and substantive law violations but failed to specify the exact legal defects or challenge the evidence evaluation. Consequently, the court ruled that the appeal was inadmissible due to vagueness and an improper attempt to review facts.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 559(19), 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal must precisely identify the specific legal error and cannot be used to challenge the court's assessment of evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1292 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1292/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 14 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ιωάννη Θεοδοσίου του Σαράντου, κατοίκου Αθηνών, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Μ. του Σ., 2) Χ. Μ. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεωργία Βασιλείου - Μιχαήλ με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/2/2009 αγωγή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 923/2011 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου με την οποία κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2090/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2069/2018 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29/5/2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 29-5-2020 αίτηση αναίρεσης (ΓΑΚ 2833/2020, ΕΑΚ 312/2020, Αριθ. Δικ. 1263/2020) προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 2069/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν οι από 9-2-2017 και από 15-2-2017 αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της 2090/2016 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 63 του ΚΠολΔ, όποιος είναι ικανός για οποιαδήποτε δικαιοπραξία, μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα, ενώ κατά την διάταξη του άρθρου 64 παρ. 1 ιδίου Κώδικα, όσοι είναι ανίκανοι να παρίστανται στο δικαστήριο με το δικό τους όνομα, εκπροσωπούνται από τους νομίμους αντιπροσώπους τους.
Ικανός για κάθε δικαιοπραξία, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 127 ΑΚ, είναι όποιος έχει συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του (ενήλικος). Επομένως, ο ανήλικος δεν έχει δικαίωμα να παρίσταται με το δικό του όνομα στο δικαστήριο, αλλά εκπροσωπείται σ' αυτό από τους δύο γονείς του, οι οποίοι ασκούν από κοινού τη γονική του μέριμνα (άρθρο 1510 ΑΚ).
Διάδικος, όμως, είναι το ανήλικο τέκνο και όχι οι γονείς του, οι οποίοι απλώς αναπληρώνουν την έλλειψη ικανότητος αυτού να παρίσταται το ίδιο στο δικαστήριο με το δικό του όνομα. Κατά συνέπεια, σε δίκη με διάδικο ανήλικο τέκνο, η οποία συνεχίζεται μετά την ενηλικίωσή του, οπότε αυτό καθίσταται ικανό για κάθε δικαιοπραξία, επομένως και για να υπερασπίζεται επί δικαστηρίου τα δίκαιά του, παύει αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία του νομίμου αντιπροσώπου του και στο εξής η δίκη συνεχίζεται με την συμμετοχή του ενηλικιωθέντος τέκνου, χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή της δίκης κατ' άρθρο 286 ΚΠολΔ (ΑΠ 808/2017, ΑΠ 1157/2014, ΑΠ 142/2013, ΑΠ 181/ 2011).
Τυχόν δε διαδικαστικές πράξεις, που έχουν επιχειρηθεί απαραδέκτως από το νόμιμο αντιπρόσωπο στο όνομα των ανηλίκων, πριν από την ενηλικίωσή τους, καθίστανται παραδεκτές, αν εγκριθούν εκ των υστέρων, ρητώς ή σιωπηρώς, από το (ήδη) ενήλικο τέκνο, ως δικαιούχο διάδικο (άρθρο 67 παρ. 1 ΚΠολΔ) (ΑΠ 36/2021, ΑΠ 209/2020, ΑΠ 1257/2019, ΑΠ 1134/2018, ΑΠ 804/2017).
Περαιτέρω, η νομιμοποίηση των διαδίκων (άρθρο 216 παρ.1 εδ. (α) ΚΠολΔ) είναι η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση, που καθορίζεται, κατά κανόνα, ως προς το αντικείμενο και τους φορείς της (δικαιούχο και υπόχρεο), από το ουσιαστικό δίκαιο. Αποτελεί δηλ. η νομιμοποίηση ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας, έτσι ώστε η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο επιλαμβάνεται της αγωγής, ως προς τη νομιμοποίηση (ή μη) του ενάγοντος ή του εναγομένου να ιδρύει την παραβίαση από αυτό (δικαστήριο της ουσίας) κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 25/2008, ΟλΑΠ 18/2005, ΑΠ 993/2021, ΑΠ 369/2021, ΑΠ 469/2019, ΑΠ 656/2019, ΑΠ 59/2019, ΑΠ 1679/2018).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της από την αληθινή.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, ο αναιρεσείων, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, κατ' εκτίμηση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο) και ειδικότερα, ότι το Εφετείο κατά παράβαση των άρθρων 1510, 1512, 1517 και 1621 ΑΚ, δεν απέρριψε την ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης, όπως πρότεινε με τον δεύτερο λόγο της έφεσής του, καθόσον ο Σ.
Μ., που άσκησε την αγωγή για λογαριασμό των ανήλικων, κατά το χρόνο άσκησής της, τέκνων του δεν ασκούσε αποκλειστικά τη γονική μέριμνα των ανηλίκων, αλλά τη συνασκούσε με τη μητέρα των ανηλίκων, η οποία δεν συνέπραξε στην άσκησή της. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο αναφορικά με τον προτεινόμενο με τον δεύτερο λόγο της έφεσής του ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης των εναγόντων, δέχθηκε τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση με την υπό κρίση ...
έφεσή του ο εναγόμενος - εκκαλών παραπονείται ότι εσφαλμένα κατά παράβαση των άρθρων 1510 ΑΚ και 64, 73 του ΚΠολΔ δεν απορρίφθηκε η ... αγωγή ως απαράδεκτη ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης, διότι είχε ασκηθεί στο όνομα και για λογαριασμό των εναγόντων - εφεσιβλήτων μόνο από τον ένα γονέα και δη τον πατέρα τους, Σ.
Μ. του Α., ενώ αμφότεροι οι γονείς τους ασκούσαν από κοινού, κατά το χρόνο άσκησής της, τη γονική τους μέριμνα. Σύμφωνα, όμως, με όσα προεκτέθηκαν και δεδομένου ότι κατά την ενώπιον του αρμόδιου μετά από παραπομπή Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών πρώτη συζήτηση της αγωγής, στις 22-9-2016, οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι είχαν ενηλικιωθεί, αφού είχαν γεννηθεί στις 14-3-1996 η πρώτη ενάγουσα - δεύτερη εφεσίβλητη και στις 26-6-1994 ο δεύτερος ενάγων - πρώτος εφεσίβλητος, αυτοί παραστάθηκαν νόμιμα κατά τη συζήτησή της εγκρίνοντας έτσι σιωπηρώς ως δικαιούχοι διάδικοι όλες τις έως τότε διαδικαστικές πράξεις του πατέρα τους, συμπεριλαμβανομένης της άσκησής της και της από 1-4-2011 κλήσης, με την οποία επισπεύσθηκε η συζήτησή της στο ακροατήριο και επομένως, νομίμως συνεχίστηκε η δίκη στο όνομά τους...
και, κατά συνέπεια, πρέπει ο σχετικός λόγος της .... έφεσης να απορριφθεί ως αβάσιμος". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 1510 ΑΚ (και όχι και τις διατάξεις των άρθρων 1512, 1517 και 1621 ΑΚ, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο, οι οποίες ορθά δεν εφαρμόστηκαν, γιατί δεν ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση), 64 και 73 ΚΠολΔ, αφού οι ανήλικοι ενάγοντες, οι οποίοι είχαν ήδη ενηλικιωθεί κατά το χρόνο της συζήτησης της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, παρέστησαν με το δικό τους όνομα, εγκρίνοντας με τον τρόπο αυτό σιωπηρά, ως δικαιούχοι διάδικοι, όλες τις διαδικαστικές πράξεις του πατέρα τους που προηγήθηκαν, επομένως και την άσκηση της ένδικης αγωγής.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του είναι αβάσιμος. Κατά τους ορισμούς του άρθρου 562 παρ.2 περ. γ' ΚΠολΔ, όπως η περ. γ συμπληρώθηκε με το άρθρο 36 του Ν. 4842/2021 και ισχύει από 1-1-2022 και η οποία καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, σύμφωνα με το άρθρο 116 παρ. 2 β του άνω νόμου, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο, όπως η έννοια αυτού οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 321 επομ.
ΚΠολΔ. Περαιτέρω, από το άρθρο 559 αριθ. 16 περ. α ΚΠολΔ, που ορίζει ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δέχθηκε κατά παράβαση του νόμου ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, συνάγεται ότι στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται τόσο η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν τα υπ' αυτού γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και αν τούτο έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, όσο και η κρίση περί της συνδρομής ή μη των κατά το άρθρο 324 του ΚΠολΔ πραγματικών προϋποθέσεων αυτού, εφόσον στηρίζεται μόνον επί διαδικαστικών εγγράφων, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων υπόκειται, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, στον αναιρετικό έλεγχο για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως.
Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 322 παρ. 1 και 324 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο αφορά το δικαίωμα, το οποίο είχε με την αγωγή προβληθεί, με βάση την επικληθείσα συγκεκριμένη ιστορική και συνακόλουθη νομική αιτία. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 322 παρ.1 εδ. β του ΚΠολΔ το δεδικασμένο εκτείνεται και επί του δικονομικού ζητήματος που κρίθηκε οριστικά.
Ως τέτοιο, νοείται, κυρίως, η απόρριψη της αγωγής, ως απαράδεκτης, λόγω έλλειψης μιας ή περισσοτέρων διαδικαστικών προϋποθέσεων, που αναφέρονται είτε στους διαδίκους (ικανότητα να είναι διάδικος ή να παρίσταται στο δικαστήριο), είτε στο δικαστήριο (αρμοδιότητα), είτε στο αντικείμενο της δίκης (εκκρεμοδικία, δεδικασμένο), είτε στο εισαγωγικό έγγραφο της δίκης (ορισμένο της αγωγής).
Ειδικότερα, η απόφαση, που απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης ικανότητας εκπροσώπησης (άρθρο 64 ΚΠολΔ), δεν λύνει το ζήτημα της ύπαρξης ή όχι του ουσιαστικού δικαιώματος, του οποίου έγινε επίκληση. Έτσι, το δικαίωμα αυτό εξακολουθεί να είναι νομικά αμφισβητήσιμο και μετά την κατά τα άνω απόρριψη της αγωγής.
Τούτο δε, διότι στην περίπτωση αυτή η δέσμευση από το δεδικασμένο καταλαμβάνει μόνο τον συγκεκριμένο λόγο απόρριψης της αγωγής, με την έννοια ότι σε περίπτωση άσκησης νέας, όμοιας, κατά περιεχόμενο αγωγής με την προηγουμένη, ήτοι αγωγής που εμφανίζει την ίδια δικονομική έλλειψη, το δικαστήριο θα απορρίψει αυτή, ως απαράδεκτη, λόγω δεδικασμένου περί την έλλειψη της εν λόγω διαδικαστικής προϋπόθεσης, χωρίς να ερευνήσει αν ορθώς ή εσφαλμένως έκρινε το προηγούμενο δικαστήριο.
Αντίθετα, εφόσον με τη δεύτερη αγωγή επέρχονται οι αναγκαίες διαφοροποιήσεις, με τις οποίες συμπληρώνονται οι ασάφειες ή ελλείψεις που προκάλεσαν την έλλειψη της διαδικαστικής προϋπόθεσης του ορισμένου αυτής, δεν ισχύει πλέον το δεδικασμένο και είναι επιτρεπτή η άσκηση εκ νέου της ως άνω δεύτερης αγωγής (ΑΠ 505/2020, ΑΠ 113/2019, ΑΠ 85/2018, ΑΠ 43/2015, ΑΠ 487/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση ότι παραβίασε το δεδικασμένο που απορρέει από την με αριθμό 4004/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέστη τελεσίδικη, ο οποίος παραδεκτά προτείνεται με την αναίρεση, αφού πρόκειται για ισχυρισμό περί δεδικασμένου, του οποίου τα θεμελιωτικά πραγματικά περιστατικά τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου της ουσίας, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση αυτής.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της ως άνω με αριθ. 4004/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (η οποία κατέστη τελεσίδικη με την 5635/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών), την οποία ο Άρειος Πάγος επισκοπεί κατά την έρευνα του σχετικού λόγου αναίρεσης, το εν λόγω δικαστήριο απέρριψε ως απαράδεκτη την προηγούμενη από 3-6-2005 με αριθ.
κατάθ. 4618/2005 αγωγή του Σ. Μ., κατά το μέρος που άσκησε αυτήν για λογαριασμό των ανήλικων τέκνων του (ήδη αναιρεσίβλητων), με την οποία, ισχυριζόμενος ότι ο εναγόμενος (ήδη αναιρεσείων) πρόσβαλε την τιμή και την υπόληψη αυτών (ανηλίκων), ζήτησε, μετά μερικό περιορισμό του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να τους καταβάλει το ποσό των 10.000 ευρώ και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση αυτού να τους καταβάλει το ποσό των 70.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης αυτών, με την αιτιολογία ότι δεν προκύπτει ότι έχει παύσει η γονική μέριμνα της μητέρας των ανηλίκων, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων και ότι ως εκ τούτου η γονική μέριμνα των ανηλίκων ανήκει μόνο στον ενάγοντα.
Στη συνέχεια, ο Σ. Μ., άσκησε για λογαριασμό των ανηλίκων, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την ένδικη, από 13-2-2009, ομοίου περιεχομένου και αιτήματος με την προαναφερόμενη, αγωγή του (με μόνη διαφοροποίηση ως προς το ύψος της αιτούμενης χρηματικής ικανοποίησης), επί της οποίας εκδόθηκε η 923/2011 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία τούτο κήρυξε εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο και την παρέπεμψε στο αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ενώπιον του οποίου συζητήθηκε η υπόθεση στις 22-9-2016 και, ακολούθως, εκδόθηκε η 2090/2016 οριστική απόφαση.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, στις 22-9-2016, αμφότεροι οι ανήλικοι είχαν ενηλικιωθεί και παραστάθηκαν στο Δικαστήριο με το δικό τους όνομα, συνεχίζοντας τη δίκη και εγκρίνοντας, με τον τρόπο αυτό σιωπηρά όλες τις διαδικαστικές πράξεις του πατέρα τους, Σ. Μ., που είχαν προηγηθεί, συνεπώς και την άσκηση της ένδικης αγωγής.
Ενόψει αυτών, ορθώς το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε με την προσβαλλομένη απόφασή του, ότι η ανωτέρω απόφαση (4004/2007 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) δεν παράγει δεδικασμένο στην ένδικη περίπτωση, "...διότι δεν υφίσταται πλέον η δικονομική έλλειψη, που είχε η αγωγή, επί της οποίας αυτή (4004/2007) εκδόθηκε, λόγω της ενηλικίωσης των εναγόντων - εφεσιβλήτων κατά το χρόνο της συζήτησής της, η οποία (ενηλικίωση) αποτελεί μεταγενέστερο πραγματικό περιστατικό, βάσει του οποίου συνέτρεχε η κρίσιμη διαδικαστική προϋπόθεση της ικανότητας δικαστικής παράστασης ...".
Συνεπώς, ο παραπάνω πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι αβάσιμος. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 518 παρ. 1, 2 του ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος 2 ισχύει από 1-1-2016, μετά από την τροποποίησή της με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015, αν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της έφεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης που περατώνει τη δίκη (παρ. 1), ενώ αν αυτή δεν επιδοθεί, η προθεσμία της έφεσης είναι δύο έτη, που αρχίζουν από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη (παρ. 2).
Η διετής αυτή προθεσμία είναι καταχρηστική και η έναρξή της, σε αντίθεση με την προθεσμία της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, δεν συνδέεται με οποιαδήποτε πρωτοβουλία ή ενέργεια του διαδίκου, συμπληρώνεται δε με την πάροδο δύο ετών από τη δημοσίευση της απόφασης, εκτός αν προηγηθεί της διετίας επίδοση της απόφασης, οπότε η τελεσιδικία θα επέλθει με την εκπνοή της προθεσμίας της παρ. 1 του άνω άρθρου.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι αν δεν επιδοθεί η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η προθεσμία της έφεσης εκπνέει με την πάροδο διετίας από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 363/2021, ΑΠ 1181/2019, ΑΠ 1719/2013). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 1 του ΚΠολΔ, το ένδικο μέσο της έφεσης ασκείται με δικόγραφο, που κατατίθεται σε πρωτότυπο στη γραμματεία του δικαστηρίου, που έχει εκδώσει την εκκαλούμενη απόφαση, ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 532 του ιδίου Κώδικα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, με βάση τα προαποδεικτικώς προσκομιζόμενα έγγραφα, το εμπρόθεσμο της άσκησης της έφεσης, που είναι προϋπόθεση του παραδεκτού της και, αν διαπιστώσει ότι η έφεση ασκήθηκε εκπροθέσμως, την απορρίπτει ως απαράδεκτη (ΑΠ 363/2021, ΑΠ 532/2020, ΑΠ 503/2018).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου του αριθμού 1.
Με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που είναι συνέπεια παραβιάσεως δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 384/2020, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 933/2019). Μέσω του παραπάνω, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγου ελέγχεται, πλην άλλων, το παραδεκτό της άσκησης των ενδίκων μέσων (ΑΠ 363/2021, ΑΠ 1181/2019, ΑΠ 370/2014, ΑΠ 118/2011).
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησης την έφεσή του κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της 923/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο να δικάσει την ένδικη αγωγή και την παρέπεμψε στο αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον παρόντα αναιρετικό λόγο μέρος του, προκύπτουν τα εξής: Με την από 9-2-2017 έφεσή του ο αναιρεσείων (εναγόμενος) πρόσβαλε, (α) την 923/2011 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δημοσιεύθηκε στις 21-3-2011, με την οποία το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο να δικάσει την ένδικη αγωγή και παρέπεμψε αυτήν στο αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και (β) την 2090/2016 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της ένδικης αγωγής, η οποία (μετά την έκδοση της ανωτέρω 923/2011 απόφασης) εισήχθη προς συζήτηση ενώπιόν του με την από 1-4-2011 κλήση των εναγόντων (αναιρεσίβλητων).
Η 2090/2016 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 18-1-2017 και αυτός άσκησε κατ' αυτής την από 9-2-2017 έφεση, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου που την εξέδωσε στις 10-2-2017, συμπροσβάλλοντας συγχρόνως με αυτή και την ανωτέρω 923/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών περί παραπομπής.
Το Εφετείο απέρριψε την έφεση, κατά το μέρος με το οποίο προσβάλλεται η 923/2011 απόφαση, ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, δεχόμενο ότι ασκήθηκε στις 10-2-2017, ήτοι μετά παρέλευση της προβλεπόμενης στο άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ προθεσμίας των δύο ετών από τη δημοσίευση αυτής (21-3-2011). Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν κήρυξε παρά το νόμο ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, την έφεση του αναιρεσείοντος κατά το μέρος που με αυτήν πρόσβαλε την 923/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αφού, σύμφωνα με προεκτιθέμενα, η ένδικη έφεση ασκήθηκε εκπρόθεσμα, δεδομένου ότι από την δημοσίευσή της (21-3-2011) έως την άσκηση της έφεσης, στις 10-2-2017, με την κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, παρήλθε χρονικό διάστημα, μεγαλύτερο, της τασσόμενης από το άνω άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠολΔ προθεσμίας των δύο ετών από τη δημοσίευση της εκκαλούμενης απόφασης.
Συνεπώς, οι αντίθετες αιτιάσεις που προβάλλονται με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμες. Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δέχθηκε χωρίς αποδείξεις ότι η διαμάχη των διαδίκων ήταν για την επικοινωνία των ανηλίκων με τη μητέρα τους, ενώ στην πραγματικότητα ήταν για την παράδοση των τέκνων σ' αυτήν, η οποία είχε την επιμέλεια του προσώπου τους και από την οποία ο πατέρας τους την είχε αφαιρέσει αυθαίρετα, ότι δεν εκτίμησε το περιεχόμενο των πρακτικών της 2090/2016 απόφασης (αναιρεσιβαλλομένης), ενώ αν αξιολογούσε ορθά την κατάθεση του μάρτυρα, στη σελίδα 6 αυτών, θα αποφαινόταν ότι αυτός δεν απευθύνθηκε στα παιδιά, αλλά αυτά βγήκαν φορτισμένα από την αίθουσα των Δικαστών και ότι η στενοχώρια τους προκλήθηκε από την εξέτασή τους από τους Εφέτες και όχι από τη δική του επισήμανση προς τον Πρόεδρο Εφετών ότι δεν κλαίνε και περαιτέρω ότι παραβίασε τους κανόνες κοινής πείρας.
Ο λόγος αυτός, κατά το σκέλος του από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ουσιώδης ισχυρισμός, τον οποίο έλαβε υπόψη του το Εφετείο χωρίς απόδειξη και ποια η επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 559/2020), αλλά και διότι υπό το πρόσχημα του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, πλήττει την εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται σε ακυρωτικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Επίσης, κατά το σκέλος του από τον αριθμό 1β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος είναι, επίσης, απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα, ο τρόπος με τον οποίο παραβιάστηκαν και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση (ΑΠ 74/2019, ΑΠ 401/2018, ΑΠ 64/2017).
Επίσης, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, κατ' εκτίμηση, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και από τον αριθμό 10 ως άνω άρθρου, όπως επικαλείται στο αναιρετήριο), με την επίκληση ότι δεν περιέχει αιτιολογία, από την οποία να προκύπτει ότι η συμπεριφορά του ήταν αντίθετη με την επιβαλλόμενη από τον Κώδικα περί Δικηγόρων, καθόσον ενήργησε προς το συμφέρον της εντολέως του (μητέρας των εναγόντων), η δε συμπεριφορά του προς τους αντιδίκους ήταν πάντοτε η προσήκουσα και προκύπτει από το γεγονός ότι ο μάρτυρας - πατέρας τους του ζήτησε μεταγενέστερα να δεχθεί στο γραφείο του τον πρώτο αναιρεσίβλητο, Α.
Μ., του οποίου (πατέρα των εναγόντων), όμως, η κατάθεση στα πρακτικά είναι ψευδής και αυτό υποδηλώνει ότι αυτός φόρτιζε τους αναιρεσίβλητους δίνοντάς τους να διαβάζουν τα δικόγραφα της εντολέως του (μητέρας των αναιρεσίβλητων), τα οποία υπογράφονταν από αυτόν (αναιρεσείοντα). Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, προεχόντως λόγω αοριστίας, διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο η συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε εκ πλαγίου (γίνεται μόνο επιγραμματική αναφορά στον Κώδικα περί Δικηγόρων), ο ουσιώδης ισχυρισμός του και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη αιτιολογίας, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 520/2021, ΑΠ 664/2021, ΑΠ 658/2019, ΑΠ 326/2018) και σε κάθε περίπτωση, διότι η αιτίαση ανάγεται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας, που δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Εξάλλου, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και ειδικότερα ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 57 ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία ως προς τη συνδρομή των εννοιών της υπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του και του δήθεν ζημιογόνου αποτελέσματος, καθόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν θεμελιώνεται υπαιτιότητά του, αφού δεν τηλεφώνησε αυτός στους αντιδίκους με σκοπό να τους προκαλέσει ηθική βλάβη, αλλά αντίθετα του τηλεφώνησε ο πατέρας των αναιρεσιβλήτων, ως πληρεξουσίου δικηγόρου της συζύγου του, με σκοπό να σταματήσουν τα δικαστήρια με τη σύζυγό του σχετικά με την επιμέλεια των τέκνων του, ζητώντας του έμμεσα να παραβεί το καθήκον του.
Με το περιεχόμενο αυτό ο παραπάνω αναιρετικός λόγος είναι προεχόντως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, κατά το σκέλος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης ουσιαστικού δικαίου, ήτοι η αποδιδόμενη με τους λόγους της αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάσει αυτής έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 99/2020, ΑΠ 109/2020) και κατά το σκέλος του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεν εξειδικεύεται στο αναιρετήριο το σφάλμα του Δικαστηρίου, δηλαδή αν πρόκειται για παντελή έλλειψη, μνεία της έλλειψης, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην προσβαλλόμενη για να είναι πλήρης η αιτιολογία και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες ποιες είναι αυτές και σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (ΟλΑΠ 5/2005, ΑΠ 510/2021, ΑΠ 43/2021).
Σε κάθε περίπτωση ο ίδιος ως άνω λόγος είναι απαράδεκτος, διότι υπό το πρόσχημα της επίκλησης των άνω πλημμελειών, που προβλέπονται από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πλήττεται στην πραγματικότητα η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτίμηση από το Εφετείο των αποδείξεων. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, ως διάδικος που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, κατά το σχετικό αίτημά τους, που υποβλήθηκε με τις προτάσεις που κατέθεσαν (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 29-5-2020 (ΓΑΚ 2833/2020, ΕΑΚ 312/2020, Αριθ. Δικ. 1263/2020) αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 2069/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία (συνολικά) ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιουλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ