1292/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 17/11/2014, 13/1/2015, 26/11/2014 και 13/1/2015 αγωγές και τις από 11/5/2015 (2) αιτήσεις αναστολής εκτέλεσης των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκαν.
Legislator headnote
AI generated1292/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): β' ΚΠολΔ. Για την τήρηση όμως των στοιχειωδών δικαιοδοτικών εγγυήσεων εκ μέρους των διαιτητών και τη συμμόρφωσή τους προς τη βασική αυτή επιταγή, θεματοφύλακας παραμένει το κράτος μέσω των πολιτειακών (τακτικών) δικαστηρίων. Η ενεργός ανάμειξη των τελευταίων εκδηλώνεται με τον έλεγχο της διαιτητικής απόφασης, μέσω κυρίως της αγωγής ακυρώσεως κατ' άρθρο 897 επ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1292 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1292/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Χαλιακόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", 2) Ναυτικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", 3) Εταιρείας με την επωνυμία "...." που εδρεύουν στον … και εκπροσωπούνται νόμιμα από τον Ν. Α., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνο Τασιόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 17/11/2014, 13/1/2015, 26/11/2014 και 13/1/2015 αγωγές και τις από 11/5/2015 (2) αιτήσεις αναστολής εκτέλεσης των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκαν.
Εκδόθηκε η 379/2015 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 5/8/2015 αίτησή τους και τους από 1/2/2016 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θωμάς Γκατζογιάννης ανέγνωσε την από 26/2/2016 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αλτάνας Κοκκοβού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων αυτής λόγων. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η 379/2015 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε επί: 1) της από 17-11-2014 αγωγής και 2) της από 13.1.2015 συμπληρωματικής αγωγής των αναιρεσειουσών περί ακύρωσης της 7/2014 Διαιτητικής Απόφασης του Ναυτικού Επιμελητήριου Ελλάδας, καθώς και επί: 3) της από 26-11-2014 αγωγής και 4) της από 13.1.2015 συμπληρωματικής αγωγής των αναιρεσειουσών, περί ακυρώσεως της 8/2014 Διαιτητικής απόφασης του ίδιου Διαιτητικού δικαστηρίου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Οι λόγοι ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, που καθιερώνονται περιοριστικά με τη διάταξη του άρθρου 897 ΚΠολΔ, είναι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, η δε παραβίασή τους ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο ως πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ 366/2016, ΑΠ 1952/2013). Η διαιτησία, ως συμβατικά επιλεγμένη δεσμευτική εκδίκαση ορισμένης διαφοράς από διαιτητές, αντί των κρατικών δικαστηρίων, είναι ιδιαίτερη μορφή οργάνωσης, ακολουθητέας διαδικασίας και απαιτούμενων δικονομικών προϋποθέσεων για την παροχή δικαστικής προστασίας, με την έννοια ότι η προστασία αυτή δεν παρέχεται από κρατικά δικαστήρια, αλλά κατά την ελεύθερη επιλογή των διαδίκων από όργανα ή πρόσωπα της εκλογής τους.
Η σχέση της διαιτησίας προς την τακτική δικαιοσύνη, υπό την ισχύ του ΚΠολΔ, διαμορφώθηκε ως σχέση δύο παράλληλων δικαιοδοτικών τάξεων, που αποκλείονται αμοιβαία. Ως γνήσια δικαιοδοτική πράξη, η διαιτητική απόφαση, από την έκδοσή της, παράγει δεδικασμένο υπό τις διαγραφόμενες στο άρθρο 896 ΚΠολΔ, προϋποθέσεις, (εφαρμοζόμενων προς τούτο των διατάξεων των άρθρων 322, 324 έως 330, 332 έως 334 ΚΠολΔ) και εξοπλίζεται με εκτελεστότητα κατ' άρθρο 904 παρ. 2 εδαφ.
β' ΚΠολΔ. Για την τήρηση όμως των στοιχειωδών δικαιοδοτικών εγγυήσεων εκ μέρους των διαιτητών και τη συμμόρφωσή τους προς τη βασική αυτή επιταγή, θεματοφύλακας παραμένει το κράτος μέσω των πολιτειακών (τακτικών) δικαστηρίων. Η ενεργός ανάμειξη των τελευταίων εκδηλώνεται με τον έλεγχο της διαιτητικής απόφασης, μέσω κυρίως της αγωγής ακυρώσεως κατ' άρθρο 897 επ.
ΚΠολΔ. Έτσι, κατά το εδαφ. 6 του άρθρου 897 ΚΠολΔ "Η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί, ολικά ή εν μέρει, μόνο με δικαστική απόφαση...αν είναι αντίθετη προς διατάξεις δημόσιας τάξης ή προς τα χρηστά ήθη". Κατά την έννοια του εδαφίου αυτού, ως διατάξεις δημόσιας τάξης, η παραβίαση των οποίων δικαιολογεί τη δικαστική ακύρωση της διαιτητικής απόφασης (και) επί εσωτερικής διαιτησίας, νοούνται οι κανόνες αναγκαστικού δικαίου που έχουν θεσπισθεί πρωτίστως για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος και συνθέτουν τα πολιτειακά, πολιτιστικά, δικαιικά, κοινωνικά ή οικονομικά θεμέλια της ημεδαπής έννομης τάξης, συγκροτούν δηλαδή τη δημόσια τάξη, υπό έννοια προσομοιάζουσα προς εκείνη του άρθρου 33 ΑΚ (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 4/2012).
Η παραβίαση, άρα, κανόνων αναγκαστικού δικαίου τεθέντων πρωτίστως προς εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων, εκφεύγει του ουσιαστικού δικαστικού ελέγχου. Εξ άλλου, δεν προσβάλλεται η δημόσια τάξη κατά την παραπάνω έννοια και δεν θεμελιώνεται, συνεπώς, ο αντίστοιχος λόγος ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, όταν αυτή εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο ή έχει απλώς ανεπαρκή αιτιολογία, ή όταν εσφαλμένα εκτίμησε τα αποδεικτικά στοιχεία (ΑΠ 366/2016).
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο άνω λόγος ακυρώσεως της διαιτητικής απόφασης ιδρύεται, όταν η αντίθεση προκύπτει ευθέως από το περιεχόμενο της διαιτητικής απόφασης στο σύνολό της, δηλαδή όχι μόνο από το διατακτικό της, αλλά και από το αιτιολογικό της (ΑΠ 40/2010). Υπό την αντίθετη, από την κατά τα ανωτέρω, εκδοχή, κατά την οποία, ως τέτοιες διατάξεις (δημόσιας τάξης), νοούνται όλες ανεξαιρέτως οι διατάξεις αναγκαστικού δικαίου (jus cogens), θα προέκυπτε το άτοπο να ελέγχεται η διαιτητική απόφαση για παραβίαση οποιασδήποτε διάταξης αναγκαστικού δικαίου (από τις οποίες υπάρχει πληθώρα στο δίκαιο των συναλλαγών), ουσιαστικώς δηλαδή να επανεκδικάζεται η υπόθεση και να περιάγεται η διαιτητική διαδικασία σε απλό διαδικαστικό προστάδιο της πολιτικής δίκης, πράγμα που θα αντιστρατευόταν ευθέως στη σχετική προς τη φύση της αρχή της μη αναθεωρήσεως της ουσίας της διαιτητικής απόφασης (ΟλΑΠ 14/2015).
Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, που ορίζει ότι: "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος" περιέχει μεν συναφώς κανόνα αναγκαστικού δικαίου της ελληνικής έννομης τάξης (ΟλΑΠ 350/1985), δεν είναι όμως δημόσιας τάξεως κατά την προεκτεθείσα έννοια του άρθρου 897 παρ. 6 ΚΠολΔ, αφού δεν μπορεί να ενταχθεί στα πολιτειακά, πολιτιστικά, κοινωνικά και, ιδίως, οικονομικά θεμέλια της ελληνικής έννομης τάξης, ενόψει μάλιστα και του ότι έχει θεσπισθεί για να υπηρετήσει, όχι το δημόσιο συμφέρον, αλλά το ιδιωτικό συμφέρον των συναλλασσομένων (ΟλΑΠ 14/2015).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 388 εδαφ. α' ΑΚ "αν τα περιστατικά στα οποία κυρίως, ενόψει της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, τα μέρη στήριξαν τη σύναψη αμφοτεροβαρούς συμβάσεως μεταβλήθηκαν ύστερα, από λόγους που ήταν έκτακτοι και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν, και από τη μεταβολή αυτή η παροχή του οφειλέτη, ενόψει και της αντιπαροχής έγινε υπέρμετρα επαχθής, το δικαστήριο μπορεί κατά την κρίση του με αίτηση του οφειλέτη να την αναγάγει στο μέτρο που αρμόζει να αποφασίσει τη λύση της συμβάσεως εξ ολοκλήρου ή κατά το μέρος που δεν εκτελέσθηκε ακόμη".
Η προαναφερθείσα διάταξη που περιέχει κανόνα αναγκαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 350/1987) κατά την έννοια του άρθρου 3 ΑΚ, αποτελεί ειδική εφαρμογή επί των αμφοτεροβαρών συμβάσεων των αρχών που καθιερώνονται με τα άρθρα 200 και 288 ΑΚ της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, στην πρώτη των οποίων ορίζεται ότι "οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη" και στη δεύτερη ότι "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη" και επιδιώκεται η ισορροπία παροχής και αντιπαροχής που διαταράχθηκε.
Οι διατάξεις αυτές των άρθρων 388 παρ. 1 και 288 ΑΚ δεν περιέχουν θεμελιακό κανόνα της πολιτειακής, πολιτιστικής, δικαιικής, ηθικής, κοινωνικής ή οικονομικής ζωής της Χώρας, δεν είναι δηλαδή δημοσίας τάξεως, κατά την έννοια των άρθρων 897 αρ. 6 ΚΠολΔ και 33 ΑΚ, και πάντως δεν έχουν τεθεί για να υπηρετήσουν το δημόσιο, αλλά το ιδιωτικό συμφέρον (εμπίπτουσες στην έννοια των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 3 ΑΚ), με συνέπεια η εφαρμογή τους να μην βρίσκεται σε αντίθεση με την, κατά την εκτεθείσα έννοια, δημόσια τάξη και να μη δικαιολογείται η ακύρωση της διαιτητικής απόφασης, εκ του λόγου αυτού κατ' άρθρο 897 αρ. 6 ΚΠολΔ, (ΟλΑΠ 14/2015).
Ομοίως, έχει τεθεί για να υπηρετήσει το ιδιωτικό συμφέρον και συνεπώς δεν περιέχει κανόνα δημόσιας τάξεως, η διάταξη του άρθρου 344 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία "ο οφειλέτης κατά τη διάρκεια της υπερημερίας ευθύνεται για κάθε αμέλεια. Ευθύνεται επίσης για τα τυχαία γεγονότα, εκτός αν αποδείξει ότι η ζημία θα επερχόταν και αν η παροχή εκπληρωνόταν έγκαιρα".
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), μεταξύ των οποίων και οι επίμαχες 7/2014 και 8/2014 διαιτητικές αποφάσεις του Ναυτικού Επιμελητήριου Ελλάδος, προκύπτουν, ως προς τη βασιμότητα των εδώ ερευνώμενων αναιρετικών λόγων, τα ακόλουθα:
Με την από 2.5.2012 αίτηση που άσκησαν οι ήδη αναιρεσίβλητες κατά των αναιρεσειουσών ενώπιον του προβλεπομένου με τους έγγραφους όρους των ιδιωτικών συμφωνητικών που είχαν καταρτισθεί μεταξύ αυτών διαιτητικού δικαστηρίου της μόνιμης διαιτησίας του Ναυτικού Επιμελητήριου Ελλάδος, που κατέστη αρμόδιο για την επίλυση των μεταξύ τους διαφορών, από τις κατωτέρω συμβάσεις ναυλώσεως-μισθώσεως, ιστορούσαν ότι με το από 12.8.2010 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ της πρώτης αιτούσας (...) και της πρώτης των καθ' ων (...), το από 2.8.2010 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ της πρώτης αιτούσας και της πρώτης των καθ' ων, το από 8.10.2010 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ της πρώτης αιτούσας και της δεύτερης των καθ' ων (...), το από 2.8.2010 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ της δεύτερης αιτούσας (...) και της πρώτης των καθ' ων, το από 3.1.2011 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ της τρίτης αιτούσας (...) και της πρώτης των καθ' ων, εκναυλώθηκαν από τις αιτούσες στην πρώτη των καθ' ων τα αναφερόμενα πλωτά ναυπηγήματα (φορτηγίδες, ρυμουλκό πλοίο, πλωτός γερανός), αντί του συμφωνηθέντος μισθώματος και για τον αναφερόμενο ορισμένο χρόνο, ότι μολονότι είχε λήξει ο χρόνος της μίσθωσης η μισθώτρια δεν επαναπαρέδωσε τα μίσθια και ζήτησαν την καταβολή ποσών για οφειλόμενους ναύλους και σταλίες, με τη συμπληρωματική δε από 14.1.2013 αίτησή τους ζήτησαν την καταβολή χρηματικών ποσών για μισθώματα, αποζημίωση για βλάβες και ελλείψεις των μίσθιων πλωτών ναυπηγημάτων και αποζημίωσης για το χρόνο που στερήθηκαν τη χρήση των ναυπηγημάτων αυτών λόγω επισκευής των βλαβών τους, όπως ειδικότερα εξειδικεύονται τα ποσά στις αιτήσεις τους.
Τα ποσά αυτά ζητούσαν να υποχρεωθεί να καταβάλει σ' αυτές εις ολόκληρο με την άνω μισθώτρια και η δεύτερη των καθ' ων η αίτησή τους (δεύτερη αναιρεσείουσα εταιρεία ...), ως αναδεχθείσα σωρευτικά με την πρώτη τούτων τις οφειλές της μισθώτριας που θα σχετίζονταν με τις ναυλώσεις. Επί των ανωτέρω αιτήσεων εκδόθηκαν οι 7/2014 και 8/2014 διαιτητικές αποφάσεις, με την πρώτη των οποίων απορρίφθηκε η αίτηση ως προς την τρίτη αιτούσα και έγινε εν μέρει δεκτή ως προς την πρώτη και δεύτερη αιτούσες, υποχρεώνοντας τις καθ' ων να καταβάλουν καθεμία εις ολόκληρο στην μεν πρώτη αιτούσα το ποσό των 334.061 ευρώ και στη δεύτερη αιτούσα το ποσό των 431.450 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους, με τη δεύτερη δε έγινε εν μέρει δεκτή η αίτηση και υποχρεώθηκαν οι καθ' ων να καταβάλουν, κάθε μία εις ολόκληρο, στην πρώτη αιτούσα ποσό 274.663,01 ευρώ, στη δεύτερη αιτούσα ποσό 201.945 ευρώ και στην τρίτη αιτούσα ποσό 5.806 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους.
Για να καταλήξει στο παραπάνω πόρισμά του το διαιτητικό δικαστήριο, απέρριψε προηγουμένως, εκτός των άλλων, κατά πλειοψηφία, και την προβληθείσα κατ' ένσταση με τις προτάσεις των εναγόμενων (αναιρεσειουσών) ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, επίσης τον ισχυρισμό ότι επήλθε απρόοπτη μεταβολή των συνθηκών κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 388 ΑΚ και συγκεκριμένα με επίκληση των γεγονότων του εμφύλιου πολέμου στη Λιβύη κατά τον κρίσιμο χρόνο, συνεπεία των οποίων δεν κατέστη δυνατή η έγκαιρη επαναπαράδοση των μίσθιων ναυπηγημάτων, τον ισχυρισμό περί ακυρότητας του συμφωνηθέντος όρου, ότι οι μισθώτριες αναλαμβάνουν την ευθύνη και σε περίπτωση ανώτερης βίας, δεχθείσα ότι ο όρος αυτός δεν προσκρούει στη δημόσια τάξη, καθώς και την ένσταση περί συντρέχοντος πταίσματος των εκμισθωτριών, όπως επίσης και το ότι οι επίδικες μισθώσεις είχαν παραταθεί.
Κατά των ως άνω διαιτητικών αποφάσεων οι αναιρεσείουσες άσκησαν την από 17.11.2014 αγωγή και την από 13.1.2015 συμπληρωματική αγωγή, για ακύρωση της 7/2014 διαιτητικής απόφασης και την από 26.11.2014 αγωγή και την από 13.1.2015 συμπληρωματική αγωγή για ακύρωση της 8/2014 διαιτητικής απόφασης ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, προέβαλαν δε ως λόγους ακυρότητας των διαιτητικών αποφάσεων την αντίθεση αυτών προς διατάξεις δημόσιας τάξης, κατά το άρθρο 897 περ. 6 ΚΠολΔ και τη συνδρομή λόγου αναψηλάφησης κατά το άρθρο 897 αρ 8, σε συνδυασμό με άρθρο 544 ΚΠολΔ.
Το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ερευνώντας τους ως άνω λόγους ακυρώσεως των διαιτητικών αποφάσεων, απέρριψε τις αγωγές, δεχόμενο τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του από 12-8-2010 ιδιωτικού συμφωνητικού που καταρτίστηκε στον Πειραιά μεταξύ της πρώτης ενάγουσας εταιρείας με την επωνυμία "..."και της πρώτης εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία "...", η πρώτη εναγομένη εκναύλωσε στην πρώτη ενάγουσα μία επίπεδη πλωτή φορτηγίδα με το όνομα "….", ιδιοκτησίας της, εγγεγραμμένη στο βιβλίο Πλωτών Ναυπηγημάτων Πειραιά, με αριθμό …5, για περίοδο 3 έως 6 μηνών, αντί μηνιαίου ναύλου 22.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για τη θαλάσσια μεταφορά τεχνητών ογκολίθων και πετρωμάτων στο έργο "..." που είχε αναλάβει υπεργολαβικά η πρώτη ενάγουσα.
Με τον υπ' αριθμ. 3 όρο ρητά συμφωνήθηκε ότι "υπάρχει δυνατότητα παράτασης της σύμβασης, η οποία θα γίνει μόνο με γραπτή συμφωνία των συμβαλλομένων μερών με ειδοποίηση τουλάχιστον 10 ημερολογιακών ημερών πριν τη λήξη της ναύλωσης". Περαιτέρω με το Προσάρτημα No I στο ανωτέρω από 12-8-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίστηκε μεταξύ της πρώτης εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία "..." και της δεύτερης ενάγουσας εταιρείας με την επωνυμία "...", η δεύτερη των εναγουσών αναδέχθηκε σωρευτικά όλες τις υποχρεώσεις και οφειλές της πρώτης ενάγουσας έναντι της πρώτης εναγομένης που θα σχετίζονταν με την ναύλωση της άνω φορτηγίδας.
Περαιτέρω δυνάμει του από 2-8-2010 ιδιωτικού συμφωνητικού που καταρτίστηκε στον Πειραιά μεταξύ της πρώτης ενάγουσας εταιρείας με την επωνυμία "..." και της πρώτης εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία "...", η πρώτη εναγομένη εκναύλωσε στην πρώτη ενάγουσα μία πλωτή διαιρούμενη υδραυλική φορτηγίδα περισυλλογής βυθοκορρημάτων και καθαρισμού θαλασσίων με το όνομα "...", ιδιοκτησίας της, εγγεγραμμένη στο βιβλίο Πλωτών Ναυπηγημάτων Πειραιά, με αριθμό …7, για περίοδο 3 έως 6 μηνών, αντί μηνιαίου ναύλου 14.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για τη θαλάσσια μεταφορά προϊόντων εκσκαφής στο σημείο απόρριψης και μεταφορά λιθορριπής από την προβλήτα ή ράμπα φόρτωσης στο έργο "..." που είχε αναλάβει υπεργολαβικά η πρώτη ενάγουσα.
Με τον υπ' αριθμ.3 όρο ρητά συμφωνήθηκε ότι "υπάρχει δυνατότητα παράτασης της σύμβασης η οποία θα γίνει μόνο με γραπτή συμφωνία των συμβαλλομένων μερών με ειδοποίηση τουλάχιστον 10 ημερολογιακών ημερών πριν τη λήξη της ναύλωσης". Περαιτέρω με το Προσάρτημα No I στο ανωτέρω από 2-8-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίστηκε μεταξύ της πρώτης εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία "..." και της δεύτερης ενάγουσας εταιρείας με την επωνυμία "...", η δεύτερη των εναγουσών αναδέχθηκε σωρευτικά όλες τις υποχρεώσεις και οφειλές της πρώτης ενάγουσας έναντι της πρώτης εναγομένης που θα σχετίζονταν με την ναύλωση της άνω φορτηγίδας.
Εξάλλου απεδείχθη ότι δυνάμει του από 8-10-2010 ιδιωτικού συμφωνητικού που καταρτίστηκε στον Πειραιά μεταξύ της πρώτης ενάγουσας εταιρείας με την επωνυμία "..." και της πρώτης εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία "...", η πρώτη εναγομένη εκναύλωσε στην πρώτη ενάγουσα μία πλωτή διαιρούμενη υδραυλική φορτηγίδα περισυλλογής βυθοκορρημάτων και καθαρισμού θαλασσίων με το όνομα "...", ιδιοκτησίας της, εγγεγραμμένη στο βιβλίο Πλωτών Ναυπηγημάτων Πειραιά, με αριθμό ….6, για περίοδο 3 έως 6 μηνών, αντί μηνιαίου ναύλου 10.000 ευρώ, πλέον Φ ΓΙΑ, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για τη θαλάσσια μεταφορά προϊόντων εκσκαφής στο σημείο απόρριψης και μεταφορά λιθορριπής από την προβλήτα ή ράμπα φόρτωσης, στο έργο "..." που είχε αναλάβει υπεργολαβικά η πρώτη ενάγουσα.
Με τον υπ' αριθμ.3 όρο ρητά συμφωνήθηκε ότι "υπάρχει δυνατότητα παράτασης της σύμβασης η οποία θα γίνει μόνο με γραπτή συμφωνία των συμβαλλομένων μερών με ειδοποίηση τουλάχιστον 10 ημερολογιακών ημερών πριν τη λήξη της ναύλωσης"• Περαιτέρω με το Προσάρτημα No I στο ανωτέρω από 8-10-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίστηκε μεταξύ της πρώτης εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία "..." και της δεύτερης ενάγουσας εταιρείας με την επωνυμία "...", η δεύτερη των εναγουσών αναδέχθηκε σωρευτικά όλες τις υποχρεώσεις και οφειλές της πρώτης ενάγουσας έναντι της πρώτης εναγομένης που θα σχετίζονταν με την ναύλωση της άνω φορτηγίδας.
Επίσης απεδείχθη ότι δυνάμει του από 2-8-2010 ιδιωτικού συμφωνητικού που καταρτίστηκε στον Πειραιά μεταξύ της πρώτης ενάγουσας εταιρείας με την επωνυμία "..." και της δεύτερης εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία "...", η δεύτερη εναγομένη εκναύλωσε στην πρώτη ενάγουσα ένα ρυμουλκό πλοίο με το όνομα "..." ιδιοκτησίας της, εγγεγραμμένο στο νηολόγιο Πειραιά, με αριθμό ….80, για περίοδο 3 έως 6 μηνών, αντί μηνιαίου ναύλου 42.000 ευρώ, πλέον ΦΙ ΙΑ, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για τη ρυμούλκηση πλωτών ναυπηγημάτων, στο έργο "..." που είχε αναλάβει υπεργολαβικά η πρώτη ενάγουσα.
Με τον υπ* αριθμ.3 όρο ρητά συμφωνήθηκε ότι "μπορεί να παραταθεί η ναύλωση με αμοιβαία συμφωνία των μερών". Περαιτέρω με το Προσάρτημα No I στο ανωτέρω από 2-8-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίστηκε μεταξύ της δεύτερης εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία "..." και της δεύτερης ενάγουσας εταιρείας με την επωνυμία "...", η δεύτερη των εναγουσών αναδέχθηκε σωρευτικά όλες τις υποχρεώσεις και οφειλές της πρώτης ενάγουσας έναντι της δεύτερης εναγομένης που θα σχετίζονταν με την ναύλωση του άνω ρυμουλκού.
Ακόμη, απεδείχθη ότι δυνάμει του από 3-1-2011 ιδιωτικού συμφωνητικού που καταρτίστηκε στον Πειραιά μεταξύ της πρώτης ενάγουσας εταιρείας με την επωνυμία "..." και της τρίτης εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία "...", η τρίτη εναγομένη εκναύλωσε στην πρώτη ενάγουσα ένα πλωτό γερανό με το όνομα "..." ιδιοκτησίας της, εγγεγραμμένο στο βιβλίο Πλωτών Ναυπηγημάτων Πειραιά, με αριθμό …9, για περίοδο 6 μηνών, αντί μηνιαίου ναύλου 30.000 ευρώ, πλέον Φ ΠΑ, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί στην κατασκευή προβλητών, στο έργο "..." που είχε αναλάβει υπεργολαβικά η πρώτη ενάγουσα.
Με τον υπ' αριθμ.3 όρο ρητά συμφωνήθηκε ότι "υπάρχει δυνατότητα περαιτέρω παράτασης της σύμβασης η οποία θα γίνει μόνο με αμοιβαία συμφωνία των συμβαλλομένων μερών και με ειδοποίηση τουλάχιστον 15 ημερολογιακών ημερών πριν από τη λήξη της ναύλωσης. Η συμφωνία θα είναι μόνο γραπτή και με την προϋπόθεση ότι θα συμφωνήσουν και τα δύο μέρη, διαφορετικά δεν ισχύει".
Περαιτέρω με το Προσάρτημα No I στο ανωτέρω από 3-1-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίστηκε μεταξύ της τρίτης εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία "..." και της δεύτερης ενάγουσας εταιρείας με την επωνυμία "...", η δεύτερη των εναγουσών αναδέχθηκε σωρευτικά όλες τις υποχρεώσεις και οφειλές της πρώτης ενάγουσας έναντι της τρίτης εναγομένης που θα σχετίζονταν με την ναύλωση του άνω πλωτού γερανού.
Περαιτέρω απεδείχθη ότι το Φεβρουάριο 2011 ξέσπασε στη Λιβύη εμφύλιος πόλεμος, που κατέστησε αδύνατη την επαναπαράδοση των ναυλωθέντων πλωτών ναυπηγημάτων και πιο συγκεκριμένα η λήξη της ναύλωσης της φορτηγίδας "…." επήλθε στις 19-2- 2011, η δε επαναπαράδοση της στον Πειραιά έγινε στις 30-7-2012, η λήξη της ναύλωσης της φορτηγίδας "…." και του ρυμουλκού "..." επήλθε στις 5-2-2011, η δε επαναπαράδοση τους στον Πειραιά έγινε στις 15-8-2012 και 30-7- 2012 αντίστοιχα, η λήξη της ναύλωσης της φορτηγίδας "..." έγινε στις 21-4-2011, η δε επαναπαράδοση της στον Πειραιά έγινε στις 20-10-2012, η λήξη της ναύλωσης του γερανού "..." έγινε στις 30-6-2011, η δε επαναπαράδοση του στον Πειραιά στις 20-10-2012.
Επίσης απεδείχθη ότι δεν υπήρξε γραπτή συμφωνία παράτασης της χρονικής διάρκειας όλων των ναυλώσεων, γεγονός που άλλωστε συνομολογείται, αλλά ούτε και σιωπηρή αναμίσθωση των πλωτών ναυπηγημάτων. Σημειώνεται ότι κατά το άρθρο 611 ΑΚ που προβλέπει τη σιωπηρή αναμίσθωση, γίνεται δεκτό ότι σε περίπτωση που το μισθωτήριο απαγορεύει τη σιωπηρή αναμίσθωση, όπως συνέβη στην προκείμενη περίπτωση, ο εκμισθωτής δεν είναι ανάγκη να εναντιωθεί και σιωπηρή παράταση δεν είναι δυνατή...Τα ανωτέρω προκύπτουν και από τις προτάσεις των εναγουσών ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου, στις οποίες...
αναγράφεται ότι "...τον ίδιο μήνα (Φεβρουάριο) συνέπεσε και η λήξη των συμβάσεων ναύλωσης των φορτηγίδων "...", "…" και "...". Βεβαίως δεν υπήρχε συζήτηση περί ανανέωσης ή παράτασης των ναυλώσεων....τον Απρίλιο έληξε το ναυλοσύμφωνο της Φ/Γ "...". Βεβαίως καμία ανανέωση/παράταση της ναύλωσης δεν έλαβε χώρα, τον Ιούνιο έληξε και η διάρκεια της ναύλωσης του πλωτού γερανού "...".
Βεβαίως καμία ανανέωση/παράταση της ναύλωσης δεν έλαβε χώρα..". Επιπλέον ο τεθείς στις συμβάσεις ναύλωσης όρος περί γραπτής παράτασης των συμβάσεων με ειδοποίηση προ 10 ημερών, έγινε με το μοναδικό σκοπό να μην υπάρχει παρερμηνεία ως προς την παράταση ή μη των ναυλώσεων. Οι ενάγουσες με το δεύτερο λόγο των κρινόμενων αγωγών τους και το μόνο λόγο στις υπ' αριθμ.καταθ….3/2015 και ….5/2015 συμπληρωματικές αγωγές τους (περί συνδρομής λόγου αναψηλάφησης) ισχυρίζονται ότι οι επίδικες ναυλώσεις είχαν σιωπηρά παραταθεί και η παράταση αυτή αποδεικνύεται από το από 29-4-2011 έγγραφο των εναγομένων, που απεστάλη σ' αυτές με φαξ, την ύπαρξη του οποίου απέκρυψαν οι εναγόμενες και δεν μπόρεσαν να προσκομίσουν αυτές από λόγους ανώτερης βίας, λόγω της καθυστερημένης λήψης του φαξ από εμπλοκή της συσκευής φαξ.
Ειδικότερα το συγκεκριμένο έγγραφο απευθύνει η πρώτη εναγομένη προς τις ενάγουσες και αναγράφει τα ακόλουθα: "Κύριοι, Αναφέρομαι στην από 20-4-2011 επιστολή σας, το περιεχόμενο της οποίας αρνούμαι και αποκρούω ως αβάσιμο. Με δεδομένο το αναμφισβήτητο γεγονός ότι οι μεταξύ μας συμβάσεις ναύλωσης εξακολουθούν να υφίστανται και να είναι σε ισχύ, με την παρούσα σας καλώ, επιφυλασσόμενη ρητά όλων των νομίμων δικαιωμάτων μου, να τηρήσετε τις έναντι εμού αναληφθείσες συμβατικές σας υποχρεώσεις, στις οποίες ρητά περιλαμβάνεται μεταξύ άλλων και η ασφάλιση των εκναυλωθέντων ναυπηγημάτων μου καθ' όλη τη διάρκεια της χρονοναύλωσης κατά των κινδύνων πολέμου (WAR RISKS) στη Λιβύη, η οποία (Λιβύη) άλλωστε αποτελεί τον τόπο της δικής σας επιλογής για την απασχόληση των ναυπηγημάτων μου".
Όμως το ανωτέρω έγγραφο, όπως φαίνεται από το περιεχόμενο του, δεν αποτελεί συμφωνητικό παράτασης ή μονομερή δήλωση παράτασης των επιδίκων ναυλώσεων, αλλά επιστολή διαμαρτυρίας του νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης προς τις ενάγουσες, σκοπός της οποίας ήταν μόνο να τους επισημάνει την υποχρέωση τους να ασφαλίσουν τα πλωτά ναυπηγήματα, που εξακολουθούσαν να έχουν στην κατοχή τους, από τους κινδύνους του πολέμου που βρισκόταν σε εξέλιξη.
Ακόμη και στην περίπτωση που ο υπογράφων το έγγραφο αυτό για λογαριασμό της πρώτης εναγομένης Ν. Α., είναι νόμιμος εκπρόσωπος και των λοιπών εναγομένων, ουδόλως προκύπτει από το άνω έγγραφο σε ποια από τα πλωτά ναυπηγήματα αναφέρεται, καθόσον η ναύλωση του πλωτού γερανού "..." ήταν ακόμη σε ισχύ. Επομένως, πλήρως απεδείχθη ότι οι συμβάσεις ναύλωσης δεν είχαν παραταθεί ούτε ρητά, ούτε σιωπηρά, γεγονός που ορθά δέχθηκαν οι υπ' αριθμ.7/2014 και 8/2014 αποφάσεις του Διαιτητικού Δικαστηρίου, ανεξαρτήτως του ότι δεν είχαν λάβει υπόψη τους το μη προσκομισθέν από 29-4-2011 έγγραφο...Εξάλλου απεδείχθη ότι οι εναγόμενες είχαν ασκήσει κατά των εναγουσών την από 2-5-2012 διαιτητική αγωγή τους, με την οποία ζητούσαν να επιδικασθούν σε βάρος των τελευταίων ναύλοι και σταλίες για το χρονικό διάστημα από τη λήξη των συμβάσεων μέχρι τις 30-4-2012 (επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ.7/2014 διαιτητική απόφαση) και στη συνέχεια την από 14-1-2013 συμπληρωματική διαιτητική αγωγή τους, με την οποία ζητούσαν να επιδικασθούν σε βάρος των εναγουσών ναύλοι και σταλίες για το χρονικό διάστημα από τη λήξη των συμβάσεων μετά την 1-5- 2012 μέχρι την παράδοση των ναυπηγημάτων (επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ.8/2014 διαιτητική απόφαση).
Οι ενάγουσες με τον πρώτο λόγο των υπ' αριθμ. καταθ. ….8/2014 και ….1/2014 αγωγών τους ισχυρίζονται ότι οι υπ1 αριθμ.7/2014 και 8/2014 διαιτητικές αποφάσεις είναι άκυρες, καθόσον είναι αντίθετες σε διατάξεις δημόσιας τάξεως, ήτοι σε διατάξεις αναγκαστικού δικαίου που ταυτίζονται ως έννοια με το άρθρο 3 ΑΚ και δη δεν εφάρμοσαν ορθά τα άρθρα 388, 288...
ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 344 ΑΚ, κρίνοντας ότι δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ περί απρόοπτης μεταβολής των συνθηκών σε αμφοτεροβαρή σύμβαση στην περίπτωση της υπερημερίας του οφειλέτη του άρθρου 344 εδ. β' ΑΚ, επιπλέον δε (ισχυρίζονται ότι) το διαιτητικό Δικαστήριο απέρριψε ισχυρισμό τους περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής των εναγομένων (άρθρα 281,288 ΑΚ) λόγω γεγονότων ανωτέρας βίας που προκλήθηκαν στη Λιβύη και καθιστούσαν αδύνατη την επαναπαράδοση των πλωτών ναυπηγημάτων των εναγομένων.
Πιο συγκεκριμένα οι ενάγουσες ισχυρίστηκαν ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου ότι η αδυναμία ρητά, ούτε σιωπηρά, γεγονός που ορθά δέχθηκαν οι υπ' αριθμ.7/2014 και 8/2014 αποφάσεις του Διαιτητικού Δικαστηρίου, ανεξαρτήτως του ότι δεν είχαν λάβει υπόψη τους το μη προσκομισθέν από 29-4-2011 έγγραφο...Εξάλλου απεδείχθη ότι οι εναγόμενες είχαν ασκήσει κατά των εναγουσών την από 2-5-2012 διαιτητική αγωγή τους, με την οποία ζητούσαν να επιδικασθούν σε βάρος των τελευταίων ναύλοι και σταλίες για το χρονικό διάστημα από τη λήξη των συμβάσεων μέχρι τις 30-4-2012 (επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ.7/2014 διαιτητική απόφαση) και στη συνέχεια την από 14-1-2013 συμπληρωματική διαιτητική αγωγή τους, με την οποία ζητούσαν να επιδικασθούν σε βάρος των εναγουσών ναύλοι και σταλίες για το χρονικό διάστημα από τη λήξη των συμβάσεων μετά την 1-5- 2012 μέχρι την παράδοση των ναυπηγημάτων (επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ.8/2014 διαιτητική απόφαση).
Οι ενάγουσες με τον πρώτο λόγο των υπ' αριθμ.καταθ. ….8/2014 και ….1/2014 αγωγών τους ισχυρίζονται ότι οι υπ1 αριθμ.7/2014 και 8/2014 διαιτητικές αποφάσεις είναι άκυρες, καθόσον είναι αντίθετες σε διατάξεις δημόσιας τάξεως, ήτοι σε διατάξεις αναγκαστικού δικαίου που ταυτίζονται ως έννοια με το άρθρο 3 ΑΚ και δη δεν εφάρμοσαν ορθά τα άρθρα 388, 288...
ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 344 ΑΚ, κρίνοντας ότι δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ περί απρόοπτης μεταβολής των συνθηκών σε αμφοτεροβαρή σύμβαση στην περίπτωση της υπερημερίας του οφειλέτη του άρθρου 344 εδ. β1 ΑΚ, επιπλέον δε (ισχυρίζονται ότι) το διαιτητικό Δικαστήριο απέρριψε ισχυρισμό τους περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής των εναγομένων (άρθρα 281,288 ΑΚ) λόγω γεγονότων ανωτέρας βίας που προκλήθηκαν στη Λιβύη και καθιστούσαν αδύνατη την επαναπαράδοση των πλωτών ναυπηγημάτων των εναγομένων.
Πιο συγκεκριμένα οι ενάγουσες ισχυρίστηκαν ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου ότι η αδυναμία τους για παράδοση των πλωτών ναυπηγημάτων των εναγομένων, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα τους, αλλά σε γεγονότα ανώτερης βίας (εμφύλιος πόλεμος Λιβύης), οι δε αγωγές των εναγομένων με τις οποίες ζητούσαν αποζημίωση από ναύλους και σταλίες ασκήθηκαν καταχρηστικά, εναντίον των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος, αφού η ένοπλη σύρραξη, που είναι γεγονός πασίδηλο, αποκλείει κάθε βαθμό υπαιτιότητας τους για την έγκαιρη επαναπαράδοση των άνω πλωτών ναυπηγημάτων.
Περαιτέρω απεδείχθη ότι το διαιτητικό Δικαστήριο... ως προς τους ισχυρισμούς των εναγουσών, έκρινε τα ακόλουθα: ".... Επειδή οι καθών ισχυρίζονται ότι, επειδή τα πολεμικά γεγονότα στη Λιβύη, κατά τον επίδικο χρόνο, τα οποία επικαλούνται, συνιστούν γεγονότα ανωτέρας βίας, για τα οποία δεν τις βαρύνει καμία υπαιτιότητα, είχαν ως συνέπεια, όχι μόνο ότι κατέστησαν αδύνατη την από μέρους τους εκπλήρωση της παροχής τους προς τις αιτούσες, αλλά επέφεραν ταυτόχρονα και σοβαρή οικονομική ζημία των ιδίων, καθιστούν την άσκηση των αξιώσεων των αιτουσών, οι οποίες παραγνωρίζουν τα παραπάνω πολεμικά γεγονότα και τη δική τους ζημία, καταχρηστική.
Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος, διότι, η αξίωση για πλήρη αποκατάσταση της ζημίας που ισχυρίζονται ότι υπέστησαν οι αιτούσες, παρά το γεγονός ότι οι καθών ισχυρίζονται ότι υπέστησαν και αυτές ζημία, δεν υπερβαίνει προφανώς ούτε τα όρια της καλής πίστης, ούτε των χρηστών ηθών, ούτε τα επιβαλλόμενα από τον κοινωνικό ή τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος τους, που είναι η αποκατάσταση της δικής τους ζημίας, όπως επίσης δεν υπερβαίνει τα παραπάνω όρια η παράλειψη από τις αιτούσες να αναγνωρίζουν την ύπαρξη γεγονότων ανωτέρας βίας, αφού οι καθών δικαιούνται να επικαλεσθούν (όπως έπραξαν εν προκειμένω) και να αποδείξουν (περί αυτού παρακάτω) τα γεγονότα της ανωτέρας βίας, για να αποκρούσουν εν όλω ή εν μέρει τις αξιώσεις των αιτουσών.
Περαιτέρω αλυσιτελώς γίνεται από την πλευρά των καθών αναφορά στο άρθρο 388 ΑΚ το οποίο, ανεξάρτητα από την έλλειψη αρτιότητας του σχετικού ισχυρισμού, δεν έχει εν προκειμένω εφαρμογή ενώ κατά τη γνώμη της διαιτητού Ο. Ζ. έχει εφαρμογή. Πρέπει επίσης να απορριφθεί ο ισχυρισμός των καθών ότι όπου έχει συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων ότι οι καθών αναλαμβάνουν την ευθύνη και σε περίπτωση ανωτέρας βίας, ο σχετικός όρος είναι άκυρος διότι προσκρούει στην δημόσια τάξη, και τούτο διότι ο σχετικός όρος σκοπό έχει τη μετάθεση του κινδύνου σε περίπτωση ανωτέρας βίας από τον κύριο του πράγματος στον αντισυμβαλλόμενο ακριβώς για να καλύψει τις ακραίες συνθήκες, όπως πολεμικά γεγονότα, εξεγέρσεις, σεισμούς κλπ που τυχόν θα προκύψουν όσο το αντικείμενο της σύμβασης βρίσκεται υπό τον έλεγχο του αντισυμβαλλομένου, ο οποίος δεχόμενος τον όρο, αναλαμβάνει ένα κίνδυνο, ο οποίος, άλλως, θα έπληττε τον κύριο του πράγματος.
Σε κάθε περίπτωση, πάντως εν προκειμένω ο παραπάνω όρος δεν έρχεται σε σύγκρουση με τη δημόσια τάξη"... Ο πρώτος λόγος των άνω αγωγών ακύρωσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον οι διατάξεις των άρθρων 388 και 288 ΑΚ, είναι μεν κανόνες αναγκαστικού δικαίου, που αποβλέπουν πρωτίστως στο ιδιωτικό συμφέρον και εφαρμόζονται στη μεταβολή των συνθηκών πάνω στις οποίες στήριξαν τα μέρη την μεταξύ τους σύμβαση, για απρόβλεπτους λόγους, με την περαιτέρω πρόσθετη προϋπόθεση ο οφειλέτης να μην είναι υπερήμερος.
Έτσι ο συμβαλλόμενος που βρίσκεται σε υπερημερία σχετικά με την εκπλήρωση της παροχής του κατά τον χρόνο κατά τον οποίο επέρχεται η μεταβολή των συνθηκών, δεν έχει δικαίωμα να επικαλεσθεί την προστασία των άρθρων 388 και 288 ΑΚ, δεδομένου ότι αυτή παρέχεται μόνο στον καλόπιστο και όχι στον υπερήμερο οφειλέτη, τυχόν δε εφαρμογή του άρθρου 388 ΑΚ αντίκειται στην αντικειμενική ευθύνη της ΑΚ 344 εδ.β'...
Κατόπιν αυτού και ανεξάρτητα από το αν τα άρθρα 388 και 288 ΑΚ θεωρούνται κανόνες δημόσιας τάξης με την έννοια του άρθρου 33 του ΑΚ ή όχι (το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι δεν είναι κανόνες δημόσιας τάξης με την ανωτέρω έννοια, αφού αποβλέπουν πρωτίστως στο ιδιωτικό συμφέρον και όχι στο δημόσιο και δεν συγκροτούν τα θεμέλια του κρατικού, κοινωνικού ή οικονομικού συστήματος της χώρας), οι άνω διαιτητικές αποφάσεις ορθά έκριναν ότι το άρθρο 388 ΑΚ δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση της υπερημερίας του οφειλέτη (εν προκειμένω των εναγουσών ως προς την παράδοση των πλωτών ναυπηγημάτων) και η ανωτέρω κρίση δεν έρχεται σε αντίθεση με διατάξεις δημόσιας τάξης...
Οι ενάγουσες με το δεύτερο λόγο των αγωγών και το μοναδικό λόγο των συμπληρωματικών αγωγών τους ισχυρίζονται ότι συντρέχει λόγος αναψηλάφησης των διαιτητικών αποφάσεων, καθόσον βρήκαν στην κατοχή τους μετά την έκδοση των άνω διαιτητικών αποφάσεων, νέο κρίσιμο έγγραφο, το οποίο δεν μπορούσαν να το προσκομίσουν εγκαίρως από ανώτερη βία και το οποίο κατακράτησαν οι αντίδικοι τους, την ύπαρξη του οποίου αγνοούσαν, όπως αγνοούσαν και την κατοχή του από τους αντιδίκους τους κατά τη διάρκεια των διαιτητικών δικών και πιο συγκεκριμένα οι αντίδικοι είχαν στην κατοχή τους και δεν προσκόμισαν στο διαιτητικό Δικαστήριο, το από 29-4-2011 κρίσιμο έγγραφο, από το οποίο πλήρως προκύπτει η ισχύς των συμβάσεων ναυλώσεων και η μη υπερημερία των εναγουσών, το οποίο έγγραφο είχαν αποστείλει σ' αυτές με φαξ, πλην όμως οι ενάγουσες λόγω βλάβης της συσκευής φαξ δεν έλαβαν στην κατοχή τους, ώστε να το προσκομίσουν στο Διαιτητικό Δικαστήριο, η δε συσκευή φαξ μετά από αποθήκευση της και επισκευή της εκτύπωσε το έγγραφο αυτό στις 17-11-2014.
Ο λόγος αυτός ακύρωσης είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι οι ενάγουσες πράγματι αγνοούσαν την ύπαρξη του ανωτέρω εγγράφου - επιστολής για το λόγο ότι η συσκευή φαξ τους είχε βλάβη, εν τούτοις η επιστολή αυτή δεν αποτελεί "κρίσιμο" έγγραφο, κατά την έννοια του νόμου, αφού από το έγγραφο αυτό, όπως αναπτύχθηκε ανωτέρω, δεν προκύπτει άμεση και πλήρης απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού των εναγουσών περί παρατάσεως των επιδίκων ναυλώσεων, που οι ενάγουσες είχαν προβάλει στις διαιτητικές δίκες προς αντίκρουση των αιτήσεων των εναγομένων και στη μη παραδοχή του οποίου στηρίζεται, μεταξύ άλλων, το διατακτικό της αποφάσεως, αφού ακόμη και στην περίπτωση που το έγγραφο αυτό είχε προσκομιστεί στο διαιτητικό Δικαστήριο, δεν θα οδηγούσε σε διαφορετική κρίση.
Άλλωστε το έγγραφο αυτό, όπως έχει εκτεθεί ανωτέρω, δεν αποτελεί συμφωνητικό παρατάσεως των ενδίκων ναυλώσεων, αλλά επιστολή διαμαρτυρίας του νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης προς τις ενάγουσες με την οποία τους επισημαίνει την υποχρέωση τους να ασφαλίσουν τα, ευρισκόμενα στην κατοχή τους, πλωτά ναυπηγήματα από κινδύνους πολέμου.
Σημειώνεται ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι ένδικες συμβάσεις ναυλώσεων είχαν λήξει κατά τους αναφερόμενους ανωτέρω χρόνους και δεν παρατάθηκαν ούτε ρητά ούτε σιωπηρά, προεχόντως, διότι δεν υπήρξε γραπτή συμφωνία παρατάσεως αυτών, όπως ήταν απαιτητό σύμφωνα με τον όρο 3 στις μισθώσεις των "…" και "…." (αλλ', όπως προκύπτει από τα προεκτεθέντα, και των "…." και "…"), ενώ για το "..." τυχόν παράταση δεν είχε έννομη συνέπεια, αφού σύμφωνα με τον όρο 4.1 του ιδιωτικού συμφωνητικού στην περίπτωση που θεωρηθεί ότι η μίσθωση έληξε στις 5-2-2011, τα αιτούμενα ποσά η δεύτερη εναγομένη δικαιούται ως αποζημίωση, ισούμενη με το ναύλο αν το ρυμουλκό χρησιμοποιούταν και με τις σταλίες αν δεν χρησιμοποιούταν, ενώ αν θεωρηθεί ότι η μίσθωση δεν έληξε, η δεύτερη εναγομένη δικαιούται τα αιτούμενα ποσά ως ναύλο ή σταλίες αντίστοιχα, ανάλογα με το αν το ρυμουλκό χρησιμοποιούταν ή (λόγω ανωτέρας βίας) δεν χρησιμοποιούταν, αλλά βρισκόταν σε σταλίες".
Σύμφωνα με τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, το Εφετείο, ερευνώντας τις παραδοχές του αιτιολογικού των ελεγχόμενων διαιτητικών αποφάσεων, σε συνδυασμό με το διατακτικό τους, έκρινε αφενός ότι δεν υπάρχει αντίθεση προς κανόνες δημόσιας τάξεως, υπό την προαναφερόμενη έννοια του άρθρου 33 ΑΚ, καθώς επίσης ότι οι διατάξεις των άρθρων 288 και 388 ΑΚ, είναι κανόνες αναγκαστικού δικαίου που αποβλέπουν στο ιδιωτικό συμφέρον, δεν εφαρμόζονται δε στην περίπτωση που ο οφειλέτης είναι υπερήμερος και συνεπώς ορθά έκριναν οι διαιτητικές αποφάσεις για τα ανωτέρω ζητήματα και δεν ερμήνευσαν ούτε εφάρμοσαν εσφαλμένα τις διατάξεις αυτές, ότι σωστά απέρριψαν την προβληθείσα από τις αναιρεσείουσες ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος από τις αναιρεσίβλητες και δεν παραβίασαν με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφετέρου ότι ο λόγος ακύρωσης των διαιτητικών αποφάσεων λόγω συνδρομής λόγου αναψηλάφησης είναι μη νόμιμος, καθόσον η έγγραφη επιστολή στην οποία θεμελιώνονταν δεν αποτελεί "κρίσιμο", κατά την έννοια του άρθρου 544 ΚΠολΔ, έγγραφο.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε τον πρώτο λόγο ακύρωσης των διαιτητικών αποφάσεων, δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 897 αρ. 6, ΚΠολΔ, 3, 33, 288, 344 και 388 ΑΚ, δεδομένου ότι οι επικαλούμενες από τις αναιρεσείουσες διατάξεις των άρθρων 288 και 388 ΑΚ περιέχουν κανόνες αναγκαστικού δικαίου της ελληνικής έννομης τάξης κατά την έννοια του άρθρου 3 ΑΚ και η διάταξη του άρθρου 344 ΑΚ διάταξη ενδοτικού δικαίου, και όχι κανόνες δημόσιας τάξης, κατά την προεκτεθείσα έννοια των άρθρων 897 αρ. 6 και 33 ΑΚ, αφού δεν μπορούν να ενταχθούν στα πολιτειακά, πολιτιστικά, δικαιικά, κοινωνικά και ιδίως οικονομικά θεμέλια της ελληνικής έννομης τάξης, ενόψει μάλιστα και του ότι έχουν θεσπιστεί για να υπηρετήσουν όχι το δημόσιο συμφέρον, αλλά το ιδιωτικό συμφέρον των συναλλασσόμενων και ως εκ τούτου, δε μπορούν να στηρίξουν τον εκ του άρθρου 897 αρ. 6 ΚΠολΔ λόγο ακύρωσης αυτών.
Με τα δεδομένα αυτά, αφού δηλαδή οι συγκεκριμένες διατάξεις δεν είναι δημόσιας τάξεως κατά την έννοια του άρθρου 33 ΑΚ, δεν είναι νοητή ούτε η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης του άρθρου 897 αρ. 6 ΚΠολΔ, Περαιτέρω, οι αιτιάσεις των αναιρεσειουσών περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου από τις προσβαλλόμενες διαιτητικές αποφάσεις και με εσφαλμένη εφαρμογή απόρριψη της ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ, δεν ιδρύουν, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, λόγο ακύρωσης των διαιτητικών αποφάσεων, Επομένως, ο πρώτος κύριος λόγος εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο πρώτος πρόσθετος λόγος της αίτησης αναίρεσης εκ των αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος, αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί, αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (ΟλΑΠ 13/1995).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκείμενου λόγου αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, σε αντίθεση με την έρευνα άλλων αναιρετικών λόγων, ελέγχοντας την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση και το αιτιολογικό της.
Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 897 αρ. 6 ΚΠολΔ, ο προβλεπόμενος σ' αυτή λόγος ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης λόγω αντιθέσεώς της προς τις διατάξεις δημόσιας τάξης ή προς τα χρηστά ήθη, ιδρύεται όταν η αντίθεση προς τις διατάξεις δημόσιας τάξης προκύπτει ευθέως και αποκλειστικά από το περιεχόμενο της διαιτητικής απόφασης στο σύνολό της, δηλαδή όχι μόνο από το διατακτικό της, αλλά και από το αιτιολογικό της.
Λαμβανομένων, όμως, υπόψη και των λοιπών διατάξεων του άρθρου 897 ΚΠολΔ, καμία από τις οποίες δεν παρέχει λόγο ακύρωσης, της διαιτητικής απόφασης για εσφαλμένη ουσιαστική κρίση του διαιτητή, παρέπεται ότι η ρηθείσα παράβαση πρέπει να προκύπτει αμέσως από τις παραδοχές του αιτιολογικού και του διατακτικού της ελεγχόμενης διαιτητικής απόφασης επί τη βάσει των πραγματικών δεδομένων, τα οποία ανέλεγκτα, ως εκ της ουσιαστικής κατά την κρίση του βασιμότητάς τους, δέχθηκε ο διαιτητής, το δε Εφετείο, κρίνοντας επί λόγου ακύρωσης διαιτητικής απόφασης από την ίδια διάταξη, για αντίθεσή της προς κανόνα δημόσιας τάξης και για την εκφορά του αντίστοιχου αξιολογικού πορίσματός του, ερευνά και κρίνει μόνο τις ίδιες παραδοχές σε συνδυασμό με το αιτιολογικό της διαιτητικής απόφασης. (ΟλΑΠ 13/1995), με τις ίδιες δε παραδοχές, και με παραδεκτή επίσης επισκόπηση, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, και του περιεχόμενου των αιτιολογιών της ελεγχθείσας από το Εφετείο διαιτητικής απόφασης από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, εάν καίτοι δεν παρατίθενται ειδικά ορισμένες, επαναλαμβάνονται έστω με καθολική λεκτική αναφορά και ενσωμάτωση στο αιτιολογικό της εφετειακής απόφασης (ΑΠ 361/1978), ερευνάται η βασιμότητα αντίστοιχου αναιρετικού λόγου από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1578/2014, ΑΠ 40/2010).
Με το δεύτερο λόγο της αίτησης, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι κατά την κρίση της σχετικά με τον εκ του άρθρου 559 αρ. 6 ΚΠολΔ λόγο ακύρωσης των άνω διαιτητικών αποφάσεων, περί της αντίθεσής τους προς κανόνες δημόσιας τάξης, δεν αρκέστηκε για την εκφορά του αξιολογικού της πορίσματος με βάση το οποίο απέρριψε τον προβληθέντα ως άνω λόγο ακύρωσης, μόνο στην έρευνα των παραδοχών των διαιτητικών αποφάσεων, αλλά προσέθεσε αιτιολογία και δέχθηκε πραγματικά περιστατικά που είτε δεν εξετάστηκαν από τους διαιτητές είτε απορρίφθηκαν.
Ειδικότερα, ότι τούτο προκύπτει από τα τμήματα των αιτιολογιών της εφετειακής απόφασης τα οποία παραθέτουν και συγκεκριμένα: "Επίσης απεδείχθη ότι δεν υπήρξε γραπτή συμφωνία παράτασης της χρονικής διάρκειας όλων των ναυλώσεων, γεγονός που άλλωστε συνομολογείται, αλλά ούτε και σιωπηρή αναμίσθωση των πλωτών.
Σημειώνεται ότι κατά το άρθρο 611 ΑΚ που προβλέπει τη σιωπηρή αναμίσθωση γίνεται δεκτό ότι σε περίπτωση που το μισθωτήριο απαγορεύει τη σιωπηρή αναμίσθωση, όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση, ο εκμισθωτής δεν είναι ανάγκη να εναντιωθεί και σιωπηρή παράταση δεν είναι δυνατή....", "Επιπλέον ο τεθείς στις συμβάσεις ναύλωσης όρος γραπτής παράτασης των συμβάσεων με ειδοποίηση προ 10 ημερών, έγινε με το μοναδικό σκοπό να μην υπάρχει παρερμηνεία ως προς την παράταση ή μη των ναυλώσεων..." και ότι ακολούθως, στα πλαίσια έρευνας του ίδιου λόγου και όχι του λόγου αναψηλάφησης, "όμως το ανωτέρω έγγραφο, όπως φαίνεται από το περιεχόμενό του, δεν αποτελεί συμφωνητικό παράτασης ή μονομερή δήλωση παράτασης των επίδικων ναυλώσεων, αλλά επιστολή διαμαρτυρίας του νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης προς τις ενάγουσες, σκοπός της οποίας ήταν μόνο να τους επισημάνει την υποχρέωσή τους να ασφαλίσουν τα πλωτά ναυπηγήματα που εξακολουθούσαν να έχουν στην κατοχή τους, από τους κινδύνους του πολέμου που βρισκόταν σε εξέλιξη.
Ακόμη και στην περίπτωση που ο υπογράφων το έγγραφο αυτό για λογαριασμό της πρώτης εναγομένης Ν. Α., είναι νόμιμος εκπρόσωπος και των λοιπών εναγομένων, ουδόλως προκύπτει από το άνω έγγραφο σε ποια από τα πλωτά ναυπηγήματα αναφέρεται, καθόσον η ναύλωση του πλωτού ... ήταν ακόμη σε ισχύ". Με το περιεχόμενο τούτο αποδίδει παραβίαση της διάταξης του άρθρου 897 αρ. 6 ΚΠολΔ, με τις πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Τούτο διότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την απόρριψη του, εκ του άρθρου 897 αρ. 6 ΚΠολΔ, λόγου ακύρωσης των διαιτητικών αποφάσεων, ερεύνησε και έκρινε τις παραδοχές των διαιτητικών αποφάσεων, οι οποίες κατά ένα μέρος τους παρατίθενται ειδικά και αυτολεξεί στην απόφαση και ορισμένες επαναλαμβάνονται με καθολική λεκτική αναφορά και ενσωμάτωση στο αιτιολογικό της εφετειακής απόφασης.
Εξάλλου, το Εφετείο, ως προς την απόρριψη του ανωτέρω λόγου ακύρωσης των διαιτητικών αποφάσεων, διαλαμβάνει σαφή παραδοχή ότι οι διατάξεις των άρθρων 288 και 388 ΑΚ δεν εμπίπτουν στους κατά την έννοια του άρθρου 33 ΑΚ κανόνες δημόσιας τάξης, ανεξάρτητα από την παραδοχή ότι το άρθρο 388 ΑΚ δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση υπερημερίας του οφειλέτη και συνεπώς η κρίση αυτή δεν έρχεται σε αντίθεση με διατάξεις δημόσιας τάξης.
Η αιτιολογία αυτή απόρριψης, που δεν προσβάλλεται επιτυχώς με λόγο αναίρεσης, καθιστά τον ως άνω ισχυρισμό περί στήριξης της εκτίμησης σε παραδοχές του Εφετείου και όχι των διαιτητικών αποφάσεων, αλυσιτελή, αφού δεν οδηγεί στην αναίρεση της απόφασης. Κατά τη διάταξη του άρθρου 897 αρ. 8 ΚΠολΔ, ακύρωση της διαιτητικής απόφασης δικαιολογείται και όταν συντρέχει κάποιος από τους λόγους αναψηλάφησης που προβλέπονται στο άρθρο 544 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 544 αρ. 7 ΚΠολΔ, η αναψηλάφηση επιτρέπεται αν ο διάδικος που τη ζητεί βρήκε ή πήρε στην κατοχή του μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης νέα κρίσιμα έγγραφα τα οποία δεν μπορούσε να τα προσκομίσει εγκαίρως από ανώτερη βία ή τα οποία κατακράτησε ο αντίδικός του ή τρίτος που είχε συνεννοηθεί με τον αντίδικό του και των οποίων την ύπαρξη αγνοούσε, όπως αγνοούσε και την κατοχή τους από τον αντίδικο ή τον τρίτο κατά τη διάρκεια της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του ως άνω λόγου αναψηλάφησης, πρέπει, μεταξύ άλλων προϋποθέσεων που απαιτούνται συμπλεκτικώς, το έγγραφο να είναι κρίσιμο, με την έννοια ότι από το έγγραφο προκύπτει αμέσως και πλήρως απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού που είχε προβληθεί στη διεξαχθείσα δίκη, κατά τρόπον ώστε να καθίσταται προφανές ότι η προσβαλλομένη απόφαση είναι εσφαλμένη και θα μπορούσε να εκδοθεί διαφορετική απόφαση υπέρ του ζητούντος την αναψηλάφηση εάν το έγγραφο είχε τεθεί υπόψη του δικαστηρίου.
Κρίσιμο έγγραφο, κατά την προδιαληφθείσα του όρου έννοια, ικανό να στηρίξει τον ανωτέρω λόγο αναψηλάφησης, δεν είναι εκείνο που μπορεί απλώς να χρησιμεύσει ως αρχή έγγραφης απόδειξης ή για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 1169/2017, ΑΠ 170/2015). Το ζήτημα αν το έγγραφο είναι ή όχι κρίσιμο υπό την προεκτεθείσα έννοια είναι πραγματικό εξαρτώμενο από την κρίση του δικαστηρίου που δικάζει την αίτηση αναψηλάφησης, η οποία, ως αναγόμενη σε πραγματικό γεγονός, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, η κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ παράβαση του κανόνος ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνος δικαίου, είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης.
Έτσι με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 10/2011). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ: "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου, για την επέλευση της εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, ήτοι αναφορικά με τον προβαλλόμενο από τις αναιρεσείουσες λόγο ακύρωσης των άνω διαιτητικών αποφάσεων επειδή συντρέχει λόγος αναψηλάφησης, επικαλούμενες, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 544 αρ. 7 ΚΠολΔ, νέο και κρίσιμο έγγραφο που βρήκαν και έλαβαν στην κατοχή τους μετά την έκδοση των αποφάσεων αυτών, το οποίο δεν μπορούσαν να προσκομίσουν εγκαίρως γιατί αγνοούσαν την ύπαρξή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο λόγος αυτός ακύρωσης είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι οι ενάγουσες πράγματι αγνοούσαν την ύπαρξη του ανωτέρω εγγράφου - επιστολής για το λόγο ότι η συσκευή φαξ τους είχε βλάβη, εν τούτοις η επιστολή αυτή δεν αποτελεί "κρίσιμο" έγγραφο, κατά την έννοια του νόμου, αφού από το έγγραφο αυτό, όπως αναπτύχθηκε ανωτέρω, δεν προκύπτει άμεση και πλήρης απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού των εναγουσών περί παρατάσεως των επιδίκων ναυλώσεων, που οι ενάγουσες είχαν προβάλει στις διαιτητικές δίκες προς αντίκρουση των αιτήσεων των εναγομένων και στη μη παραδοχή του οποίου στηρίζεται, μεταξύ άλλων, το διατακτικό της αποφάσεως, αφού ακόμη και στην περίπτωση που το έγγραφο αυτό είχε προσκομιστεί στο διαιτητικό Δικαστήριο, δεν θα οδηγούσε σε διαφορετική κρίση.
Άλλωστε το έγγραφο αυτό, όπως έχει εκτεθεί ανωτέρω, δεν αποτελεί συμφωνητικό παρατάσεως των ενδίκων ναυλώσεων, αλλά επιστολή διαμαρτυρίας του νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης προς τις ενάγουσες με την οποία τους επισημαίνει την υποχρέωσή τους να ασφαλίσουν τα, ευρισκόμενα στην κατοχή τους, πλωτά ναυπηγήματα από κινδύνους πολέμου.
Σημειώνεται ότι το διαιτητικό Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι ένδικες συμβάσεις ναυλώσεων είχαν λήξει κατά τους αναφερόμενους ανωτέρω χρόνους και δεν παρατάθηκαν ούτε ρητά ούτε σιωπηρά, προεχόντως διότι δεν υπήρξε γραπτή συμφωνία παρατάσεως αυτών, όπως ήταν απαιτητό σύμφωνα με τον όρο 3 στις μισθώσεις των "…." και "…." (αλλ', όπως προκύπτει από τα προεκτεθέντα και των "…" και "…."), ενώ για το "..." τυχόν παράταση δεν είχε έννομη συνέπεια, αφού σύμφωνα με τον όρο 4.1 του ιδιωτικού συμφωνητικού στην περίπτωση που θα θεωρηθεί ότι η μίσθωση έληξε στις 5.2.2011, τα αιτούμενα ποσά η δεύτερη εναγομένη δικαιούται ως αποζημίωση ισούμενη με το ναύλο αν το ρυμουλκό χρησιμοποιούταν και με τις σταλίες αν δεν χρησιμοποιούταν, ενώ αν θεωρηθεί ότι η μίσθωση δεν έληξε, η δεύτερη εναγομένη δικαιούται τα αιτούμενα ποσά ως ναύλο ή σταλίες αντίστοιχα, ανάλογα με το αν το ρυμουλκό χρησιμοποιούταν ή (λόγω ανωτέρας βίας) δεν χρησιμοποιούταν, αλλά βρισκόταν σε σταλίες".
Με τ' ανωτέρω δεκτά γενόμενα το Δικαστήριο απέρριψε το σχετικό λόγο ακύρωσης των διαιτητικών αποφάσεων. Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 897 αρ. 8, σε συνδυασμό με το άρθρο 544 αρ. 7 ΚΠολΔ, έκρινε ως προς την έννοια του "κρίσιμου" του επικαλεσθέντος με το λόγο αναψηλάφησης εγγράφου, αφετέρου διότι δεν έχει νόμιμη βάση, καθόσον δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, άλλως έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα του "κρίσιμου" του εγγράφου αυτού, αφού δεν παρέχεται απάντηση στο ότι επικαλέστηκαν ύπαρξη στο έγγραφο αυτό σαφούς ομολογίας περί παράτασης των ένδικων συμβάσεων, και ότι αυτές δεν είχαν λήξει αλλά εξακολουθούσαν να βρίσκονται σε ισχύ, και δεν αιτιολογείται επαρκώς αν το έγγραφο αυτό ετίθετο υπόψη των διαιτητών τους θα οδηγούσε σε διαφορετική κρίση στο ζήτημα αν είχε συμφωνηθεί παράταση των συμβάσεων ναύλωσης, και παρέβη τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, ως προς τη δυνατότητα των μερών να τροποποιήσουν ελεύθερα μία σύμβαση με νεώτερη γραπτή ή σιωπηρή συμφωνία τους.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι οι ως άνω λόγοι αναίρεσης, αναφορικά με το αν είναι κρίσιμο ή όχι το ανευρεθέν έγγραφο, με τους οποίους υπό την επίκληση των πλημμελειών από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσβάλλεται η ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου ότι το ως άνω ανευρεθέν έγγραφο δεν ήταν κρίσιμο, απορρέει πράγματι από την εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου αυτού και είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά το μέρος που προσάπτεται παραβίαση της διάταξης του άρθρου 897 αρ. 8 ΚΠολΔ.
Θεμελιούμενος δε στον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. είναι, επίσης, απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον υπάρχει σαφής και άνευ αντιφάσεων αιτιολογία, διότι αφού δέχεται το δικαστήριο ότι αυτό το έγγραφο δεν είναι "κρίσιμο" κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 544 αρ. 7 ΚΠολΔ, αφού εξ αυτού δεν προκύπτει άμεση και πλήρης απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού περί παράτασης των επίδικων ναυλώσεων, καθώς και ότι και αν ακόμη είχε προσκομιστεί τούτο στο διαιτητικό Δικαστήριο δεν θα οδηγούσε σε διαφορετική κρίση.
Δεχόμενο, εξ άλλου, τα ανωτέρω, το Εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 897 αρ. 8 ΚΠολΔ και δεν υπέπεσε στη πλημμέλεια του αρ. 1 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ. Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ'? Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Με την νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού ρητά διατυπώνεται στο άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος ότι η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει", και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας. Ενόψει αυτών, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 αρχής της αναλογικότητας, ελέγχεται ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ. (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 464/2017). Όμως, αναφορικά με το λόγο ακύρωσης διαιτητικής απόφασης η παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας από το διαιτητικό δικαστήριο δεν ελέγχεται αυτοτελώς, αφού ο λόγος αυτός δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά οριζόμενους στο άρθρο 897 ΚΠολΔ, λόγους ακύρωσης αυτών (ΑΠ 1273/2003), χωρίς παράλληλα από το όλο επικαλούμενο περιεχόμενο του αιτιολογικού και του διατακτικού της διαιτητικής αποφάσεως να δημιουργείται κατάσταση αντίθετη προς τις θεμελιώδεις πολιτικές, κοινωνικές, οικονομικές ή ηθικές αντιλήψεις της ελληνικής έννομης τάξεως σύμφωνα με τον αρ. 8 του άρθρου 897 ΚΠολΔ (ΑΠ 1334/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι αν και η καθυστέρηση στην επαναπαράδοση στις αναιρεσίβλητες των πλωτών ναυπηγημάτων ήταν μικρή, μόλις ολίγων ημερών και συνεπώς ανεκτή για τις συμβάσεις που τους συνέδεαν, των οποίων το αντικείμενο ήταν τόσο μεγάλο και περίπλοκο, ότι η εκτέλεση των έργων στα οποία χρησιμοποιούντο τα πλωτά αυτά ναυπηγήματα γινόταν, εκτός της έδρας των συναλλασσόμενων εταιρειών, στη Λιβύη, που απρόβλεπτα είχε γίνει θέατρο πολέμου, υποχρεώθηκαν με τις ως άνω διαιτητικές αποφάσεις στην καταβολή των υπέρογκων ποσών, που αποτελούν οικονομική καταστροφή αυτών και αθέμιτο πλουτισμό των αναιρεσίβλητων και μάλιστα για χρονικό διάστημα που ούτε έκαναν ούτε μπορούσαν να κάνουν χρήση αυτών, η δε επιδίκαση των ποσών αυτών αντίκειται καταφανώς στην συνταγματική αρχή της αναλογικότητας.
Ο λόγος αυτός, ο οποίος απαράδεκτα προβάλλεται για πρώτη φορά στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενόψει του ότι δεν είχε προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, είναι μη νόμιμος, εφόσον οι αναιρεσείουσες δεν επικαλούνται ότι με την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας παραβιάζεται κανόνας δημόσιας τάξεως, παρεκτός του ότι δεν βρίσκεται σε αντίθεση με την, κατά την εκτεθείσα ανωτέρω έννοια, δημόσια τάξη ώστε να δικαιολογείται η ακύρωση της διαιτητικής απόφασης, εκ του λόγου αυτού κατ' άρθρο 897 αρ. 6 ΚΠολΔ.
Σημειώνεται ότι η από 18.5.2018 δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου των αναιρεσειουσών Ηλία Χαλιακόπουλου, περί παραίτησης από του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης και του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, κατατεθείσα στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 5.6.2018 (βλ. την 149/5.6.2018 πράξη της Γραμματέα του Αρείου Πάγου), μη υποβληθείσα πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης και κατά το νόμιμο τρόπο που προβλέπεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 97, 98, 188 παρ. 1, 190, 191 παρ. 2, 192, 294, 295 παρ. 1, 297, 299 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, και χωρίς τη συναίνεση των αντιδίκων τους, επιπλέον δε μετά τη διάσκεψη επί της υποθέσεως, είναι απαράδεκτη και δεν επιφέρει έννομες συνέπειες.
Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 5.8.2015 αίτηση για αναίρεση της 379/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά, καθώς και οι από 1.2.2016 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης και να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων που κατατέθηκαν από τις αναιρεσείουσες υπέρ του Δημοσίου και του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ., κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκαν στη σχετική από 6.8.2015 έκθεση κατάθεσης της Γραμματέα του Εφετείου Πειραιά.
Εξάλλου, οι αναιρεσείουσες που νικήθηκαν πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, κατά το σχετικό αίτημα αυτών (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5.8.2015 αίτηση 1) της εταιρείας με την επωνυμία "..." και 2) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της 379/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, καθώς και τους από 1.2.2016 πρόσθετους λόγους αναίρεσης.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων υπέρ του Δημοσίου και υπέρ του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. που κατατέθηκαν κατά την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιουλίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ