Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding admissibility and burden of proof in property dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's rejection of a municipality's property claim. The appellants argued the lower court erred in assessing evidence and misapplied procedural rules regarding standing. The court rejected these claims, stating the appeal failed to meet admissibility requirements and did not sufficiently detail the factual basis for the municipality's standing.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 14 of the Code of Civil Procedure; Art. 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on a failure to prove standing is inadmissible if the historical basis of the claim is not fully set out in the appeal petition, and the court's evaluation of substantive facts is not subject to appellate review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1292 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1292/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παρασκευή Καλαϊτζή, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρία Μουλιανιτάκη - Εισηγήτρια, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Σ. του Π., κατοίκου ..., 2) του Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Παξών", που εδρεύει στους Παξούς Ν. Κέρκυρας και νομίμως εκπροσωπείται από τον Δήμαρχό του, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Παπαστεργιόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Μ. του Θ., 2) Δ. Μ. του Θ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Μουλά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-05-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 10-03-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5534/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1823/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-09-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν εναντίον του πρώτου από τους αναιρεσείοντες, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 10-03-2017 αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή, ερειδόμενη στον παράγωγο (πώληση) και πρωτότυπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία) τρόπο κτήσεως της κυριότητας, με την οποία ζήτησαν να αναγνωρισθούν (συγ)κύριοι, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, του επίδικου οικοπεδικού τμήματος, οι δε αναιρεσείοντες άσκησαν, ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, εναντίον των αναιρεσιβλήτων την από 26-05-2017 διεκδικητική, του ίδιου ως άνω επίδικου εδαφικού τμήματος, αγωγή, ερειδόμενη στον πρωτότυπο (έκτακτη χρησικτησία) τρόπο κτήσεως κυριότητας.
Επί των αγωγών αυτών, που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η 5534/2018 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την από 26-05-2017 αγωγή ως προς τον δεύτερο ενάγοντα ΟΤΑ με την επωνυμία Δήμος Παξών, ως απαράδεκτη, για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης, ακολούθως δε απέρριψε και την αγωγή αυτή ως αβάσιμη κατ' ουσία και δέχθηκε ως ουσία βάσιμη την από 10-03-2017 αντίθετη αγωγή.
Κατά της απόφασης αυτής οι αναιρεσείοντες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, εναντίον των αναιρεσιβλήτων την από 28-08-2018 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ’ουσία την έφεση, επικυρώνοτας την απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.
Ήδη οι εκκαλούντες άσκησαν κατά της απόφασης αυτής, νομότυπα και εμπρόθεσμα, την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, η οποία είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.571, 577§3 ΚΠολΔ).
Α. Κατά το άρθρο 559 αρ.13 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου αναφορικά με το ρυθμιζόμενο, από τη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ, βάρος της αποδείξεως, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.
Το βάρος της αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα περί αποδείξεως απόφαση θα επιβάλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων.
Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως. Το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας.
Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναιρέσεως. Ειδικότερα, εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση, που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως κλπ και που οφείλει να αποδείξει ο υποβαλών το αίτημα διάδικος, οπότε το δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει το σχετικό αίτημα.
Εάν δεν το απορρίψει υποπίπτει στην νομική πλημμέλεια της ανωτέρω διατάξεως (ΑΠ 903/2019). Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός, στην περίπτωση που από τις προσαχθείσες αποδείξεις, ανεξάρτητα από το ποιος διάδικος τις προσκόμισε, ενόψει του ότι αυτές, κατ' επιταγήν του άρθρου 346 ΚΠολΔ, καθίστανται κοινό αποδεικτικό μέσο, μετά την εκτίμηση αυτών από το δικαστήριο, θεωρήθηκαν αυτές επαρκείς προς απόδειξη του προβληθέντος ισχυρισμού ή περί του αντιθέτου.
Τούτο διότι στην περίπτωση αυτή, η τυχόν εσφαλμένη κατανομή του βάρους της απόδειξης στερείται σημασίας, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος για την προβολή της αιτίασης αυτής (ΑΠ 1437/2019,1842/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης, με την επίκληση της διατάξεως του αριθμού 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης επιβολής του (αντικειμενικού) βάρους της αποδείξεως, με την επίκληση «ότι η αναιρεσιβαλλομένη εσφαλμένα εκτίμησε τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα και εσφαλμένα εφάρμοσε τις επικαλούμενες νομικές διατάξεις».
Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο αναιρετικό λόγο ισχυρίζονται ότι δεχόμενο το Εφετείο ότι: « […] ο διαθέτης Χ. Μ. είχε προβεί στην ανταλλαγή τμήματος του ακινήτου του, με σκοπό τον ορθογωνισμό του, με τους απώτερους δικαιοπαρόχους των εφεσιβλήτων Ι. Δ. Δ. και Σ. συζ. Π. Π. το γένος Δ.. Την ανταλλαγή αυτή συνομολογούν και οι νυν εκκαλούντες-αναιρεσείοντες τόσο με το δικόγραφο της ένδικης έφεσής τους όσο και με το δικόγραφο της από 26-5-2017 αγωγής τους και με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου όσο και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου.
Ισχυρίζονται όμως ότι ουδέποτε οι εφεσίβλητοι ούτε οι δικαιοπάροχοί τους άσκησαν το δικαίωμα που εκπηγάζει από την ανωτέρω ανταλλαγή και επομένως ουδέποτε απέκτησαν τη νομή του επιδίκου ακινήτου τμήματος του οποίου τη νομή και την κατοχή είχε αρχικά ο διαθέτης Χ. Μ. και μετά το θάνατό του το έτος 1990 και εντεύθεν, αρχικώς η θυγατέρα του δια του δικαιώματος της επικαρπίας που απέκτησε βάσει της με αριθμ. ...
δημόσιας διαθήκης και μετέπειτα μετά το θάνατο της, από το 2008, ο δεύτερος των εκκαλούντων Δήμος Παξών ο οποίος ασκεί επ’ αυτού πράξεις βεβαιωτικές της ύπαρξης φυσικής εξουσίας πάνω στο ακίνητο. Ωστόσο η βασιμότητα του ισχυρισμού των εκκαλούντων ουδόλως αποδεικνύεται από τα προσκομίζόμενα αποδεικτικά στοιχεία.
Ειδικότερα στο ίδιο με αριθμ. ... συμβόλαιο ανταλλαγής οικοπέδων αναφέρεται ότι τα συμβαλλόμενα μέρη δήλωσαν ότι παρέλαβαν το ''ενί εκάστω μέρει εκ της παρούσης ανταλλαγής προερχόμενον οικόπεδον εις την πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχήν των......'', πράγμα που σημαίνει ότι ήδη από την κατάρτιση του συμβολαίου αυτού είχε λάβει χώρα η ανταλλαγή των ακινήτων και επομένως οι δικαιοπάροχοί των εφεσιβλήτων απέκτησαν τη νομή και κατοχή του επιδίκου τμήματος που εκτείνονταν πέρα από το μαντρότοιχο που μέχρι τότε ήταν το διαχωριστικό όριο των δύο ακινήτων, σύμφωνα με το προσαρτώμενο στο ως άνω συμβόλαιο ανταλλαγής από 04-07-1953 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Β.
Κ., στο οποίο διακρίνονται σαφώς τα ανταλλαγέντα τμήματα. Επομένως από τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία αποδεικνύεται με βεβαιότητα και σαφήνεια ότι οι δικαιοπάροχοί των εφεσιβλήτων είχαν αποκτήσει ήδη από το έτος 1953, οπότε έλαβε χώρα η κατά τα ανωτέρω ανταλλαγή των ακινήτων, την κυριότητα αλλά και την νομή και κατοχή του επιδίκου ακινήτου, ασκώντας επ’ αυτού όλες τις προσιδιάζουσες στην φύση και τον προορισμό του διακατοχικές πράξεις χωρίς ποτέ κανείς να αμφισβητήσει την κυριότητα τους επ' αυτού.
Αντίθετα ουδόλως αποδεικνύεται ότι μετά την κατάρτιση του με αριθμ. ... συμβολαίου ανταλλαγής ο Χ. Μ. συνέχισε να έχει στην νομή και κατοχή του το επίδικο τμήμα ακινήτου και ότι ασκούσε επ' αυτού διακατοχικές πράξεις. Μάλιστα το ως άνω συμβόλαιο ανταλλαγής αναγράφεται και στην με αριθμ. ... πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Παξών Ιωάννας Βλάσση, που μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ...
καθώς και στα υπόλοιπα συμβόλαια δυνάμει των οποίων ο Χ. Μ. πώλησε κατά τα έτη 1954 και 1956 τμήματα του μείζονος ακινήτου του. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ομοίως, έστω και με εν μέρει διαφορετικές αιτιολογίες, τις οποίες το Δικαστήριο τούτο αντικαθιστά δεν έσφαλε και ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένου του πρώτου λόγου της έφεσης ως ουσιαστικά αβάσιμου...» , απέρριψε τον αρνητικό ισχυρισμό τους περί της φύσει αδύνατης άσκησης των δικαιωμάτων των δικαιοπάροχων των αντιδίκων που πηγάζουν από το υπ' αριθ. ...
συμβόλαιο ανταλλαγής οικοπεδικών τμημάτων, παρ' όλο που στο ανωτέρω συμβόλαιο δηλώθηκε από τα τότε συμβαλλόμενα μέρη ότι παρέλαβαν το "ενί εκάστω μέρει εκ της παρούσης ανταλλαγής προερχόμενου οικοπέδου ... εις την πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή των...", πλην όμως πέραν του γεγονότος ότι ο ανωτέρω όρος στο συμβόλαιο αποτελεί όρο προδιατυπωμένο, δεν συνάγεται ότι μετέπειτα της υπογραφής εξακουλούθησαν οι δικαιοπάροχοι των αντιδίκων να νέμονται το εδαφικό τμήμα εντός του μανδρότοιχου του ακινήτου μας.
Και αυτό διότι εν τοις πράγμασι εκλείπει η φυσική εξουσίαση εκ των δικαιοπάροχων των αντιδίκων, η οποία ανάγεται στην άσκηση πράξεων που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του πράγματος, ώστε κατά την αντίληψη των συναλλαγών να θεωρείται ότι αυτό βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση του νομέα δικαιοπαρόχου των αντιδίκων.
Η δε παραδοχή της προσβαλλομένης ότι ο απώτερος δικαιοπάροχός μας X. Μ. ασκούσε διακατοχικές πράξεις επ’ ονόματι των αντισυμβαλλομένων του και απώτερων δικαιοπαρόχων των αντιδίκων χωρίς να συνάγεται από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο ότι άσκησε διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίου εις βάρος της ιδιοκτησίας των δικαιοπαρόχων των αντιδίκων, είναι εντελώς εσφαλμένη.
Στη προκειμένη δε περίπτωση δεν υπήρχε κάποια άτυπη και προφορική συμφωνία για την άσκηση της νομής δια αντιπροσώπου, η οποία εάν υπήρχε μετά βεβαιότητας θα ανεγράφετο ρητά στη υπ'αρίθμ. ... Δημόσια Διαθήκη και τους όρους της του απώτερου δικαιοπαρόχου μας X. Μ.. Εξάλλου από την συνολική επισκόπηση της διατύπωσης της ανωτέρω δημόσιας διαθήκης του κληροδοτούντος συνάγεται η αναλυτική και σαφής παράθεση της βούλησης του διαθέτη.
Τα οριζόμενα στη διαθήκη, ότι δηλαδή κληροδοτεί στις άλλοτε κοινότητες που συνενώθηκαν μετέπειτα στο πρόσωπο του νυν Δήμου Παξών, μια οικία "μετά της περιοχής της, ως υφίσταται σήμερον" σαφώς και εννοεί το εναπομείναν μετά από τις μεταβιβάσεις που προέβη ο ίδιος. Δεν συνάγεται εκ των ανωτέρω ότι αποκλείεται οιαδήποτε διανοία κυρίου νομή και κατοχή του επιδίκου βάσει των ανωτέρω προβλέψεων στην ανωτέρω διαθήκη.
Από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισαν αμφότεροι οι διάδικοι, τα οποία κατέστησαν κοινά μέσα απόδειξης, κατ' επιταγή του άρθρου 346 ΚΠολΔ, και με βάση αυτά διατύπωσε την κρίση του ότι ο μεν ενάγων της από 26-05-2017 αγωγής Δήμος Παξών και ήδη αναιρεσείων, δεν κατέστη κύριος του επίδικου οικοπεδικού τμήματος, με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), διότι ούτε ο ίδιος ούτε οι δικαιοπάροχοι του χρησιδέσποσαν σ'αυτό, καθόσον, μετά την γενόμενη, δια συμβολαιογραφικού εγγράφου, ανταλλαγή, κατ'έτος 1953, έπαυσε ο δικαιοπάροχός του Χ.
Μ. να νέμεται τούτο, και στη συνέχεια απέρριψε την αγωγή αυτή, οι δε ενάγοντες της από 10-3-2017 αγωγής και ήδη αναιρεσίβλητοι έγιναν (συγ)κύριοι του ίδιου επιδίκου με παράγωγο τρόπο, ήτοι δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος ... πωλητηρίου συμβολαίου, από την αληθή κυρία τούτου Α. Δ. και με πρωτότυπο, τακτική αλλιώς έκτακτη χρησικτησία, με την προσμέτρηση στο δικό τους χρόνο νομής εκείνου των δικαιοπαρόχων τους, ακολούθως δε δέχθηκε την εν λόγω αγωγή.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην νομική πλημμέλεια της εσφαλμένης επιβολής του αντικειμενικού βάρους της αποδείξεως, καθόσον, κατά τα αναφερόμενα στην νομική σκέψη, τις συνέπειες του σχηματισμού ή μη πλήρους δικανικής πεποιθήσεως των επικαλούμενων στις ένδικες αγωγές γεγονότων, τις έφεραν οι ενάγοντες εκάστης αγωγής ήτοι αναιρεσείοντες και αναιρεσίβλητοι, αντίστοιχα.
Ενόψει τούτων, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Σε κάθε περίπτωση οι διαλαμβανόμενες στο λόγο αυτό αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι, με το πρόσχημα της αναιρετικής πιο πάνω πλημμέλειας, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το Εφετείο, με επαναξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν επιτρέπεται, έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμησή τους, κατέληξε σε εσφαλμένη, κατά τους αναιρεσείοντες, για τα πράγματα κρίση (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, ως προς την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως, την οποία αυτοί (αναιρεσείοντες -εκκαλούντες- εναγόμενοι) αμυνόμενοι στην αγωγή των αναιρεσιβλήτων πρόβαλαν, με την οποία, οι τελευταίοι επικαλούμενοι παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου, ζητούσαν να αναγνωριστούν (συγ)κύριοι τούτου, ισχυρίζονται ότι το Εφετείο δεχόμενο ότι:
«πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, αφού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων (Β. Μ. και Δ. Μ.) παρέλειψαν να ασκήσουν τα δικαιώματά τους τα απορρέοντα από την ανταλλαγή των οικοπεδικών τμημάτων του έτους 1953, δημιουργώντας έτσι ευλόγως την πεποιθηση ότι δεν θα ασκήσουν αυτά, αλλά αντίθετα αποδείχθηκε ότι τα αναγραφόμενα στο συμβόλαιο ανταλλαγής εφαρμόστηκαν στην πράξη», παραβίασε τις σχετικές με την επιβολή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης διατάξεις.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, ως προς την άνω αιτίαση, είναι αβάσιμος, καθ' όσον από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο, ως προς την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως των αναιρεσειόντων, μετά την εκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών μέσων που είχαν προσκομισθεί από τους διαδίκους, για την απόδειξη ή μη του ως άνω ισχυρισμού τους, δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες δεν ανταποκρίθηκαν στο αντικειμενικό βάρος απόδειξης με το οποίο βαρύνονταν.
Ο ίδιος λόγος, ως προς τις λοιπές αιτιάσεις, είναι απαράδεκτος, διότι με αυτόν, υπό την επίκληση της ως άνω διάταξης, πλήττεται η εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας πραγματικών περιστατικών, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (αρθ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.
Β. Η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ο ενάγων νομιμοποιείται ενεργητικά και ο εναγόμενος παθητικά στην άσκηση της αγωγής ελέγχεται αναιρετικώς όχι με τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά με τον αρ.1 του ιδίου άρθρου, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 18/05, ΑΠ 77/2016). Αν όμως ο ενάγων δεν επικαλείται στην αγωγή του τα στοιχεία τα οποία σύμφωνα με το νόμο δικαιολογούν την άσκηση της αγωγής από αυτόν κατά του εναγομένου, η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη και ο λόγος αναίρεσης από την έλλειψη αυτή στηρίζεται στο άρθ. 559 αρ. 14 ΚΠολΔ . Για το ορισμένο όμως του λόγου αυτού αναίρεσης πρέπει να εκτίθεται με πληρότητα στο αναιρετήριο, η ιστορική βάση της αγωγής, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέσθηκε ο ενάγων στην αγωγή, για τη στήριξη συγκεκριμένου αιτήματος έννομης προστασίας, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1383/2010, 392/2002).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, κατ' επίκληση της πλημμέλειας από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτεται στο Εφετείο ότι «εσφαλμένα απέρριψε την ένδικη από 26-05-2017 αγωγή τους, λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης στο πρόσωπο του δεύτερου εξ αυτών Δήμου Παξών». Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι επικαλούμενες αιτιάσεις δεν ιδρύουν τον άνω αναιρετικό λόγο (ΑΠ 108/2010), σε κάθε δε περίπτωση εκτιμώμενος ο λόγος αυτός ως πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του ίδιου ως άνω άρθρου είναι απαράδεκτος ως αόριστος, διότι δεν εκτίθεται, για την πληρότητά του, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην μείζονα πρόταση, η ιστορική βάση της ένδικης, από 26/05/2017, αγωγής των αναιρεσειόντων, και ειδικώτερα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά στα οποία θεμελιώνουν την (ενεργητική), κατά τις αιτιάσεις τους, νομιμοποίηση του δεύτερου εξ αυτών ΟΤΑ, με την επωνυμία Δήμος Παξών.
Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παρέστησαν και δεν κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματος που υπέβαλαν, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Γεωργίου Μουλά (βλ. πρακτικά συνεδριάσεως, άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16/09/2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ.1823/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2020.
H ΠΡΟΕΔΡΕΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ