Supreme Court dismisses appeal by winning party due to lack of legal interest and procedural defects.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against a First Instance Court decision. Although the appellant was the prevailing party in the lower court, the court found he lacked legal interest to challenge the judgment and failed to cite specific grounds against the second respondent. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the appellant was ordered to pay the costs of the present respondent.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 and 576 of the Code of Civil Procedure; A prevailing party lacks legal interest to appeal a judgment favorable to them, and an appeal must contain specific grounds for cassation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1292 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1292/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Καλούδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αριθμ. καταθ. δικογρ. 6088/1-10-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 22-1-2013 παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1469/2013 μη οριστική και 1044/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2304/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-11-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωσή προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στη προκειμένη περίπτωση, από την με αριθμ. 7390 Α'/28-2-2020 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών, Α.
Λ., που προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 11-11-2019 και με αριθμό έκθεσης καταθέσεως 1045/2019 αίτησης αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο της 19-2-2021, επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο Δ.
Κ.. Η συζήτησή της όμως ματαιώθηκε λόγω της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής λειτουργίας του Αρείου Πάγου στο πλαίσιο λήψης μέτρων για την αντιμετώπιση της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19 [άρθρ. 83 παρ. 1 του ν. 4790/2021 (ΦΕΚ 48/Α/31-3-2021) και επαναπροσδιορίστηκε, κατ' άρθρο 83 παρ. 2 και 3 σε συνδ. με το άρθρο 568 παρ. 2 του ΚΠολΔ, άρθρο 26 του ν. 4792/2021 [ΦΕΚ Α54/9-4-2021] και την με αριθμ. 39/12-4-2021 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, για την παρούσα δικάσιμο.
Κατά συνέπεια, αφού ο ως άνω αναιρεσίβλητος δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το σχετικό πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην διαδικασία της αναιρετικής δίκης, και εφόσον για τη σημερινή δικάσιμο δεν ήταν απαραίτητη ιδιαίτερη κλήτευση του, δεδομένου ότι η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο έγινε από το γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων κατ' άρθρο 83 παρ. 2 του ν. 4790/2021, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 556 παρ. 2 ΚΠολΔ, δικαίωμα αναίρεσης έχει ο διάδικος που ηττήθηκε ολικά ή εν μέρει κατά τη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ο νικήσας διάδικος, έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση εφόσον έχει προς τούτο έννομο συμφέρον, τη συνδρομή του οποίου πρέπει ρητά να επικαλείται στο αναιρετήριο.
Η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ και η έλλειψή του, που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, κατ` άρθρο 73 ΚΠολΔ, συνεπάγεται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, ως απαράδεκτης κατ' άρθρο 73 του ΚΠολΔ. Η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, το οποίο πρέπει να υφίσταται τόσο κατά το χρόνο άσκησης όσο και κατά το χρόνο συζήτησης της αναίρεσης, απαιτείται όχι μόνο γενικώς για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, αλλά και ειδικώς για κάθε λόγο αναίρεσης [ΑΠ 686/2020, ΑΠ 235/2019], πρέπει δε ο αναιρεσείων να επικαλείται αυτό για τη νομιμοποίησή του στην αίτηση αναίρεσης.
Το έννομο συμφέρον πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και να είναι ατομικό και άμεσο του διαδίκου ο οποίος υφίσταται βλάβη, αν δε την αναίρεση ασκεί ο νικήσας διάδικος η βλάβη του εξαρτάται από το αν η απόφαση αναπτύσσει δυσμενείς γι` αυτόν συνέπειες, όπως συμβαίνει και όταν αυτός βλάπτεται από την αιτιολογία της απόφασης και, ειδικότερα, αν από αυτή δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του σε άλλη δίκη, αν, δηλαδή, η αιτιολογία της αποφάσεως αποτελεί στοιχείο του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και φέρει ως εκ τούτου προσόντα διατακτικού (ΑΠ 39/2020, ΑΠ 22/2020, ΑΠ 744/2019).
Τέτοιο έννομο συμφέρον, όμως, δεν υπάρχει όταν η αγωγή απορρίπτεται ως μη νόμιμη ή ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ κατά τον αναιρεσείοντα έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη (ΑΠ 22/2020, ΑΠ 2315/2009). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ., προκύπτει ότι στο έγγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δ.
θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Αν στο αναιρετήριο δεν περιέχεται ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος αναιρέσεως, υπάρχει αοριστία, που καθιστά την αίτηση αναιρέσεως απαράδεκτη και συνεπεία τούτου απορριπτέα και αυτεπαγγέλτως, αν δε στρέφεται κατά περισσοτέρων αναιρεσιβλήτων, είναι απαράδεκτη ως προς εκείνους ως προς τους οποίους δεν περιέχει τέτοιο λόγο.
Για να είναι ορισμένος ένας λόγος αναιρέσεως, δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού, ούτε η επανάληψη του κειμένου της διατάξεως του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που προβλέπει το σχετικό λόγο, χωρίς να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που σύμφωνα με αυτήν απαιτούνται για την συγκρότηση του αντιστοίχου λόγου αναιρέσεως.
Η από την παράλειψη αυτή αοριστία του δικογράφου της αναίρεσης, η οποία επάγεται την απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης (άρθρο 577 παρ. 1, 2 ΚΠολΔ) δεν μπορεί, όπως άλλωστε και κάθε αοριστία οιουδήποτε εισαγωγικού δικογράφου δίκης, να αναπληρωθεί από στοιχεία που βρίσκονται εκτός του αναιρετηρίου, ούτε ειδικότερα από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση που προσβάλλεται με την αναίρεση, διότι, εκτός των άλλων, ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να γνωρίζει ποίες από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας είναι αυτές που, κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν το αναιρετικό σφάλμα και έτσι μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που να μην το συνιστούν και να απορριφθεί για τον λόγο αυτό η αναίρεση, ενώ αν επιλέγονταν άλλες που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων, χωρίς όμως να τις αναφέρει στο αναιρετήριο, ενδεχομένως να ήταν διαφορετικό το αποτέλεσμα.
Η θέση αυτή είναι απολύτως σύμφωνη και με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, διότι διασφαλίζει την από αυτό αξιούμενη δίκαιη δίκη, αφού συμβάλλει στην αποτελεσματικότητα του και συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος πρόσβασης καθενός στα δικαστήρια, το οποίο μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο με την άσκηση ορισμένης, σύμφωνα με το νόμο, προσφυγής οιασδήποτε μορφής, η οποία θα επιτρέπει, ως εκ του ορισμένου περιεχομένου της, την από το δικαστήριο παροχή της αιτούμενης έννομης προστασίας και γι αυτό τα απαιτούμενα από το νόμο για το ορισμένο της εν γένει προσφυγής στα δικαστήρια, μορφή της οποίας είναι και το ένδικο μέσο της αναίρεσης, δεν δυσχεραίνουν, αλλά μάλλον διευκολύνουν την πρόσβαση στα δικαστήρια για παροχή έννομης προστασίας, αφού με αυτά συγκεκριμενοποιείται το είδος αυτής (ΑΠ Ολ. 20/2005, ΑΠ 1510/2017, 1486/2014, 824/2013).
Στη προκειμένη περίπτωση, με την από 11-11-2019 και με αριθμό έκθεσης καταθέσεως 1045/2019 αίτηση αναιρέσεως, ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της με αριθμ. 2304/2018 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση της ασφάλισής του [άρθρ. 666, 670-676, 681 Α ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το ν. 4335/2015, ήδη διαδικασία περιουσιακών διαφορών άρθρ. 614 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ].
Όπως δε προκύπτει από την παραδεκτή κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ο αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από Σεπτεμβρίου 2012 [δεν φέρει ημεροχρονολογία] με αριθμ. κατάθ. 156398/1-10-2012 αγωγή του, ισχυριζόμενος ότι, από αμελή συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, οδηγού της με αριθμ.
κυκλοφορίας … δίκυκλης μοτοσικλέτας, ιδιοκτησίας του, η οποία ήταν ασφαλισμένη για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη, προκλήθηκε το ένδικο ατύχημα, όπως οι συνθήκες αυτού περιγράφονται στην αγωγή, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό του ως οδηγού της με αριθμ.
κυκλοφορίας …. [… . …. …..] δίκυκλης μοτοσικλέτας, ιδιοκτησίας της Ελληνικής Αστυνομίας. Ότι μετά την άσκηση εκ μέρους του προηγούμενων αγωγών εκδόθηκαν οι αναφερόμενες τελεσίδικες αποφάσεις με τις οποίες κρίθηκε με ισχύ δεδικασμένου ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος ήταν ο πρώτος εναγόμενος και του επιδικάστηκαν με αυτές μέρος των αιτούμενων κονδυλίων.
Επικαλούμενος δε πρόωρη αποστρατεία από την Ελληνική Αστυνομία λόγω περαιτέρω επιδείνωσης της υπάρχουσας αναπηρίας του, ζήτησε να υποχρεωθούν, οι εναγόμενοι, να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, ως αποζημίωση λόγω απώλειας των εισοδημάτων του εξαιτίας της πρόωρης συνταξιοδότησής του, το ποσό των 19.044,96 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 345.952,98 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμ. 1469/2013 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως προκειμένου να διενεργηθεί ιατρική πραγματογνωμοσύνη και στη συνέχεια η με αριθμ. 1044/2015 οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή κατ' ουσία η αγωγή και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι, να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, στον ενάγοντα το ποσό των 19.044,96 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ενώ αναγνωρίστηκε ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 30.363,74 ευρώ κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην απόφαση.
Κατά της αποφάσεως αυτής οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν τις από 28-5-2015 [αριθμ. κατάθ. 3502/8-6-2015] και από 19-5-2016 [αριθμ. κατάθ. 1445/19-5-2016] εφέσεις, με τις οποίες εναντιώνονται στην ως άνω απόφαση για τους αναφερόμενους σε αυτές λόγους, οι οποίοι συγκεφαλαιώνονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου κυρίως ως προς τις περί παραγραφής της αξίωσης διατάξεις και κακή εκτίμηση των αποδείξεων.
Επί των ως άνω εφέσεων, αφού συνεκδικάστηκαν, αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η προσβαλλομένη με αριθμ. 2304/2018 απόφαση του Εφετείου [Μονομελούς] Αθηνών, με την οποία οι εφέσεις κρίθηκαν τυπικά δεκτές και απορρίφθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμες. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως ο αναιρεσείων άσκησε την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, παρότι είναι ο νικήσας διάδικος, αιτούμενος την αναίρεσή της κατά τους αναιρετικούς λόγους από τους αριθμ. 8, 14 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τους οποίους μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου ότι με το να κρίνει εσφαλμένα ότι η από 19-5-2016 [αριθμ.
κατάθ. 1445/2016] έφεση του πρώτου των αναιρεσιβλήτων Δ. Κ. κατά της ως άνω με αριθμ. 1044/2015 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ήταν εμπρόθεσμη και συνακόλουθα τυπικά δεκτή, ενώ αυτή ήταν εκπρόθεσμη και έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη, ένσταση η οποία προτάθηκε ενώπιον του δικαστηρίου [πλέον του αυτεπάγγελτου ελέγχου], αφού ασκήθηκε μετά την παρέλευση τριάντα ημερών από την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η οποία επιδόθηκε στον ως άνω εκκαλούντα στις 8-6-2015, όπως εμφαίνεται από την με αριθμ. 11761 Δ/8-6-2015 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Σ.
Α., παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 532 του ΚΠολΔ. Με το αίτημα αυτό, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, [κατά τον μοναδικό λόγο της, αληθώς μόνο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, μέσω του οποίου ελέγχεται το παραδεκτό ασκήσεως ενδίκων μέσων (ΑΠ 370/2014] είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, ελλείψει εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος για την άσκησή της, το οποίο και δεν θεμελιώνεται από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, αφού αυτός είναι ο διάδικος που νίκησε και δεν προκύπτει το έννομο συμφέρον του κατά τους ισχυρισμούς του.
Σε ακολουθία των παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως. Εξάλλου, η αυτή αίτηση αναιρέσεως, ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη, είναι επιπροσθέτως απορριπτέα, ως απαράδεκτη και εκ του λόγου ότι δεν περιέχεται στο δικόγραφο κανένας απολύτως λόγος αναιρέσεως, έστω και απαράδεκτος ή αόριστος, που να αφορά σ' αυτήν.
Σε ακολουθία των παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠοΛΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, που ηττήθηκε (άρθρα 176, 183 του ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
Έξοδα εις βάρος του ηττώμενου αναιρεσείοντος και υπέρ του νικώντος ως άνω πρώτου των αναιρεσιβλήτων δεν επιδικάζονται, προεχόντως διότι λόγω της ερημοδικίας αυτού δεν υφίσταται το απαιτούμενο προς τούτο αίτημα (άρθρ. 106 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-11-2019 (αριθμ. κατάθ. 1045/2019) αίτηση αναιρέσεως της με αριθμ. 2304/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως στο δημόσιο ταμείο.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της παρισταμένης δεύτερης αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Οκτωβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Νοεμβρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ