Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of unjust enrichment claim based on same facts as tort claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision dismissing the plaintiff's claim for unjust enrichment. The lower court had rejected the unjust enrichment claim because it relied on the same factual basis as the primary tort claim, which was already dismissed. The Supreme Court ruled that the lower court erred in applying the rule that unjust enrichment cannot be claimed if the same facts support a valid contractual or tortious claim, thereby permitting the unjust enrichment claim to proceed.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(17) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The claim for unjust enrichment is legally unfounded if the same factual circumstances support a claim based on contract or tort, as the plaintiff may pursue those primary bases instead.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1292 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1292/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Θωμά Γκατζογιάννη Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... S.A.", που εδρεύει στo ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Στυλιανό Καραμαρία και Νικόλαο Χριστοφορίδη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. - Γ. Τ. του Π., κατοίκου ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Κωνσταντίνο Δρούγκα και Νικόλαο Κοντοζαμάνη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/12/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2258/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4133/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5/11/2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θωμάς Γκατζογιάννης ανέγνωσε την από 27/10/2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 4133/2014 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία έκρινε επί εφέσεων και πρόσθετων λόγων έφεσης, που είχαν ασκήσει η αναιρεσείουσα και ο αναιρεσίβλητος, κατά της 2258/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή κατ' ουσία η από 30.12.2009 αγωγή της αναιρεσείουσας για καταβολή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπραξία και ύστερα από παραδοχή των εφέσεων (οι πρόσθετοι λόγοι απορρίφθηκαν ως απαράδεκτοι), εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και δικάζοντας επί της αγωγής, απέρριψε αυτήν ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ). Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 17 ΚΠολΔ, δημιουργείται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Προκειμένου να ιδρυθεί ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, πρέπει η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων της προσβαλλόμενης απόφασης να υπάρχει στο διατακτικό της, έτσι ώστε να καθίσταται, εξαιτίας αυτής, αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμφανίζεται αβεβαιότητα ως προς τη διάπλαση ή διάγνωση που έλαβε χώρα ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου (ΑΠ 14/2016, ΑΠ 49/2016) και όχι όταν η αντίφαση υπάρχει στις αιτιολογίες της απόφασης, εκτός αν αυτές επέχουν θέση διατακτικού ή όταν η αντίφαση υπάρχει μεταξύ του διατακτικού και του αιτιολογικού της απόφασης (ΑΠ 489/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, με την επίκληση της διάταξης του αρ. 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση, η πλημμέλεια ότι ενώ δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 17.7.2012 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της εκκαλούμενης 2258/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 30.12.2009 αγωγή, και διώκονταν η εξαφάνιση της απόφασης ώστε να γίνει δεκτή στο σύνολό της η αγωγή αυτής, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, με αντιφατικές διατάξεις, απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή, όπως αναφέρεται στο αιτιολογικό της.
Ο λόγος αυτός, είναι, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, αβάσιμος, καθόσον η διάταξη περί απόρριψης της αγωγής ως κατ' ουσίαν αβάσιμης με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν είναι αντιφατική προς την προηγούμενη διάταξη περί της τυπικής και ουσιαστικής παραδοχής της έφεσης της αναιρεσείουσας. Τούτο διότι, από την παραδεκτή επισκόπηση της 4133/2014 απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο Αθηνών εξαφάνισε στο σύνολό της την πρωτόδικη 2258/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, λόγω παραδοχής από τυπική και ουσιαστική άποψη, όχι μόνο της από 17.7.2012 έφεσης της αναιρεσείουσας, αλλά και της από 22.10.2012 έφεσης του αναιρεσίβλητου.
Η εμπρόθεσμη δε και παραδεκτή άσκηση της έφεσης από την αναιρεσίβλητη, επέφερε, κατ' αυτεπάγγελτη άλλωστε υποχρέωση του δικαστηρίου, δηλαδή και χωρίς αίτηση της εκκαλούσας αναιρεσίβλητης (ΑΠ 1182/2012) την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης, με την έφεση αυτής, απόφαση, καθόσον είχε εκδοθεί ερήμην της εκκαλούσας αναιρεσίβλητης, ακολούθως δε την αναδίκαση της υπόθεσης από το Εφετείο, που μετατρέπεται στην περίπτωση αυτή ουσιαστικά σε πρωτοβάθμιο δικαστήριο, έχοντας τη δυνατότητα να δεχθεί ή να απορρίψει την αγωγή.
Εξάλλου, με τις επικαλούμενες διατάξεις της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν δημιουργείται αβεβαιότητα ως προς τη διάγνωση που έλαβε χώρα, ούτε καθίσταται αδύνατη η εκτέλεση αυτής.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας για να σχηματίσει την κρίση του σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι προς απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτών.
Η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, για την στοιχειοθέτηση του οποίου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς τη λήψη υπόψη συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 947/2014, ΑΠ 886/2008). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 352, 335 και 339 ΚΠολΔ συνάγεται ότι δικαστική ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη, είναι η ομολογία που γίνεται, προφορικά ή γραπτά, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη.
Ομολογία δε είναι η παραδοχή της αληθείας ενός ουσιώδους πραγματικού γεγονότος, επιβλαβούς για τον ομολογούντα, με την επίκληση και απόδειξη του οποίου βαρύνεται ο αντίδικός του, η οποία πρέπει να είναι σαφής και συγκεκριμένη (ΑΠ 1187/2015, ΑΠ 947/2014, ΑΠ 1612/2006). Εξάλλου, ο λόγος αυτός για τη μη λήψη υπόψη της δικαστικής ή εξώδικης ομολογίας, ιδρύεται εφόσον ο αναιρεσείων επικαλείται νόμιμα με τις προτάσεις του ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας τόσο την ύπαρξη του αποδεικτικού αυτού μέσου, όσο και του εγγράφου στο οποίο περιέχεται (ΑΠ 33/2014, ΑΠ 1356/2010, ΑΠ 1014/2010).
Για την επίκληση αυτή πρέπει να γίνει ρητή αναφορά στο αναιρετήριο, αλλιώς ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και απαράδεκτος (ΑΠ 83/2014). Η παράλειψη, πάντως, του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του δικαστική ομολογία, ώστε να ιδρυθεί ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αφορά ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1652/2009) και τέτοιος δεν είναι ο μη νόμιμος ή απαράδεκτος ισχυρισμός (ΑΠ 462/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση όσων σχετικά διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, η από τον αρ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του κατά το σχηματισμό του πορίσματός του, την περιεχόμενη στην από 22.10.2012 έφεση του αναιρεσίβλητου ομολογία του, ότι από την 2992/2006 απόφαση δεν απέρρευσε νομική υποχρέωση της αναιρεσείουσας να παραδώσει στην κληρονομηθείσα από τον αναιρεσίβλητο Δ.
χήρα Λ. Π., αντίγραφα των προς επίδειξη εγγράφων στα χέρια της και σε πρώτη ζήτηση αυτής, αλλά ότι η αναιρεσείουσα εταιρεία όφειλε να ενεργήσει σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 451 ΚΠολΔ και να προσκομίσει τα ένδικα έγγραφα που αναφέρονται στο διατακτικό της ανωτέρω 2992/2006 απόφασης στο ακροατήριο του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη συζήτηση της από 1.9.2004 κύριας αγωγής της Δ.
Π. κατά της αναιρεσείουσας και τρίτων, εκκρεμούσας τότε ενώπιον του ανωτέρω δικαστηρίου. Η αναιρεσείουσα αναφέρει στο αναιρετήριο ότι με τις από 25.4.2013 προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, επικαλέστηκε το αποδεικτικό τούτο μέσο, ήτοι την ομολογία και το έγγραφο στο οποίο περιεχόταν για τη θεμελίωση των κρίσιμων της από 30.12.2004 αγωγής της ισχυρισμών.
Από την παραδεκτή, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι πράγματι, στην από 22.10.2012 έφεση του αναιρεσίβλητου περιέχονται οι εν λόγω ισχυρισμοί, από τους οποίους, όμως, δεν συνάγεται δικαστική ομολογία αυτού, κατ' άρθρο 352 παρ. 1 ΚΠολΔ, αλλά οι αναφερόμενοι στην έφεση αυτή ισχυρισμοί συγκροτούν επιχειρήματα προς στήριξη των ισχυρισμών του, ότι τα δικαστήρια Αθηνών είναι αποκλειστικά αρμόδια για θέματα αναγκαστικής εκτέλεσης και ότι ο τόπος εκτέλεσης είναι η Ελλάδα, ενώ η επίμαχη παράθεση δεν έγινε με σκοπό ομολογίας του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον αναιρεσίβλητο γεγονότος, ότι αυτός επέδειξε την εκτιθέμενη, στην από 30.12.2009 αγωγή, υπαίτια, παράνομη και καταχρηστική δικονομικά συμπεριφορά.
Εξάλλου, με το περιεχόμενο αυτό της αιτίασης, δεν ιδρύεται ο αποδιδόμενος, από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, και διότι δεν αφορά ομολογία από τον αναιρεσίβλητο πραγματικού γεγονότος, αλλά αναφέρεται στο περιεχόμενο της σχετικής διάταξης του διατακτικού της 2992/2006 απόφασης και μάλιστα αποδίδοντας ερμηνεία αντίθετη με το περιεχόμενο αυτής, που υποχρεώνει την αναιρεσείουσα να χορηγήσει, στην τότε αιτούσα την επίδειξη, αντίγραφα των εγγράφων και όχι την επίδειξη αυτών με προσαγωγή τους ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου.
Επομένως, ο λόγος αυτός περί μη λήψεως υπόψη της επικαλούμενης ομολογίας ως αποδεικτικού μέσου είναι απαράδεκτος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 516 και 517 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ένδικου μέσου της έφεσης είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στον εκκαλούντα. Το έννομο συμφέρον προκύπτει κυρίως από τη βλάβη που υπέστη ο διάδικος, σε σχέση με τον αντίδικό του, από τη διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης, αποτελεί δε διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης και η συνδρομή του ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, ενώ η έλλειψή του συνεπάγεται την απόρριψη του ένδικου μέσου, ως απαράδεκτου (ΑΠ 208/2015). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Για να είναι παραδεκτός ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, που τον στηρίζει έχει προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν ο ισχυρισμός αυτός έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 34/2016, ΑΠ 186/2015). Περαιτέρω, ο από την ανωτέρω διάταξη λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, έκπτωση ή απαράδεκτο που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής μόνο διατάξεως και όχι στο ουσιαστικό απαράδεκτο (ΑΠ 429/2016, ΑΠ 206/2016). Το έννομο συμφέρον αποτελεί, κατά το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή έννομης προστασίας.
Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχει ή όχι η προϋπόθεση αυτή, ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι το λόγο από τον αρ. 14, εφαρμογή του οποίου ανακύπτει, μόνο όταν στο δικόγραφο δεν εκτίθενται τα στοιχεία που δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 270/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των κατωτέρω αναφερόμενων διαδικαστικών εγγράφων, η αναιρεσείουσα με την από 30.12.2009 αγωγή της, εξέθετε ότι με την 2992/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) υποχρεώθηκε να χορηγήσει στη δικαιοπάροχο του αναιρεσίβλητου διάφορα έγγραφα, προκειμένου η τελευταία να τα χρησιμοποιήσει ως αποδεικτικά στοιχεία προς απόδειξη της από 1.9.2004 αγωγής που είχε ασκήσει ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της αναιρεσείουσας, με την οποία ζητούσε να της επιδικαστεί χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης που υπέστη από το θάνατο του γιου της Δ.
Π. σε αεροπορικό δυστύχημα στις 14.9.1999 στο κυβερνητικό αεροσκάφος ΦΑΛΚΟΝ, κατασκευής της αναιρεσείουσας αλλοδαπής εταιρείας. Ότι η κληρονομηθείσα από τον αναιρεσίβλητο Δ. Π., προέβη σε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της, χωρίς να έχει εκτελεστό τίτλο και επέδειξε υπαίτια, παράνομη και καταχρηστική συμπεριφορά στα πλαίσια των δικονομικών της δυνατοτήτων με συνέπεια η αναιρεσείουσα να υποστεί υλική ζημία και ηθική βλάβη, γιατί επλήγη η εμπορική της πίστη και η επαγγελματική της υπόληψη.
Ζήτησε δε να αναγνωριστεί ότι ο αναιρεσίβλητος, ως μοναδικός κληρονόμος της Δ. Π., υποχρεούται να της καταβάλει α) το ποσό των 1.002.000 ευρώ προς αποκατάσταση της ζημίας της και β) το ποσό των 2000000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη.
Εκδόθηκε ερήμην του αναιρεσίβλητου η 2258/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία έγινε μερικά δεκτή η αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν εφέσεις αμφότεροι οι διάδικοι. Επί των εφέσεων αυτών και των πρόσθετων λόγων έφεσης που άσκησε ο αναιρεσίβλητος, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά τις εφέσεις, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και στη συνέχεια απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει την από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, αλλά δέχθηκε κατά τύπους και κατ' ουσίαν την από 22.10.2012 έφεση του αναιρεσίβλητου.
Στηρίζει δε την έλλειψη εννόμου συμφέροντος στο ότι η δικαιοπάροχος του αναιρεσίβλητου δεν είχε πραγματική χρεία των εγγράφων και δεν συνέτρεχε άμεσο και ενεργό έννομο συμφέρον αυτής για την άσκησή τους, προϋπόθεση που ερευνάται σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και αυτεπαγγέλτως. Ειδικότερα επικαλείται ότι:
α) με ρητή δικαστική ομολογία του, ο αναιρεσίβλητος αναγνώρισε ανεπιφύλακτα ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε νομική υποχρέωση να παραδώσει αντίγραφα των προς επίδειξη εγγράφων στα χέρια της και σε πρώτη ζήτηση αυτής, αλλά ότι η αναιρεσείουσα - ενάγουσα όφειλε να ενεργήσει σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 451 ΚΠολΔ και να προσκομίσει τα ένδικα έγγραφα στο ακροατήριο του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη συζήτηση της από 1.9.2004 κύριας αγωγής, β) κατά τη συζήτηση της από 1.9.2004 κύριας αγωγής την 13.2.2004 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δεν έθεσε καν το θέμα της διατεινόμενης μη επίδειξης των παραπάνω εγγράφων και την εξ αυτού του λόγου αδυναμία της να αποδείξει τα θέματα της ανωτέρω αγωγής της, γ) η από 1.9.2004 αγωγή της δικαιοπαρόχου του αναιρεσίβλητου απορρίφθηκε τελικά με την 4409/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως αβάσιμη για το νόμιμο και βάσιμο λόγο ότι με τη γενόμενη σ' αυτήν την 6.9.2005 καταβολή του ποσού κεφαλαίου των 161.408,66 ευρώ πλέον τόκων υπερημερίας και συνολικά του ποσού των 224.375 ευρώ από την ασφαλιστική εταιρεία ...
ΑΕΕΓΑ, δυνάμει της 4953/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, είχε ικανοποιηθεί στην καθόλου αξίωσή της για απόληψη χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης για το θάνατο του γιου της Δ. Π., ήδη πριν από τη συζήτηση της από 1.9.2004 αγωγής, που άσκησε κατά της αναιρεσείουσας. Όμως, ο ανωτέρω λόγος της αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Τούτο διότι η αναιρεσείουσα ούτε αναφέρει στο αναιρετήριο ότι το επικαλούμενο απαράδεκτο προτάθηκε στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε κατά τη συζήτηση της έφεσης και των πρόσθετων λόγων έφεσης της αναιρεσίβλητης, πρόβαλε ισχυρισμό περί απαραδέκτου. Δεν μπορεί δε να γίνει λόγος για παραδεκτή προβολή του εν λόγω ισχυρισμού με την επίκληση της εξαίρεσης του άρθρου 562 παρ. 2 εδ.
β' ΚΠολΔ, δηλαδή περί σφάλματος που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, διότι και στην περίπτωση αυτή για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 15/2000) και τούτο δεν συνέβη. Εξάλλου, δεν αρκεί το γεγονός ότι η ύπαρξη ή μη εννόμου συμφέροντος λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, για να θεμελιωθεί το παραδεκτό αυτού.
Επίσης, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι αναφέρεται σε ουσιαστικό απαράδεκτο, αφού αφορά την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος για την άσκηση της έφεσης και όχι σε απαράδεκτο από το δικονομικό δίκαιο, ώστε να ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 946 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν ο οφειλέτης δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του να επιχειρήσει πράξη που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο και η επιχείρησή της εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούληση του οφειλέτη, το δικαστήριο τον καταδικάζει να εκτελέσει την πράξη και στην περίπτωση, που δεν την εκτελέσει τον καταδικάζει αυτεπαγγέλτως σε χρηματική ποινή έως πενήντα χιλιάδες (50000) ευρώ υπέρ του δανειστή και σε προσωπική κράτηση έως ένα έτος.
Ο δικαιούχος της απαίτησης, υπέρ της οποίας διατάχθηκε η χρηματική ποινή, αφότου η απόφαση καταστεί τίτλος εκτελεστός, δικαιούται να λάβει απόγραφο και να κοινοποιήσει βάσει αυτού επιταγή προς εκτέλεση. Ο καθ' ου η εκτέλεση υποχρεούται εντός του τριημέρου του άρθρου 926 παρ. 1 του ΚΠολΔ να προβεί στην επιχείρηση της πράξης.
Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία εκτέλεσης, ο δανειστής δικαιούται να προβεί σε έμμεση εκτέλεση, σύμφωνα με το άρθρο 946 παρ.1 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/1995, ΑΠ 255/2005), η οποία αφορά πράξη που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο και η επιχείρησή της εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούληση του οφειλέτη, επιδιώκοντας τη χρηματική ποινή και την προσωπική κράτηση, προκειμένου να εξαναγκάσει τον οφειλέτη σε συμμόρφωση με το κύριο περιεχόμενο της απόφασης.
Προς τούτο θα πρέπει ο δανειστής να κοινοποιήσει στον οφειλέτη νέα επιταγή για την πληρωμή της χρηματικής ποινής και στη συνέχεια, μετά την πάροδο της προθεσμίας του άρθρου 926 παρ. 1 του ΚΠολΔ θα συνεχίσει την εκτέλεση με τα αναφερόμενα στη διάταξη του άρθρου 951 παρ. 1 ΚΠολΔ μέσα. Στην περίπτωση αυτή (υποχρέωση για ενέργεια πράξης, μη συμμόρφωση του οφειλέτη και έμμεση εκτέλεση κατ' άρθρο 946 παρ. 1 ΚΠολΔ) δεν απαιτείται, όπως αντιθέτως προβλέπεται για τις περιπτώσεις που ρυθμίζονται από το άρθρο 947 ΚΠολΔ (εκτέλεση για παράλειψη ή ανοχή πράξης) βεβαίωση της παραβάσεως της απόφασης με νέα απόφαση και καταδίκη σε χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση, διότι η καταδίκη στα αναφερόμενα μέσα εκτελέσεως έχει χωρήσει αυτεπαγγέλτως με την αρχική απόφαση, με την οποία ο οφειλέτης υποχρεώθηκε σε επιχείρηση της πράξης.
Τα ανωτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 700 παρ.1 του ΚΠολΔ ισχύουν αναλόγως και όταν ο εκτελεστός τίτλος που επιβάλλει την επιχείρηση προσωποπαγούς πράξης έχει εκδοθεί κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, με εξαίρεση τις ειδικές ρυθμίσεις που επιβάλλουν τα άρθρα 700 παρ. 2 και 702 παρ. 1 ΚΠολΔ ως προς τη μη έκδοση απογράφου, την προθεσμία εκτέλεσης μετά τη επίδοση της επιταγής και την επίλυση των διαφορών κατά την εκτέλεση (ΑΠ 188/2014, ΑΠ 189/2014, ΑΠ 966/2009).
Η αναιρεσείουσα, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 1 και 5 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 946 παρ. 1 ΚΠολΔ, την οποία εσφαλμένα εφάρμοσε, αντί της διάταξης του άρθρου 947 του ίδιου Κώδικα, καθώς και ότι με την ανωτέρω παραδοχή της προέβη σε ανεπίτρεπτη διόρθωση του πλήρους και ακριβούς διατακτικού της με την αντικατάσταση της λέξης "απειλεί" με τη λέξη "καταδικάζει", άλλως προέβη σε αυθαίρετη ερμηνεία της απόφασης προσδίδοντας στη λέξη "απειλεί" την έννοια "καταδικάζει", προβαίνοντας προς τούτο σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 315 και 316 ΚΠολΔ και παραβιάζοντας την καθ' ύλην αρμοδιότητα (αρ. 5) που τίθεται με τις διατάξεις αυτές.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Μετά από αίτηση της δικαιοπαρόχου του αναιρεσίβλητου Δ. Π., κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα σε επίδειξη των αναφερόμενων εγγράφων, προκειμένου να τα χρησιμοποιήσει ως αποδεικτικά στοιχεία προς απόδειξη της από 1.9.2004 αγωγής που είχε ασκήσει κατά της τελευταίας για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης από το θάνατο του γιου της Δ.
Π., εκδόθηκε η 2992/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να χορηγήσει αντίγραφα των αιτούμενων εγγράφων, ενώ για την περίπτωση της μη συμμόρφωσης η απόφαση "απείλησε" την αναιρεσείουσα με καταβολή χρηματικής ποινής 3000 ευρώ την ημέρα υπέρ της δικαιοπαρόχου του αναιρεσίβλητου.
Η τελευταία, στις 7.6.2007 επέδωσε στην αναιρεσείουσα αντίγραφο της ως άνω απόφασης, με την από 21.5.2007 επιταγή, αιτούμενη την καταβολή ποσού 1.002.000 ευρώ, ως καταπεσούσα χρηματική ποινή, λόγω μη συμμόρφωσης αυτής με το διατακτικό της ως άνω απόφασης, ακολούθως δε επέβαλε, με το από 15.6.2007 κατασχετήριο, κατάσχεση εις χείρας τρίτου, του Ελληνικού Δημοσίου, για το ανωτέρω ποσό.
Το Ελληνικό Δημόσιο μετά την υποβολή θετικής δήλωσης στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, σχετικά με την ύπαρξη της κατασχεθείσας απαίτησης, κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο, ως μοναδικό κληρονόμο της Δ. Π., στις 9.9.2009 το ανωτέρω ποσό. Η αναιρεσείουσα με την από 30.12.2009 αγωγή της, ισχυριζόμενη ότι η εκτέλεση αυτή έγινε χωρίς η δικαιοπάροχος του αναιρεσίβλητου να κατέχει εκτελεστό τίτλο και ότι η συμπεριφορά της κατά την εκτέλεση της 2992/2006 απόφασης, υπό τις αναλυτικά εκτιθέμενες περιστάσεις, ήταν καταχρηστική και κακόπιστη, αντιβαίνουσα στις διατάξεις των άρθρων 281, 288 ΑΚ, ζήτησε, λόγω της αδικοπραξίας, να υποχρεωθεί στην καταβολή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, μετά την εξαφάνιση της ερήμην του αναιρεσίβλητου - εναγόμενου εκδοθείσας 2258/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει η ως άνω αγωγή, ύστερα από παραδοχή και κατ' ουσία της έφεσης που είχε ασκήσει κατ' αυτής ο ηττηθείς αναιρεσίβλητος-εναγόμενος, απέρριψε κατ' ουσία την αγωγή.
Το Εφετείο δέχθηκε με την απόφασή του, εκτός των άλλων, ότι η απόφαση 2992/2006 "αποτελεί εκτελεστό τίτλο, εκτελούμενη κατά τη διάταξη του άρθρου 946 παρ. 1 ΚΠολΔ, χωρίς να απαιτείται νέα απόφαση, όπως με την αντίθετη ρύθμιση του άρθρου 947 ΚΠολΔ, για τη βεβαίωση της παράβασης, η οποία να αποτελεί εκτελεστό τίτλο για τη χρηματική ποινή".
Με την παραδοχή αυτή, η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν ερμήνευσε εσφαλμένα τη διάταξη του άρθρου 946 παρ. 1 ΚΠολΔ, καθόσον πραγματικά η αναφερόμενη στην αποτελούσα τον εκτελεστό τίτλο απόφαση, που είχε εκδοθεί κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, ως υποχρέωση της αναιρεσείουσας προς παράδοση αντιγράφων των εγγράφων, δεν συνιστά παράλειψη πράξης, ώστε να έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 947 ΚΠολΔ, αλλά πράξη συνιστάμενη στην παράδοση των εγγράφων αυτών, που δέχθηκε το εκδώσαν την απόφαση δικαστήριο ότι αυτή κατείχε και η οποία πράξη δεν μπορούσε να γίνει από τρίτον και η επιχείρησή της εξαρτιόταν αποκλειστικά από τη βούληση της αναιρεσείουσας, κατόχου των εγγράφων, και συνεπώς εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 946 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Με βάση δε αυτή την παραδοχή και τις διατάξεις των άρθρων 731,732 ΚΠολΔ και την προσήκουσα διάταξη του άρθρο 946 του ίδιου Κώδικα, ορθά "απείλησε" εναντίον της χρηματική ποινή για την περίπτωση της μη συμμόρφωσής της με το διατακτικό της προσωποπαγούς πράξεως. Η "απειλή" χρηματικής ποινής έγινε με την έννοια της "καταδίκης " και η απόφαση αυτή (2992/2006) αποτελούσε τίτλο εκτελεστό και μπορούσε να εκτελεσθεί σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 951 επ.
ΚΠολΔ, χωρίς να απαιτείται η έκδοση νέας απόφασης που να βεβαιώνει την παράβαση του διατακτικού της. Δεν υφίστατο δε στάδιο παρεμπίπτουσας βεβαίωσης της παράβασης με νέα απόφαση, όπως απαιτείται στην περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 947 ΚΠολΔ, ώστε η τελευταία απόφαση να αποτελέσει εκτελεστό τίτλο για τη χρηματική ποινή, ούτε συμπληρωματικής ούτε αναλογικής εφαρμογής της διάταξης αυτής του άρθρου 947 ΚΠολΔ.
Επομένως, οι ανωτέρω διαλαμβανόμενες στον οικείο λόγο αναίρεσης αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, είναι αβάσιμες καθόσον το Εφετείο δεν παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου δεχόμενο την εφαρμογή του άρθρου 946 ΚΠολΔ, που πραγματικά εφαρμόζονταν στην περίπτωση αυτή, και το οποίο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν προσέδωσε στην εφαρμοσθείσα ως άνω διάταξη έννοια διαφορετική από την αληθινή, ενώ σωστά δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 947 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του.
Περαιτέρω, δε το Εφετείο δεν προέβη σε διόρθωση ούτε σε ερμηνεία του διατακτικού της απόφασης, σύμφωνα με τα άρθρα 315 και 316 ΚΠολΔ, τις διατάξεις των οποίων δεν εφάρμοσε, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, ώστε να γίνεται λόγος για παραβίαση των περί της καθ' ύλην αρμοδιότητας των δικαστηρίων διατάξεων, παρεκτός του ότι κατά το μέρος τούτο ο λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος καθόσον, η προβαλλόμενη αιτίαση από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 5 ΚΠολΔ, δεν αναφέρεται σε σφάλμα του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου αναφορικά με τη δική του αρμοδιότητα (ΑΠ 1182/2012).
Ο ίδιος λόγος και αν ήθελε εκτιμηθεί ως λόγος από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος καθόσον ο από τον αρ. 1 λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, όχι δε και του δικονομικού δικαίου, όπως είναι η προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 315 ΚΠολΔ (ΑΠ 682/2011). Κατ' ακολουθία, ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 και αρ. 5 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί.
Το άρθρο 946 ΚΠολΔ, ορίζει ότι: 1. Αν ο οφειλέτης δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του να επιχειρήσει πράξη, που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο και η επιχείρησή της εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούληση του οφειλέτη, το δικαστήριο τον καταδικάζει να εκτελέσει την πράξη και στην περίπτωση που δεν την εκτελέσει τον καταδικάζει αυτεπαγγέλτως σε χρηματική ποινή έως πενήντα χιλιάδες (50000) ευρώ υπέρ του δανειστή και σε προσωπική κράτηση έως ένα έτος.
Η χρηματική ποινή ως κύρωση για την απείθεια του οφειλέτη προς τα επιτασσόμενα από τον εκτελεστό τίτλο, σκοπό έχει τον μελλοντικό εξαναγκασμό του υπόχρεου-οφειλέτη σε συμμόρφωση για όλη τη διάρκεια ισχύος του εκτελεστού τίτλου, και καταλαμβάνει τη συνολική οφειλόμενη συμπεριφορά, γιαυτό απαγγέλλεται μία φορά με τη δικαστική απόφαση και δεν απαιτείται να διατάσσεται κάθε φορά που εμφανίζεται συμπεριφορά παραβίασης της απόφασης.
Το δικαστήριο με τη δικαστική απόφαση που καταδικάζει στην επιχείρηση της πράξης και σε περίπτωση μη συμμόρφωσης στην καταβολή χρηματικής ποινής, προσδιορίζει και το ύψος της ποινής, μέσα στα διαγραφόμενα στη διάταξη όρια και λαμβάνοντας υπόψη τη βαρύτητα και τη φύση της παράβασης, το είδος της πράξης που πρέπει να ενεργήσει ο οφειλέτης και την κρίση για το μέγεθος αυτής (ποινής) που θα αναγκάσει τον οφειλέτη να συμμορφωθεί προς την επιταγή της.
Το δικαστήριο θα προσδιορίσει την παράβαση, όχι μόνο κατ' είδος, αλλά και κατά χρόνο, όπως επίσης και την κατάλληλη ποινή για να κάμψει την αντίσταση του οφειλέτη, εξειδικεύοντας την κάθε παράβαση σε περίπτωση συνεχόμενης συμπεριφοράς του οφειλέτη και τη χρηματική ποινή για κάθε παράβαση και συνεπώς όταν υπάρχουν περισσότερες παραβάσεις θα οφείλονται και ισάριθμες ποινές.
Έτσι, μπορεί να προσδιορίσει τη χρηματική ποινή για κάθε ημέρα ή εβδομάδα ή άλλη χρονική μονάδα παράβασης της υποχρέωσης εκτέλεσης της επιτασσόμενης πράξης. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που πρόκειται για παραβάσεις που συνδέονται μεταξύ τους και σχηματίζουν φυσική ενότητα ενέργειας του παραβάτη και γίνονται αντιληπτές ως ενιαία συμπεριφορά ή όταν ο οφειλέτης, με ομοιόμορφη εξακολουθητική συμπεριφορά προβαίνει σε αυτοτελείς επί μέρους ενέργειες, οι οποίες απορρέουν από ενιαία βουλητική στάση του, οπότε αν η απόφαση οριοθέτησε χρονικά τις πράξεις, με τις οποίες συνέδεσε την κατάπτωση της χρηματικής ποινής, δεν έχει νόημα η εκτίμηση της συμπεριφοράς του οφειλέτη, αν αποτελεί μία ή περισσότερες παραβάσεις (ΑΠ 1148/2005).
Το εκάστοτε οριζόμενο υπό του δικαστηρίου ύψος χρηματικής ποινής, που δεν επιτρέπεται να υπερβεί τα 50000 ευρώ, μπορεί, σύμφωνα με την απόφαση που την απειλεί, να αφορά κάθε μία παράβαση χωριστά και να μην καθορίζεται εφάπαξ, ώστε επί επανειλημμένων παραβάσεων να οφείλονται πλείονες χρηματικές ποινές, για το ύψος μιας εκάστης των οποίων (αλλ' όχι και για το σύνολό τους) τάσσεται αυτό το όριο.
Στην προκείμενη περίπτωση, με το πρώτο μέρος του πέμπτου λόγου της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε την ουσιαστική δικαίου διάταξη του άρθρου 946 παρ.1 ΚΠολΔ, άλλως εκείνη του άρθρου 947 του ίδιου Κώδικα, καθόσον απείλησε τη χρηματική ποινή για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσης προς την υποχρέωση παράδοσης αντιγράφων των επίδικων εγγράφων, ενώ μόνο άπαξ μπορούσε να καταδικάσει στη χρηματική ποινή, ήτοι αποδίδεται πλημμέλεια με επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.
Όμως, σύμφωνα με όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν, το δικαστήριο ορθά ερμηνεύοντας την ως άνω διάταξη του άρθρου 946 παρ. 1 ΚΠολΔ, καταδίκασε την αναιρεσείουσα στη χρηματική ποινή για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσης αυτής στην επιτασσόμενη πράξη, ενώ δεν εφάρμοσε αυτό τη διάταξη του άρθρου 947 του ίδιου Κώδικα και ως προς τούτο ο λόγος στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ούτε, όμως, ήταν εφαρμοστέα η διάταξη αυτή στην κρινόμενη διαφορά.
Επομένως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απαράδεκτος. Εξάλλου, αβάσιμος είναι και ο λόγος αυτός, κατά το ίδιο μέρος, με το οποίο επιχειρεί η αναιρεσείουσα να ιδρύσει τον αναιρετικό λόγο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, καθόσον ως προς τούτο η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, αν και συνοπτική, είναι σαφής, πλήρης και χωρίς αντιφάσεις, και δεν στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 522 και 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, ο προβλεπόμενος από την τελευταία διάταξη λόγος αναίρεσης, για λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας πραγμάτων που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ιδρύεται, όταν το Εφετείο, ενεργώντας καθ' υπέρβαση των ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης του εναγόμενου, ερευνά κεφάλαια της υπόθεσης, που δεν είχαν προσβληθεί με την έφεση και απορρίπτει εν όλω ή εν μέρει την αγωγή ως προς αυτά (ΑΠ 1138/1993).
Τέτοια υπέρβαση όμως, που να θεμελιώνει τον παραπάνω αναιρετικό λόγο, δεν συντρέχει, όταν η προσβαλλόμενη απόφαση πλήττεται στο σύνολό της, εφόσον ο αναιρεσίβλητος, που δικάστηκε ερήμην πρωτοδίκως, υπέβαλε με την έφεσή του γενική άρνηση της επίδικης αγωγής της αναιρεσείουσας και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και το Εφετείο εξαφανίζοντας μετά την τυπικά παραδοχή της έφεσης του αναιρεσίβλητου στο σύνολό της την εκκαλούμενη απόφαση, απορρίπτει την αγωγή της αναιρεσείουσας.
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, η απόφαση καθίσταται αναιρετέα, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο μέρος του πέμπτου λόγου της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αρ. 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διατεινόμενη ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη της πράγματα που δεν προτάθηκαν, καθόσον κατά τις παραδοχές της η 2992/2006 απόφαση αποτελεί τίτλο εκτελεστό, μολονότι η πρωτόδικη απόφαση είχε δεχθεί ότι η τελευταία απόφαση δεν αποτελούσε τίτλο εκτελεστό και με την έφεση και πρόσθετους λόγους έφεσης του αναιρεσίβλητου, δεν είχε εκκληθεί το κεφάλαιο αυτό και συνεπώς η υπόθεση δεν μεταβιβάστηκε ως προς τούτο στο εφετείο, άλλως ότι με την παραδοχή της αυτή, χωρίς να ασκηθεί σχετικός λόγος έφεσης από τον αναιρεσίβλητο, το Εφετείο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, άλλως επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν.
Από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της έφεσης του αναιρεσίβλητου (που δικάστηκε ερήμην πρωτοδίκως), προκύπτει ότι με αυτή υποβάλλεται γενική άρνηση της επίδικης αγωγής της αναιρεσείουσας και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Με την πρωτοβάθμια απόφαση, που εκδόθηκε ερήμην του αναιρεσίβλητου, είχε γίνει δεκτή εν μέρει η αγωγή.
Έτσι, μεταβιβάστηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο στο σύνολό της η αγωγή δηλαδή μεταβιβάστηκαν όλα τα κεφάλαια της υπόθεσης. Επομένως, ο ως άνω λόγος της αναίρεσης, είναι, ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις, αβάσιμος. Τούτο διότι, η εκδίκαση της υπόθεσης έγινε κατά την τακτική διαδικασία, στην οποία υπάγονταν, ο αναιρεσίβλητος είχε δικαστεί ερήμην στη συζήτηση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και είχαν θεωρηθεί ομολογημένοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί της αγωγής, μεταξύ των οποίων και ότι η εκτέλεση είχε γίνει χωρίς τίτλο εκτελεστό, καθώς τέτοιο τίτλο δεν αποτελούσε η 2992/2006 απόφαση, με την άσκηση δε της έφεσης εξαφανίστηκε, κατά τα άρθρα 522 και 528 ΚΠολΔ, στο σύνολό της η απόφαση ως προς την ουσία της, αφού οι λόγοι έφεσης αφορούσαν την ουσιαστική παραδοχή της αγωγής, στοιχείο της οποίας ήταν και η ύπαρξη τίτλου της εκτέλεσης, και διότι ο αναιρεσίβλητος στην έφεσή του ρητά αναφέρεται στην ως άνω 2992/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως εκείνης που υποχρεώνει την αναιρεσείουσα στην παράδοση των εγγράφων και την καταδίκη σε περίπτωση μη συμμόρφωσης στη χρηματική ποινή ως έμμεση εκτέλεση αυτής, δηλαδή ως τίτλου εκτέλεσης, παραπονούμενος για τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί ελλείψεως νόμιμου τίτλου εκτέλεσης.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο από απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη. Εξάλλου, από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 695 με εκείνες των άρθρων 332, 693, 696 και 698 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι η κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων εκδιδόμενη απόφαση παράγει προσωρινό δεδικασμένο, το οποίο δεσμεύει το δικαστήριο και προβάλλεται προς απόκρουση νέας αίτησης μεταξύ των ιδίων διαδίκων για την ίδια διαφορά με βάση τον αυτό πραγματικό και νομικό λόγο, αλλά το προσωρινό αυτό δεδικασμένο δεν δεσμεύει την κύρια μεταξύ των διαδίκων δίκη και παύει να ισχύει από την έκδοση της οριστικής αποφάσεως επί της κύριας δίκης (ΑΠ 1792/2009, ΑΠ 1078/2008).
Τα ανωτέρω ισχύουν αναλόγως και επί αποφάσεων, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 702 του ΚΠολΔ, εκδίδονται επί διαφορών που αφορούν αντιρρήσεις περί την εκτέλεση αποφάσεως, που διατάζει ασφαλιστικά μέτρα ή ανακαλεί εν όλω ή εν μέρει αυτά. Τούτο δε, διότι οι αντιρρήσεις αυτές δεν δημιουργούν διαγνωστική δίκη, εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ.
ΚΠολΔ), ενώ συμπληρωματικώς και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 933 επ. του ΚΠολΔ, και η επί των αντιρρήσεων αυτών εκδιδόμενη απόφαση ισχύει προσωρινά και δεν επηρεάζει την κύρια υπόθεση, η δε υφιστάμενη περί την αναγκαστική εκτέλεση διαφορά επιλύεται οριστικά με την έκδοση αποφάσεως επί της κύριας δίκης, που ανοίγεται με την προς αυτό από το άρθρο 933 του ΚΠολΔ ανακοπή (αντιρρήσεις) κατά της εκτέλεσης του καθού η εκτέλεση οφειλέτη.
Το δεδικασμένο που προκύπτει από απόφαση ασφαλιστικών μέτρων έχει περιορισμένη χρονική διάρκεια και ισχύει μέχρι να ικανοποιηθεί το ασφαλιζόμενο δικαίωμα ή μέχρι την έκδοση αποφάσεως επί αιτήσεως ανακλήσεως της απόφασης που διέταξε το ασφαλιστικό μέτρο ή απόφασης επί της κύριας υπόθεσης. Η προσωρινή αυτή ισχύς (προσωρινή διάπλαση) των αποφάσεων αυτών, που εκδηλώνεται στο πλαίσιο αποκλειστικά της προσωρινής δικαστικής ρυθμίσεως, ενέχει δεσμευτικότητα η οποία συνίσταται στο ότι η νομική και πραγματική κατάσταση, που διαμορφώνεται από το ασφαλιστικό μέτρο που διατάχθηκε, παραμένει αμετάβλητη αν δεν συντρέξουν νέες πραγματικές συνθήκες, τέτοιες που να μη δικαιολογούν πλέον την προσωρινή διάπλαση.
Μέχρι την ανάκληση της απόφασης που έλαβε ασφαλιστικά μέτρα, οι σχέσεις των διαδίκων της δίκης των ασφαλιστικών μέτρων, εξακολουθούν προσωρινώς, αναφορικά δε πάντοτε με το ασφαλιστέο ουσιαστικό δικαίωμα να ρυθμίζονται ή να επηρεάζονται από την απόφαση αυτή. Εξ άλλου η ανάκληση της απόφασης κατ' άρθρα 696-698 του ΚΠολΔ, δεν ενεργεί αναδρομικά και συνεπώς, η εκ του προσωρινού δεδικασμένου δεσμευτικότητα της εν λόγω απόφασης, ισχύει για όσο διάστημα ίσχυε η απόφαση αυτή και λαμβάνεται υπόψη και μετά την ανάκληση, καλύπτοντας έτσι με το μανδύα της νομιμότητας τη διάπλαση που πραγματοποιήθηκε, δηλαδή τη νομιμότητα του διαταχθέντος μέτρου και γενικότερα του δικαιώματος του αιτούντος να τύχει προσωρινής δικαστικής προστασίας κατά το ανωτέρω διάστημα (ΑΠ 1180/2003, ΑΠ 618/2003, ΑΠ 724/2002).
Η ανακλητική απόφαση, αποδίδει τις συνέπειές της αυτοδίκαια από την έκδοσή της, οπότε και η αρχική απόφαση που διέταξε τα ασφαλιστικά μέτρα χάνει την ισχύ της και παύει να έχει την ιδιότητα του εκτελεστού τίτλου, όμως μόνο από το χρόνο που επακολουθεί από την έκδοση της ανακλητικής απόφασης (ΟλΑΠ 497/1078).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το πρώτο μέρος του έκτου λόγου της αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του αρ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι η 2992/2006 απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών παρήγαγε εν γένει προσωρινό δεδικασμένο, άλλως ότι συνέχισε να παράγει προσωρινό δεδικασμένο μετά την ανάκλησή της με την 112/2007 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου.
Κατά το μέρος τούτο, ο ως άνω λόγος της αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Τούτο διότι, πραγματικά η 2992/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία η αναιρεσείουσα υποχρεώθηκε να παραδώσει στον αναιρεσίβλητο τα έγγραφα που αναφέρονται στο διατακτικό της, και με την οποία έγινε η εκτέλεση, έχει προσωρινό δεδικασμένο και ισχύει μέχρι την ανάκλησή της με την 112/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσα την 22.5.2007.
Συνεπώς μέχρι το χρόνο αυτό η 2992/2007 απόφαση, σύμφωνα με τις σκέψεις που παρατέθηκαν ανωτέρω, παράγει προσωρινό δεδικασμένο και δεσμευτικότητα ως προς την υποχρέωση της αναιρεσείουσας να συμμορφωθεί με το διατακτικό της, δεδομένου ότι η ανάκληση δεν ενεργεί αναδρομικά και η αξίωση της αναιρεσίβλητης για τη χρηματική ποινή που κατέπεσε κατά το χρονικό διάστημα ισχύος της απόφασης αυτής, δεν αποσβέστηκε λόγω της ανάκλησης, καθόσον κατά το χρονικό αυτό διάστημα δεν είχε αρθεί με οποιοδήποτε τρόπο η υποχρέωση για την παράδοση των εγγράφων.
Συνεπώς, καλύπτεται το δικαίωμα της Δ. Π. να τύχει προσωρινής προστασίας κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που, απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ό λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας, αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (ΟλΑΠ 13/1995).
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 184/2017, ΑΠ 34/2016).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 186/2017).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 940 παρ. 3 του ΚΠολΔ, αν ακυρωθεί αμετάκλητα η αναγκαστική εκτέλεση, εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση έχει δικαίωμα να ζητήσει από εκείνον που την επέσπευσε αποζημίωση για τη ζημία του, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή 919 του αστικού κώδικα. Παρέχεται, δηλαδή, στην περίπτωση αυτή γνήσια ουσιαστικού δικαίου αξίωση αποζημιώσεως στον θιγέντα, στηριζόμενη σε ειδική αδικοπραξία, τα στοιχεία της οποίας ορίζονται σε συνδυασμό με τα άρθρα 914 ή 919 ΑΚ.
Όμως, κατά την αληθή έννοια της παραπάνω διάταξης του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, ερμηνευομένης και από το πρίσμα του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ περί δίκαιης δίκης και παροχής ουσιαστικής έννομης προστασίας, αλλά και του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, δεν αποκλείεται η έγερση, και πέραν της παρεχόμενης από την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ αξίωση αποζημιώσεως, αυτοτελούς αγωγής για αποζημίωση εξαιτίας άδικης εκτέλεσης και η παρεμπίπτουσα κρίση κατά τη σχετική τακτική δίκη περί ακυρότητας οποιασδήποτε πράξεως της αναγκαστικής εκτέλεσης, εναντίον της οποίας δεν ασκήθηκε ανακοπή, προκειμένου να θεμελιωθεί το ασκούμενο με την αγωγή δικαίωμα αποζημίωσης του καθ' ου η εκτέλεση (πρβλ.
ΟλΑΠ 49/2005). Ειδικότερα, εκείνος, κατά του οποίου έγινε η αναγκαστική εκτέλεση έχει δικαίωμα να ζητήσει από τον επισπεύσαντα, ανεξάρτητα από την άσκηση ανακοπής κατά της εκτελεστικής διαδικασίας, αποζημίωση για τις ζημίες, που υπέστη απ' αυτήν καθώς και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914, 919 και 932 του ΑΚ (ΟλΑΠ 9/2010).
Από τις διατάξεις δε των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β', 914 και 932 ΑΚ, προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, από την οποία προσβάλλεται ιδιωτικό δικαίωμα ή βλάπτεται άλλο ατομικό συμφέρον του προσώπου, που δεν αποτελεί περιεχόμενο ιδιωτικού δικαιώματος, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά, που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος (ΑΠ 1462/2013). Η συμπεριφορά αυτή μπορεί να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας από διάταξη νόμου ή από προηγούμενη συμπεριφορά του δράστη ή από υπάρχουσα έννομη σχέση μεταξύ αυτών ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Δηλαδή, η παράνομη συμπεριφορά συντελείται χωρίς δικαίωμα ή κατ' ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο όμως από άποψη έννομης τάξης είναι μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκηση αυτού καταχρηστική, σύμφωνα με το άρθρο 281 του ΑΚ ή το άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος (ΑΠ 933/2014).
Περαιτέρω, η επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης για την πραγμάτωση απαίτησης εξοπλισμένης με εκτελεστό τίτλο, αποτελεί άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος και δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τα τιθέμενα από το άρθρο 281 του ΑΚ όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (ΑΠ 243/2001).
Η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, έχει έντονο χαρακτήρα κανόνα δημοσίας τάξεως και εφαρμόζεται και επί αναγκαστικής εκτέλεσης, όταν στη συγκεκριμένη περίπτωση η παραβίαση των καθιερουμένων από αυτήν αρχών είναι τέτοια, ώστε προς αποφυγή αφόρητων συνεπειών, επιβάλλεται να ισχύει ο επιτασσόμενος περιορισμός της άσκησης του δικαιώματος (ΟλΑΠ 7/1991, ΑΠ 1077/2015).
Έτσι, και η αναγκαστική εκτέλεση που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, όπως είναι και ο περιεχόμενος στο άρθρο 281 ΑΚ, αφού με αυτόν απαγορεύεται η άσκηση του δικαιώματος όταν γίνεται κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, αποτελεί παράνομη συμπεριφορά, που κατά το άρθρο 914 ΑΚ δημιουργεί υποχρέωση για αποζημίωση (ΟλΑΠ 13/2004).
Εξάλλου, από το συνδυασμό της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ προς εκείνες των άρθρων 262,269 και 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, εάν για τη θεμελίωση ισχυρισμού καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος προβάλλονται περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά πρέπει να ληφθούν υπόψη αθροιστικά και καθένα αποτελεί πράγμα, υπό την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι με την προσθήκη και αυτών, ο σχετικός ισχυρισμός καθίσταται νόμιμος, πληροί, δηλαδή, το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ (ΑΠ 1703/2008, ΑΠ 1854/2007).
Έτσι, το δικαστήριο υποπίπτει σε πλημμέλεια εάν λάβει υπόψη για το σχηματισμό της κρίσης του ότι η άσκηση του δικαιώματος είναι καταχρηστική, πραγματικά περιστατικά που δεν έχει επικαλεστεί ο ενιστάμενος εναγόμενος με τις προτάσεις του για να θεμελιώσει την ένστασή του αυτή, ή δεν λάβει υπόψη του πραγματικά περιστατικά που αυτός είχε προτείνει.
Επιπλέον, όμως, η ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών του δικαστηρίου, ως προς ένα από τα παραπάνω περιστατικά, εάν τα υπόλοιπα δεν αρκούν για να καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος, στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση και θεμελιώνει τον από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1331/2004).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγμάτων, τα ακόλουθα: "Από τις καταθέσεις του μάρτυρα της ενάγουσας, που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά αυτού και του μάρτυρα του εναγομένου, που εξετάστηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και περιέχεται στα πρακτικά της παρούσας, καθώς και από όλα, χωρίς εξαίρεση, τα έγγραφα που επικαλούνται νομίμως και προσκομίζουν οι διάδικοι είτε προς άμεση απόδειξη είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ανεξαρτήτως εάν μνημονεύονται ρητά ή όχι στην παρούσα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Μεταξύ των θυμάτων του τραγικού αεροπορικού δυστυχήματος του κυβερνητικού αεροσκάφους ΦΑΛΚΟΝ της 14ης Σεπτεμβρίου 1999 ήταν και ο υιός της (αποβιωσάσης ήδη στις 29-1-2009 και κληρονομηθείσας από τον ανεψιό της εναγόμενο, ως μοναδικό της κληρονόμο) Δ. χήρας Λ. Π., Δ. Π.. Κατόπιν αυτού η τελευταία άσκησε κατά της εδώ ενάγουσας αλλοδαπής εταιρείας, η οποία είναι κατασκευάστρια του εν λόγω αεροσκάφους, την από 1-9-2004 (αρ.
καταθ. 7273/2004) αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ζητώντας να της επιδικαστεί χρηματική ικανοποίηση (ψυχική οδύνη) λόγω της ηθικής της βλάβης από το θάνατό του ως άνω τέκνου της. Κατόπιν δε σχετικής αιτήσεώς της, εξεδόθη η 2992/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων), που υποχρέωσε την εδώ ενάγουσα αλλοδαπή εταιρεία να χορηγήσει στην Δ.
Π. διάφορα έγγραφα προκειμένου η τελευταία να τα χρησιμοποιήσει προς απόδειξη της ως άνω από 1-9-2004 αγωγής της. Με την ίδια απόφαση ορίστηκε, για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσης της ενάγουσας προς το διατακτικό της, χρηματική ποινή 3.000 ευρώ σε βάρος της. Η απόφαση αυτή αποτελεί εκτελεστό τίτλο, εκτελούμενη κατά τη διάταξη του άρθρου 946 παρ. 1 ΚΠολΔ, χωρίς να απαιτείται νέα απόφαση, όπως με την αντίθετη ρύθμιση του άρθρου 947 ΚΠολΔ, για τη βεβαίωση της παράβασης, η οποία να αποτελεί εκτελεστό τίτλο για τη χρηματική ποινή....
Ειδικότερα, τα έγγραφα που υποχρεώθηκε η ενάγουσα να χορηγήσει σε επικυρωμένα αντίγραφα είναι: α) οι έγγραφες αιτήσεις των αρμοδίων αρχών (Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας) της ...., του .... και του ...., με τις οποίες της ζητήθηκε να θεσπισθεί περιορισμός ταχύτητας του αεροσκάφους ΦΑΛΚΟΝ, σε περίπτωση αφής του "Pitch Feel", επί των οποίων εκδόθηκαν οι υπ' αριθ. 21 και 23 αναθεωρήσεις (revisions) και η υπ' αριθμ. ....0 προσωρινή τροποποίηση (temporary change) του εγχειριδίου πτήσεως του ΦΑΛΚΟΝ, καθώς και των συνημμένων σ' αυτές εγγράφων τα οποία απέστειλαν στη ...
οι εν λόγω αρχές στο πλαίσιο του αιτήματός τους, β) η υπ' αριθμ. 1999-...29 (Β) οδηγία της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας της .... (....), η υπ' αριθμ. ....2 Service Newsflash της ... καθώς και το από 21-10-1999 και με αριθμ. 09/1999 (Β) Δελτίο Σύστασης της ....ΥΠΑ (....), γ) τα πρακτικά του σεμιναρίου που πραγματοποιήθηκε το Νοέμβριο 1990 στην έδρα της, στο πλαίσιο του οποίου συζητήθηκε το ζήτημα της αφής του λαμπτήρα "Pitch Feel" του αεροσκάφους ΦΑΛΚΟΝ, καθώς και της υπ' αριθμ. 016 ενημερωτικής επιστολής της ...
προς όλους τους κατόχους αεροσκαφών τύπου ΦΑΛΚΟΝ 900. Το δικαστήριο (ΜΠΑ) που εξέδωσε την ως άνω (2992/2006) απόφαση ερεύνησε το ζήτημα της κατοχής των ως άνω εγγράφων και δέχθηκε ότι αυτά τα κατέχει η ενάγουσα. Ωστόσο η τελευταία δεν συμμορφώθηκε πλήρως προς το διατακτικό της αφού δεν χορήγησε στην αντίδικό της αντίγραφα των ως άνω με στοιχείο α' εγγράφων, ούτε γενικά επικυρωμένα αντίγραφα των λοιπών εγγράφων όπως υπεχρεούτο, αλλά απλές φωτοτυπίες ορισμένων εγγράφων.
Κατόπιν αυτού η Δ. Π. της επέδιδε κατά καιρούς αντίγραφα της εν λόγω αποφάσεως με σχετικές επιταγές, ζητώντας να της καταβάλει το ποσό της χρηματικής ποινής που αντιστοιχούσε στο εκάστοτε διαρρεύσαν χρονικό διάστημα, χωρίς η εναγομένη να συμμορφωθεί, αλλ' αντίθετα αυτή ασκούσε σχετικές ανακοπές κατά των επιταγών.
Έτσι η Δ. Π. και στις 7-6-2007 της επέδωσε αντίγραφο της ίδιας απόφασης με την από 21-5-2007 επιταγή, ζητώντας να της καταβάλει το ποσό των 1.002.000 ευρώ, που αφορούσε τη μη συμμόρφωσή της προς το διατακτικό της ως άνω απόφασης για χρονικό διάστημα 334 ημερών. Στη συνέχεια και στο πλαίσιο της αναγκαστικής εκτέλεσης η εναγομένη με το από 15-6-2007 κατασχετήριο επέβαλε κατάσχεση για το ανωτέρω ποσό, στα χέρια του Ελληνικού Δημοσίου ως τρίτου, από τη μεταξύ αυτού και της ενάγουσας σύμβαση για την προμήθεια από το Ελληνικό Δημόσιο μαχητικών αεροσκαφών και ανταλλακτικών.
Το δε Ελληνικό Δημόσιο προέβη στην κατ' άρθρο 985 ΚΠολΔ, με αριθμ. ...00/24-12-2008 θετική δήλωση ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών για το ως άνω ποσό το οποίο και κατέβαλε εν τέλει στις 9-9-2009 στον εναγόμενο ως μοναδικό κληρονόμο της Δ. Π.. Όμως όλες οι παραπάνω ενέργειες της τελευταίας έγιναν στα πλαίσια της άσκησης δικονομικών της δικαιωμάτων και επομένως ουδείς λόγος μπορεί να γίνει για παράνομο των ενεργειών της αυτών.
Αλλ' ούτε για καταχρηστική άσκηση των δικαιωμάτων της αυτών μπορεί να γίνει λόγος, δεδομένου ότι η άσκησή τους είχε ως βάση και αφετηρία τη συνεχή άρνηση της ενάγουσας εταιρείας να συμμορφωθεί με το διατακτικό της ως άνω περί επίδειξης εγγράφων αποφάσεως. Σε κάθε δε περίπτωση δεν συνέτρεχε οποιασδήποτε μορφής υπαιτιότητα στο πρόσωπό της, δεδομένου ότι δεν ακυρώθηκε αμετάκλητα η αναγκαστική εκτέλεση κατ' άρθρο 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, ώστε η ενάγουσα να δικαιούται αποζημίωση, η δε δήλωση του Ελληνικού Δημοσίου, ως τρίτου, ήταν, όπως προαναφέρθηκε, θετική, απορριπτομένου του ισχυρισμού περί οικείου πταίσματος αυτής.
Μάλιστα με την 4043/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απορρίφθηκε ανακοπή της ενάγουσας κατά της εν λόγω δήλωσης του Δημοσίου, ενώ με την 2670/2008 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου απορρίφθηκε και η ανακοπή της κατά του από 15-6-2007 κατασχετηρίου της Δ. Π.. Συγκεκριμένα, όπως προαναφέρθηκε, η εφεσίβλητη-εκκαλούσα ...
άσκησε ανακοπές κατά των πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας, η οποία οδήγησε στην καταβολή από το Δημόσιο (ως τρίτο) του ποσού για το οποίο επισπεύσθηκε σε βάρος της η εξεταζόμενη εκτέλεση και ειδικότερα α) την από 9-5-2007 ανακοπή για την ακύρωση της από 2-5-2007 επιταγής για καταβολή του ποσού των 942.000 ευρώ για την επί 314 ημέρες μη συμμόρφωσή της προς το διατακτικό της υπ' αριθμ. 2992/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), β) την από 21-6-2007 ανακοπή για την ακύρωση της επιταγής προς καταβολή του ποσού του 1.002.000 ευρώ, γ) την από 29-5-2007 ανακοπή για την ακύρωση του από 4-5-2007 κατασχετηρίου δ) την από 26-6-2007 ανακοπή για την ακύρωση του από 15-6-2007 κατασχετηρίου και ε) την από 24-12-2008 ανακοπή κατά της Δ.
Π. και του Ελληνικού Δημοσίου για την ακύρωση της υπ' αριθμ. ...00/2008 Δήλωσης Τρίτου - του Ελληνικού Δημοσίου στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Επί των ως άνω ανακοπών εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ. 4292/2008, 2568/2008, 4298/2008, 2670/2008 και 4043/2009 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τις οποίες απορρίφθηκαν οι προεκτεθείσες ανακοπές αντιστοίχως κατά των οποίων οι ασκηθείσες από την εν λόγω διάδικο (...) εφέσεις ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου απορρίφθηκαν με τις υπ' αριθμ. 2954/2011, 2953/2011, 2952/2011, 2951/2011 και 2950/2011 αντίστοιχες αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών.
Και ναι μεν εξεδόθη η 112/22-5-2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που ανακάλεσε την 2992/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με βάση την οποία έγινε η εκτέλεση, πλην όμως η Δ. Π. δεν επεδίωξε την καταβολή χρηματικής ποινής για το πέραν της 22ας-5-2007 χρονικό διάστημα, ενώ η ανάκληση αποφάσεως κατ' άρθρα 696-698 ΚΠολΔ δεν ενεργεί αναδρομικά και συνεπώς η εκ του προσωρινού δεδικασμένου δεσμευτικότητα της εν λόγω αποφάσεως ισχύει για όσο διάστημα ίσχυε η απόφαση αυτή και λαμβάνεται υπόψη και μετά την ανάκληση, καλύπτοντας έτσι με το μανδύα της νομιμότητας τη διάπλαση που πραγματοποιήθηκε δηλαδή τη νομιμότητα του διαταχθέντος μέτρου και γενικότερα του δικαιώματος του αιτούντος να τύχει προσωρινής δικαστικής προστασίας κατά το ανωτέρω διάστημα.....
Εξεδόθη επίσης στη συνέχεια και η 169/4-7-2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απαγόρευσε στην εναγομένη να προβεί σε περαιτέρω (μελλοντικές) πράξεις εκτέλεσης της ΜΠΑ 2992/2006, όμως οι αναφερόμενες στην αγωγή κρίσιμες πράξεις εκτέλεσης είναι προγενέστερες της εκδόσεως της εν λόγω αποφάσεως.
Εξάλλου δεν αποδείχθηκε ότι η εφεσίβλητη-εκκαλούσα ... άσκησε εντός της από το άρθρο 693 παρ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενης ημερομηνίας των τριάντα (30) ημερών κύρια αγωγή για την εξασφάλιση του δικαιώματος για το οποίο διατάχθηκε με την ανωτέρω υπ' αριθμ. 169/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων) η ανάκληση της υπ' αριθμ. 2992/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δικαίωμα προς εξασφάλιση ανάγονταν στην προστασία της φήμης και της πίστης της ως άνω εταιρείας (...) με βάση τις διατάξεις του άρθρου 57 ΑΚ".
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, περιέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, συνεπεία των οποίων καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914 και 281 ΑΚ. Συγκεκριμένα, ως προς το στοιχείο της αποτελούσας βάση της αγωγής αποζημίωσης λόγω καταχρηστικής άσκησης από τη δικαιοπάροχο του αναιρεσίβλητου του ουσιαστικού δικαιώματος να προβεί στην αναγκαστική εκτέλεση στα χέρια τρίτου, μολονότι προηγουμένως είχε εκδοθεί η 169/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε διαταχθεί η παύση και παράλειψη κάθε μελλοντικής πράξης εκτέλεσης με βάση την 2292/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το Εφετείο δέχεται ότι οι αναφερόμενες στην αγωγή και διαλαμβανόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης, είναι προγενέστερες της έκδοσης της απόφασης αυτής.
Όμως, αναφορικά με το από 15-6-2007 κατασχετήριο εις χείρας τρίτου, με το οποίο η δικαιοπάροχος του αναιρεσίβλητου επέβαλε κατάσχεση για το διωκόμενο ποσό στα χέρια του Ελληνικού Δημοσίου και με βάση αυτή την πράξη εκτέλεσης, το Ελληνικό Δημόσιο, μετά και την ...00/24-12-2008 θετική του δήλωση, κατέβαλε το ποσό στη δικαιοπάροχο του αναιρεσίβλητου, δεν προσδιορίζει το χρόνο στον οποίο επέδωσε το κατασχετήριο τούτο στο Ελληνικό Δημόσιο, και ειδικότερα στον αρμόδιο καθ' ύλην, σε σχέση με την αιτία της οφειλής του Δημοσίου, Υπουργό, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 95 παρ. 1, 3 και 5 του ν. 2362/1995, ώστε να μπορεί να κριθεί εάν η έγκαιρη επίδοση του κατασχετήριου σ'αυτόν, χωρίς την οποία δεν ολοκληρώνεται η κατάσχεση της απαίτησης στα χέρια του Ελληνικού Δημοσίου ως τρίτου (ΑΠ 197/2005), και η οποία αποτελεί πράξη εκτέλεσης που εμπίπτει στην προβλεπόμενη απαγόρευση της 169/2007 απόφασης, έγινε πριν από την έκδοση της απόφασης αυτής, η οποία δημοσιεύθηκε την 6-7-2007, ή μετά από αυτήν.
Τούτο, ενόψει και του ότι με την προαναφερόμενη απόφαση απαγορεύθηκε η παύση και παράλειψη κάθε μελλοντικής πράξης αναγκαστικής εκτέλεσης με βάση την 2992/2006 απόφαση, και μάλιστα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση αυτής, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση του αρμόδιου δικαστηρίου, η οποία να βεβαιώνει την παραβίαση εκ μέρους της ήδη αναιρεσείουσας της απόφασης αυτής και την εκ μέρους της οφειλόμενη χρηματική ποινή.
Μελλοντική δε πράξη εκτέλεσης είναι κάθε πράξη που επακολουθεί της έκδοσης της απόφασης αυτής και επιδιώκει την καταβολή της χρηματικής ποινής για την μέχρι τότε επικαλούμενη παραβίαση της απόφασης, με την οποία καταδικάζεται στην καταβολή της, λόγω της μη συμμόρφωσης προς το διατακτικό της, ανεξάρτητα από το εάν η χρηματική ποινή αφορά παραβίαση της, ως εκτελεστού τίτλου, φερόμενης απόφασης, σε προγενέστερο χρόνο από την έκδοση της 169/2007 απόφασης.
Ενόψει τούτων, το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση και συνεπώς υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Η από το άρθρο 904 ΑΚ αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής ουσιαστικά φύσεως και μπορεί να ασκηθεί μόνον όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός αν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα, στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς) της απόρριψης της κύριας βάσεως της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία.
Επομένως αν η αγωγή στηρίζεται ως προς τη σωρευόμενη ακόμα και επικουρικά βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό στα ίδια πραγματικά περιστατικά στα οποία θεμελιώνεται και η αγωγή από σύμβαση ή αδικοπραξία, είναι νομικά αβάσιμη ως προς την αγωγική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό γιατί, αφού κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή υπάρχει σύμβαση ή αδικοπραξία, ο ενάγων μπορεί να ασκήσει τις αξιώσεις του από αυτές, όχι όμως να προσφύγει έστω και επικουρικά στη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΠ 1450/2017, ΑΠ 1709/2017).
Δεν συγχωρείται δηλαδή, έστω και επικουρικώς (δικονομικά) ασκούμενη, εφόσον στηρίζεται στα ίδια, στα οποία και η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 357/2011).
Συνεπώς, στην προκείμενη περίπτωση, που το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμη την επικουρικά ασκηθείσα αγωγή της αναιρεσείουσας εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού, η οποία στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίζεται και η κύρια από την αδικοπραξία αγωγή, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή την παρατιθέμενη ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, ο δωδέκατος δε λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά την επικαλούμενη θεμελίωσή του επί της διάταξης του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος δοθέντος ότι, ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται επί κηρύξεως παρά το νόμο δικονομικού απαράδεκτου και όχι ουσιαστικού, όπως εν προκειμένω.
Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχή του έκτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, κατά το σχετικό δεύτερο μέρος του, ως βάσιμου κατ' ουσίαν, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών αναιρετικών λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που την εξέδωσε και το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν και εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα που νίκησε (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183 και 191 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4133/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν και εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.
Διατάσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που ορίζει σε δύο χιλιάδες οκτακόσια (2800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ